#Article 1: Αθλητισμός (2278 words)


Ο αθλητισμός είναι η συστηματική σωματική καλλιέργεια και δράση με συγκεκριμένο τρόπο, ειδική μεθοδολογία και παιδαγωγική με σκοπό την ύψιστη σωματική απόδοση, ως επίδοση σε αθλητικούς αγώνες, στο αθλητικό και κοινωνικό γίγνεσθαι  . Παράλληλα ο αθλητισμός είναι ένας κοινωνικός θεσμός ο οποίος αντικατοπτρίζει τη δεδομένη κοινωνία και τον πολιτισμό της. Για παράδειγμα στην Αρχαία Ελλάδα, ο αθλητισμός στην Αθήνα θεωρούταν κοινωνικό και πολιτισμικό αγαθό και είχε παιδαγωγικό χαρακτήρα, ενώ αντίθετα στην Σπάρτη ο αθλητισμός χρησιμοποιούταν για την στρατιωτική εκπαίδευση. Ωστόσο σημαντική είναι η στρωματική διάσταση του αθλητισμού στο πέρασμα του χρόνου. Η γενική τάση ήταν ιδίως τον 18ο και 19ο αιώνα τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα να ασχολούνται με τα «λαικα παιχνίδια» όπως το ποδόσφαιρο, ενώ τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα με τα «ευγενή αθλήματα» όπως ήταν η ιππασία και η ξιφασκία.

Η έννοια του αθλητισμού δεν συνάδει απαραίτητα με την εργασία, όπως αυτή δηλώνεται υπό την στενή έννοια του όρου. Έτσι, υπάρχουν άτομα που ασχολούνται επαγγελματικά ή ημιεπαγγελματικά με τον αθλητισμό, ενώ κάποιοι άλλοι επιδιώκουν τη συμμετοχή τους σε αθλοπαιδιές, προκειμένου απλά να διατηρούνται σε καλή φυσική κατάσταση.

Οι επαγγελματίες αθλητές διακρίνονται, συνήθως, για την έντονη επιθυμία τους για διακρίσεις, δυναμισμό, αυστηρή πειθαρχία, αυτοκυριαρχία  και απόλυτη υπακοή στις υποδείξεις των προπονητών τους σε θέματα που αφορούν στην άσκηση και τη διατροφή τους. Η έντονη σωματική άσκηση και ο ιδιαίτερος τρόπος ζωής που ακολουθεί ένας αθλητής θα πρέπει να συνοδεύεται από αρκετή δόση υπομονής και επιμονής, ώστε να καταφέρει να φθάσει στα επιθυμητά για εκείνον αποτελέσματα. Τα σωματικά προσόντα που απαιτούνται για κάθε άθλημα ποικίλουν. Το ίδιο και οι αμοιβές. Στις περισσότερες των περιπτώσεων, όσο μεγαλύτερη φήμη έχει ο αθλητής ή η ομάδα στην οποία ανήκει, τόσο μεγαλύτερη είναι η αμοιβή που απολαμβάνει (σταθερός μισθός,  bonus,  χορηγίες).

Ωστόσο, πρέπει να διαχωριστεί η έννοια της άθλησης από την έννοια της άσκησης. Η άσκηση γίνεται άθληση όταν αποκτά ανταγωνιστικό χαρακτήρα. Για παράδειγμα ένας που τρέχει στο δρόμο ασκείται, ωστόσο άν έχει κάποιον αντίπαλο ώστε για το ποιος θα τερματίσει πρώτος ή ακόμη και αν ανταγωνίζεται τον ίδιο του τον εαυτό, με το χρονόμετρο, αθλείται. Επίσης πρέπει να προστεθεί και η έννοια, της κίνησης.

Ο αθλητισμός μπορεί να πάρει πέντε μορφές, είτε ως ερασιτεχνικός, είτε ως επαγγελματικός, είτε ως μαζικός αθλητισμός, είτε ως φυσικές δραστηριότητες, είτε με την μορφή των παιχνιδιών.

Υπάρχουν τρεις θεωρίες σχετικά με τη γένεση του αθλητισμού:

Ορισμοί

Η φυσική δραστηριότητα είναι κούκλος όρος στον οποίο περιλαμβάνονται όλες οι μορφές της κίνησης του ανθρώπινου σώματος, κάθε σωματική άσκηση και σπορ, που ενεργοποιούν τους μυς του σώματος και απαιτούν αυξημένη κατανάλωση ενέργειας. 
Με τον όρο αθλητισμός εννοείται κάθε αυστηρά δομημένη φυσική δραστηριότητα, με αυστηρούς κανόνες, υψηλό ανταγωνισμό και  εξειδίκευση, με βασικό σκοπό τη μεγιστοποίηση της απόδοσης. 
Αντίθετα, με το όρο άσκηση εννοούμε κάθε συστηματική κίνηση του σώματος ή συμμετοχή του ατόμου σε φυσικές δραστηριότητες, η οποία έχει κάποια χρονική διάρκεια, χαμηλότερα επίπεδα ανταγωνισμού, και στην οποία εμπλέκονται, κυρίως, μεγάλες μυϊκές ομάδες του σώματος(Berger, Pargman,  Weinberg, 2007)..

Που να βρω χρόνο για να γυμναστώ;

Τα άτομα, συχνά, λένε ότι δεν βρίσκουν χρόνο, για να γυμναστούν. Αυτό συμβαίνει για δύο λόγους. Ο ένας είναι ότι ο διαθέσιμος ελεύθερος χρόνος υπάρχει αλλά δύσκολα κανείς τον εντοπίζει, και κυρίως δεν ορίζει τις προτεραιότητές του. Ο άλλος είναι ότι πολλά άτομα δύσκολα μπορούν να αντιληφθούν εύκολα πόσες εναλλακτικές δραστηριότητες υπάρχουν. 
Με βάση τα στάνταρ σήμερα, τα άτομα πρέπει να βρουν από 3 έως 5 ώρες την εβδομάδα για να γυμνάζονται.
. Και αν οι 5 ώρες είναι πολλές, οι 3 σίγουρα δεν είναι. Το θέμα είναι να αποφασίσουν και να ιεραρχήσουν τις προτεραιότητές τους. Που θα βρεθούν αυτές οι 3 ώρες; Αν αφαιρέσουμε τις 8 ώρες του ύπνου θα δούμε ότι προφανώς κανένας και καμία δεν εργάζεται 16 ώρες την ημέρα και 7 ημέρες την εβδομάδα. Άρα οι 3 ελεύθερες ώρες έστω και το Σαββατοκύριακο κάπου υπάρχουν. 
Για όλους επίσης κάπου περισσεύει ο χρόνος του καφέ, της τηλεόρασης, της άσκοπης βόλτας  κλπ. Το θέμα είναι να κατανοήσουν τα άτομα ότι η άσκηση δεν κουράζει αλλά ξεκουράζει, ότι τα χαλαρώνει πραγματικά και ότι τα κάνει πιο παραγωγικά στην εργασία τους, είτε αυτή είναι σωματική είτε διανοητική και άρα αξίζει να βάζουν την άσκηση σε προτεραιότητα στη ζωή τους. Αν αποφασίσουν ότι το σωστό είναι να γυμνάζονται τακτικά, να ασχολούνται με τον αθλητισμό, να πηγαίνουν σε γυμναστήρια ή γενικά, να συμμετέχουν συχνά σε φυσικές δραστηριότητες, τότε το χρόνο θα τον βρουν. 
Επίσης τα άτομα πρέπει να κατανοήσουν ότι ο χρόνος της άσκησης, ή της φυσικής δραστηριότητας είναι το ίδιο αποτελεσματικός όταν αθροίζεται από επιμέρους δραστηριότητες. Άσκηση γίνεται και όταν κάποιος περπατάει, όταν χρησιμοποιεί τα σκαλιά και όχι το ασανσέρ είτε στο σπίτι είτε σε δημόσιους χώρους, όταν χρησιμοποιεί ποδήλατο αντί για αυτοκίνητο, όταν χρησιμοποιεί τα πόδια του αντί για αυτοκίνητο ή τα μέσα μαζικής μεταφοράς σε μεγάλες πόλεις. Σε πολλές περιπτώσεις για αποστάσεις π.χ. ενός ή δύο χιλιομέτρων στις πόλεις φτάνει κανείς γρηγορότερα με τα πόδια παρά με το αυτοκίνητο ή το λεωφορείο.
Ακόμη και αν τα παραπάνω είναι δύσκολα, ευκαιρίες  για κίνηση υπάρχουν πολλές και με λίγη φαντασία ο χρόνος είναι άφθονος. Για παράδειγμα, μια εργαζόμενη μητέρα που έχει το δύσκολο ωράριο της εργασίας και ταυτόχρονα τη φροντίδα των παιδιών της τις υπόλοιπες ώρες της ημέρας, θα μπορούσε να εξασφαλίσει χρόνο για 5 χιλιόμετρα περπάτημα την εβδομάδα, απλά σταθμεύοντας το αυτοκίνητό της 500 μέτρα μακριά από την εργασία της. Απλά, φροντίζοντας να ξεκινήσει 5 λεπτά νωρίτερα από το σπίτι για το χώρο της εργασίας. Φαντασθείτε τι χρόνο για άσκηση κερδίζει κανείς, όταν πηγαίνει στην αγορά ή στο σούπερ-μάρκετ της γειτονιάς με τα πόδια! 
Δυστυχώς, στις σημερινές εποχές έχουμε ξεχάσει τα αυτονόητα, άλλων προηγούμενων εποχών και το πληρώνουμε ακριβά. Το κέρδος για την υγεία, ψυχική και σωματική είναι πολλαπλάσιο, ιδιαίτερα σε πόλεις με κυκλοφοριακά προβλήματα (Θεοδωράκης, 2010).

Όταν εμφανίζεται ξαφνικά ένα πρόβλημα ή μια ενοχλητική σκέψη και ειδικότερα όταν νιώθει κανείς ότι απειλείται, τότε το σώμα τίθεται σε κατάσταση συναγερμού και ετοιμάζεται να αντιδράσει σε αυτή την απειλή. Μια σειρά από συμπτώματα εμφανίζονται τότε, γρήγοροι χτύποι της καρδιάς, σφίξιμο των μυών, γρήγορη αναπνοή, ιδρώτας. Η ενέργεια που δαπανάται από το σώμα για αυτά τα συμπτώματα δρα σε βάρος της ενέργειας που χρειάζεται να καταναλώσει, για να αντιδράσει σωστά. 
Το έντονο στρες προσθέτει πίεση στην καθημερινή ζωή, αποσυντονίζει τις σκέψεις και μερικές φορές δημιουργεί καταστάσεις πανικού. Όταν το στρες συνεχίζει για μεγάλο διάστημα ή εμφανίζεται συχνά, μπορεί να συνδεθεί με αρνητικές επιδράσεις στην ποιότητα της ζωής  και με προβλήματα στην υγεία των ατόμων. Υπολογίζεται ότι το 70 με 80% όλων των ασθενειών σχετίζονται με το στρες.  
Οι επιστημονικές έρευνες έδειξαν ότι τα άτομα που γυμνάζονται  έχουν καλύτερη  διάθεση και ενεργητικότητα για αρκετές ώρες ύστερα από την άσκηση. Αισθάνονται το σώμα τους ελκυστικό, νιώθουν σιγουριά για τις φυσικές τους ικανότητες, αισθάνονται δύναμη, αυτοπεποίθηση και αυξημένη αυτοεκτίμηση σε σχέση με τους μη ασκούμενους. Η άσκηση συμβάλλει σε ένα νεανικό τρόπο ζωής που χαρακτηρίζεται από υψηλή ενεργητικότητα, σθεναρότητα και ικανοποίηση από τη συμμετοχή σε ευχάριστες δραστηριότητες. Η κατάλληλη άσκηση ελαττώνει την ένταση, το θυμό και την επιθετικότητα..

Τα άτομα που γυμνάζονται αισθάνονται φυσιολογικά και ψυχολογικά πιο ισχυρά και έχουν περισσότερη ενέργεια να αντιμετωπίσουν στρεσογόνους παράγοντες. Η αυξημένη φυσική δύναμη και αντοχή τους καθιστά ικανούς να εκτελούν πολλές δραστηριότητες χωρίς να δυσφορούν ή να κουράζονται, και να ρυθμίζουν καλύτερα τη μυϊκή ένταση, τον καρδιακό παλμό, το σφυγμό της ηρεμίας και την πίεση του αίματος, σε σχέση με άτομα που κάνουν καθιστική ζωή. Τα άτομα που έχουν καλή φυσική κατάσταση, αντιδρούν καλύτερα και έχουν γρηγορότερη αποκατάσταση της καρδιακής συχνότητας μετά από στρεσογόνα γεγονότα. Επιπλέον η άσκηση λειτουργεί ως μηχανισμός απόσπασης της προσοχής από δυσάρεστες σκέψεις της καθημερινής ζωής. Έτσι η ώρα της άσκησης, είναι η ώρα που το άτομο θα διακόψει τη ροή της σκέψης του, όταν αυτή στροβιλίζεται στα ατελείωτα, καθημερινά προβλήματα που δεν βρίσκουν εύκολα λύσεις.

Η άσκηση και η καλή φυσική κατάσταση προστατεύει και ελαττώνει την πιθανότητα ασθενειών που σχετίζονται με υψηλά επίπεδα καθημερινού στρες. Επίσης μπορεί να  χρησιμοποιηθεί με επιτυχία στην ελάττωση του χαρακτηριστικού άγχους σε ένα μεγάλο φάσμα κλινικών και μη κλινικών πληθυσμών. Σήμερα οι έρευνες δείχνουν ότι  η άσκηση θεωρείται το ίδιο αποτελεσματική με ψυχοθεραπευτικές ή φαρμακευτικές μεθόδους θεραπείας του άγχους και μερικές φορές έχει καλύτερα αποτελέσματα.

Πότε η άσκηση βοηθάει καλύτερα
Τα άτομα όταν συμμετέχουν σε φυσικές δραστηριότητες, νιώθουν ευχάριστα, ιδιαίτερα όταν δεν κουράζονται πολύ, όταν η δραστηριότητα τους αρέσει ή όταν γίνεται σε κατάλληλες συνθήκες. Η καλή ψυχική διάθεση και η ευφορία που νιώθουν ύστερα από ένα πρόγραμμα άσκησης διαρκεί από 2 έως 4 ώρες.  Γι αυτό σε ιδανικές καταστάσεις,  η συχνότητα της άσκησης, καλό είναι να εκτελείται σε καθημερινή βάση, έτσι ώστε η ευφορία να είναι διαρκής. Επίσης, για να υπάρξουν θετικές μεταβολές στην ψυχική διάθεση και μείωση του στρες, θα πρέπει να προσαρμόζεται η ένταση της άσκησης στο επίπεδο των ασκουμένων. Οι μορφές άσκησης που προκαλούν τη μεγαλύτερη ευχαρίστηση στα άτομα είναι εκείνες που: Η άσκηση, για να προκαλεί ευχαρίστηση και να σχετίζεται με αλλαγές στη διάθεση, πρέπει να περιέχει τα εξής χαρακτηριστικά:

Αντιθέτως, τα αθλήματα ρίσκου, η πολύωρη, εξαντλητική, υπερβολική, καθημερινή και έντονη άσκηση πέρα από τις δυνατότητες του ατόμου και ο ανταγωνιστικός αθλητισμός δεν ενδείκνυνται για τις περισσότερες κατηγορίες του πληθυσμού για τον έλεγχο του στρες.. 
Και η αερόβια και η αναερόβια μορφή άσκησης είναι αποτελεσματικές στον περιορισμό του άγχους και το έλεγχο του στρες, όπως επίσης και η άσκηση με όργανα και αντιστάσεις . Προγράμματα άσκησης 3 με 4 φορές την εβδομάδα που διαρκούν 30 έως 60 λεπτά, έχουν θετικά αποτελέσματα, αν και προγράμματα 60 έως 90 λεπτών, έχουν ακόμη καλύτερα. Η σωστή αναπνοή επίσης, είναι ένας από τους απλούστερους τρόπους για να ελέγχει κανείς το στρες, την ένταση των μυών του και να επιτυγχάνει τη χαλάρωση. Η εξάσκηση της αναπνοής κατά τη διάρκεια εκτέλεσης ασκήσεων βοηθάει και στην καλή απόδοση και στον έλεγχο του στρες..

Αναζητώντας την ισορροπία
Το στρες προκαλείται από μια ανισορροπία στον τρόπο με τον οποίο σκέφτονται τα άτομα και στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν διάφορες καταστάσεις. Αντιθέτως για την άσκηση αναγνωρίζεται ένας σοβαρός ρυθμιστικός ρόλος στην ένταση της καθημερινής ζωής, τα άγχη και τις στεναχώριες των ατόμων. Τα άτομα μέσα από τα σπορ και την άσκηση αποκτούν σταδιακά την εμπειρία να διαχειρίζεται πιο εύκολα στρεσογόνες καταστάσεις και πέρα από τα σπορ, στην καθημερινή τους ζωή δηλαδή.

Η λέξη αθλητισμός ως έννοια διαμορφώθηκε στους μετά-ομηρικούς χρόνους, καθώς η λέξη αυτή δεν συναντάται ούτε στην Οδύσσεια ούτε στην Ιλιάδα. Πιθανότατα, η έννοια διαμορφώθηκε με την καθιέρωση των ιερών αγώνων (Ολυμπιακοί αγώνες στην αρχαιότητα Ολύμπια εν Δίω, Πύθια, Νέμεα, Ίσθμια κατά τον 8ο αιώνα π.Χ.. Ο αθλητισμός υπό αυτήν την μορφή είναι καθαρά αγωνιστικός κάτι βέβαια που αλλάζει με την πάροδο του χρόνου και την κατάργηση των Ολυμπιακών Αγώνων το 392/93 μ.Χ. από τον Θεοδόσιος Α'.
Ο αθλητισμός θα επανεμφανιστεί αργότερα στις αρχές του 19ου αιώνα στη Μεγάλη Βρετανία ως σπορ (sport). Εντούτοις, η λέξη σπορ είναι γαλλική και χρονολογείται από την εποχή του Μεσαίωνα. Ήταν ταυτόσημη με το παιχνίδι και τη διασκέδαση.

Οι Αρχαίοι Αιγύπτιοι καθιέρωσαν πρώτοι τους αγώνες δρόμου, βάδην και την πάλη, περίπου την 3η χιλιετία π.Χ. Η Ελλάδα όμως στάθηκε η αληθινή κοιτίδα του αθλητισμού, γιατί εκεί ο αθλητισμός πήρε τη μορφή του ελεύθερου ανταγωνισμού και της ευγενούς άμμιλας.
Στην Αρχαιότητα, ιεροί αγώνες θεωρούνταν μόνο οι στεφανίτες, οι αγώνες δηλαδή που είχαν ως έπαθλο τον κότινο. Χαρακτηριστική είναι η φράση του γιου του Πέρση πολέμαρχου Αρτάβανου, Τριταντέχμη που παρατήρησε ότι ακόμη και αν οι Έλληνες είχαν ηττηθεί από τους Πέρσες, δεν παρέλειπαν να μην διοργανώσουν τους Ζ' Ολυμπιακούς Αγώνες. 

Οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες έγιναν το 776 π.Χ., για να κατευνάσουν οι Έλληνες την οργή των θεών και να τους ευχαριστήσουν για τις ευεργεσίες τους. Για τη λαϊκή αντίληψη, με τους αγώνες αυτούς θα κέρδιζαν την εύνοια των θεών. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες ετελούντο κάθε τέσσερα χρόνια στον ιερό χώρο της Ολυμπίας. Ο αθλητής που κέρδιζε στους Ολυμπιακούς Αγώνες στεφανώνονταν με το στεφάνι της αγριελιάς, γύριζε θριαμβευτής στην πατρίδα του και οι συμπατριώτες του γκρέμιζαν σ' ένα σημείο τα τείχη της πόλης, για να περάσει από κει ο νικητής -ενέργεια καθαρά συμβολική, που σήμαινε πως η πόλη που αναδείκνυε Ολυμπιονίκες δεν είχε ανάγκη από τείχη για να προασπίσει την ασφάλειά της.

Από τον 4ο αιώνα π.Χ., και κατά την περίοδο της Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, οι αθλητικοί αγώνες εκφυλίστηκαν και μεταβλήθηκαν σε αιματηρούς αγώνες του Ρωμαϊκού Ιπποδρόμου. Οι αγώνες αυτοί ήταν αιματηρές συγκρούσεις μονομάχων, που τους έφερναν αντιμέτωπους μέσα σε τεράστια στάδια.

Ακολουθεί μία εποχή, μετά τον 8ο αι. μ.Χ., όπου ο αθλητισμός ήταν μόνο για τους ευγενείς. Το πιο σημαντικό άθλημα ήταν οι έφιπποι ιπποτικοί αγώνες μέχρι θανάτου. Οι αντίπαλοι, χωρισμένοι σε δύο ομάδες, ρίχνονταν καταπάνω ο ένας στον άλλον, χωρίς να τηρούν κανένα αγωνιστικό νόμο ή κανόνα.

Τον 12ο αιώνα, οι άνθρωποι άρχισαν να αγωνίζονται μεταξύ τους με πιο ειρηνικό τρόπο. Πετούσαν μεγάλες σφαίρες, όπως ρίχνουν σήμερα βάρη. Οι σφαίρες που πετούσαν ήταν από στουπί, τυλιγμένες με δέρμα προβάτου, και τις έριχναν πάνω στον τοίχο. Στην αρχή τις πετούσαν με γυμνό χέρι, σιγά-σιγά όμως η σφαίρα αυτή άλλαξε μορφή. Από τον 16ο αιώνα, όταν πρωτοεμφανίστηκαν οι ρακέτες, οι πρωτόγονες εκείνες σφαίρες αποτέλεσαν τις σύγχρονες μπάλες της αντισφαίρισης.

Από το 1896 με την θέσπιση των Σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων, ο αθλητισμός πήρε διαστάσεις οικονομικές, πολιτικές και πολιτιστικές. Δημιουργήθηκαν κανόνες και κανονισμοί για τα αθλήματα, οι φάσεις των αγωνισμάτων, καθώς και οι εξειδικεύσεις στον τομέα του αθλητισμού. Τα ΜΜΕ είναι σαφώς ο μοχλός για την παγκοσμιοποίηση του αθλητισμού, ενός προϊόντος μοναδικού καθώς μπορεί να ενώσει τους ανθρώπους ανεξαρτήτως διακρίσεων. Με την σύσφιξη των διεθνών σχέσεων, αυξάνεται ο αριθμός των αθλητών και των αθλουμένων, δημιουργούνται νέοι κυβερνητικοί και μη οργανισμοί, ενώ βελτιώνονται και οι αθλητικοί αγώνες. Οι αθλητικοί οργανισμοί μπορούν να διακριθούν στα Σωματεία, στις Αθλητικές Ανώνυμες Εταιρείες, στις ομοσπονδίες, στα τμήματα αμειβομένων αθλητών, στη Εθνική Ολυμπιακή Επιτροπή, η Γενική Γραμματεία Αθλητισμού, καθώς και στους συνδέσμους προπονητών, διαιτητών και κριτών.




#Article 2: Οξιτανική γλώσσα (689 words)


Η οξιτανική γλώσσα (ενδώνυμο: occitan, στα οξιτανικά , στα γαλλικά , lenga d'òc, στα οξιτανικά , γαλλικά: langue d'oc) είναι μία από τις οξιτανορομανικές γλώσσες της Ευρώπης. Παραδοσιακά εντοπίζεται στην ιστορική περιοχή της Οξιτανίας στη σημερινή νότια Γαλλία που περιλαμβάνει τόσο ορισμένες κοιλάδες των Άλπεων της Ιταλίας όσο και την Κοιλάδα του Αράν στην Καταλονία. Είναι επίσημη γλώσσα σε τοπικό επίπεδο μόνο στην τελευταία και συνεπίσημη, σε περιφερειακό επίπεδο, μαζί με την καταλανική και την ισπανική.

Παρότι υπήρξε η κυρίαρχη λογοτεχνική Ευρώπη των απαρχών του Ύστερου Μεσαίωνα στη ρομανόφωνη Ευρώπη, η υποταγή των οξιτανικών ηγεμονιών όπως της Κομητείας της Τουλούζης στο Βασίλειο της Γαλλίας απομάκρυνε τα οξιτανικά από την επίσημη και έγγραπτη χρήση, οδηγώντας τα σε παρακμή. Η Οξιτανική Αναγέννηση των αρχών του 20ού αιώνα και το κίνημα των Felibriges δεν ανέτρεψαν την κατάσταση, με τα οξιτανικά σήμερα να είναι για πολλούς γλωσσολόγους καταδικασμένα στην γλωσσική τους αντικατάσταση από τα γαλλικά. 

Η οξιτανική γλώσσα έχει λάβει διαχρονικά διάφορες ονομασίες. Ο όρος «οξιτανική γλώσσα» προέρχεται από τη διαφοροποίηση του καταφατικού μορίου, το οποίο στα οξιτανικά λαμβάνει τη μορφή oc, από τη λατινική δεικτική αντωνυμία hoc . Από εκεί προέρχεται η έτερη συγγενής ονομασία των διαλέκτων του ως γλώσσες του οκ (lengas d'oc). Ως όρος χρησιμοποιείται κυρίως από τον 20ό αιώνα. Παραδοσιακά τα γλωττόνυμα είτε περιορίζονταν στο όνομα της κατά τόπους οξιτανικής ποικιλίας είτε υιοθετούσαν το ιστορικό όνομα προβηγκιανά (provençal), για τις ανατολικές διαλέκτους, και γασκωνικά (gascon) για τις δυτικές. 

Όπως και η καταλανική, διαμορφώθηκε κάτω από την επιρροή του βασιλείου των Φράγκων, από τα μέσα του 8ου αιώνα κι έπειτα. Αποτέλεσε την κυρίαρχη γλώσσα της λογοτεχνικής ποιητικής παραγωγής (ποίηση των τροβαδούρων) σε μεγάλο μέρος της λατινόφωνης μεσαιωνικής Ευρώπης μεταξύ 11ου και 13ου αιώνα, γεγονός που την μετέτρεψε στην πρώτη κωδικοποιημένη ρομανική γλώσσα. Μετά την αποτυχημένη οξιτανική πολιτική των κόμητων της Βαρκελώνης και τη διαμόρφωση ξεχωριστής γλωσσικής συνείδησης και προτύπου για τα καταλανικά, η επιβολή του βασιλείου της Γαλλίας απομόνωσε εν μέρει τις δύο γλώσσες, με τα καταλανικά να εξαπλώνονται προς τον νότο και τη Μεσόγειο, και τα οξιτανικά να υποφέρουν μια όλο και μεγαλύτερη περιθωριοποίηση έναντι των γαλλικών. Η έξωσή τους από τη διοίκηση και η διακοπή της γραπτής λογοτεχνικής παραγωγής συνέβαλαν στην διαλεκτοποίηση της γλώσσας και την απώλεια γλωσσικής συνείδησης από τους ομιλητές της. 

Ωστόσο, οι κατά τόπους ποικιλίες της οξιτανικής συνέχισαν να είναι απόλυτα πλειοψηφικές στη νότια Γαλλία μέχρι τον 20ό αιώνα. Την εκ των πραγμάτων κυριαρχία της οξιτανικής ήλθε να καταβάλει αρχικά η Γαλλική Επανάσταση, που επέβαλε ένα απόλυτα συγκεντρωτικό και αποκλειστικά γαλλόφωνο μοντέλο διοίκησης στο κράτος. Η υποχρεωτική δημόσια εκπαίδευση από τα μέσα του 19ου αιώνα ακολούθησε την ίδια λογική, τιμωρώντας τη χρήση της γλώσσας στο σχολικό περιβάλλον. Στις αρχές του 20ού αιώνα, η Οξιτανική Αναγέννηση την οποία πρωταγωνίστησε ο νομπελίστας λογοτέχνης Φρεντερίκ Μιστράλ, προσπάθησε να επαναφέρει τη λογοτεχνική χρήση των οξιτανικών, διαμορφώνοντας ένα πρότυπο γραπτής γλώσσας. Ωστόσο, η αστυφυλία, η αδιαφορία του γαλλικού κράτους και η φολκλορική αντιμετώπιση πολλών μελών του οξιτανικού κινήματος καταδίκασαν τη γλώσσα. Από τα μέσα του αιώνα οι διάφορες οξιτανικές διάλεκτοι (που είναι γνωστές με το υποτιμητικό όνομα patois) βρίσκονται σε διαρκή υποχώρηση: η μετάδοση της γλώσσας μεταξύ των γενεών έχει διακοπεί και πλέον δεν υφίστανται μονόγλωσσοι ομιλητές, με τους δίγλωσσους να αποτελούνται κυρίως από άτομα μεγάλης ηλικίας. 

Η μοναδική ενεργή πληθυσμιακή ομάδα που εν μέρει συνεχίζει την προσπάθεια διατήρησης της γλώσσας είναι οι μερικές χιλιάδες νεοοξιτανόφωνων, που προέρχονται από αστικά κέντρα και που ήλθαν σε επαφή με τη γλώσσα στη νεανική τους ηλικία, πολλοί από τους οποίους συμμετέχουν ενεργά στη διάδοση της γλώσσας στο διαδίκτυο και τη φολκλορική μουσική. Στη Γαλλία λειτουργούν ιδιωτικά σχολεία, ενταγμένα στο δημόσιο σύστημα εκπαίδευσης, οι calendretes, όπου η εκπαίδευση πραγματοποιείται στα οξιτανικά. 

Οι μοναδικές πρωτοβουλίες δημόσιων θεσμών για την προστασία και διάδοση της οξιτανικής εντοπίζονται στα περιθώρια της ιστορικά οξιτανόφωνης επικράτειας, στην καταλανική Κοιλάδα του Αράν όσο και στις Ιταλικές Άλπεις. Στην πρώτη, τα αρανικά, η τοπική οξιτανική ποικιλία, χρησιμοποιούνται ως βασική γλώσσα της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, με παρουσία επίσης και στα πανεπιστήμια της περιφέρειας όπου διδάσκονται ως γλώσσα επιλογής. Εντούτοις, η εισροή ισπανόφωνων μεταναστών και ο ιδιαίτερα μικρός πληθυσμός των φυσικών ομιλητών (4.700 το 2001) δυσχεραίνει τη θέση της γλώσσας έναντι του μέλλοντος.




#Article 3: Ελευθέριος Βενιζέλος (6745 words)


Ο Ελευθέριος K. Βενιζέλος (Μουρνιές Χανίων, 11 / 23 Αυγούστου 1864 – Παρίσι, 18 Μαρτίου 1936) ήταν Έλληνας πολιτικός που διετέλεσε πρωθυπουργός της Κρητικής Πολιτείας και επτά φορές πρωθυπουργός της Ελλάδας. Ως πολιτικός διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στο Κρητικό Ζήτημα καθώς και στα πολιτικά δρώμενα της Ελλάδας από το 1910 έως τον θάνατό του το 1936.

Οργάνωσε το Κίνημα του Θερίσου και το 1910 ανέλαβε την πρωθυπουργία της Κρητικής Πολιτείας, την οποία εγκατέλειψε λίγους μήνες αργότερα για να αναλάβει την πρωθυπουργία στην Ελλάδα κατόπιν προσκλήσεως του Στρατιωτικού Συνδέσμου. Από την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τάχθηκε υπέρ της Αντάντ διαφωνώντας ανοιχτά με την στάση ουδετερότητας του Βασιλιά. Λόγω αυτής της διαφωνίας, αν και είχε εκλεγεί πρωθυπουργός παραιτήθηκε δημιουργώντας τα γεγονότα του Εθνικού Διχασμού. Επέστρεψε στην πρωθυπουργία την περίοδο 1917 - 1920 αλλά εγκατέλειψε την Ελλάδα μετά την ήττα του στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1920. Επέστρεψε το 1924 για λίγους μήνες και το 1928 εξελέγη πάλι πρωθυπουργός. Τον Ιανουάριο του 1933 έγινε για τελευταία φορά πρωθυπουργός και τον Μάρτιο του 1935 μετά από απόπειρα πραξικοπήματος κατέφυγε στο Παρίσι, όπου και απεβίωσε. Θάφτηκε σε ύψωμα στην αρχή του Ακρωτηρίου της Κρήτης, κοντά στο μέρος όπου γεννήθηκε. Οι Τάφοι των Βενιζέλων είναι σήμερα ένα από τα αξιοθέατα των Χανίων.

Γεννήθηκε στο χωριό Μουρνιές, κοντά στην πόλη των Χανίων, στις 23 Αυγούστου 1864 και ήταν το πέμπτο παιδί του Κυριάκου Βενιζέλου, εμπόρου, και της Στυλιανής Πλουμιδάκη, η οποία καταγόταν από το χωριό Θέρισο. Μεγάλωσε στα Χανιά αλλά λόγω διώξεων του πατέρα του από την οθωμανική διοίκηση πέρασε μέρος των παιδικών του χρόνων στα Κύθηρα και την Ερμούπολη. Περάτωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στα Χανιά, στο λύκειο Αντωνιάδη στην Αθήνα και στο Δημόσιο Γυμνάσιο Αρρένων Σύρου στην Ερμούπολη, απ´ όπου αποφοίτησε, και εργάστηκε στο κατάστημα του πατέρα του. Αν και ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχε πρόθεση να συνεχίσει τις σπουδές του, ο πατέρας του επέλεξε να τον τοποθετήσει στο κατάστημά του με σκοπό να το αναλάβει. Ύστερα από παρέμβαση του τότε γενικού προξένου της Ελλάδας στα Χανιά, Γεωργίου Ζυγομαλά , ο Κυριάκος πείστηκε να τον στείλει στην Αθήνα για ανώτερες σπουδές. Το 1881 εγγράφηκε στη Νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, απ´όπου αποφοίτησε το 1887. Αφού προσπάθησε ανεπιτυχώς να εκλεγεί δις εφέτης, άνοιξε δικηγορικό γραφείο καταφέρνοντας σε μικρό χρονικό διάστημα να διακριθεί. Το 1888 ανέλαβε μαζί με τους Χαράλαμπο Πωλογεωργάκη, Κωνσταντίνου Φούμη και Ιάκωβο Μοάτσο την αρχισυνταξία και την έκδοση της εφημερίδας «Λευκά Όρη», η οποία ανήκε στον γαμπρό του, Κωστή Μητσοτάκη. Από αυτήν αποχώρησε λίγους μήνες αργότερα για προσωπικούς λόγους.

Το 1889 σε νεαρή ηλικία αποφάσισε να θέσει υποψηφιότητα ως αντιπρόσωπος της περιφέρειας Κυδωνίας στις Εκλογές για την Κρητική Βουλή, στις οποίες και εξελέγη με το Κόμμα των Φιλελευθέρων. Στις ίδιες εκλογές εξελέγησαν και αρκετοί συνεργάτες του από την εφημερίδα σχηματίζοντας μια άτυπη ομάδα που έγινε γνωστή με το όνομα Λευκορίτες. Λόγω της τεταμένης πολιτικής κατάστασης που επικρατούσε στην Κρήτη με την επανάσταση μέρους των πληθυσμών της Κρήτης, στις αρχές Οκτωβρίου του 1889 ο Βενιζέλος με στενούς συνεργάτες και φίλους διέφυγε, με την βοήθεια του Άγγλου προξένου Μπιλιότι (Bilioti), στην Αθήνα. Έναν μήνα αργότερα ο Σακίρ Πασά ανέστειλε τα κυριότερα προνόμια που είχαν παραχωρηθεί στους Χριστιανούς με την Σύμβαση της Χαλέπας και άλλαξε τις διατάξεις για την εκλογή αντιπροσώπων στη Βουλή. Ο Βενιζέλος τάχθηκε υπέρ της αποχής από τις Εκλογές μέχρι να αρθούν οι αυθαιρεσίες της οθωμανικής διοίκησης. Μετά την χορήγηση αμνηστίας, ο Βενιζέλος επέστρεψε στα Χανιά, όπου και νυμφεύθηκε το 1890 με την Μαρία Ελευθερίου - Κατελούζου, επιλέγοντας να κατοικήσουν στο οικογενειακό σπίτι της Χαλέπας. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα παρέμεινε εκτός πολιτικής απασχολούμενος από την οικογένεια και την δουλειά. Το 1895 συνεργάστηκε με την εφημερίδα «Αυγή», του Κωνσταντίνου Φούμη και του Ιωάννη Καψάλη. Στην Επανάσταση που ξέσπασε λίγο αργότερα υπό την καθοδήγηση της Επιτροπής, Πρόεδρος της οποίας ήταν ο Μανούσος Κούνδουρος, και με κύριο αίτημα την αυτονομία, ο Βενιζέλος αντιτάχθηκε καθώς θεωρούσε ότι οι περιστάσεις δεν ευνοούσαν τέτοιου είδους κινήσεις. Για την στάση του αυτή κατηγορήθηκε από συντηρητικούς που ζήτησαν να προσαχθεί σε δίκη.

Στις 23 Ιανουαρίου 1897 ο Βενιζέλος αποφάσισε να συμπράξει με τους επαναστατημένους στο Ακρωτήρι. Αφορμή γι´ αυτή τη μεταστροφή ήταν η μεγάλη πυρκαγιά που ξέσπασε στα Χανιά και είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο Χριστιανών και Μουσουλμάνων και εκτεταμένες σφαγές κατά των πρώτων. Κατά τη διάρκεια αυτών των γεγονότων ο Βενιζέλος περιόδευε στην εκλογική του περιφέρεια προετοιμαζόμενος για τις εκλογές που είχαν προκηρυχθεί. Επιστρέφοντας στα Χανιά είδε από μακριά τους καπνούς που έβγαιναν από την πόλη και αμέσως έλαβε την απόφαση να ενωθεί με μια ομάδα ενόπλων στη Μαλάξα. Με αυτούς κατευθύνθηκαν προς το Ακρωτήρι, όπου σύντομα ανέλαβε την ηγεσία ο Βενιζέλος. Οι επαναστάτες υπολογίζονται σε επτακόσιους με δύο χιλιάδες. Στις 24 Ιανουαρίου οι εξεγερμένοι αποφάσισαν να κηρύξουν την ένωση με την Ελλάδα και την επόμενη ημέρα εξέδωσαν κείμενο διακήρυξης. Στις 26 Ιανουαρίου επιτροπή αποτελούμενη από σημαντικές μορφές της εξέγερσης μεταξύ των οποίων και ο Βενιζέλος παρέδωσε στους προξένους των Μεγάλων Δυνάμεων την διακήρυξη. Την ίδια στιγμή με απόφαση της κυβέρνησης Δηλιγιάννη αναχωρούσε ναυτική μοίρα του πολεμικού ναυτικού για να ενισχύσει τους Χριστιανούς της Κρήτης. Στις 31 Ιανουαρίου αποβιβάστηκε σε χωριό των Χανίων ελληνικό στράτευμα αποτελούμενο από χίλιους τριακόσιους οπλίτες και εκατό αξιωματικούς υπό την ηγεσία του Τιμολεόντος Βάσσου. Την επόμενη ημέρα οι Μεγάλες Δυνάμεις ανακοίνωσαν ότι θα έθεταν υπό την προστασία τους τις κυριότερες πόλεις της Κρήτης, επιβάλλοντας την κατάπαυση του πυρός ακόμα και με στρατιωτικά μέσα. Μπροστά σε αυτό το φάσμα γενικευμένης σύγκρουσης, ο Βενιζέλος, μαζί με τον Μητροπολίτη Χρύσανθο Τσεπετάκη, επισκέφθηκαν τον Έλληνα μοίραρχο Αριστείδη Ράινεκ στο πολεμικό Ύδρα ζητώντας του να τους εφοδιάσει με πολεμικό υλικό, κάτι που έπραξε. Στις 7 Ιανουαρίου, ο Βενιζέλος, μαζί με εξεγερμένους, κατέλαβε τον Προφήτη Ηλία. Στις 8 Ιανουαρίου ο στόλος των Μεγάλων Δυνάμεων έπληξε τις θέσεις των επαναστατών δημιουργώντας αντιδράσεις από μερίδα του ευρωπαϊκού τύπου σχετικά με τον απρόκλητο βομβαρδισμό μιας μικρής ομάδας εξεγερμένων. Σημαντική έκταση πήρε το γεγονός της ανύψωσης της ελληνικής σημαίας από τον Σπύρο Καγιαδελάκη κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών. Κατά τη διάρκεια του περιστατικού ο ίδιος ο Βενιζέλος βρισκόταν στο πολεμικό πλοίο Ύδρα. Ο Βενιζέλος τότε, μαζί με τον Φούμη και τον Κοτζάμπαση, προχώρησε στην σύνταξη διαμαρτυρίας προς τις Μεγάλες Δυνάμεις, η οποία προξένησε μεγάλη εντύπωση στην Ευρώπη. Στις 22 Φεβρουαρίου εκλέχτηκε μέλος της εξαμελούς διοικητικής επιτροπής των επαναστατών. Με την ιδιότητα αυτή επισκέφθηκε μαζί με τα άλλα μέλη τους ξένους ναυάρχους αρκετές φορές για να συζητήσουν για τον μέλλον της Κρήτης. Τον Απρίλιο του ίδιου έτους ξέσπασε ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 αναγκάζοντας την Ελλάδα να αποσύρει την ναυτική μοίρα από την Κρήτη. Στις αρχές του καλοκαιριού πραγματοποιήθηκε η πρώτη επαναστατική συνέλευση ενώ στις 26 Ιουνίου πραγματοποιήθηκε η δεύτερη, στους Αρμένους Αποκορώνου, όπου και ο Ελευθέριος Βενιζέλος εξελέγη μέλος της τριμελούς επιτροπής που θα ανακοίνωνε τις αποφάσεις της συνέλευσης στις Μεγάλες Δυνάμεις. Στην τρίτη συνέλευση, στις Αρχάνες εξελέγη πρόεδρος αυτής. Στη συνέλευση αυτή υποστήριξε την άποψη περί ενώσεως της Κρήτης με την Ελλάδα απορρίπτοντας την ιδέα της αυτονομίας. Η ατμόσφαιρα ήταν τεταμένη, οδηγώντας αρκετές φορές τους συμμετέχοντες σε ακραίες ενέργειες. Η κατάσταση οδηγήθηκε στα άκρα όταν ο Βενιζέλος και οι υποστηρικτές του αρνήθηκαν να υπογράψουν την διακήρυξη περί αυτονομίας με αποτέλεσμα να προκληθούν επεισόδια. Αποτέλεσμα ήταν ο Βενιζέλος να διακόψει την συνεδρίαση και να αποχωρήσει. Για την κίνησή του αυτή του αφαιρέθηκε η προεδρία και του απαγορεύθηκε η συμμετοχή στις συνεδριάσεις του σώματος. Τελικώς, η διακήρυξη περί αυτονομίας ψηφίστηκε.

Μετά τα γεγονότα ο Βενιζέλος ταξίδεψε στην Αθήνα, απ´ όπου επέστρεψε μαζί με τον Κρητικό πολιτικό Ιωάννη Σφακιανάκη. Οι Μεγάλες Δυνάμεις εν τω μεταξύ είχαν αποδεχθεί σχέδιο περί αυτονόμησης του νησιού. Το νέο καθεστώς θεωρήθηκε από τον Βενιζέλο και τους οπαδούς του μεταβατικό και προσωρινό. Έλαβε μέρος στη συνέλευση του Μυλοποτάμου καθώς και στις συνεδριάσεις της εκτελεστικής επιτροπής, που είχε αναλάβει τις διαπραγματεύσεις σχετικά με το σχήμα αυτονομίας. Τελικά αποφασίστηκε η Οθωμανική Αυτοκρατορία να διατηρήσει μια μορφή κυριαρχίας και να διοριστεί ως Ύπατος Αρμοστής της Κρήτης ο πρίγκιπας Γεώργιος της Ελλάδας. Ο τελευταίος διόρισε με τον ερχομό του μια δεκαεξαμελή επιτροπή με κύρια αρμοδιότητα την εκπόνηση νομοθετικής εργασίας που επρόκειτο να ψηφιστεί από την γενική συνέλευση, όταν αυτή δημιουργούνταν. Σε αυτή την επιτροπή συμμετείχε και ο Βενιζέλος. Λόγω της νέας μορφής διοίκησης προκηρύχθηκαν εκλογές για τις 24 Ιανουαρίου 1898, στις οποίες και εξελέγη ως αντιπρόσωπος Χανίων. Η συμβολή του στη σύνταξη του συντάγματος κρίνεται καθοριστική, κατακρίθηκε όμως για τις ασάφειές του και την υπερβολική συγκέντρωση εξουσιών στο πρόσωπο του Ύπατου Αρμοστή. Ακολούθως διορίστηκε σύμβουλος επί της δικαιοσύνης στο πρώτο υπουργικό συμβούλιο, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι τον Απρίλιο του 1901. Κατά τη διάρκεια της θητείας του αναδιοργάνωσε τα δικαστήρια συντάσσοντας κώδικα δικαστηρίων, εκσυγχρόνισε τα δικαστήρια και εισήγαγε νέα συστήματα στην αστυνομία.

Παρά την επιτυχία του στον υπουργικό θώκο σύντομα ήρθε σε ρήξη με τον Ύπατο Αρμοστή πρίγκιπα Γεώργιο. Ο τελευταίος κυβερνούσε σε έναν βαθμό αυταρχικά χειριζόμενος μόνος του την εξωτερική πολιτική της Κρητικής Πολιτείας χωρίς να λαμβάνει υπόψιν του τις συμβουλές και τις απόψεις των υπουργών του. Ο Βενιζέλος θεωρούσε απαραίτητη την ανακήρυξη της Κρήτης σε αυτόνομο πριγκιπάτο έτσι ώστε να επέλθει με πιο θεσμικό τρόπο η ένωση με την Ελλάδα. Επιπλέον με την ανακήρυξη της αυτονομίας η συνέλευση, κατά τον Βενιζέλο, θα έπρεπε να προχωρήσει στην εκλογή ανώτατου άρχοντα τερματίζοντας ταυτόχρονα την κυριαρχία των Μεγάλων Δυνάμεων στο νησί. Αντίθετα ο Ύπατος Αρμοστής δεν συμμεριζόταν την προσέγγιση του Βενιζέλου έχοντας ήδη αρχίσει να ακολουθεί την δική του, η οποία όμως δεν απέφερε τα επιθυμητά αποτέλεσμα. Παράλληλα στον αθηναϊκό τύπο δημοσιεύονταν αιχμηρά άρθρα εναντίον των απόψεων του Βενιζέλου, ο οποίος χαρακτηριζόταν ως ανθενωτικός. Στις 5 Μαρτίου 1901 υπέβαλε την παραίτησή του για λόγους υγείας, η οποία όμως δεν έγινε δεκτή. Στις 18 Μαρτίου υπέβαλε για δεύτερη φορά την παραίτησή του για λόγους που αφορούσαν την κακή σχέση του με τους συναδέλφους και τον Ύπατο Αρμοστή. Ούτε όμως αυτή τη φορά έγινε αποδεκτή. Δύο μέρες αργότερα, στις 20 Μαρτίου με διάταγμα που εκδόθηκε και ήταν βαρύτατα προσβλητικό ο Βενιζέλος απολύθηκε από την θέση του. Σημαντική συμμετοχή στην όλη διαμάχη φαίνεται να είχε ο Ανδρέας Παπαδιαμαντόπουλος, γραμματέας του Ύπατου Αρμοστή και το Παλάτι. Ο πρώτος σε μυστική έκθεση προς την κυβέρνηση Γεωργίου Θεοτόκη χαρακτήριζε τον Βενιζέλο όργανο των ξένων δυνάμεων, φρόντιζε συνεχώς να φτάνουν στο υπουργείο εξωτερικών αναφορές που τον παρουσίαζαν ως όργανο των ξένων δυνάμεων ενώ σταθερά, όπως και το παλάτι, διοχέτευε στον αθηναϊκό τύπο εμπρηστικά άρθρα εναντίον του κρητικού πολιτικού.

Προκειμένου να αμυνθεί από τις επιθέσεις των αντιπάλων εγκαινίασε μια σειρά άρθρων με τον τίτλο «Γεννηθήτω τω Φώς» στην εφημερίδα «Κήρυξ των Χανίων», στα οποία περιέγραφε την πολιτική του Ύπατου Αρμοστή. Μεταξύ των επιθέσεων που δέχθηκε ξεχωρίζει αυτή του Μητροπολίτη Κρήτης Ευμένιου, ο οποίος τον χαρακτήρισε προδότη. Ο Βενιζέλος απάντησε με νέο άρθρο, για το περιεχόμενο του οποίο μηνύθηκε από τον Μητροπολίτη και καταδικάστηκε σε δεκαπενθήμερη φυλάκιση, την οποία και εξέτισε στη φυλακή Ιτζεδίν. Στις εκλογές του 1903 το κόμμα του Βενιζέλου ηττήθηκε εκλογικά αναδεικνύοντας πέντε βουλευτές. Ύστερα από συνεννοήσεις με άλλες ηγετικές μορφές της πολιτικής σκηνής τέθηκε επικεφαλής της «Ηνωμένης Αντιπολίτευσης», η οποία στις 26 Φεβρουαρίου 1905 διακήρυξε την ένωση με την Ελλάδα, και, σε περίπτωση αδυναμίας, την αυτονομία της νήσου, καθώς και την αναθεώρηση του συντάγματος. Στις 23 Μαρτίου 1905 ο Βενιζέλος μαζί με χίλιους ενόπλους συγκεντρώθηκαν στο Θέρισο. Σύντομα, στο Θέρισο κατέφθασαν άλλοι επτά χιλιάδες πολεμιστές από διάφορα σημεία της Κρήτης. Στις 20 Απριλίου η Συνέλευση κήρυξε την ένωση με την Ελλάδα και ζήτησε από τον Ύπατο Αρμοστή να πληροφορήσει τις Μεγάλες Δυνάμεις γι´ αυτή την εξέλιξη, οι οποίες όμως αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν την ανακήρυξη. Τον Μάιο πραγματοποιήθηκαν εκλογές, στις οποίες η παράταξη του Βενιζέλου, του Φούμη και του Πωλογεωργάκη συγκέντρωσε 33.279 ψήφους αναδεικνύοντας 39 αντιπροσώπους έναντι 78 αντιπροσώπων του πρίγκιπα Γεωργίου. Στις 15 Ιουλίου οι Μεγάλες Δυνάμεις έδωσαν προθεσμία δεκαπέντε ημερών στους επαναστάτες, τελεσίγραφο που δεν έγινε δεκτό. Όταν έληξε η προθεσμία, οι Μεγάλες Δυνάμεις κήρυξαν στρατιωτικό νόμο. Μετά από συμβουλή του πρωθυπουργού της Ελλάδας Δημητρίου Ράλλη ο Ύπατος Αρμοστής ζήτησε από την Συνέλευση να προχωρήσει στην αναθεώρηση του συντάγματος. Στις 2 Νοεμβρίου ο Βενιζέλος και οι επαναστάτες παρέδωσαν τα όπλα. Παράλληλα οι Μεγάλες Δυνάμεις έστειλαν μια διερευνητική επιτροπή για να αξιολογήσουν την κατάσταση στο νησί. Στις 23 Ιουλίου 1906 αποφασίστηκε η διεθνής δύναμη που βρισκόταν στο νησί να αποχωρήσει, να ανατεθεί η ασφάλεια του νησιού σε Έλληνες αξιωματικούς, που θα έπρεπε όμως να αποχωρήσουν από τον ελληνικό στρατό, να οργανωθεί εκ νέου η πολιτοφυλακή, να δοθεί δάνειο 9.300.000 φράγκων στην Κρητική Πολιτεία, να υπάρξει πλήρης ισότητα χριστιανών και μουσουλμάνων κ.α. Αν και η ελληνική κυβέρνηση και το παλάτι διαφωνούσαν με την λύση, ο Βενιζέλος καθώς και ο διάδοχος του ελληνικού θρόνου πρίγκιπας Κωνσταντίνος τάχθηκαν υπέρ αυτού του σχεδίου με αποτέλεσμα ο πρίγκιπας Γεώργιος να παραιτηθεί από τη θέση του Ύπατου Αρμοστή για να διευκολύνει την κατάσταση. Ως αντικαταστάτης του επιλέχθηκε ο Αλέξανδρος Ζαΐμης.

Στις 12 Οκτωβρίου 1908 η Συνέλευση επικύρωσε τις αλλαγές και όρισε πενταμελή Εκτελεστική Επιτροπή. Σε αυτήν ο Βενιζέλος ανέλαβε τα υπουργεία εξωτερικών και δικαιοσύνης. Στις 29 Ιουλίου 1909 οι δυνάμεις του διεθνούς στρατού αποχώρησαν από την Κρήτη. Στις εκλογές του 1910 εξελέγη πρόεδρος της Συνέλευσης και πρωθυπουργός της Κρητικής Πολιτείας. Τον ίδιο μήνα εκδόθηκε το ψήφισμα για ένωση με την Ελλάδα και αναχώρησε για την Αθήνα για να συναντηθεί με τους ηγέτες του Στρατιωτικού Συνδέσμου. Τον Μάιο του 1910 οι Χριστιανοί της Κρήτης επανέλαβαν το αίτημά τους για την ένωση με την Ελλάδα. Ο Βενιζέλος, ύστερα από παρότρυνση και της κυβέρνησης Δημητρίου Ράλλη, κατάφερε να ηρεμήσει τους Κρητικούς και να τους πείσει να αποφύγουν τις ακραίες ενέργειες.

Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος μετά το ξέσπασμα του κινήματός είχε προσεγγίσει τον Δημήτριο Γούναρη για να σχηματίσει κυβέρνηση, μετά όμως την άρνηση αυτού, καθώς και του Νικολάου Ζορμπά, αναζήτησε νέο πρόσωπο. Κατόπιν προτάσεως κάποιου αξιωματικού αποφασίστηκε να κληθεί στην Ελλάδα ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο οποίος ήταν γνωστός για την πολιτική του δράση στην Κρήτη. Ο τελευταίος είχε υποστηρίξει το κίνημα σε μια σειρά δέκα άρθρων που δημοσίευσε στην εφημερίδα «Κήρυξ Χανίων». Στις 22 Δεκεμβρίου 1909 ο λοχαγός Ιουλιανός Κονταράτος μετέβη στα Χανιά για να του δώσει επιστολή του Στρατιωτικού Συνδέσμου με την οποία τον καλούσε στην Ελλάδα για να αναλάβει την πρωθυπουργία. Ο Βενιζέλος με δική του επιστολή ξεκαθάρισε πως δεν ενδιαφερόταν για την πρωθυπουργία και ότι θα ερχόταν στην Αθήνα ως πολιτικός σύμβουλος του Συνδέσμου. Στις 28 Δεκεμβρίου αφίχθη στον Πειραιά και αμέσως άρχισε επαφές με τα μέλη του Στρατιωτικού Συνδέσμου καθώς και με τους πολιτικούς αρχηγούς των κομμάτων. Βασικές προτάσεις του, που έγιναν αποδεκτές από τον Σύνδεσμο αλλά και από αρκετούς πολιτικούς, ήταν η, αντισυνταγματική, σύγκληση αναθεωρητικής βουλής, και όχι συντακτικής, μη θέτοντας έτσι πολιτειακό ζήτημα, η διάλυση του Στρατιωτικού Συνδέσμου μετά την σύγκληση αναθεωρητικής βουλής, η απομάκρυνση των βασιλοπαίδων από τον στρατό και ο διορισμός νέας κυβέρνησης υπό τον Στέφανο Δραγούμη.

Την 1η Φεβρουαρίου πραγματοποιήθηκε η πρώτη συνεδρίαση της Βουλής σχετικά με την ψήφιση της προτάσεως περί αναθεωρήσεως μη θεμελιωδών διατάξεων του συντάγματος, πρόταση που ψηφίστηκε με 150 ψήφους υπέρ και 11 κατά. Κατά την προεκλογική περίοδο ο Βενιζέλος έλειπε στο εξωτερικό, στην Ελβετία και την Ιταλία επιστρέφοντας οκτώ ημέρες μετά την διεξαγωγή των εκλογών. Κατά τις εκλογές της 8ης Αυγούστου 1910 η παράταξη του Βενιζέλου πέτυχε σημαντική νίκη έναντι των συνασπισμένων παλαιών κομμάτων αποκτώντας ευρεία πλειοψηφία στη Βουλή. Υπολογίσιμο αριθμό αποτελούσαν και οι βουλευτές που είχαν εκλεγεί με ανεξάρτητα ψηφοδέλτια και οι οποίοι υποστήριζαν την σύγκληση συντακτικής συνέλευσης. Ο ίδιος εξελέγη βουλευτής Αττικοβοιωτίας λαμβάνοντας 32.765 ψήφους σε σύνολο 38.800 ψήφων. Στις 22 Αυγούστου ο Βενιζέλος ίδρυσε το Κόμμα των Φιλελευθέρων ενώ στις 3 Σεπτεμβρίου συνήλθε σε πρώτη συνεδρίαση η αναθεωρητική Βουλή. Δύο ημέρες αργότερα ο Βενιζέλος εκφώνησε λόγο σε συγκέντρωση στην πλατεία Συντάγματος υποστηρίζοντας την αναγκαιότητα της αναθεωρητικής βουλής. Στις 12 Σεπτεμβρίου η κυβέρνηση Δραγούμη παραιτήθηκε και λίγες ημέρες αργότερα, στις 6 Οκτωβρίου ο Βενιζέλος σχημάτισε κυβέρνηση, στην οποία μεταξύ άλλων συμμετείχαν οι Εμμανουήλ Ρέπουλης, Νικόλαος Δημητρακόπουλος κ.α., αναλαμβάνοντας παράλληλα τα υπουργεία Στρατιωτικών και Ναυτικών. Αν και η αντιπολίτευση, η οποία είχε συγκεντρώσει το 65% των ψήφων, και οι ανεξάρτητοι βουλευτές έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης στη Βουλή, υπό τη μορφή ανοχής, ο Βασιλιάς, ύστερα από συνεννόηση με τον Βενιζέλο, δημοσίευσε στις 12 Οκτωβρίου διάταγμα διάλυσης της Βουλής και προκήρυξης εκλογών στις 28 Νοεμβρίου. Η αντισυνταγματική, ενέργεια του Βασιλιά προκάλεσε τις σφοδρές αντιδράσεις της αντιπολίτευσης (Ράλλης, Μαυρομιχάλης, Θεοτόκης), η οποία δήλωσε ότι θα απείχε από την εκλογική διαδικασία σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Αντίθετα οι «Κοινωνιολόγοι» και το νεοσύστατο Λαϊκό Κόμμα υπό την προεδρία του Αλέξανδρου Παπαναστασίου φάνηκε να είναι θετικοί ως προς την διάλυση της Βουλής υποστηρίζοντας τις κινήσεις Βενιζέλου. Στις εκλογές της 28ης Νοεμβρίου τα παλιά κόμματα και νικητές των προηγούμενων εκλογών απείχαν και το κόμμα των Φιλελευθέρων αναδείχθηκε νικητής καταλαμβάνοντας 307 από τις 362 έδρες.

Η συζήτηση για το νέο σύνταγμα ολοκληρώθηκε σε 42 συνεδριάσεις της ολομέλειας της Βουλής, από τις οποίες ο Ελευθέριος Βενιζέλος συμμετείχε στις 41. Το νέο σύνταγμα δημοσιεύθηκε την 1η Ιουνίου 1911 και περιελάμβανε σημαντικές μεταρρυθμίσεις που απέβλεπαν στην επιβολή της αρχής της νομιμότητας, στην καθιέρωση της ασφάλειας δικαίου και της ασφάλειας των συναλλαγών. Μαζί με το νέο σύνταγμα ψηφίστηκε και μία σειρά οργανικών νόμων εγκαινιάζοντας έτσι μια σειρά από μεταρρυθμιστικά μέτρα. Συνοπτικά, καθιέρωσε μέτρα προστασίας των εργαζομένων, όπως την μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων καθώς και την βελτίωση των συνθηκών εργασίας στα εργοστάσια, τεμάχισε τεράστιες εκτάσεις στη Θεσσαλία μοιράζοντας αυτές σε 4.000 οικογένειες, βελτίωσε την απονομή δικαιοσύνης και αναμόρφωσε το φορολογικό σύστημα.

Εκτός από την συνταγματική και διοικητική μεταρρύθμιση της κυβέρνησης Βενιζέλου σημαντικές πρωτοβουλίες καταγράφονται και στον στρατιωτικό τομέα. Κατόπιν προσωπικής του εντολής ζητήθηκε η συνδρομή της Γαλλίας και της Αγγλίας για να εκπαιδεύσουν τους αξιωματικούς και τους στρατιώτες του ελληνικού στρατού. Αν και το παλάτι προέβαλε αντιστάσεις, λόγω της φιλογερμανικής στάσης που διατηρούσε, σχετικά με τον ερχομό αυτής της ομάδας, τελικά η ομάδα ήρθε στις αρχές του 1911. Σε αντάλλαγμα, υπό την μορφή συμβιβασμού, ο Βενιζέλος κατέθεσε νομοσχέδιο για την επιστροφή των πριγκίπων στον ελληνικό στρατό, νομοσχέδιο που ψηφίστηκε τον Ιούνιο του ίδιου έτους. Επίσης αύξησε τον αριθμό των στρατιωτών, παρήγγειλε τουφέκια και πολεμικό υλικό και αναδιοργάνωσε το Βασιλικό Ναυτικό. Μια από τις πρώτες κινήσεις του Βενιζέλου ήταν να διορίσει ως υπασπιστή του τον Ιωάννη Μεταξά.

Κύριο λήμμα Βαλκανικοί Πόλεμοι

Υπήρχαν διπλωματικές επαφές, με στόχο να γίνουν μεταρρυθμίσεις στη Μακεδονία και τη Θράκη προκειμένου να βελτιωθούν οι συνθήκες διαβίωσης των εκεί χριστιανικών πληθυσμών. Σε περίπτωση αποτυχίας των μεταρρυθμίσεων, σχεδιαζόταν να εκδιωχθεί η Τουρκία από τα Βαλκάνια. Αυτό το τελευταίο φαινόταν εφικτό, επειδή μετά την εισαγωγή Συντάγματος, ο διοικητικός μηχανισμός της Τουρκίας είχε αποδιοργανωθεί, δεν είχε στόλο για να μεταφέρει δυνάμεις από τη Μικρά Ασία στην Ευρώπη και ο ελληνικός στόλος κυριαρχούσε στο Αιγαίο. Ο Βενιζέλος δεν ήθελε να γίνουν άμεσα κινήσεις από τις βαλκανικές χώρες, προκειμένου να αναδιοργανωθεί στρατιωτικά η χώρα (προσπάθεια που είχε ξεκινήσει από την τελευταία κυβέρνηση Γεωργίου Θεοτόκη) και να είναι απολύτως έτοιμη όταν έρθει η ώρα που θα κρινόταν όλα (διέβλεπε τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε σύντομο διάστημα και τον αναπόφευκτο πόλεμο για τη διανομή των εδαφών). Πρότεινε στην Τουρκία να αναγνωρίσει στους Κρητικούς το δικαίωμα να στέλνουν βουλευτές στην ελληνική Βουλή, ούτως ώστε να κλείσει το Κρητικό Ζήτημα. Οι Νεότουρκοι (που είχαν πάρει αέρα μετά τη νίκη της Τουρκίας στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897) απειλούσαν ότι θα κάνουν στρατιωτικό περίπατο μέχρι την Αθήνα, αν η τελευταία επέμενε σε τέτοιες αξιώσεις, προκαλώντας την τιμή και τα πληγωμένα από την ήττα του '97 πατριωτικά αισθήματα των Ελλήνων.

Ήταν λοιπόν μονόδρομος για το Βενιζέλο η συμμαχία με τις άλλες βαλκανικές χώρες, Σερβία, Βουλγαρία, Μαυροβούνιο. Παρότρυνε τον διάδοχο Κωνσταντίνο να αντιπροσωπεύσει την Ελλάδα σε κάποια βασιλική γιορτή στη Σόφια και το 1911 οργάνωσε επίσκεψη Βούλγαρων φοιτητών στην Αθήνα, που έγινε σε πολύ καλό κλίμα. Τον Μάιο του 1912 Ελλάδα και Βουλγαρία υπέγραψαν συνθήκη. Αλλά οι σφαγές των Κοτσάνων και της Μπράνας επέσπευσαν τις εξελίξεις. Η Σερβία και η Βουλγαρία που είχαν υπογράψει μεταξύ τους μυστική συνθήκη συμμαχίας, προσκάλεσαν την Ελλάδα τις τελευταίες μέρες του Σεπτεμβρίου 1912 να πάρει μέρος μαζί τους στον πόλεμο εναντίον της Τουρκίας.

Ο Βενιζέλος είχε προσεγγίσει χωρίς αποτέλεσμα τους Τούρκους για το Κρητικό Ζήτημα και επιπλέον, δεν ήθελε να την πάθει η Ελλάδα όπως το 1877 με το Ρωσοτουρκικό Πόλεμο (τότε παρέμεινε αδρανής ενώ οι άλλοι βαλκανικοί λαοί πολέμησαν με αποτέλεσμα να μην έχει λόγο μετά στη συνθήκη ειρήνης). Έτσι, στις 30 Σεπτεμβρίου 1912 κήρυξε τον πόλεμο στην Τουρκία. Ήταν ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος. Την 1 Οκτωβρίου, συνήλθε σε τακτική σύνοδο η Βουλή, όπου αναγγέλθηκε η κήρυξη του πολέμου, έγιναν δεκτοί οι Κρήτες βουλευτές, τους οποίους προσφώνησε ο ίδιος ο Βενιζέλος και κηρύχθηκε η ένωση της Μεγαλονήσου με την Ελλάδα. Ο ελληνικός λαός υποδέχθηκε τις εξελίξεις αυτές με μεγάλο ενθουσιασμό.

Ο στρατός, με αρχιστράτηγο το διάδοχο Κωνσταντίνο, προήλασε προς τη Μακεδονία, επιτυγχάνοντας αλλεπάλληλες νίκες και στις 26 Οκτωβρίου 1912 κατέλαβε τη Θεσσαλονίκη. Σ' αυτή την περίοδο σημειώθηκε και η (δήθεν) διαφωνία με το διάδοχο Κωνσταντίνο Α΄, για την πορεία που έπρεπε να ακολουθήσει ο στρατός και ποιες πόλεις θα έπρεπε να απελευθερωθούν πρώτα. Ενώ ήδη ο Διάδοχος είχε διατάξει ,από τις 11 Οκτωβρίου(ΔΙΣ/ΓΕΣ) ,την πορεία προς  Βέροια και Θεσσαλονίκη,που κατέληξε στην συντριβή του εχθρού στην μάχη των Γιαννιτσών, ο Βενιζέλος ,στις 12 Οκτωβρίου(ΔΙΣ/ΓΕΣ) έστειλε επείγον τηλεγράφημα στο Γενικό Επιτελείο και τον Κωνσταντίνο:

Ο Βενιζέλος, προβλέποντας τα προβλήματα που θα εμφανίζονταν μετά την απελευθέρωση της πόλης στον τομέα της αστυνόμευσής της και γνωρίζοντας ότι οι Βούλγαροι σύμμαχοί μας αλλά και οι μεγάλες Ευρωπαϊκές Δυνάμεις θα προωθούσαν μία εικόνα άναρχης πόλης και μίας Ελληνικής πολιτείας ανίκανης να επιβάλει την τάξη, φρόντισε, από τις 24 Οκτωβρίου, πριν ακόμη απελευθερωθεί η πόλη, να διατάξει την μεταφορά δυνάμεως της Κρητικής Χωροφυλακής στη Θεσσαλονίκη. Στις 20 Νοεμβρίου, η Σερβία, το Μαυροβούνιο και η Βουλγαρία υπέγραψαν ανακωχή με την Τουρκία. Η Ελλάδα συνέχιζε τον πόλεμο στο μέτωπο της Ηπείρου. Ακολούθησε συνδιάσκεψη στο Λονδίνο, όπου η Ελλάδα πήρε μέρος αν και δεν είχαν τελειώσει οι επιχειρήσεις στην Ήπειρο. Η συνδιάσκεψη αυτή κατέληξε στη Συνθήκη του Λονδίνου μεταξύ των βαλκανικών συμμάχων και της Τουρκίας, ουσιαστικά σύμφωνα με τις επιθυμίες των Μεγάλων Δυνάμεων.

Την επομένη της νίκης, ο Βούλγαρος πρωθυπουργός Ιβάν Γκέσωφ, ενώ γινόταν δοξολογία στη Σόφια για τη συμμαχική νίκη, έστειλε το παρακάτω τηλεγράφημα στο Βενιζέλο:

Είμαι ευτυχής, αναγγέλλων υμίν την συγκινητικήν ταύτην τελετήν, κατά την οποίαν η αγία ημών Εκκλησία ηυλόγησε γεγονός το οποίον διά πρώτην φοράν η ιστορία θα αναγράψη εν τη βαλκανική χερσονήσω και σας παρακαλώ να ευαρεστηθήτε όπως δεχθήτε όλα τα συγχαρητήριά μου και τας ειλικρινείς ευχάς, τας οποίας εκφράζω, όπως εν καλόν και ευτυχές τέλος επιστέψη το έργον, του οποίου η πρωτοβουλία τα μέγιστα οφείλεται εις την Υμετέραν Εξοχότητα και την Κυβέρνησιν, της οποίας προΐστασθε.Γρήγορα εντούτοις οι Βούλγαροι, οι οποίοι ήθελαν να γίνουν ηγεμονική δύναμη στα Βαλκάνια και να αποκτήσουν διέξοδο στη θάλασσα, προέβαλαν υπερβολικές αξιώσεις. Και η Σερβία ζητούσε περισσότερα εδάφη απ' όσα είχε προσυμφωνήσει με τους Βουλγάρους, επειδή τους βοήθησε στη Θράκη πέρα απ' όσο είχε συμφωνηθεί. Κι ο Βενιζέλος ξεκαθάρισε στη συνδιάσκεψη του Λονδίνου ότι η Θεσσαλονίκη ήταν της Ελλάδας, αφού άλλωστε πρώτος την κατέλαβε ο ελληνικός στρατός.

Η ρήξη μεταξύ των συμμάχων λόγω της τακτικής των Βουλγάρων και ειδικότερα της τακτικής του πρωθυπουργού τους Στογιάν Δάνεφ, (που είχε στο μεταξύ αντικαταστήσει τον Γκέσωφ), ήταν αναπόφευκτη. Έτσι βρέθηκε η Βουλγαρία απέναντι σ' ένα ενιαίο μέτωπο Ελλάδας - Σερβίας, οι οποίες στις 19 Μαΐου 1913 υπέγραψαν σύμφωνο συμμαχίας στη Θεσσαλονίκη. Στις 19 Ιουνίου 1913 κηρύχθηκε ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος. Ο βασιλιάς πλέον Κωνσταντίνος (κατόπιν της δολοφονίας του Γεωργίου Α΄) έδιωξε τις βουλγαρικές δυνάμεις από τη Θεσσαλονίκη, κατήγαγε δε κατόπιν αλλεπάλληλες νίκες επί του βουλγαρικού στρατού. Νικημένοι από τους Έλληνες και τους Σέρβους κι ενώ ο ρουμανικός στρατός προήλαυνε προς τη Σόφια φτάνοντας σε απόσταση σαράντα χιλιομέτρων από το κέντρο της, οι Βούλγαροι ζήτησαν ανακωχή. Ο Βενιζέλος πήγε στο Χατζή Μπεϊλίκ, έδρα του ελληνικού στρατηγείου, όπου προσδιόρισε μαζί με τον Κωνσταντίνο τις εδαφικές αξιώσεις της Ελλάδας στη συνδιάσκεψη της ειρήνης που θα ακολουθούσε. Κατόπιν ανεχώρησε για το Βουκουρέστι, όπου συνήλθε η συνδιάσκεψη. Στις 28 Ιουνίου 1913 υπογράφτηκε συνθήκη ειρήνης από την Ελλάδα, το Μαυροβούνιο, τη Σερβία και τη Ρουμανία αφενός και από τη Βουλγαρία αφετέρου. Οι αξιώσεις της Ελλάδας έγιναν όλες δεκτές. Ο Βενιζέλος γνωστοποίησε αυθημερόν με τηλεγράφημα στον βασιλιά την υπογραφή της συνθήκης.

Η απάντηση του Κωνσταντίνου ήταν η εξής:Ευχαριστώ υμάς επί τη αναγγελία της υπογραφής της ειρήνης. Ο Θεός πλουσιοπαρόχως ηυλόγησε τας προσπαθείας ημών. Εν ονόματι του έθνους και εμού εκφράζω υμίν τας βασιλικάς μου ευχαριστίας. Νέα και ένδοξος εποχή διανοίγεται ενώπιον ημών. Εις πίστωσιν δε της ευγνωμοσύνης και της προς υμάς υπολήψεώς μου απονέμω υμίν τον Μεγαλόσταυρον του βασιλικού μου Τάγματος του Σωτήρος. Η πατρίς σάς είναι ευγνώμων.Και η απάντηση του Βενιζέλου:Βαθύτατα συγκεκινημένος από το τηλεγράφημα της Υμετέρας Μεγαλειότητος, παρακαλώ αυτήν ευλαβώς να δεχθή την έκφρασιν της αναλλοιώτου μου ευγνωμοσύνης διά την επιεική εκτίμησιν των υπηρεσιών μου. Με το ευτυχές τέρμα και του δευτέρου πολέμου υπό τον μέγαν στρατηλάτην βασιλέα, όστις διά του ξίφους του εμεγάλωσε την Ελλάδα, η φιλτάτη πατρίς καταλαμβάνει την ανήκουσαν αυτή θέσιν εν τω κόσμω και με σταθερόν βήμα θέλει χωρήσει εις ευρύτατον μέλλον, ασφαλίζουσα το μεγαλείον και την ευημερίαν αυτής,

Κύρια λήμματα: Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Εθνικός Διχασμός 

Όταν η Γερμανία υπέγραψε ανακωχή, συνήλθε στο Παρίσι η Συνδιάσκεψη της Ειρήνης, όπου ο Βενιζέλος παρέστη ως αντιπρόσωπος της Ελλάδας και προέβαλε τις αξιώσεις της χώρας μας, οι οποίες έγιναν στο σύνολό τους δεκτές με τις συνθήκες του Νεϊγύ (27 Νοεμβρίου 1919) και των Σεβρών (10 Αυγούστου 1920). Ως αποτέλεσμα αυτών των συνθηκών η Ελλάδα προσάρτησε (προσωρινά) την Ανατολική Θράκη και εκλήθη να παράσχη αστυνομικά καθήκοντα στην ευρύτερη περιοχή της Σμύρνης στην εκείθεν του Αιγαίου πλευρά. Όντας στη Γαλλία εκείνο τον καιρό, ο Βενιζέλος εξελέγη μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας. Ενώ όμως επρόκειτο να γυρίσει στην Ελλάδα, έγινε δολοφονική απόπειρα εναντίον του στο σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών (από εκεί έπαιρνε κάποιος το τρένο για την πόλη Λυών), στο Παρίσι, από δύο απότακτους Έλληνες αξιωματικούς, κατά την οποία τραυματίστηκε από πυρά περιστρόφου. Αφού θεραπεύτηκε από τα τραύματά του, γύρισε το Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς στην Αθήνα.

Ο θάνατος του βασιλιά Αλέξανδρου στις 25 Οκτωβρίου είχε ως συνέπεια ν' ανακηρύξει αντιβασιλέα η Βουλή τον ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη. Στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920, το Κόμμα των Φιλελευθέρων έλαβε 50,31% του συνόλου των ψήφων αλλά νικήθηκε από την ενωμένη αντιπολίτευση που είχε λάβει το 49,36% λόγω του εκλογικού νόμου, που οδήγησε τις περισσότερες έδρες στην αντιβενιζελική παράταξη. Είναι φανερό πόσο διχασμένος ήταν τότε ο λαός.

Κατά την περίοδο του προσφυγικού ζητήματος το κόμμα των Φιλελεύθερων έχασε την ισχύ του.  Ο Βενιζέλος παρά το μεγάλο ποσοστό του κόμματός του, δεν εξελέγη καν βουλευτής. Τη μεθεπομένη σχημάτισε κυβέρνηση ο Δημήτριος Ράλλης, παραιτήθηκε ο Κουντουριώτης κι έγινε αντιβασίλισσα η βασιλομήτωρ Όλγα μέχρι να γίνει δημοψήφισμα, το οποίο θα επανέφερε τον εξόριστο Κωνσταντίνο. Στις 4 Νοεμβρίου ο Βενιζέλος αναχώρησε για το Παρίσι, δηλώνοντας ότι αποσύρεται από την ενεργό πολιτική και σκοπεύει να ιδιωτεύσει αλλά αν η χώρα ζητήσει τις υπηρεσίες του στο εξωτερικό, θα είναι στη διάθεσή της. Σύντομα και μετά το δημοψήφισμα της επιστροφής του, την ουσιαστική εξουσία ανέλαβε ο βασιλιάς Κωνσταντίνος.

Κύριο λήμμα Συνθήκη της Λωζάνης
Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την επανάσταση του 1922, ο Βενιζέλος δέχθηκε να εκπροσωπήσει την Ελλάδα στη διάσκεψη της Λωζάνης όπου στις 24 Ιουλίου 1923 υπέγραψε τη Συνθήκη της Λωζάνης με την Τουρκία. Στις 16 Δεκεμβρίου 1923 έγιναν εκλογές για συντακτική συνέλευση από τις οποίες απείχε η αντιπολίτευση. Ο Βενιζέλος εκλέχθηκε βουλευτής στην Αθήνα και σε άλλες περιοχές (το επέτρεπε το εκλογικό σύστημα) κι επέστρεψε στην Ελλάδα, έγινε δε πρόεδρος της Βουλής με την ψήφο όλων των βουλευτών. Διαφώνησε όμως με την πολιτική παράταξη που είχε ταχθεί στο πολιτειακό υπέρ της Αβασίλευτης Δημοκρατίας (την επομένη των εκλογών απομακρύνθηκε προσωρινά ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄), παραιτήθηκε από την προεδρία της Βουλής και σχημάτισε κυβέρνηση στις 11 Ιανουαρίου 1924 (Κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου 1924) θέλοντας να συμβιβάσει τα πράγματα. Όμως, η ανάμειξη ξένων στοιχείων στην πολιτική και ένα πρόβλημα στην υγεία του τον υποχρέωσαν να παραιτηθεί στις 4 Φεβρουαρίου, να υποδείξει ως διάδοχό του τον Γεώργιο Καφαντάρη και να φύγει και πάλι στο Παρίσι.

Δεν άκουσε τους οπαδούς του που του ζητούσαν να επανέλθει και να αναλάβει και πάλι την ηγεσία του Κόμματος των Φιλελευθέρων. Στο Παρίσι επιδόθηκε στη μετάφραση των «Ιστοριών» του Θουκυδίδη. Η μετάφραση αυτή είναι ένα μνημειώδες έργο και αποτελεί λαμπρή συνεισφορά στο εγχείρημα της μεταφοράς των κειμένων της αρχαιότητας στα νέα ελληνικά.

Αφού ανέτρεψε τη δικτατορία του Θεόδωρου Πάγκαλου ο Γεώργιος Κονδύλης στις 22 Αυγούστου 1926, ορκίστηκε πρωθυπουργός και έκανε εκλογές, στις οποίες δεν συμμετείχε ο ίδιος, ούτε ο Βενιζέλος που δεν θέλησε να είναι υποψήφιος. Βοήθησε όμως να σχηματιστεί οικουμενική κυβέρνηση από τον Αλέξανδρο Ζαΐμη με στόχο την γεφύρωση των πολιτικών διαφορών και την εθνική συμφιλίωση. Η κυβέρνηση αυτή παραιτήθηκε και σχηματίστηκε νέα στην οποία δεν συμμετείχε το Λαϊκό Κόμμα. Ο Βενιζέλος γύρισε τότε στην Ελλάδα, διαφώνησε ωστόσο με την κυβέρνηση επί της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής. Η διαφωνία του οδήγησε στη διάσπαση του Κόμματος των Φιλελευθέρων, του οποίου ανέλαβε την ηγεσία. Στις 5 Ιουλίου 1928 παραιτήθηκε η κυβέρνηση Ζαΐμη. Ο Βενιζέλος έγινε πρωθυπουργός και προκήρυξε εκλογές για τις 19 Αυγούστου 1928. Τις κέρδισε το Κόμμα των Φιλελευθέρων που πήρε τις 228 από 250 έδρες της Βουλής. Ο Βενιζέλος κυβέρνησε μέχρι το 1932.

Η νέα κυβέρνηση του Βενιζέλου κλήθηκε να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της διεθνούς οικονομικής κρίσης του 1929, με κατάληξη όμως τη χρεωκοπία της χώρας το 1932.

Στις δράσεις τις κυβέρνησης αυτής της περιόδου συγκαταλέγονται ακόμα η ίδρυση του ΣτΕ, αλλά και ο αμφιλεγόμενος νόμος για την προστασία του κοινωνικού καθεστώτος («Ιδιώνυμο»).

Κύριος στόχος του Βενιζέλου την περίοδο αυτή υπήρξε να αποφύγει την εξάρτηση της Ελλάδας από μία μόνο μεγάλη δύναμη. Προσπάθησε λοιπόν, να δημιουργήσει φιλικές σχέσεις τόσο με τις γειτονικές χώρες όσο και με αυτές που κυριαρχούσαν στη Μεσόγειο. Έτσι, η πρώτη διπλωματική κίνηση του Βενιζέλου ήταν η υπογραφή συμφώνου φιλίας, συνδιαλλαγής και δικαστικού διακανονισμού με την Ιταλία στις 23 Σεπτεμβρίου 1928.

Εν συνεχεία, ο Βενιζέλος στράφηκε στη Γιουγκοσλαβία, η οποία από καιρό είχε διεκδικήσεις για μία «ελεύθερη ζώνη» στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Ο Βενιζέλος αποδέχτηκε ορισμένες από τις γιουγκοσλαβικές απαιτήσεις και αφού απομακρύνθηκε αυτό το εμπόδιο, στις 17 Μαρτίου 1929 υπογράφτηκε το ελληνογιουγκοσλαβικό πρωτόκολλο στη Γενεύη.

Με τη Βουλγαρία η κατάσταση ήταν πιο περίπλοκη: οι Βούλγαροι απέρριψαν την προσφορά του Βενιζέλου για δημιουργία «ελεύθερου λιμανιού» στη Θεσσαλονίκη ή την Αλεξανδρούπολη, καθώς διατηρούσαν αλυτρωτικές βλέψεις για τις περιοχές αυτές. Έτσι, ο Βενιζέλος περιορίστηκε στην επανάληψη πλήρων διπλωματικών σχέσεων με τη γείτονα χώρα.

Η πιο πολυσυζητημένη όμως, πράξη του Βενιζέλου ήταν η υπογραφή της ελληνοτουρκικής σύμβασης στην Άγκυρα, στις 10 Ιουνίου 1930. Με αυτή τη συμφωνία έκλεισαν οι περισσότερες εκκρεμότητες μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Η Ελλάδα συμφώνησε να πληρώσει 425.000 λίρες Αγγλίας ως αποζημίωση για τους Τούρκους που έφυγαν από τη χώρα και σε αντάλλαγμα η Τουρκία δεχόταν να αναγνωρίσει τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης ως μόνιμους κατοίκους. Εν συνεχεία, στις 30 Οκτωβρίου υπογράφτηκε στην Άγκυρα το σύμφωνο ελληνοτουρκικής φιλίας, ουδετερότητας και διαιτησίας. Η διπλωματική αυτή προσέγγιση άλλαξε άρδην το κλίμα στις δύο χώρες με αποτέλεσμα τόσο ο Βενιζέλος στην Άγκυρα όσο ο Ισμέτ Ινονού στην Αθήνα να τύχουν θερμής υποδοχής από τους κατοίκους.

Τον Ιανουάριο του 1934, ο Βενιζέλος με επιστολή του προς τον πρόεδρο της επιτροπής απονομής των βραβείων Νόμπελ, θα προτείνει να δοθεί το βραβείο στον πρωταγωνιστή της Μικρασιατικής καταστροφής - Τούρκο πρόεδρο Μουσταφά Κεμάλ.

Όμως, οι διπλωματικές αυτές κινήσεις του Βενιζέλου συνάντησαν σημαντική αντίδραση, καθώς έβαλε σε δεύτερη μοίρα τις εθνικές βλέψεις της χώρας. Η Ιταλία είχε ακόμα στην κατοχή της τα Δωδεκάνησα και ο Βενιζέλος συνειδητά απέφυγε να ανακινήσει αυτό το ζήτημα για να μη διαταράξει τις σχέσεις των δύο χωρών. Εν όψει μάλιστα της σύναψης του συμφώνου της ελληνοϊταλικής φιλίας στις 23.9.1928, δήλωσε στον Τύπο: «Δεν δύναται και δεν πρέπει η Δωδεκάνησος να εμποδίση την ανάπτυξιν και εμπέδωσιν των σχέσεων φιλίας και εμπιστοσύνης μεταξύ Ελλάδος και Ιταλίας». Παράλληλα, αποθάρρυνε τις πρωτοβουλίες των Κυπρίων για Ένωση θεωρώντας ότι δεν ήταν κατάλληλες οι περιστάσεις. Όμως αναμφίβολα, το ζήτημα που ακόμα και σήμερα προκαλεί τις περισσότερες συζητήσεις είναι η ελληνοτουρκική προσέγγιση, γιατί με αυτή την κίνηση ο Βενιζέλος έθεσε οριστικά τέρμα στις ελπίδες των Μικρασιατών να επιστρέψουν στις εστίες τους, αλλά και γιατί εξίσωσε τις αποζημιώσεις των Ελλήνων προσφύγων με αυτές των απελθόντων Τούρκων. Αυτό οδήγησε στην εκλογική τους αποξένωση με αποτέλεσμα αρκετοί Μικρασιάτες να στραφούν στο Λαϊκό Κόμμα στις επόμενες εκλογές.

Στις 16 Ιανουαρίου 1933 η κυβέρνηση Παναγή Τσαλδάρη ανατράπηκε και, για τελευταία φορά, πρωθυπουργός έγινε ο Βενιζέλος. Στις εκλογές της 5 Μαρτίου όμως τα αντίπαλα κόμματα πλειοψήφισαν. Τότε ο στρατηγός Νικόλαος Πλαστήρας ηγήθηκε πραξικοπήματος υπέρ του Βενιζέλου. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας όμως ονόμασε πρώτα πρωθυπουργό τον στρατηγό Αλέξανδρο Οθωναίο ώστε να καταστείλει το πραξικόπημα, και αμέσως μετά έκανε πρωθυπουργό τον Τσαλδάρη. Στις αρχές Μαΐου ο Ιωάννης Μεταξάς κατέθεσε στην Βουλή πρόταση δίωξης του Βενιζέλου. Το βράδυ της 6ης Ιουνίου αντιβενιζελικοί αποπειράθηκαν να δολοφονήσουν τον Βενιζέλο στην λεωφόρο Κηφισίας και ακολούθησαν και διώξεις φιλοβενιζελικών αξιωματικών. Κατά την απόπειρα δολοφονίας εναντίον του τραυματίστηκε η γυναίκα του Έλενα Βενιζέλου, η οποία επέβαινε επίσης στο αυτοκίνητο, και σκοτώθηκαν μέλη της προσωπικής του ασφάλειας.

Το 1935, ο Βενιζέλος ενθάρρυνε το στρατιωτικό κίνημα που εκδηλώθηκε την 1 Μαρτίου από αξιωματικούς. Το κίνημα όμως δεν είχε αρχηγό, απέτυχε και είχε ως αποτελέσματα την αποχώρηση του Γεωργίου Παπανδρέου από το Κόμμα Φιλελευθέρων, την έκδοση νόμων δίωξης των φιλοβενιζελικών και περιορισμού άρθρων του Συντάγματος.

Ο Βενιζέλος μετά από μια δήλωση αποχώρησης από την πολιτική ζωή κατέφυγε στο Παρίσι. Λίγους μήνες αργότερα, δικάζεται ερήμην στην Αθήνα από την κυβέρνηση Τσαλδάρη και τελικώς καταδικάζεται σε θάνατο ως «προδότης της πατρίδος». Συνεργάτες του στρατιωτικοί εκτελούνται μέσα στη Μεγάλη Εβδομάδα του Πάσχα. Ανάμεσά τους οι στρατηγοί Αναστάσιος Παπούλας και Μιλτιάδης Κοιμήσης στην Αθήνα και ο ίλαρχος Στέλιος Βολάνης στη Θεσσαλονίκη.

Το 1887 όταν ο Βενιζέλος ήταν 23 χρονών, γνώρισε και ερωτεύτηκε την Μαρία Ελευθερίου (Κατελούζου) . Η Μαρία Ελευθερίου γεννήθηκε στην Σμύρνη της Μικράς Ασίας, το 1871 και προερχόταν από εύπορη οικογένεια Κυθηραϊκής καταγωγής, με ρίζες στην αρχοντική οικογένεια των Gattilusio της Δημοκρατίας της Γένοβας.  
Τον Απρίλιο του 1890 ο Σουλτάνος ήρε τον στρατιωτικό νόμου που είχε επιβάλλει και ο Ελευθέριος Βενιζέλος επέστρεψε στα Χανιά τον Αύγουστο του ίδιου έτους. Τον Δεκέμβριο του 1891 το ζευγάρι παντρεύτηκε και εγκαταστάθηκε στο πατρικό σπίτι στην Χαλέπα, μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας Βενιζέλου.
Το 1893 γεννήθηκε το πρώτο τους παιδί, ο Κυριάκος και το 1894 το δεύτερο, ο μετέπειτα Πρωθυπουργός και διάδοχος του Ελευθερίου στο Κόμμα των Φιλελευθέρων Σοφοκλής Βενιζέλος. Λίγες μέρες μετά την γέννηση του Σοφοκλή, - στις 11 Νοεμβρίου του 1894 η Μαρία πέθανε από επιλόχειο πυρετό.
Κατά τη διάρκεια της ζωής του ο Ελευθέριος Βενιζέλος διέμενε μεταξύ Χανίων, Αθήνας και εξωτερικού, ιδιαίτερα στο Παρίσι. Στα Χανιά έμενε στην οικογενειακή οικία της Χαλέπας από το 1880 έως το 1910 και κατά διαστήματα από το 1927 μέχρι το 1935 ενώ στην Αθήνα κατοικούσε μεταξύ άλλων στην οικία Ζωγράφου επί των οδών Λυκαβηττού και Πανεπιστημίου καθώς και σε Μέγαρο επί της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας που ανήκε στην δεύτερη γυναίκα του, Έλενα Σκυλίτση.

Ήταν ο πρώτος που μετέφρασε την Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου του Θουκυδίδη στην Νέα Ελληνική γλώσσα.

Είχε εκλεγεί μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας Ηθικών και Πολιτικών Επιστημών (1919).  Υποστηρίζεται ότι υπήρξε τέκτονας της Στοάς Αθηνών από το 1898.

Ο Βενιζέλος ήταν και δεινός αθλητής του γκολφ.

Στις 6 Μαρτίου 1936, ο Ελευθέριος Βενιζέλος σε επιστολή του προς τον Λουκά Κανακάρη Ρούφο, αναφέρει:
Δεν είναι ανάγκη να σου πω πόσον ζωηρά είναι η χαρά μου, διότι ο Βασιλεύς απεφάσισε να πατάξη επί τέλους τας διηνεκείς παρεμβάσεις των στρατιωτικών παραγόντων, απομακρύνας από την κυβέρνησιν, μετά την τελευταίαν αυθάδειάν των, τους Παπάγον και Πλατήν, και αναθέσας το Υπουργείον των Στρατιωτικών εις τον Μεταξάν. Με την ενέργειάν του αυτήν ο Βασιλεύς απέκτησε πάλιν ακέραιον το κύρος του, τόσον απαραίτητον διά την αποκατάστασιν της ψυχικής ενότητος του Ελλ. λαού, και την οριστικήν επάνοδον της χώρας εις κανονικόν πολιτικόν βίον...
Από μέσα από την καρδιά μου αναφωνώ: Ζήτω ο Βασιλεύς!'.

Στις 13 Μαρτίου υπέστη εγκεφαλική συμφόρηση λίγο μετά τις 7 το πρωί, αφότου είχε ξυπνήσει. Άρχισε να ψευδίζει - ένδειξη εγκεφαλικού επεισοδίου - και η σύζυγός του κάλεσε τον Γάλλο καθηγητή Ντε Ζεν. Ξανακοιμήθηκε αλλά έκτοτε έχασε τις αισθήσεις του για τα πέντε επόμενα εικοσιτετράωρα. Έφυγε από τη ζωή στις 08:05 το πρωί της 18ης Μαρτίου του 1936. Ο θάνατος θεωρείται ότι προκλήθηκε από εξελιγμένη μορφή γρίπης η οποία κατέληξε σε εγκεφαλική συμφόρηση.

Κατά τη μεταφορά του νεκρού από την οδό Μπωζόν 22 στον Ελληνορθόδοξο Ναό του Παρισιού κι από εκεί στον Σιδηροδρομικό Σταθμό της Λυών, οι Γαλλικές αρχές του απέδωσαν τιμές. Τιμές απέδωσαν και οι Ιταλικές αρχές κατά τη διέλευση της σωρού του από τα Ιταλικά εδάφη και μέχρι το λιμάνι του Πρίντεζι, στο οποίο έφθασε στις 25 Μαρτίου για να αναχωρήσει για την Ελλάδα με το αντιτορπιλικό «Ύδρα» συνοδευόμενο από ένα ακόμα αντιτορπιλικό. Και τα δύο πλοία έφτασαν απευθείας στα Χανιά, -χωρίς πρωτύτερη στάση στην Αθήνα- στις 27 Μαρτίου. Τον μονάρχη εκπροσωπούσε ο τότε διάδοχος Παύλος. Η ταφή του πραγματοποιήθηκε στις 29 Μαρτίου στο Ακρωτήρι της Κρήτης.

Το όνομα του Ελευθερίου Βενιζέλου έχει δοθεί σε πολλές λεωφόρους, οδούς και πλατείες, σε όλες σχεδόν τις πόλεις της Ελλάδας. 

Ορειχάλκινος ανδριάντας του Ελευθερίου Βενιζέλου στέκει στο Πάρκο Ελευθερίας στην Αθήνα από το 1971, ενώ από το 1977 ένας μαρμάρινος ανδριάντας του είναι τοποθετηθημένος στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Και τα δύο αγάλματα είναι έργα του γλύπτη Γιάννη Παππά. Ανδριάντες του Κρητικού πολιτικού έχουν στηθεί και στις τρεις μεγαλύτερες πόλεις της Κρήτης: τα Χανιά, το Ηράκλειο και το Ρέθυμνο. Γλυπτά με την μορφή του απαντούν και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, όπως την Ρόδο και την Λέσβο. 

O Eλευθέριος Βενιζέλος έχει τιμηθεί ιδιαίτερα σε αθηναϊκά προάστια τα οποία αναπτύχθηκαν με την έλευση Μικρασιατών προσφύγων, για την αποκατάσταση των οποίων μερίμνησε ως πρωθυπουργός την περίοδο 1928-1932. Σε δύο από αυτά, την Νέα Σμύρνη και την Καλλιθέα, οι κεντρικοί τους λεωφόροι φέρουν το όνομά του και στα κεντρικότερα σημεία τους έχουν στηθεί ανδριάντες του.

Ο νέος Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών, ο οποίος εγκαινιάστηκε το 2001, ονομάστηκε προς τιμήν του «Ελευθέριος Βενιζέλος». Ο σταθμός της περιοχής «Ταύρος» στην Αθήνα φέρει επίσης το όνομά του: «Ταύρος - Ελευθέριος Βενιζέλος». Τέλος, η Ανώνυμος Ναυτιλιακή Εταιρία Κρήτης (ΑΝΕΚ) έχει δώσει το όνομά του σε ένα από τα πλοία της. 

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος απεικονίζεται και στο ελληνικό κέρμα των 50 λεπτών του ευρώ, το οποίο πρωτοκυκλοφόρησε το 2002. Σημειώνεται ότι η μορφή του δεν απεικονιζόταν σε κάποιο από τα κέρματα της δραχμής, του νομίσματος της Ελλάδας μέχρι και το 2001.

Η ζωή του Βενιζέλου έχει απασχολήσει και τον κινηματογράφο. Το 1966 η Λία Κουρκουλάκου γύρισε ντοκιμαντέρ για τη ζωή του, ενώ το 1980 κυκλοφόρησε η ταινία «Ελευθέριος Βενιζέλος 1910 - 1927» από τον σκηνοθέτη Παντελή Βούλγαρη.

i.  Οι γονείς του είχαν αποκτήσει εκτός από τον ίδιο: τον Αγαθοκλή (1861 - 1896), που ήταν σωματικά και πνευματικά ανάπηρος, την Κατίγκω (1858 - 1936), σύζυγο του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, την Ευανθία (1870 - 1942), σύζυγο Βασιλείου Σαριδάκη, την Μαριγώ (1846 - 1906), σύζυγο του εμπόρου Γεωργίου Γιαννουδάκη και την Ελένη (1852 - 1910), σύζυγο του λογιστή Ανδρέα Νοστράκη.

ii.  Ο Κυριάκος Βενιζέλος (1816 - 1883) ήταν γεννημένος στις Μουρνιές Χανίων. Σχετικά με την καταγωγή της οικογένειας Βενιζέλου υπάρχει διχογνωμία. Συγκεκριμένα επικρατεί η άποψη ότι πρόγονος του Ελευθερίου Βενιζέλου ήταν ο Μπενιζέλος Κρεββατάς, γόνος ηγεμονικής οικογένειας του Μυστρά, ο οποίος για να γλιτώσει τις σφαγές των Τούρκων λόγω της συμμετοχής της οικογένειάς του στα Ορλωφικά (1770) κατέφυγε στα Κύθηρα και από εκεί, αφού παντρεύτηκε, στα Χανιά. Από το όνομα αυτού προήλθε και το επώνυμο «Βενιζέλος». Η συγκεκριμένη άποψη αμφισβητείται από αρκετούς ιστορικούς που υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει σχέση μεταξύ των οικογενειών Βενιζέλου και Κρεββατά. Το 1912 ο Κωνσταντίνος Κρεββατάς, πολιτευτής και νομάρχης Μεσσηνίας, αμφισβήτησε την θεωρία περί συγγένειας της οικογένειάς του με αυτή του Βενιζέλου. Δεν αποκλείεται όμως ο παππούς του Ελευθερίου Βενιζέλου να ήταν ο Χατζη-Πέτρος Μπενιζέλος, έμπορος στα Κύθηρα που δεν είχε καμία σχέση με την οικογένεια Κρεββατά.

iii.  Το όνομα του τελευταίου είχε συζητηθεί αρκετές φορές στις συνεδριάσεις του Στρατιωτικού Συνδέσμου χωρίς όμως να είναι εξακριβωμένο ποιος τον πρότεινε. Στο πρωτόκολλο που είχε υπογραφεί μεταξύ των πρώτων μελών του Συνδέσμου αναφέροταν σε συγκεκριμένο άρθρο ότι μόλις επικρατούσε ο Σύνδεσμος θα ανέθετε στον Βενιζέλο την πρωθυπουργία. Οι Βεντήρης και Ασπρέας υποστηρίζουν ότι προτάθηκε από τον Επαμεινώνδα Ζυμβρακάκη, γεγονός που αμφισβητεί ο Θεόδωρος Πάγκαλος, ο οποίος αναφέρει πως ο Ζυμβρακάκης ήταν αντίθετος με την πρόσκληση Βενιζέλου. Επίσης υποστηρίζεται ότι προτάθηκε από τον λοχαγό Κωνσταντίνο Σάρρο. Κατά τον Γεώργιο Φιλάρετο ο Βενιζέλος προωθήθηκε στην ελληνική πολιτική σκηνή κατόπιν συνεργασίας του Άγγλου πρέσβη στην Αθήνα Έλλιοτ και του Άγγλου προξένου στα Χανιά.

iv.  Σύμφωνα με αυτή δεν τήρησε το άρθρο 107 του Συντάγματος του 1864, το οποίο ζητούσε η πράξη περι αναθεωρήσεως του Συντάγματος να ψηφιστεί σε δύο συνεχείς βουλευτικές περιόδους και όχι σε δύο συνεδριάσεις της Βουλής. Επίσης αν και είχαν καθοριστεί οι διατάξεις που έπρεπε να αναθεωρηθούν, συμπεριελήφθησαν όλες οι διατάξεις του Συντάγματος του 1864 εκτός των θεμελιωδών, ενώ παραβιάστηκε και η αρμοδιότητα της Βουλής, ως προς την αρμοδιότητας της τελευταίας να έχει την πρωτοβουλία των τροποποιήσεων, καθώς συστήθηκε ειδική επιτροπή, στις συνεδριάσεις της οποίας συμμετείχε ο Βασιλιάς Γεώργιος Α΄.




#Article 4: Κύπρος (6684 words)


Η Κύπρος (τουρκ. Kıbrıs), επίσημα Κυπριακή Δημοκρατία (τουρκ. Kıbrıs Cumhuriyeti)  ή Δημοκρατία της Κύπρου όπως αναφέρεται στο Σύνταγμα, είναι νησιωτικό κράτος της ανατολικής Μεσογείου και το τρίτο μεγαλύτερο σε πληθυσμό και έκταση στην Μεσόγειο. Γεωγραφικά βρίσκεται νότια της Τουρκίας, δυτικά του Λιβάνου και της Συρίας, βορειοδυτικά του Ισραήλ, βόρεια της Αιγύπτου και νοτιοανατολικά της Ελλάδας. Πρωτεύουσα και μεγαλύτερη πόλη της Κύπρου είναι η Λευκωσία.  

Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει εκ του νόμου κυριαρχία σε ολόκληρο το νησί, σύμφωνα με τον ΟΗΕ, συμπεριλαμβανομένου της Αποκλειστικής Οικονομικής της Ζώνης (ΑΟΖ). Ωστόσο, το νησί εκ των πραγμάτων διοικείται από δύο κύρια μέρη. Την Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία ελέγχει περίπου το 58% της έκτασης του νησιού και την ούτω καλούμενη Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου (37% του νησιού), η οποία  προέκυψε ύστερα από την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο, το 1974 και αποτελεί υποτελή κατοχική διοίκηση του Τουρκικού κράτους. Περίπου το 5% του νησιού καταλαμβάνεται από τον ΟΗΕ (Πράσινη Γραμμή) και από το Ηνωμένο Βασίλειο, το οποίο διατηρεί τις περιοχές κυρίαρχων βάσεων Ακρωτηρίου και Δεκέλειας. Το διεθνές δίκαιο και o OHΕ θεωρεί το βόρειο τμήμα του νησιού υπό κατοχή των τουρκικών στρατευμάτων και η ανακήρυξη ανεξαρτησίας της θεωρείται παράβαση του καταστατικού χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.

Η Κύπρος έγινε μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2004 και της Ευρωζώνης το 2008. Θεωρείται ανεπτυγμένη χώρα, με υψηλό κατά κεφαλήν εισόδημα και πολύ υψηλό δείκτη ανθρώπινης ανάπτυξης, ενώ αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους τουριστικούς προορισμούς στη Μεσόγειο.

Βρίσκεται ανατολικά της Ελλάδας (Καστελλόριζο), νότια της Τουρκίας (μόλις 64 χιλιόμετρα / 40 ναυτικά μίλια), δυτικά της Συρίας και βόρεια της Αιγύπτου. Είναι το τρίτο μεγαλύτερο σε έκταση νησί της Μεσογείου μετά τη Σικελία και τη Σαρδηνία. Γεωγραφικά η Κύπρος ανήκει στην Μέση Ανατολή. Ωστόσο, επειδή ιστορικά, πολιτιστικά και οικονομικά η Κύπρος έχει δεσμούς με την Ευρώπη και ιδιαίτερα με την Ελλάδα, θεωρείται μέρος μόνο της Δύσης και της Ευρώπης. Θεωρείται σήμερα το νοτιοανατολικό άκρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και της Ευρώπης ολόκληρης.

Οι κάτοικοι της Κύπρου εντάσσονται — με βάση την καταγωγή, τη γλώσσα, την πολιτιστική παράδοση και το θρήσκευμα — σε μία από τις δύο κοινότητες που προνοούνται από το Άρθρο 2 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, είτε την Ελληνική είτε την Τουρκική. Η πλειονότητα των κατοίκων σήμερα, περιλαμβανομένων των τριών αναγνωρισμένων θρησκευτικών ομάδων των Μαρωνιτών, των Αρμενίων και των Λατίνων (Καθολικών), ανήκει κατά 78% στην Ελληνική κοινότητα. Στην Κύπρο διαμένει επίσης μεγάλος αριθμός ξένων υπηκόων, οι οποίοι στα τέλη του 2011 συνιστούσαν το 21,4% του πληθυσμού της.

Ως αποτέλεσμα της εισβολής που διέπραξε η Τουρκία στην Κύπρο το 1974 και της συνεχιζόμενης παράνομης κατοχής του βόρειου τμήματος του νησιού, 200.000 Έλληνες Κύπριοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους και να καταφύγουν ως πρόσφυγες στο νότιο τμήμα του νησιού. Παράλληλα, οι Τούρκοι Κύπριοι, καθώς και μεγάλος αριθμός εποίκων μεταφέρθηκαν στον κατεχόμενο από την Τουρκία βορρά, ο οποίος και ανακηρύχθηκε τελικά μονομερώς ως ανεξάρτητο κράτος το 1983, με την ονομασία Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου. Η ΤΔΒΚ δεν έχει αναγνωριστεί ως ανεξάρτητη από κανένα κράτος - μέλος του ΟΗΕ, πλην της Τουρκίας. O πληθυσμός στις περιοχές της Κύπρου υπό τον έλεγχο της Κυπριακής Δημοκρατίας ανερχόταν στο τέλος του 2011 στους 840.407 κατοίκους, μεγάλο μέρος των οποίων (20,3%) αποτελούν ξένοι υπήκοοι.

Το όνομα Κύπρος φέρεται να επικράτησε από τους Έλληνες από την εποχή του Ομήρου, από τους οποίους  και μεταδόθηκε στη συνέχεια σε όλους τους παρακείμενους λαούς πλην όμως δεν ήταν ούτε το πρώτο ούτε και το μοναδικό όνομα της νήσου. Ήδη είναι γνωστό ότι στα αιγυπτιακά μνημεία του Τούθμωσι Γ΄ (1500 π.Χ.) η Κύπρος φέρεται με το όνομα Asebi ή Jsj. Στο δε ψήφισμα της Κανώπου (238 π.Χ.) αναφέρεται με το όνομα Sbjn, ενώ στους πήλινους πίνακες του Τελ ελ Αμάρνα εμφανίζεται με το όνομα Alasia, μάλιστα σ΄ αυτούς περιλαμβάνονται οκτώ επιστολές, με αριθμ. 33-40, του βασιλέως της Αλασίας προς τον βασιλέα  της Αιγύπτου Αμένοφι Δ΄ (πιθανώς 1385-1566) γραμμένες όλες σε βαβυλωνο-ασσυριακή γλώσσα. 
Τη γνώμη ότι με το όνομα Αλασία φερόταν η Κύπρος ενισχύει και η ευρεθείσα επιγραφή στη νήσο όπου αναφέρει ΑΠΟΛ(Λ)ΩΝ ΤΩΙ ΑΛΑΣΙΩΤΑΙ που φέρονταν σε βάθρο ανδριάντα, έργο του Πλυτού, που είχε αφιερώσει ο Αψάσωμος στον θεό Απόλλωνα τον Αλασώταν. Το όνομα αυτό απαντάται ακόμα και σήμερα ως τοπωνύμια όπως Άλασσος, (αντί του ορθού Άλασσα), Αϊλάσυκα (αντί του ορθού Αγλάσυκα). Υπάρχουν όμως και κάποιοι που αμφισβητούν τα παραπάνω ονόματα ότι αφορούν την Κύπρο, αναζητώντας επ΄ αυτών χώρες στη Βόρεια Συρία.
Επίσης υφίσταται και το όνομα Kittim του εβραϊκού κειμένου που αποδίδεται στην Κύπρο, πλην όμως σε πολλά χωρία αναφέρεται για περιοχή που προσδιορίζεται δυτικότερα, στην Ιταλία ή την Ελλάδα.

Όμως το ελληνικό όνομα Κύπρος απαντάται τόσο στην Ιλιάδα όσο και την Οδύσσεια. Κατά πρώτον απαντάται στο Λ 21 της Ιλιάδας μαζί με την Κινύρα παράδοση. Επίσης στην Οδύσσεια στους στίχους δ.83, θ 363,  ρ 442, και 448. Στη δε Ιλιάδα στους στίχους Ε 330, 422, 458, 768 και 873. Επίσης το όνομα Κύπρις φέρεται ως επίθετο της θεάς Αφροδίτης. 
Αρχαιότερη επιγραφή που φέρει το όνομα Κύπρος ανάγεται στο 459 π.Χ..

Επίσης πολλά αρχαία προσωπικά ονόματα φέρονται συνδεδεμένα με το όνομα Κύπρος, όπως Αριστόκυπρος, Αριστοκύπρα, Θεμιστοκύπρα, Κυπραγόρας, Κυπρόθεμις, Κυπροκράνης, Ονασίκυπρος, Πασίκυπρος, Στασίκυπρος, Τιμόκυπρος, Φιλόκυπρος, Κύπρος κ.ά.

Η ετυμολογία του ονόματος Κύπρος δεν είναι σίγουρη. Υπάρχουν διάφορες απόψεις. Μία άποψη λέει πως το όνομα προέρχεται από τον βασιλιά Κύπρο του οποίου την κόρη Έννη νυμφεύτηκε ο Αχαιός Τεύκρος, γιος του βασιλιά της Σαλαμίνας Τελαμώνα, όταν και ήρθε εξόριστος μετά τον Τρωικό πόλεμο και ίδρυσε την πόλη Σαλαμίνα στην Κύπρο. Μία άλλη άποψη υποστηρίζει ότι το όνομα προέρχεται από την Ελληνική λέξη για το Μεσογειακό κυπαρίσσι (Cupressus sempervirens, Κυπάρισσος η αειθαλής) ή ακόμα και από το Ελληνικό όνομα για το φυτό χέννα (Lawsonia alba), κύπρος. Μία άλλη άποψη είναι ότι η ρίζα του ονόματος είναι από την Ετεοκυπριακή και τη λέξη για το χαλκό. Ο Ζορζ Ντοσέν, για παράδειγμα, εισηγείται ότι οι ρίζες της λέξης βρίσκονται στη λέξη των Σουμερίων για τον χαλκό (zubar) ή τον μπρούντζο (kubar), από τα μεγάλα αποθέματα χαλκού που υπήρχαν στο νησί.

Οι μεγάλες εξαγωγές χαλκού από την Κύπρο έδωσαν το λατινικό όνομα στον χαλκό μέσα από τη φράση aes Cyprium, «μέταλλο της Κύπρου», που αργότερα συντομεύτηκε στο Cuprum. Η Κύπρος είναι επίσης γνωστή σαν το Νησί της Αφροδίτης αφού κατά την Ελληνική Μυθολογία η θεά Αφροδίτη, όπως δηλώνει και το όνομά της (=γεννημένη από τον αφρό) γεννήθηκε στο νησί κοντά στην Πέτρα του Ρωμιού στις ακτές της Πάφου. Πουθενά στις αρχαίες πηγές δεν υπάρχει αναφορά για γέννηση της Ιστάρ-Αστάρτης των Φοινίκων στην Κύπρο αντίθετα με την Αφροδίτη των Ελλήνων που μάλιστα φέρει και το προσωνύμιο «Κύπρις».

Περισσότερες αρχαίες ετυμολογίες για την προέλευση της ονομασίας του νησιού παρέχει ο Στέφανος ο Βυζάντιος στο έργο του Εθνικά.

Ο κάτοικος της Κύπρου αναφέρεται συνήθως ως Κύπριος. Στην κυπριακή διάλεκτο αναφέρεται ως Κυπραίος.

Η Κύπρος είναι το τρίτο μεγαλύτερο νησί της Μεσογείου, μετά τη Σικελία και τη Σαρδηνία. Βρίσκεται ανατολικά της Ρόδου, 215 μίλια, και της Κρήτης, νότια των ακτών της Τουρκίας 37 μίλια, δυτικά των Συριακών ακτών 56 μίλια, και βόρεια των ακτών της Αιγύπτου 190 μίλια.
Πρώτοι που φέρονται να ασχολήθηκαν επισταμένως με την γεωγραφία της Κύπρου ήταν οι αρχαίοι Έλληνες: Στράβων (63 π.Χ.-23 μ.Χ.) και Κλαύδιος Πτολεμαίος (127-151 μ.Χ.), οι οποίοι και είναι οι πρώτοι χαρτογράφοι της Κύπρου.

Η μεγάλη βροχόπτωση που δέχεται βοηθά στην ανάπτυξη των δασών. Ένα μεγάλο μέρος της καλύπτεται από δάση. Υπάρχουν πλούσιες ποικιλίες δέντρων, θάμνων και αγριολούλουδων. Σε υψόμετρο πάνω από 1500 μέτρα ευδοκιμεί ο μαύρος πεύκος ενώ σε χαμηλότερο υψόμετρο φυτρώνει η τραχεία πεύκη ή αγριόπευκος. 
Από μορφολογικής άποψης η Κύπρος υποδιαιρείται στις ακόλουθες μορφολογικές περιφέρειες:
α) Στο ορεινό σύμπλεγμα Τρόοδος που δεσπόζει στο κεντρο-νοτιοδυτικό τμήμα του νησιού, με ψηλότερη κορυφή τον Όλυμπο (1.953 μ.)
β) Στη βόρεια οροσειρά του Πενταδάκτυλου, με ψηλότερη κορυφή τον Κυπαρισσόβουνο (1.024 μ.) 
γ) Στην κεντρική πεδιάδα της Μεσαορίας, που εκτείνεται μεταξύ των δύο προηγουμένων και την οποία διασχίζουν δυο ποταμοί-χείμαρροι, ο Πεδιαίος και ο Γιαλιάς.
δ) Στη λοφώδη περιοχή γύρω από το σύμπλεγμα του Τροόδους και
ε) Στις παράκτιες πεδιάδες και ακτές.

Το νησί αναδύθηκε μετά από σύγκρουση της Ευρασιατικής και Αφρικανικής πλάκας. Έπειτα, στην πορεία των χρόνων διαμόρφωσε το σημερινό γνωστό του σχήμα. Ακόμη, παρόλο που η Κύπρος βρίσκεται κοντά στα παράλια της Μ. Ασίας και της Μέσης Ανατολής ουδέποτε ήταν ενωμένη με κάποια από τις δύο περιοχές.

Το 17% της ολικής έκτασης της Κύπρου καλύπτεται από δάση. Η Φυσική βλάστηση της νήσου περιλαμβάνει καταπράσινα δάση, φυλλοβόλα δένδρα, θάμνους και άνθη, περίπου 1800 γηγενή είδη, υποείδη και ποικιλίες από τα οποία τα 140 (7%) είναι ενδημικά.
Στην πανίδα της Κύπρου περιλαμβάνονται 365 είδη πουλιών, από τα οποία τα 115 αναπαράγονται στη νήσο. Δύο είδη και πέντε υποείδη έχουν χαρακτηριστεί ως ενδημικά. Το πλέον όμως ενδιαφέρον της κυπριακής πανίδας είναι το ενδημικό είδος ζώου, το κυπριακό αγρινό, που ανήκει στην οικογένεια των προβάτων και είναι το μοναδικό είδος στον κόσμο.

Η πρώτη ανθρώπινη εγκατάσταση στην Κύπρο βρίσκεται στην Ακροκέραμο την νότια ακτή του νησιού από το 10.000 π.Χ., οι πρώτες ανθρώπινες κοινότητες χρονολογούνται το 8.200 π.Χ. Η εμφάνιση των πρώτων ανθρώπων στο νησί συνδέεται με την εξαφάνιση των ιπποπόταμων και των νάνων - ελεφάντων. Τα πηγάδια που βρέθηκαν από τους αρχαιολόγους στην δυτική Κύπρο θεωρούνται από τους αρχαιολόγους τα αρχαιότερα στον κόσμου και χρονολογούνται σήμερα 9.000 - 10.500 χρόνια πριν. Ο τάφος χρονολογείται το 7.500 π.Χ. πριν την άνοδο του Αιγυπτιακού πολιτισμού και αποδεικνύει την πανάρχαια συνύπαρξη των ανθρώπων με τα αιλουροειδή. Ο πανάρχαιος καλοδιατηρημένος Νεολιθικός οικισμός στην Χοιροκοιτία που χρονολογείται από το 6.800 π.Χ. αποτελεί σήμερα μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς από την Εκπαιδευτική Επιστημονική και Πολιτιστική Οργάνωση των Ηνωμένων Εθνών.

Την εποχή του Χαλκού το νησί δέχτηκε δυο κύματα από Έλληνες μετανάστες. Οι έμποροι από τις Μυκήνες επισκέφτηκαν την Κύπρο γύρω στο 1.400 π.Χ. Το δεύτερο μεγαλύτερο κύμα ήρθε στο νησί μετά την πτώση των Μυκηνών, το νησί εκείνη την περίοδο έδειξε στον μεγαλύτερο βαθμό τον Ελληνικό του χαρακτήρα. Η Κύπρος έπαιξε σημαντικό ρόλο στην Ελληνική μυθολογία θεωρείται η γενέτειρα της Αφροδίτης και του Άδωνη, από την Κύπρο κατάγονταν οι βασιλείς Κινύρας, Τεύκρος και Πυγμαλίων. Στις αρχές του 8ου αιώνα οι Φοίνικες ίδρυσαν τις πρώτες αποικίες στις νότιες ακτές του νησιού κοντά στις πόλεις Λάρνακα και Σαλαμίνα.

Η Κύπρος αποτελούσε στρατηγικό σημείο για την Μέση Ανατολή. Κυβερνήθηκε από την Ασσυρία από το 708 π.Χ. για έναν περίπου αιώνα εκτός από ένα μικρό διάστημα Αιγυπτιακής κατοχής και από το 545 π.Χ. πέρασε στους Πέρσες. Ο Αλέξανδρος ο Μέγας κατέκτησε την Κύπρο (333 π.Χ.), με την διαίρεση της αυτοκρατορίας του την Ελληνιστική περίοδος κυβερνήθηκε από την Δυναστεία των Πτολεμαίων, την εποχή εκείνη εξελληνίστηκε πλήρως. Η Κύπρος κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους το 58 π.Χ.

Στην Ελληνιστική περίοδο άνθισαν οι τέχνες και έχουμε μαρτυρίες σε αμφορείς και πλάκες με γραφές. Άνθισε, επίσης, και η αρχαία ελληνική θρησκεία προς τους 12 θεούς του Ολύμπου με ιερά σε όλο το νησί με μεγαλύτερο της Θεάς Αφροδίτης στην Πάφο (Κούκλια) πλησίον στο τόπο όπου γεννήθηκε (Πέτρα του Ρωμιού και Λουτρά της Αφροδίτης). Την ίδια περίοδο ο Κύπριος φιλόσοφος Ζήνων ο Κιτιεύς ίδρυσε την περίφημη Σχολή των Στωικών στην Αθήνα.
Ακολουθεί η Ρωμαϊκή περίοδος η οποία διήρκεσε από το 58 π.Χ. - 330 μ.Χ. Ο Απόστολος Παύλος και ο Απόστολος Βαρνάβας επισκέφθηκαν την Πάφο όπου κατόρθωσαν να εκχριστιανίσουν το Ρωμαίο Ανθύπατο Σέργιο Παύλο, έτσι η Κύπρος έγινε το πρώτο νησί που απόκτησε Χριστιανό ηγέτη.

Όταν η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία διαιρέθηκε στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ή Βυζαντινή Αυτοκρατορία και στην Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, η Κύπρος έγινε τμήμα της Ανατολικής με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη και παρέμεινε περίπου 800 χρόνια. Την Βυζαντινή περίοδο ο Ελληνικός πολιτισμός επικράτησε στο νησί, σε συνδυασμό με την χριστιανική θρησκεία δημιούργησε μια συμπαγή Ελληνοχριστιανική κοινότητα που διατηρείται μέχρι σήμερα.
Από τις αρχές του 649 η Κύπρος δέχτηκε σκληρές πειρατικές επιδρομές από την Ανατολή που συνεχίστηκαν περισσότερο από 300 χρόνια, οι επιδρομές είχαν δραματικές συνέπειες πολλοί κάτοικοι σφαγιάστηκαν και η περιουσία τους λεηλατήθηκε. Δεν έχουν διασωθεί εκκλησίες από εκείνη την περίοδο, χιλιάδες κάτοικοι θανατώθηκαν, πολλές πόλεις όπως η Σαλαμίνα ισοπεδώθηκαν και δεν ξανακτίστηκαν ποτέ. Η Βυζαντινή κυριαρχία αποκαταστάθηκε όταν ο Νικηφόρος Β´ Φωκάς πέτυχε μια μεγάλη σειρά από νίκες στην ξηρά και στην θάλασσα (965).

Ο βασιλιάς της Αγγλίας Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος κατέκτησε την Κύπρο όταν ο στόλος του προσάραξε στο νησί λόγω θαλασσοταραχής (1191), ο τελευταίος Βυζαντινός κυβερνήτης Ισαάκιος Κομνηνός της Κύπρου αιχμαλωτίστηκε. Ο Ριχάρδος πούλησε την Κύπρο στους Ναΐτες Ιππότες αλλά λόγω σκληρών αντιδράσεων των κατοίκων πήρε ξανά το νησί και το παραχώρησε στον σύμμαχο του Γκυ των Λουζινιάν. Ο Γκυ με τον θάνατο του (1194) κληροδότησε την Κύπρο στον μεγαλύτερο αδελφό του Αμωρί Β΄ της Ιερουσαλήμ που αναγνωρίστηκε επίσημα πρώτος βασιλιάς της Κύπρου από τον αυτοκράτορα Ερρίκο ΣΤ΄.

Οι διάδοχοι του Αμωρί Β΄ από τον Οίκο των Λουζινιάν ήταν :

Ο Ούγος Β΄ πέθανε άτεκνος σε ηλικία 15 ετών, το Βασίλειο της Κύπρου μεταβιβάστηκε στον Ούγο Γ΄ από τον Οίκο του Πουατιέ γιο του Ερρίκου της Αντιόχειας και της Ισαβέλλας της Κύπρου της κόρης του Ούγου Α΄. Ο Ούγος Γ΄ της Κύπρου ήταν ο ιδρυτής του κλάδου των Πουατιέ - Λουζινιάν, οι διάδοχοι του στον θρόνο της Κύπρου ήταν:

Η κυρίαρχη αριστοκρατική τάξη στο βασίλειο της Κύπρου ήταν των Γάλλων των Λουζινιάν αλλά οι πληροφορίες ότι οι Ελληνικοί πληθυσμοί ζούσαν σαν δούλοι είναι ψευδείς και ανακριβείς. Πολλοί Έλληνες διορίστηκαν σε ψηλά αξιώματα δημιουργώντας μια ισχυρή μεσαία τάξη με πολλούς γάμους των Ελλήνων με μέλη του βασιλικού νοικοκυριού. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ο Ιωάννης Β΄ της Κύπρου που παντρεύτηκε διαδοχικά δυο Ελληνίδες : την Αμαδέα Παλαιολογίνα και την Ελένη Παλαιολογίνα.

Με τον θάνατο του Ιακώβου Β΄ (1473) η Βενετική Δημοκρατία απέκτησε τον απόλυτο έλεγχο στο νησί. Η Βενετή χήρα του Ιακώβου Β΄ Αικατερίνη Κορνάρο, η τελευταία βασίλισσα της Κύπρου, που κυβέρνησε σαν διακοσμητική φυσιογνωμία των Βενετών, αναγκάστηκε να παραιτηθεί και να τους κληροδοτήσει το νησί (26 Φεβρουαρίου 1489).
Οι Βενετοί οχύρωσαν την Λευκωσία, έκτισαν τα τείχη της και την μετέτρεψαν σε μεγάλο εμπορικό κέντρο. Την εποχή των Βενετών οι Οθωμανοί ξεκίνησαν σκληρές επιδρομές στην Κύπρο· μετά την καταστροφή της Λεμεσού (1539) οι Βενετοί, από φόβο μην πάθουν τα χειρότερα, οχύρωσαν την Αμμόχωστο και την Κερύνεια.
Η Κύπρος κατακτήθηκε από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στο τέλος της ηγεμονίας του Δόγη Πιέτρο Λορεντάν (1570).

Μια ισχυρή επίθεση με 60.000 άντρες παρά την ισχυρή αντίσταση των κατοίκων της Αμμόχωστου και της Λευκωσίας έφερε το νησί σε Οθωμανική εξουσία (1570) ,οι Οθωμανοί έσφαξαν πολλούς Αρμένιους και Έλληνες χριστιανούς.Την επόμενη χρονιά (1571) ο Δόγης Αλβίζε Α΄ Μοτσενίγκο σε συμμαχία με όλες τις χριστιανικές δυνάμεις της δύσης θριάμβευσε επί των Οθωμανών στην Ναυμαχία της Ναυπάκτου. Η Κύπρος ωστόσο στην ειρηνική συνθήκη που ακολούθησε (7 Μαρτίου 1573) παρέμεινε οριστικά Οθωμανική. Η ανώτερη τάξη των Λατίνων εξαφανίστηκε και η πρώτη απογραφή έγινε με μουσουλμανικό πληθυσμό. Οι στρατιώτες που κατέκτησαν το νησί εγκαταστάθηκαν σαν κάτοικοι, μαζί με αυτούς ήρθαν πολλοί Τούρκοι τεχνίτες και αγρότες από την Ανατολή . Οι νεοεισερχόμενοι κάτοικοι είχαν καταγωγή από υποβαθμισμένες Ασιατικές φυλές που ανήκαν σε ενοχλητικές μουσουλμανικές αιρέσεις. Οι Οθωμανοί κατάργησαν το θρησκευτικό σύστημα των Λατίνων και έδωσαν περισσότερες θρησκευτικές ελευθερίες στους Ορθόδοξους. Ο αρχηγός της Κυπριακής εκκλησίας είχε τον ρόλο του μεσάζοντα ανάμεσα στους Ελληνοκύπριους και τους Τουρκοκύπριους του νησιού, με τον τρόπο αυτό η Ελληνική εκκλησία διέκοψε τις συνεχείς καταπατήσεις της Καθολικής εκκλησίας. Η Οθωμανική κυριαρχία ήταν άλλοτε σκληρή άλλοτε ελαστική ανάλογα με τον σουλτάνο και τον εκπρόσωπο του στο νησί, η οικονομική παρακμή συνεχίστηκε για περισσότερα από 150 χρόνια. Η αναλογία ανάμεσα σε χριστιανούς και μουσουλμάνους άλλαξε με την πάροδο του χρόνου, το 1777 οι μουσουλμάνοι αποτελούσαν την πλειοψηφία με 47.000 Καθολικούς απέναντι σε 37.000 χριστιανούς. Ο πληθυσμός του νησιού αυξήθηκε σε 144.000 κατοίκους (1872) με 100.000 χριστιανούς και 44.000 μουσουλμάνους. Η μουσουλμανική κοινότητα περιείχε πολλούς κρυπτοχριστιανούς όπως οι Λινομπαμπάκι που προήλθαν από τις διώξεις των Οθωμανών στους Καθολικούς, η κοινότητα αυτή καταγράφηκε επί Βρετανικής κυριαρχίας στους Τουρκοκύπριους.

Με την έκρηξη του Πολέμου της Ελληνικής Ανεξαρτησίας (1821) πολλοί Ελληνοκύπριοι αναχώρησαν στην Ελλάδα για την συμμετοχή τους στον αγώνα, οι Τούρκοι σε απάντηση εκτέλεσαν 486 επιφανείς Ελληνοκύπριους ανάμεσα τους ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός και τέσσερις ακόμα επίσκοποι. Ο πρώτος Έλληνας κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας κάλεσε τους Κύπριους να ενωθούν με την Ελλάδα και ακολούθησαν αναρίθμητες εξεγέρσεις. Οι επαναστάσεις κατέληξαν όλες σε αποτυχία, η φτώχεια και η ψηλή φορολογία δυνάμωσε το εθνικιστικό αίσθημα των Ελληνοκυπρίων και την επιθυμία τους να ενωθούν με την ανεξάρτητη Ελλάδα. Την Οθωμανική περίοδο τα ποσοστά αναλφαβητισμού των κάτοικων ήταν πολύ μεγάλα αλλά βελτιώθηκε σημαντικά η μόρφωση τους τον 20ο αιώνα.

Όταν έληξαν ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος (1877-1878) και το Συνέδριο του Βερολίνου η Κύπρος μεταβιβάστηκε στην Βρετανική Αυτοκρατορία που ανέλαβε την διοίκηση της (1878). Οι Βρετανοί στην πραγματικότητα συγκυβερνούσαν με τους Οθωμανούς και το Χεδιβάτο της Αιγύπτου μέχρι τις 5 Νοεμβρίου 1914. Οι Άγγλοι υποσχέθηκαν στους Τούρκους σαν αντάλλαγμα να χρησιμοποιήσουν το νησί σαν βάση για να τους προστατέψουν από την Ρωσική απειλή. Οι Άγγλοι χρησιμοποίησαν την Κύπρο σαν την σημαντικότερη ναυτική βάση για τις εξορμήσεις στις επαρχίες τους. Όταν ολοκληρώθηκε το λιμάνι της Αμμόχωστου (1906) η Κύπρος έγινε το σημαντικότερο στρατηγικό σημείο για τους Άγγλους, το λιμάνι είχε απευθείας επικοινωνία με την Διώρυγα του Σουέζ που ήταν ο θαλάσσιος δρόμος των Βρετανών για την Ινδία την μεγάλη υπερπόντια επαρχία τους. Όταν ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και οι Οθωμανοί συμμάχησαν με τις Κεντρικές Δυνάμεις (5 Νοεμβρίου 1914) οι Άγγλοι προσάρτησαν πλήρως την Κύπρο, κατήργησαν το Χεδιβάτο της Αιγύπτου και δημιούργησαν το Σουλτανάτο της Αιγύπτου σαν Βρετανικό προτεκτοράτο.
Οι Βρετανοί πρόσφεραν την Κύπρο στην Ελλάδα σε αντάλλαγμα να ενωθούν οι Έλληνες με τους Άγγλους αλλά ο Γερμανόφιλος Κωνσταντίνος Α΄ της Ελλάδας το αρνήθηκε. Με την Συνθήκη της Λωζάνης η νεοσύστατη Τουρκική Δημοκρατία του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ παραιτήθηκε από τα δικαιώματά της στην Κύπρο που ανακηρύχτηκε αποικία του Βρετανικού στέμματος (1925). Πολλοί Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι πολέμησαν στους δυο Παγκόσμιους πολέμους στον Βρετανικό Στρατό Ξηράς. Όταν ξέσπασε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος πολλοί εντάχθηκαν στο Κυπριακό Σύνταγμα.
Οι Ελληνοκύπριοι είχαν πολλές ελπίδες ότι η Βρετανική διοίκηση θα τους βοηθήσει να ενωθούν με την Ελλάδα. Η επιθυμία είχε ρίζες στην Μεγάλη Ιδέα των Ελλήνων να αναστήσουν την Βυζαντινή Αυτοκρατορία με την Μικρά Ασία, την Κύπρο και πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη. Η Εκκλησία της Κύπρου που τα μέλη της είχαν εκπαιδευθεί στην Ελλάδα ήταν πρωταγωνιστές, οι Ελληνοκύπριοι ίδρυσαν την Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών (EOKA). Οι Ελληνοκύπριοι έβλεπαν το νησί σαν τμήμα του Ελληνισμού και είδαν την ένωσή τους με την μητέρα Ελλάδα σαν φυσικό δικαίωμα. Η Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα έγινε από την δεκαετία του 1950 τμήμα της Ελληνικής εθνικής πολιτικής.

Οι Τουρκοκύπριοι με την σειρά τους υποστήριξαν τα πρώτα χρόνια την Βρετανική κατοχή. Όταν είδαν την ανάπτυξη των Ελληνικών εθνικών κινημάτων αποφάσισαν να αντιδράσουν επειδή φοβήθηκαν την εκδίωξή τους από το νησί και αντιστάθηκαν σκληρά στην δράση της ΕΟΚΑ. Οι Τουρκοκύπριοι έβλεπαν τον εαυτό τους σαν ξεχωριστή εθνική ενότητα και διεκδίκησαν την δημιουργία δικού τους κράτους στο νησί. Ο Τούρκος ηγέτης Αντνάν Μεντερές δήλωσε την δεκαετία του 1950 ότι η Κύπρος ήταν επέκταση της Ανατολής, απέρριψε την ιδέα για την διαίρεση του νησιού και ζήτησε την προσάρτηση ολόκληρης της Κύπρου στην Τουρκία. Την εποχή του οι οπαδοί του στην Τουρκία χρησιμοποίησαν σκληρά εθνικιστικά συνθήματα όπως η Κύπρος είναι Τουρκική. Οι Τούρκοι σύντομα κατάλαβαν ότι οι ελπίδες τους ήταν μάταιες επειδή ο Τουρκικός πληθυσμός στο νησί αποτελούσε χαμηλή μειοψηφία, έφτανε μόλις στο 20%. Οι Τουρκοκύπριοι ακολούθησαν την δεκαετία του 1950 το σύνθημα Διαίρεση ή Θάνατος που διαδόθηκε ευρύτατα την δεκαετία του 1960. Σε συσκέψεις που ακολούθησαν στην Ζυρίχη και το Λονδίνο οι Τούρκοι δέχτηκαν υποτονικά την ίδρυση Κυπριακού κράτους αλλά η μεγάλη τους επιθυμία ήταν πάντοτε η δημιουργία Τουρκικού κράτους στα βόρεια.

Η Κυπριακή εκκλησία οργάνωσε τον Ιανουάριο του 1950 το Ενωτικό δημοψήφισμα υπό την επίβλεψή της χωρίς την συμμετοχή Τουρκοκύπριων: το αποτέλεσμα ήταν 96% υπέρ της Ένωσης με την Ελλάδα. Οι Έλληνες σύμφωνα με την Δημογραφία της Κύπρου αποτελούσαν το 80,2% του συνολικού πληθυσμού του νησιού. Οι Βρετανοί πρότειναν την ίδρυση μιας ημιαυτόνομης Τουρκικής επαρχίας αλλά οι Τούρκοι το απέρριψαν. Η ΕΟΚΑ δημιουργήθηκε το 1955 με στόχο την ένωση με την Ελλάδα με ένοπλο αγώνα, ενώ ταυτόχρονα δημιουργήθηκε από τους Τουρκοκύπριους η Τουρκική Οργάνωση Αντίστασης ή ΤΑΞΙΜ σαν αντίβαρο με στόχο την δημιουργία Τουρκικού κράτους στο νησί. Οι Βρετανοί αξιωματούχοι ενίσχυσαν μυστικά την ΤΑΞΙΜ όπως φαίνεται από γράμμα που έστειλαν στον διοικητή της Κύπρου (15 Ιουλίου 1958): του ζητούσαν να μην κάνει καμιά ενέργεια εναντίον της ΤΑΞΙΜ για να μην χαλάσουν οι σχέσεις της Βρετανίας με την Τουρκία.

Την 1η Απριλίου 1955 Έλληνες από την Κύπρο και την Ελλάδα ξεκίνησαν επισήμως απελευθερωτικό αγώνα (οργάνωση ΕΟΚΑ) έναντι των Βρετανών με σκοπό την ένωση με την Ελλάδα. Ο αγώνας τερματίστηκε το 1959, οπότε έγιναν οι συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου.Τη νύχτα της 15ης προς την 16η Αυγούστου του 1960, στις 2 μετά τα μεσάνυχτα στη Λευκωσία, ο κυβερνήτης της Κύπρου Χιου Φουτ διάβασε στην αίθουσα του Μεταβατικού Υπουργικού Συμβουλίου (που αργότερα έγινε Μέγαρο της Βουλής των Αντιπροσώπων) την προκήρυξη της βασίλισσας της Μεγάλης Βρετανίας, με την οποία ανακοίνωσε την εγκατάλειψη της αγγλικής κυριαρχίας στην Κύπρο, στη βάση των Συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου. Στη συνέχεια οι γενικοί πρόξενοι της Ελλάδας και της Τουρκίας Γ. Χριστόπουλος και Β. Τουρέλ, ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος Γ΄ και ο αντιπρόεδρος Φαζίλ Κιουτσούκ, έπειτα από σύντομες ομιλίες τους, υπέγραψαν μαζί με τον τελευταίο Άγγλο κυβερνήτη τα κείμενα των συμφωνιών που καθόριζαν τα της ανεξαρτητοποίησης της Κύπρου. Λίγο πριν το μεσημέρι της 16ης Αυγούστου έγινε στο μέγαρο του Κυβερνείου η υποστολή της βρετανικής σημαίας και η έπαρση της κυπριακής. Πριν κλείσουν 24 ώρες από την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Κύπρου, ο σερ Χιου Φουτ είχε ήδη εγκαταλείψει την Κύπρο.

Οι συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου είχαν υπογραφεί η μεν πρώτη στο ξενοδοχείο Ντόλτερ της Ζυρίχης στις 11 Φεβρουαρίου του 1959 από τους Κωνσταντίνο Καραμανλή και Αντνάν Μεντερές, πρωθυπουργό της Τουρκίας, η δε δεύτερη στο Λάνκαστερ Χάουζ του Λονδίνου στις 19 Φεβρουαρίου του 1959, από τους δύο προαναφερθέντες συν τον Βρετανό ομόλογό τους Χάρολντ Μακμίλαν, ενώ κάποια συνημμένα κείμενα είχαν υπογραφεί και από τους Μακάριο και Κιουτσούκ, οι οποίοι είχαν γνώση του συνόλου των συμφωνιών.

Επίσης τότε ορίστηκαν οι δύο επίσημες γλώσσες του κράτους, η ελληνική και η τουρκική.

 Στις 24 Αυγούστου του 1960, το Συμβούλιο Ασφαλείας Ηνωμένων Εθνών αποφάσισε ομόφωνα να εισηγηθεί στη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών την ένταξη της Κύπρου στον Ο.Η.Ε.. Την πρόταση έκανε η Μεγάλη Βρετανία και μία πρώην αποικία της, η Κεϋλάνη. Ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Κύπρου στον Ο.Η.Ε., Ζήνων Ρωσσίδης, εκφώνησε τον πρώτο λόγο του στη γενική συνέλευση στις 21 Σεπτεμβρίου.

Στις 20 Ιανουαρίου του 1961 η βασίλισσα Ελισάβετ Β΄ του Ηνωμένου Βασιλείου, κατευθυνόμενη με τον δούκα του Εδιμβούργου, Φίλιππο προς την Ινδία, στάθμευσε για λίγο στην Κύπρο. Εκεί, στη βρετανική βάση Ακρωτηρίου, συνομίλησε με την ηγεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας τον Πρόεδρο Μακάριο, τον Αντιπρόεδρο Κιουτσούκ και τον υπουργό εξωτερικών Κυπριανού. Οι συνομιλίες είχαν μάλλον τυπικό και όχι ουσιαστικό χαρακτήρα, αλλά η συνάντηση συμβόλιζε και υπογράμμιζε τον λόγο που είχε η Βρετανία στα κυπριακά πράγματα ως εγγυήτρια δύναμη. Ακόμη, η παρουσία της Ελισάβετ υπογράμμισε τους δεσμούς της πρώην αποικίας με τη Βρετανική Κοινοπολιτεία. Στις 13 Μαρτίου του 1961 η Κύπρος έγινε δεκτή στην Κοινοπολιτεία. Ο Μακάριος κλήθηκε στη διάσκεψη και συμμετείχε στις εργασίες της δύο ημέρες αργότερα, συνοδευόμενος από τον Τουρκοκύπριο υπουργό Άμυνας Οσμάν Ορέκ. Καθ' οδόν προς Λονδίνο συναντήθηκε στην Αθήνα με τον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή. Σε δηλώσεις του ο Μακάριος υπογράμμισε ότι η είσοδος στην Κοινοπολιτεία δεν σημαίνει κατ' ανάγκην είσοδο σε συνασπισμό και τόνισε ότι θα ακολουθήσει αδέσμευτη πολιτική.

Στις 30 Νοεμβρίου του 1963, ο πρόεδρος Μακάριος διαβίβασε στον αντιπρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Φαζίλ Κιουτσούκ μνημόνιο στο οποίο περιέχονταν 13 σημεία για την αναθεώρηση του συνταγματικού καθεστώτος. Συνισταμένη των 13 σημείων ήταν η κατάργηση της χωριστής πλειοψηφίας (ελληνοκυπριακής και τουρκοκυπριακής) για την ψήφιση των νόμων καθώς και η θέσπιση ενιαίων δημοτικών συμβουλίων στους δήμους. Επίσης το πρώτο από τα 13 σημεία απέβλεπε στην κατάργηση του δικαιώματος αρνησικυρίας τόσο του προέδρου όσο και του αντιπροέδρου της Δημοκρατίας. Των προτάσεων του Μακαρίου είχαν προηγηθεί διαβουλεύσεις του ιδίου με τον Βρετανό ύπατο αρμοστή σερ Άρθουρ Κλαρκ, ο οποίος τον είχε ενθαρρύνει. Παράλληλα επαφές είχαν και οι Τουρκοκύπριοι. Μάλιστα την επομένη, 1 Δεκεμβρίου,o αντιπρόεδρος της Κυπριακής Βουλής των Αντιπροσώπων και πρόεδρος της τουρκοκυπριακής Βουλής Ραούφ Ντενκτάς έφτασε στο Λονδίνο για συνομιλίες με τον υφυπουργό για θέματα Κοινοπολιτείας Τζ. Τίλνι. Οι προτάσεις Μακαρίου διατυπώθηκαν σε μία εποχή που υπήρχε κυβερνητική αστάθεια τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Τουρκία, δηλαδή τις δύο χώρες που μαζί με την Βρετανία ήταν οι εγγυήτριες δυνάμεις της Κυπριακής Δημοκρατίας. Παρά το ότι στόχος του Μακαρίου ήταν η διαμόρφωση ενιαίας εξουσίας στην Κύπρο, ωστόσο η κρίση που ακολούθησε ήταν η αρχή του εκ των πραγμάτων διαχωρισμού των δύο κοινοτήτων, καθώς στις 29 Δεκεμβρίου επιβλήθηκε η διχοτόμηση της Λευκωσίας με την περίφημη πράσινη γραμμή, όπως αποκλήθηκε λίγο αργότερα. Στις προτάσεις Μακαρίου απάντησε ο Κιουτσούκ αρνητικά, δηλώνοντας στις 3 Δεκεμβρίου ότι το ισχύον σύνταγμα θα πρέπει να εφαρμόζεται στο σύνολό του. Ο υπουργός Εξωτερικών της Κύπρου Σπύρος Κυπριανού συναντήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου στην Αθήνα με τον πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου και τον ενημέρωσε για την κατάσταση στο νησί. Τον συνόδευε ο πρεσβευτής στην Αθήνα Νίκος Κρανιδιώτης. Στις 16 Δεκεμβρίου ο Τούρκος πρεσβευτής στη Λευκωσία επέδωσε απορριπτική απάντηση της Άγκυρας στις προτάσεις Μακαρίου, τις οποίες ο Κύπριος πρόεδρος είχε απλώς γνωστοποιήσει στις εγγυήτριες δυνάμεις. Ο Μακάριος με τη σειρά του απέρριψε την τουρκική απάντηση ως παρέμβαση στα εσωτερικά της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τρεις ημέρες αργότερα συναντήθηκαν στην ελληνική πρεσβεία στο Παρίσι οι υπουργοί Εξωτερικών Ελλάδας, Σοφοκλής Βενιζέλος, Κύπρου Σπύρος Κυπριανού και Τουρκίας Κεμάλ Ερκίν. Παρά την αισιοδοξία του Βενιζέλου, η συνάντηση δεν μείωσε την ένταση που εν τω μεταξύ είχε δημιουργηθεί στην Κύπρο. Πριν περάσουν 48 ώρες, τη νύκτα της 20ης προς την 21η Δεκεμβρίου άρχισαν επεισόδια στη Λευκωσία μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, τα οποία κορυφώθηκαν με εκατέρωθεν νεκρούς την ημέρα των Χριστουγέννων. Οι Τουρκοκύπριοι δημιούργησαν γραμμή άμυνας γύρω από την παλαιά πόλη και παράλληλα προσέβαλαν ελληνοκυπριακά προάστια στη βόρεια περιφέρεια της πόλης, απομονωμένα από την κυρίως ελληνοκυπριακή πλευρά. Ελληνοκύπριοι πολίτες αντιπαρατέθηκαν ενόπλως με τους Τουρκοκυπρίους, ενώ άλλοι υπό τον Νίκο Σαμψών έσπευσαν σε βοήθεια των Ελληνοκυπρίων που κατοικούσαν στο βόρειο προάστιο Ομορφίτα. Κατά τις συγκρούσεις διαπράχθηκαν αγριότητες και από τις δύο πλευρές, οι οποίες έκτοτε δηλητηρίαζαν τις σχέσεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Την δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων τουρκικά πολεμικά σκάφη εμφανίστηκαν προ της Κύπρου. Την ίδια ημέρα βρετανικά τεθωρακισμένα οχήματα παρενέβησαν μεταξύ των αντιμαχόμενων στην Λευκωσία. Η απειλή τουρκικής εισβολής ήρθη έπειτα από παρέμβαση του προέδρου των Η.Π.Α. Λίντον Τζόνσον και προειδοποίηση της Ε.Σ.Σ.Δ. προς την Άγκυρα. Στις 29 Δεκεμβρίου υπογράφτηκε συμφωνία κατάπαυσης των εχθροπραξιών και η Λευκωσία χωρίστηκε σε ελληνοκυπριακή και τουρκοκυπριακή από την πράσινη γραμμή.

Μετά την Τουρκική εισβολή στην Κύπρο και την κατοχή του 1974, η Κυπριακή Δημοκρατία πρακτικά ελέγχει μόνο τα δύο τρίτα του νησιού, ενώ το βόρειο τρίτο κατέχεται παράνομα από την Τουρκία.

Το 1983 η Τουρκία παρανόμως ανακήρυξε τα κατεχόμενα εδάφη σε κράτος, ονομάζοντάς το «Τουρκική Δημοκρατία της Βορείου Κύπρου» , το λεγόμενο ψευδοκράτος. Η ενέργεια αυτή καταδικάστηκε από το Συμβούλιο Ασφαλείας του Ο.Η.Ε. Το κράτος αυτό αναγνωρίζεται σήμερα μόνο από την Τουρκία.

Στις δεκαετίες που ακολούθησαν την εισβολή οι εναπομείναντες εγκλωβισμένοι Ελληνοκύπριοι εκδιώχθηκαν και 120.000 έποικοι από την Τουρκία μεταφέρθηκαν στο βόρειο μέρος της Κύπρου. Επίσης αμέσως μετά την εισβολή οι περισσότεροι Τουρκοκύπριοι μετακινήθηκαν στο κατεχόμενο μέρος. Το αποτέλεσμα είναι σήμερα το κατεχόμενο μέρος να κατοικείται κυρίως από Τούρκους (τους εναπομείναντες Τουρκοκυπρίους και δεκάδες χιλιάδες εποίκους).

Το 2004 η Κυπριακή Δημοκρατία εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με ένα τμήμα του εδάφους να βρίσκεται υπό Τουρκική κατοχή. Αυτό σημαίνει ότι το κοινοτικό κεκτημένο εφαρμόζεται μόνο στο ελεύθερο μέρος της Κύπρου. Δηλαδή, η συμφωνία ένταξης καλύπτει την ένταξη ολόκληρης της Κύπρου, αλλά υπάρχει πρόνοια ώστε το κοινοτικό κεκτημένο να εφαρμόζεται μόνο στις ελεύθερες περιοχές, διότι αυτές είναι που ελέγχει η κυπριακή κυβέρνηση. Η μη εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου στο βόρειο τρίτο του νησιού έχει γεωγραφική ισχύ και όχι κοινωνική, και η Τουρκική κοινότητα της Κύπρου απολαμβάνει όλα τα δικαιώματα της ένταξης.

Την 1η Ιανουαρίου του 2008 το μέχρι τότε νόμισμα της Κύπρου, η Λίρα Κύπρου, αντικαταστάθηκε από το Ευρώ.

Το πολίτευμα της Κύπρου είναι Προεδρική Δημοκρατία. Αρχηγός κράτους και κυβέρνησης είναι ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας που εκλέγεται με καθολική ψηφοφορία για περίοδο πέντε ετών και διαθέτει συμβολικές και ουσιαστικές αρμοδιότητες ταυτόχρονα στο πρόσωπο του. Πρώτος πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος Γ΄. Έπειτα από τις προεδρικές εκλογές του 2013 στο αξίωμα αυτό είναι ο Νίκος Αναστασιάδης, τέως πρόεδρος του ΔΗ.ΣΥ..

Η Εκτελεστική εξουσία ασκείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και ένα εντεκαμελές Υπουργικό Συμβούλιο που διορίζεται από τον Πρόεδρο. Σημειώνεται ότι οι Τουρκοκύπριοι από το 1963 αρνούνται τη συμμετοχή τους στην κυβέρνηση.

Η Νομοθετική εξουσία ασκείται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων τα μέλη της οποίας εκλέγονται με καθολική ψηφοφορία με σύστημα απλής αναλογικής και για περίοδο πέντε ετών. Η Βουλή των Αντιπροσώπων περιλαμβάνει 80 έδρες (56 για τους Ελληνοκύπριους και 24 για τους Τουρκοκύπριους - οι 24 έδρες παραμένουν κενές). Κύριες σήμερα πολιτικές δυνάμεις στην Κύπρο, σύμφωνα με τις εκλογές της 22ας Μαΐου 2016, που συμμετέχουν στη Βουλή είναι τα κόμματα: Ανορθωτικό Κόμμα Εργαζόμενου Λαού (Α.Κ.Ε.Λ., 16 έδρες), Δημοκρατικός Συναγερμός (ΔΗ.ΣΥ., 18 έδρες), Δημοκρατικό Κόμμα (ΔΗ.ΚΟ., 9 έδρες), Κίνημα Σοσιαλδημοκρατών-Ε.Δ.Ε.Κ. (Κ.Σ. Ε.Δ.Ε.Κ., 3 έδρες), Αλληλεγγύη (3 έδρες), Εθνικό Λαϊκό Μέτωπο (Ε.ΛΑ.Μ., 2 έδρες), Συμμαχία Πολιτών (3 έδρες) και το Κίνημα Οικολόγων-Συνεργασία Πολιτών (2 έδρες).

Η Δικαστική εξουσία, (απονομή δικαιοσύνης) στην Κύπρο, ασκείται από το Ανώτατο Δικαστήριο της Δημοκρατίας, τα Κακουργιοδικεία, τα Επαρχιακά Δικαστήρια και τα Δικαστήρια Εξειδικευμένης Δικαιοδοσίας, που αποτελούν ανεξάρτητη εξουσία.

Στην Κύπρο υφίσταται κάποιος αριθμός πολιτικών αξιωματούχων, Αρχών και Σωμάτων που δεν υπάγονται σε κανένα υπουργείο. Σύμφωνα με το υφιστάμενο σύνταγμα αυτοί είναι:
α) Ανεξάρτητοι αξιωματούχοι της Δημοκρατίας: Ο Γενικός Εισαγγελέας και ο Γενικός Ελεγκτής, που προΐστανται της νομικής και ελεγκτικής υπηρεσίας αντίστοιχα, ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, η Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας, η Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας, και το Γραφείο Προγραμματισμού, που λειτουργούν ως ανεξάρτητα συλλογικά όργανα.
β) Ανεξάρτητα Σώματα της Δημοκρατίας: Σ΄ αυτά περιλαμβάνονται το Γενικό Λογιστήριο, η Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού, το Γραφείο Επιτρόπου Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομικών Κανονισμών, το Γραφείο Επιτρόπου Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, ο Κυπριακός Οργανισμός Αγροτικών Πληρωμών, η Υπηρεσία Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών, η Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, η Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.

Την ευθύνη για θέματα τοπικής αυτοδιοίκησης έχουν τα Δημοτικά και Κοινοτικά Συμβούλια. Τα μεν Δημοτικά ασχολούνται με παροχή υπηρεσιών με διοικητικές αρμοδιότητες στις πόλεις και σε μεγάλες αγροτικές κοινότητες, ενώ τα κοινοτικά συμβούλια παρέχουν υπηρεσίες με διοικητικές αρμοδιότητες σε χωριά. Και τα δύο αυτά είδη Συμβουλίων είναι ανεξάρτητα σώματα τα μέλη των οποίων εκλέγονται με καθολική ψηφοφορία στην περιφέρειά τους.

Δικαίωμα ψήφου στις εκλογές έχουν όσες και όσοι είναι ηλικίας 18 ετών και άνω. Διεξάγονται ξεχωριστές βουλευτικές και προεδρικές εκλογές, και από το 2004 διεξάγονται και εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Οι τελευταίες βουλευτικές εκλογές διεξήχθησαν στις 22 Μαΐου 2016. Στις εκλογές εκείνες πρώτο κόμμα αναδείχθηκε ο Δημοκρατικός Συναγερμός (ΔΗΣΥ) με ποσοστό 30,69% σημειώνοντας πτώση της τάξεως του 3,7%. Οι βουλευτικές εκλογές του 2016 κατέδειξαν και τις αλλαγές που δημιουργήθηκαν στο πολιτικό σκηνικό της νήσου, μεσούσης και της οικονομικής κρίσης, καθώς το δεύτερο μεγαλύτερο κόμμα, το ΑΚΕΛ, σημείωσε μεγάλη πτώση στα ποσοστά του (7,1%) παραμένοντας στη δεύτερη θέση, το Δημοκρατικό Κόμμα (ΔΗ.ΚΟ) διατηρήθηκε στην τρίτη θέση χάνοντας μόνο 1,3%, ενώ την ίδια στιγμή το Κίνημα Σοσιαλδημοκρατών ΕΔΕΚ σημείωσε πρωτοφανή κάθοδο στα ποσοστά του (2,8%) και τρεις νέοι πολιτικοί σχηματισμοί εισήχθησαν στη Βουλή των Αντιπροσώπων για πρώτη φορά: Συμμαχία Πολιτών, Αλληλεγγύη, Εθνικό Λαϊκό Μέτωπο (ΕΛΑΜ).

Στο κατεχόμενο από την Τουρκία βόρειο μέρος της Κύπρου, ντε φάκτο δεν ασκείται πολιτικός έλεγχος από την νόμιμη κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας, και έχει ανακηρυχθεί ανεξάρτητο κράτος το 1983. Το κράτος που αυτοαποκαλείται Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου δεν αναγνωρίζεται από καμία χώρα στον κόσμο πλην της Τουρκίας. Το πολίτευμά του είναι Κοινοβουλευτική Δημοκρατία με λεγόμενο Πρόεδρο τον Μουσταφά Ακιντζί. (Ερσίν Τατάρ)

Η Κύπρος διαιρείται σε έξι επαρχίες:

Πριν την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974 ο πληθυσμός της Κύπρου είχε ως εξής:

Λόγω αυτής της συνοίκησης των δύο βασικών κοινοτήτων της Κυπριακής Δημοκρατίας ο όρος εθνότητα αναφέρεται στην Ελληνική ή Τουρκική, ενώ σε ό,τι αφορά την ιδιότητα του πολίτη της Δημοκρατίας χρησιμοποιείται ο όρος Ιθαγένεια ή Υπηκοότητα.

Κατά το σύνταγμα της Κύπρου στην ελληνική κοινότητα της Κύπρου συμπεριλαμβάνονται. εκτός από τους Ελληνοκύπριους που αποτελούν πλειοψηφία και οι θρησκευτικές ομάδες των Αρμενίων, των Μαρωνιτών και των Λατίνων. Στην τουρκική μειονότητα της Κύπρου συμπεριλαμβάνονται, εκτός των Τούρκων, και οι τουρκόφωνοι Τσιγγάνοι, γνωστοί ως Κουρμπέτ ή Κουρούπεττοι. Αντίθετα, οι ελληνόφωνοι Τσιγγάνοι ονομάζονται Μάντηδες.

Το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού, σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2019 του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, ήταν 83,1 χρόνια (81,1 χρόνια οι άνδρες και 85,1 οι γυναίκες).

Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει επίσημη θρησκεία σύμφωνα με το άρθρο 18 του Συντάγματος και κάθε πολίτης της δικαιούται ελεύθερα να επιλέγει τη θρησκεία της αρεσκείας του.

Οι περισσότεροι των κατοίκων στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι. Σύμφωνα με τα στατιστικά της απογραφής του 2011, Χριστιανοί Ορθόδοξοι είναι το  89,1% των κατοίκων και ακολουθούν οι Ρωμαιοκαθολικοί με ποσοστό 2,9%, οι Προτεστάντες με 2,0%, οι Μωαμεθανοί με 1,8%, οι Βουδιστές με ποσοστό 1,0%, οι Μαρωνίτες με 0,5%, οι Αρμένιοι με 0,3% και οι Ινδουιστές με 0,2%. Ποσοστό 0,5% και οι Έλληνες Εθνικοί η Δωδεκαθειστές 0,10% δήλωσαν διάφορα άλλα θρησκεύματα, ενώ ποσοστό 0,6% του πληθυσμού δήλωσαν άθεοι ή χωρίς θρήσκευμα.

Οι περισσότεροι Τουρκοκύπριοι είναι μουσουλμάνοι.

Στην Κύπρο υπάρχουν επίσης και άλλες μικρότερες κοινότητες όπως: η Εβραϊκή, η Διαμαρτυρόμενη, η Καθολική, η Μαρωνίτικη και μια Αρμενική που ανήκουν σε άλλα αντίστοιχα δόγματα. Επίσης, υπάρχουν 2.704 Μάρτυρες του Ιεχωβά και 428 Μορμόνοι της Εκκλησίας του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών. Επίσης υπάρχουν και Έλληνες Εθνικοί που πιστεύουν στην Έλληνικη Εθνική Θρησκεία  

Η Κύπρος έχει ένα πολύ καλό σύστημα εκπαίδευσης, τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Στην Κύπρο η εκπαίδευση είναι υποχρεωτική μέχρι το 16ο έτος ηλικίας. Η στοιχειώδης και μέση εκπαίδευση παρέχονται δωρεάν. Όσον αφορά τη δημόσια εκπαίδευση, η στοιχειώδης εκπαίδευση αποπερατώνεται κυρίως στο Δημοτικό Σχολείο, η μέση στο Γυμνάσιο και Λύκειο, ενώ υπάρχουν και σχολές που ανήκουν στην ανώτερη (όπως το ΑΞΙΚ, το Δασικό Κολέγιο κ.λπ. -υπήρχε και το ΑΤΙ, αλλά τερμάτισε την λειτουργία του το 2011) και ανώτατη εκπαίδευση (όπως από το Πανεπιστήμιο Κύπρου, το Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου και το Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου). Υπάρχει επίσης και μια πληθώρα ιδιωτικών σχολών που καλύπτουν όλο το φάσμα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ενώ λειτουργούν και αναγνωρισμένα ιδιωτικά πανεπιστήμια.
Γενικά η Κύπρος κατατάσσεται πολύ υψηλά σε αποφοίτους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Το 2003 το 64% των αποφοίτων μέσης εκπαίδευσης συνέχισε ανώτερες σπουδές.

Ένας μεγάλος αριθμός Κυπρίων φοιτητών, περισσότερο του 50% πάει στο εξωτερικό για σπουδές, λόγω κυρίως του μικρού αριθμού θέσεων, των περιορισμένων επιλογών και σε μερικές περιπτώσεις για σκοπούς καλύτερης ποιότητας εκπαίδευσης. Οι δημοφιλέστεροι προορισμοί είναι η Ελλάδα, (64,7%), το Ηνωμένο Βασίλειο (17%), οι ΗΠΑ (8,5%), και διάφορες άλλες ευρωπαϊκές χώρες όπως η Γαλλία, η Γερμανία, η Ισπανία και η Βουλγαρία.

Το ακαδημαϊκό επίπεδο των Κυπρίων μαθητών έχει ενισχυθεί σε διάφορους τομείς λόγω κυρίως της δράσης διαφόρων επιστημόνων. Η κυριότερη δραστηριότητα είναι οι Μαθηματικοί Διαγωνισμοί που διοργανώνονται από την Κυπριακή Μαθηματική Εταιρεία. Αυτοί έχουν συντείνει στο να καλυτερεύσει το επίπεδο των Κυπρίων μαθητών στα Μαθηματικά.

Το κατά κεφαλήν εισόδημά της Κύπρου είναι €1000 .Υιοθέτησε ως νόμισμά της το ευρώ την 1η Ιανουαρίου 2008. Στην Κύπρο υπάρχουν περίπου 250 λατομεία από τα οποία εξορύσσεται γύψος, φαιόχωμα, αμμοχάλικο, χαβάρα, άργιλος, ασβεστολιθικά πετρώματα, χαλκοπυρίτης, σιδηροπυρίτης, χρωμίτης, αμίαντος, μπεντονίτης και χαλκός. Η Κύπρος έχει μεγάλες δυνατότητες για την αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Στη γεωργία η Μεσαορία παράγει σιτηρά, η Κυθρέα ελιές, η Μόρφου εσπεριδοειδή, η Καρπασία καπνό, τα Κοκκινοχώρια πατάτες, εσπεριδοειδή και λαχανικά. Τα Κοκκινοχώρια πήραν το όνομα τους από το έδαφος τους, που είναι κόκκινο. Η οδήγηση γίνεται στα αριστερά. Το οδικό δίκτυο είναι αρκετά πυκνό και υπάρχουν, σχεδόν σε όλες τις μεγάλες πόλεις, αεροδρόμια. Υπολογίζεται ότι η Κύπρος προσελκύει πάνω από 2,4 εκατομμύρια τουρίστες κάθε χρόνο. Ιστορικά η Κυπριακή Οικονομία χαρακτηρίζεται από σημαντικό βαθμό ανάπτυξης, τα τελευταία 50 χρόνια υψηλότερο από όλες τις χώρες της περιοχής (εκτός από το Ισραήλ) και γενικά της ανατολικής Μεσογείου. Η τουρκική εισβολή στην Κύπρο, ενώ ήταν ένα μεγάλο πλήγμα, δεν κατάφερε να ανακόψει την ανοδική πορεία του νησιού που στηρίζεται κυρίως στις υπηρεσίες (τουρισμό, ναυτιλία, χρηματοοικονομικά).

Πριν από λίγο καιρό, ανακαλύφθηκαν στη νότια ακτή της Κυπριακής Δημοκρατίας κοιτάσματα φυσικού αερίου και πετρελαίου. Πετρολόγοι υπολογίζουν ότι τα κοιτάσματα πετρελαίου περιέχουν 8-10 δισεκατομμύρια βαρέλια. Προς το παρόν τα κοιτάσματα αυτά διερευνούνται από μία αιγυπτολιβανέζικη κοινοπραξία. Με τον Λίβανο, το Ισραήλ και την Αίγυπτο (τούς κατοίκους της πληγείσας περιοχής) κλείσθηκαν συμφωνίες για μία Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη. Μετά από μια προκήρυξη η αμερικανική εταιρεία Noble Energy άρχισε με την αξιοποίηση των κοιτασμάτων.

Η μοναδική μεταλλευτική δραστηριότητα σε παραγωγική λειτουργία στη Κύπρο είναι  το μεταλλείο χαλκού της Σκουριώτισσας, που άρχισε ξανά τη λειτουργία του στα μέσα του 1996 με την παραγωγή καθόδων μεταλλικού χαλκού (καθαρότητας 99,999%), εφαρμόζοντας την μέθοδο της βιοεκχύλισης σωρών με ελαφρά όξινο διάλυμα - εξαγωγής με οργανικό διαλύτη - ηλεκτρανάκτησης. Μάλιστα το 2012 γιόρτασαν παραγωγή 50.000 τόνων χαλκού σε σε 4.000 χρόνια λειτουργίας.

Τον  Φεβρουάριο του 2016 ανακοινώθηκε μείωση της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας στην Εθνική Φρουρά σε 14 μήνες αντί 24 μηνών που ίσχυε μέχρι το 2016. Στην Εθνική Φρουρά υπηρετούν υποχρεωτικά όλοι οι Κύπριοι άρρενες .

Το Ηνωμένο Βασίλειο κατέχει εδάφη στην Κύπρο υπό μορφή στρατιωτικών βάσεων. Με την συμφωνία εγκαθίδρυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας, το Ηνωμένο Βασίλειο κατέχει στην Κύπρο τις ακόλουθες κυρίαρχες στρατιωτικές βάσεις: (1) τη βάση Δεκέλειας, (2) τη  βάση Ακρωτηρίου και (γ)  τη βάση Άγιος Νικόλαος Αμμοχώστου. Έχει επίσης διευκολύνσεις στο Τρόοδος (ραντάρ), στο αεροδρόμιο Λάρνακας και στον Ακάμα. Στις κυρίαρχες βρετανικές βάσεις ισχύουν οι νόμοι της Μεγάλης Βρετανίας και όχι οι νόμοι της Κυπριακής Δημοκρατίας. Για παράδειγμα, αν ένας διαπράξει ληστεία ή άλλο ποινικό αδίκημα σε κυρίαρχη βρετανική βάση, θα δικαστεί από βρετανικό δικαστήριο των βάσεων και όχι από δικαστήριο της Δημοκρατίας. Σύμφωνα με τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, η Μ. Βρετανία θα καταβάλλει ετήσιο ενοίκιο για τις βάσεις, αλλά από την τούρκικη εισβολή και μέχρι σήμερα ουδένα ενοίκιο έχει καταβάλει χρωστώντας έτσι εκατομμύρια Ευρώ στη Δημοκρατία της Κύπρου. Οι βάσεις χρησιμοποιούνται για τη Βρετανική στρατιωτική παρουσία στην ανατολική Μεσόγειο, αλλά και για κατασκοπευτικούς σκοπούς, ως τμήμα του παγκόσμιου συστήματος παρακολούθησης Echelon.

Η Πολιτιστική κληρονομιά της Κύπρου περιλαμβάνει νεολιθικούς οικισμούς, αρχαία ελληνικά, ελληνιστικά και ρωμαϊκά μνημεία, πολλές βυζαντινές και λατινικές εκκλησίες και μοναστήρια, φράγκικα και ενετικά φρούρια και κάστρα του 12ου - 16ου αιώνα καθώς και πολλά τζαμιά ενώ η κυπριακή αρχιτεκτονική των σπιτιών σε διάφορες πόλεις και χωριά είναι μοναδική.
Γενικά η πολιτιστική ζωή της Κύπρου φέρεται αρκετά ανεπτυγμένη και εκφράζεται μέσω των εικαστικών τεχνών, όπως η λογοτεχνία, η μουσική, ο λαϊκός πολιτισμός (βλ. ), η ποίηση, ο χορός, τα κονσέρτα, η όπερα, η ζωγραφική και η γλυπτική που αποτελούν μερικές από τις εκφάνσεις της.

Παράλληλα μεταξύ των διαφόρων θεσμών που έχουν καθιερωθεί όπως διαλέξεων, συμποσίων και σεμιναρίων κυρίαρχη θέση κατέχει το φεστιβάλ «Τα Κύπρια» κάποια κινηματογραφικά καθώς  κοινά πολιτιστικά προγράμματα με την Ελλάδα και άλλες χώρες. Στην Κύπρο επίσης λειτουργούν αρκετά μουσεία, βιβλιοθήκες και πινακοθήκες. Ειδικότερα η κρατική πινακοθήκη φιλοξενεί σε μόνιμη βάση όλη την κρατική συλλογή της σύγχρονης κυπριακής τέχνης, ενώ πολύ τακτικά φιλοξενεί σημαντικές εκθέσεις Κυπρίων και ξένων καλλιτεχνών. Το δε Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού Κύπρου επιχορηγεί τη συμμετοχή Κυπρίων καλλιτεχνών σε διεθνείς καλλιτεχνικούς διαγωνισμούς.

Η Κύπρος έχει αναδείξει σπουδαίους καλλιτέχνες και συγγραφείς στην ιστορία της όπως ο Κώστας Μόντης, ο Μάνος Λοΐζος, η Άννα Βίσση, ο Δημήτρης Θ. Γκότσης κι ο Μάριος Τόκας πολλοί εκ των οποίων έχουν κάνει καριέρα και στην Ελλάδα.

Τέλος, στον αθλητισμό υπάρχουν κάποια ιστορικά σωματεία όπως ο ΑΠΟΕΛ Λευκωσίας, η Ομόνοια Λευκωσίας, η Ανόρθωση Αμμοχώστου, η ΑΕΛ Λεμεσού, ο Απόλλων Λεμεσού, η Νέα Σαλαμίνα Αμμοχώστου και η Αθλητική Ένωση Κιτίου. Το πιο δημοφιλές άθλημα στη χώρα είναι το ποδόσφαιρο.

Η εξωτερική πολιτική της Κύπρου είναι σήμερα εναρμονισμένη με την πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσα στο ενιαίο πλαίσιο της κοινής εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας. Ειδικότερα από το 1974 οι προσπάθειες της χώρας στον τομέα αυτό επικεντρώνονται στο τερματισμό της τουρκικής κατοχής και διαίρεσης της νήσου. Παρότι όμως η Κύπρος ταυτίζεται με τη Δύση, έχει αναπτύξει παράλληλα στενούς δεσμούς με το Ισραήλ, τον Αραβικό κόσμο, χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Αφρικής.

Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι μέλος των: Australia Group, CN, CE, CFSP, EBRD, EIB, ΕΕ, FAO, IAEA, IBRD, ICAO, ICC, ICCt, ITUC, IDA, IFAD, IFC, IHO,ILO, IMF, IMO, Interpol, IOC, IOM, IPU, ITU, MIGA, Κίνημα Αδεσμεύτων, NSG, OPCW, OSCE, PCA, ΟΗΕ, UNCTAD, UNESCO, UNHCR, UNIDO, UPU, WCL, WCO, WFTU, WHO, WIPO, WMO, WToO, WTO.

Στην Κύπρο υπάρχουν πολλές πρεσβείες και προξενεία εκπροσωπούμενων χωρών.

Οι σημειώσεις εμφανίζονται εκεί που τοποθετείται το «μαγνητάκι»: .




#Article 5: Γεωγραφία (2359 words)


Η Γεωγραφία είναι η επιστήμη η οποία περιγράφει, αναλύει και προβλέπει την εξέλιξη της Γης στις βασικές πτυχές της, τόσο του ανθρωπογενούς, όσο και του φυσικού χώρου.  

Η Γεωγραφία, σύμφωνα με τη Διεθνή Γεωγραφική Ένωση, είναι η συστηματική σπουδή και περιγραφή τόσο της επιφάνειας της Γης όσο και των φαινομένων που συμβαίνουν σ΄ αυτή.  

Είναι η επιστήμη που μελετά και τις κατ΄ επέκταση σχέσεις του ανθρώπου προς τη Γη. Μελετά το πώς οι άνθρωποι χρησιμοποιούν, αλλά και διαμορφώνουν το χώρο μέσα στον οποίο ζουν, καθώς και το πώς η Γη επηρεάζει τον τρόπο που ζουν οι άνθρωποι. Γενικότερα η Γεωγραφία διαμορφώνει τους γενικούς όρους κατανομής και ζωής των όντων στην επιφάνειά της.

Όπως αναφέρει η Ένωση Γεωγράφων Ελλάδας, η Γεωγραφία είναι η επιστήμη της φύσης και του ανθρώπου, του χώρου και του χρόνου. Είναι τόσο κοινωνική όσο και φυσική επιστήμη. Δεν έχει σχέση με την απλή αποστήθιση δεδομένων, αριθμών και ονομάτων, αλλά με το διαρκή αναστοχασμό και την αναζήτηση αιτιών. Έχει σχέση με την ενδυνάμωση της έλλογης σκέψης αλλά και την πυροδότηση της φαντασίας. Με την αναπαράσταση αλλά και τα βιώματα. Με την ανάλυση και την ερμηνεία των σχέσεων ανθρώπου και χώρου. Η Γεωγραφία είναι μια επιστήμη που δίνει βάση στον εντοπισμό, την περιγραφή, την ανάλυση και διαχείριση των πολυδιάστατων ζητημάτων της κοινωνίας, της φύσης, της κουλτούρας, της οικονομίας, της τεχνολογίας, κ.α., με έμφαση στις χωρικές τους διαστάσεις, ενώ έχει τις ρίζες της στην αρχαιότητα. Η Γεωγραφία είναι κατεξοχήν η επιστήμη που αναπτύσσει τη χωρική σκέψη.

Η Γεωγραφία είναι μια επιστήμη που δεν αφορά την απλή αποστήθιση δεδομένων, αριθμών και ονομάτων, ούτε μόνο μια απλή χαρτογράφηση και μελέτη χαρτογραφημάτων, αλλά το διαρκή αναστοχασμό και την αναζήτηση αιτιών, την ενδυνάμωση της έλλογης σκέψης αλλά και την πυροδότηση της φαντασίας. Αφορά την αναπαράσταση αλλά και τα βιώματα, την ανάλυση και την ερμηνεία των σχέσεων ανθρώπου και χώρου. Μια επιστήμη που δεν δίνει τόσο βάση στην περιγραφή, όσο στην πολυδιάστατη και ολοκληρωμένη κατανόηση των φαινομένων.

Με άλλα λόγια, η Γεωγραφία δεν διερευνά μόνο τι είναι και πού βρίσκεται στη Γη, αλλά επίσης και το γιατί βρίσκεται εκεί (και όχι κάπου αλλού) με γνώμονα το εάν η αιτία είναι φυσική ή/και ανθρωπογενής και με αναφορά στις συνέπειες.

Όπως ο Ουίλιαμ Χιουζ (William Hughes) - που δίδασκε τη γεωγραφία των Ιερών Τόπων στους μαθητές της Θεολογίας στο Βασιλικό Κολλέγιο του Λονδίνου (King's College London) - το έθεσε σε μία προσφώνηση το 1863: «Η απλή ονομασία χωρών δεν είναι γεωγραφία. Το να ξέρεις από στήθους ένα γεωγραφικό λεξικό δεν κάνει κάποιον, από μόνο του, γεωγράφο. Η γεωγραφία έχει υψηλότερες βλέψεις από αυτές: αναζητά την ταξινόμηση φαινομένων (ομοίως του φυσικού και πολιτικού κόσμου στο βαθμό που διερευνά τον δεύτερο) ούτως ώστε να συγκρίνει, να γενικεύσει, να περάσει από τις επιπτώσεις στα αίτια και κάνοντάς το αυτό να ανακαλύψει τους σημαντικούς νόμους της φύσης και να επισημάνει την επιρροή τους στον άνθρωπο. Με μια λέξη, η γεωγραφία είναι επιστήμη, όχι απλών ονομάτων, αλλά επιχειρημάτων και λογικής, αιτιών και επιπτώσεων».

Η μελέτη της Γεωγραφίας ξεκίνησε από τις απαρχές του ανθρώπινου πολιτισμού, όμως οι απαρχές της ως ξεχωριστού κλάδου συστηματικής έρευνας και μελέτης τοποθετούνται στην Ελλάδα του 8ου αιώνα π.Χ., την εποχή της ομηρικής περιπλάνησης. Με τον Ποιητή ξεκινά το Ταξίδι, ο Ευρωπαϊκός Λόγος και η Γεωγραφική Αναζήτηση. Με τις θεότητες ως έμψυχη φύση… και το τοπίο να ενσαρκώνεται στον Αίολο, στην Κίρκη, στους Κύκλωπες και στη θεόμορφη Καλυψώ… και να αποτυπώνεται, ως χάρτης, στην περίφημη ασπίδα του ήρωα της Ιλιάδας, Αχιλλέα. Με την Ευρώπη να ταυτίζεται με τη Μεσόγειο, στις γεωγραφικές φαντασίες, στις ουτοπίες και στις τοπογραφικές αναφορές των πρώτων Ευρωπαίων. Με τη Γεωγραφία να συνομιλεί με τις υπόλοιπες επιστήμες.

Ο Όμηρος εισηγήθηκε τη γεωγραφική αναζήτηση (8ος αι. π.Χ), ο Ερατοσθένης ο Κυρηναίος (3ος αι. π.Χ), ως συγγραφέας των Γεωγραφικών (τριών βιβλίων που χάθηκαν) την ονομάτισε Γεωγραφία προσδιορίζοντας τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της (από τις ελληνικές λέξεις γη και γράφω), μέτρησε την περίμετρο της Γης και σχεδίασε τον πρώτο χάρτη, ενώ ο Στράβων (1ος αι. π.Χ - 1ος αι. μ.Χ) διαμόρφωσε την εξέλιξή της με επιστημολογική παρέμβαση μέσα από το έργο του Γεωγραφικά που τη συνέδεε με τη Φιλοσοφία και τη διαχώριζε από τη Γεωμετρία (Λεοντίδου, 2000), προσπαθώντας να εξηγήσει τις πολιτισμικές διαφορές από τόπο σε τόπο.

Οι γνωστικές περιοχές και κατευθύνσεις της Γεωγραφίας είναι οι εξής:

Γνωστικά αντικείμενα:

Ως προς τον επαγγελματικό τομέα, σύμφωνα με το Π.Δ. 147 (Φ.Ε.Κ. 124, 04/06/2002), οι Γεωγράφοι μπορούν:

Ο επιστήμονας που ασχολείται με αυτή την επιστήμη ονομάζεται γεωγράφος. Σπουδές στην Ελλάδα παρέχονται από τα δυο ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα (Α.Ε.Ι) Πανεπιστήμιο Αιγαίου και Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο Αθηνών από τα τμήματα Γεωγραφίας αντίστοιχα. Η Γεωγραφία υπάρχει και ως Θεματική Ενότητα στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, ενώ μαθήματα Γεωγραφίας διδάσκονται σε κάποια ακαδημαϊκά τμήματα ανά την Ελλάδα.

Ο επίσημος επαγγελματικός φορέας των Γεωγράφων είναι η Ένωση Γεωγράφων Ελλάδας.

Οι πρώτες έννοιες της Γεωγραφίας αποκαλύπτονται στην Ελληνική Μυθολογία όπου οι πολύ πρώιμες παρατηρήσεις των γεωλογικών αναστατώσεων και των επακόλουθων διαμορφώσεων, τουλάχιστον του αρχαίου ελλαδικού χώρου, διαμορφώνονται ως μυθολογικές ανθρωπόμορφες έννοιες και μυθικές δραστηριότητες αυτών. Ασφαλώς και από την άποψη αυτή ο Όμηρος και ο Ησίοδος θα πρέπει να θεωρούνται οι πρώτοι γεωγράφοι. Αλλά και στην αρχαία Βαβυλώνα και την Αίγυπτο οι πρώτες γεωγραφικές αναφορές χαρακτηρίζονται ως τοπογραφία περιοχών που εξαφανίζονται από πλημμύρες.

Η Γεωγραφία έφτασε σε πολύ μεγάλη ακμή στον ελληνικό κόσμο καθότι οι Έλληνες είχαν ακριβή εικόνα της περιοχής της Μεσογείου. Ο πρώτος συγγραφέας από τον οποίο έχουμε γεωγραφικές περιγραφές στο έργο του είναι ο ποιητής Όμηρος. Στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια περιγράφει τόπους, φυσικά φαινόμενα, κοινωνίες και ανθρώπους. Κέντρο του κόσμου του Ομήρου είναι ο Όλυμπος, η κατοικία των θεών. Τα τοπωνύμια που χρησιμοποιεί ο  Όμηρος είναι γνωστά αλλά δύσκολα προσδιορίσιμα λόγω των αλλαγών που έχουν επέλθει, με την πάροδο του χρόνου, στη μορφολογία του εδάφους. Ο Όμηρος υπήρξε ο εισηγητής της Γεωγραφίας. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο Όμηρος ήταν περισσότερο ποιητής παρά γεωγράφος με τη σημερινή έννοια (Λεοντίδου, 2011).

Αν η γεωγραφία εισήχθη από την εποχή του Ομήρου, αναβαθμίστηκε σε επιστήμη, έναν αιώνα αργότερα, την εποχή των Ιώνων φιλοσόφων, οι οποίοι αποτέλεσαν τη γέφυρα μεταξύ μύθου και έλλογης σκέψης. Αυτοί υπήρξαν οι πρώτοι που αντιλήφθηκαν το σχήμα της Γης και τη σχέση της με τον ήλιο και τα άλλα ουράνια σώματα. Οι φιλόσοφοι Θαλής, Αναξίμανδρος και Εκαταίος έδωσαν νόημα στη λέξη γεωγραφία. Ο πρώτος, σπουδαίος γεωμέτρης, μίλησε για τη σφαιρικότητα της Γης, παρουσιάζοντάς την ως δίσκο που επιπλέει στον ωκεανό και προβλέποντας την ολική έκλειψη ηλίου το 585 π.Χ αναφερόμενος στον πολικό αστέρα ως μόνιμο σημείο προσανατολισμού, ο δεύτερος υποστήριξε την ιδέα της κίνησης της Γης και του σύμπαντος και την ισορροπία των φυσικών δυνάμεων έφτιαξε το πρώτο γεωγραφικό πίνακα/χάρτη του τότε γνωστού κόσμου (όπως μας λέει ο Στράβων στα Γεωγραφικά, βιβλίο Α ΄, Κεφ. 1, παρ. 11), ενώ ο τρίτος συνέγραψε το πρώτο γεωγραφικό έργο για την Ευρώπη και την Ασία βάσει ναυσιπλοϊκών καταγραφών (αναφέρεται από τον Ηρόδοτο), βελτίωσε το χάρτη του Αναξίμανδρου και κατέγραψε μύθους πολλών λαών (Λεοντίδου, 2011). 

Ο Μέγας Αλέξανδρος επίσης ενδιαφέρθηκε για την ανάπτυξη της Γεωγραφίας σαν μέσο για την καλύτερη διοίκηση της αυτοκρατορίας του, στο επιτελείο των επιστημόνων που τον ακολούθησε στις εκστρατείες του περιλαμβάνονταν πολλοί γεωγράφοι και τοπογράφοι οι επονομαζόμενοι «βηματιστές» (Λεοντίδου, 2011). Ο Αλέξανδρος διέταξε και μια σειρά εξερευνητικών αποστολών σε μέρη εντός και εκτός της αυτοκρατορίας του ενώ ίδρυσε και πολλές πόλεις σε κομβικά γεωγραφικά σημεία της επικράτειας του.

Στη Σάμο, που την εποχή εκείνη πρέπει να θεωρείται σαν μέρος της Ιωνίας, ο Αρίσταρχος (320-250 π.Χ.) ανακάλυψε το ηλιοκεντρικό σύστημα, περίπου δυο χιλιάδες χρόνια πριν τον Κοπέρνικο, ο οποίο αρχικά μνημόνευσε τον Αρίσταρχο αλλά μετά το αφαίρεσε, όπως μας λέει ο ) με αποτέλεσμα η ηλιοκεντρική θεωρία να πάρει το όνομα του Κοπέρνικου. Ο εν λόγω φιλόσοφος είχε θητεύσει στη σχολή του Αριστοτέλη στην Αθήνα. Έζησε και δίδαξε στην Αλεξάνδρεια. Από τα πολλά έργα που είχε συγγράψει διασώζονται ελάχιστα αποσπάσματα, διατύπωσε πάντως με σαφήνεια ότι η Γη περιστρέφεται γύρω από τον ήλιο. Η έλλειψη μεγάλου μέρους του έργου, παρότι επαναστατικού για την εποχή του, δεν του έδωσε την αναγνώριση που πιθανόν να του ανήκε (Λεοντίδου, 2011).

Η Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, πόλη που ίδρυσε ο Μέγας Αλέξανδρος, ήταν η πόλη διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της Γεωγραφίας κατά την ύστερη αρχαιότητα. Στην πόλη αυτή, με την σπουδαία βιβλιοθήκη, έδρασαν πολλοί επιστήμονες που ώθησαν την Γεωγραφία σε πρωτόγνωρα επίπεδα. Πρώτος απ΄ όλους ο Ερατοσθένης (3ος αι. π.Χ.) ο άνθρωπος στον οποίον οφείλει το όνομα της η επιστήμη της Γεωγραφίας. Ο Ερατοσθένης, ποιητής, μαθηματικός, φιλόσοφος, υπήρξε επικεφαλής στη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας. Συνέγραψε ένα βιβλίο με τον τίτλο Γεωγραφικά και  υπολόγισε με σχετική ακρίβεια την περίμετρο της Γης (με σφάλμα μικρότερο από 1%), ενώ κατασκεύασε τον πρώτο χάρτη που αντιστοιχούσε στην πραγματικότητα. Στο σωζόμενο απόσπασμα από το ποίημά του Ερμής αναφέρεται στις πέντε γεωγραφικές ζώνες της Γης, σε παλιές μυθικές αφηγήσεις και στις αρχές της αστρονομίας (Λεοντίδου, 2011), συνδέοντας τον ομηρικό κόσμο με τους προσωκρατικούς φιλοσόφους και την ποίηση με τη γεωγραφία, συνεισφέροντας έτσι στη διαπλάτυνση του έμπυρου ομηρικού σύμπαντος και στην περαιτέρω πυροδότηση της γεωγραφικής φαντασίας.

Τη σκυτάλη πήραν οι Στράβων και Κλαύδιος Πτολεμαίος. Ο Στράβων στις αρχές της 1ης χιλιετίας μ.Χ. συνέγραψε το έργο του με τίτλο Γεωγραφικά (17 τόμοι),  το έργο παρότι στηρίχθηκε κατά κύριο λόγο σε περιγραφές των ταξιδίων του σε Νείλο, Αλεξάνδρεια, Αιθιοπία, Αρμενία, Σαρδηνία, Ρώμη, και αλλού, εντούτοις προσπάθησε να εξηγήσει τις πολιτισμικές διαφορές των ανθρώπων τα ήθη και έθιμα τους καθώς και τα συστήματα διακυβέρνησής τους (Λεοντίδου, 2011). Το έργο σώζεται ακέραιο και αποτελεί έναν Παγκόσμιο Άτλα της εποχής του. Ο Πτολεμαίος ο Αλεξανδρεύς ή Κλαύδιος Πτολεμαίος (2ος αι. μ.Χ) θεωρείται ο πατέρας της Χαρτογραφίας με κύριο έργο του τη Γεωγραφική Υφήγησις.

Ο Ελληνικός πολιτισμός είναι ο πρώτος πολιτισμός που ενεργά εξερεύνησε τη Γεωγραφία ως επιστήμη και φιλοσοφία, με κύριους συντελεστές (χρονολογικά από τον 8ο αι. π.Χ. έως τον 2ο αι. μ.Χ) τον Όμηρο, τον Θαλή τον Μιλήσιο, τον Εκαταίο τον Μιλήσιο, τον Ηρόδοτο, τον Ιπποκράτη, τον Αριστοτέλη, τον Δικαίαρχο τον Μεσσηνό, τον Ερατοσθένη, τον Στράβωνα, τον Μαρίνο τον Τύριο, τον Πτολεμαίο, τον Αρριανό και τον Παυσανία. Η χαρτογράφηση από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία κατά τη διάρκεια των εξερευνήσεων τους πρόσθεσε νέες τεχνικές στη Γεωγραφία (π.χ. σειρά διαφόρων ιστορικών βιβλίων που ασχολούνται με το θέμα, όπως το αξιόλογο «Geographia» του Κλαύδιου Πτολεμαίου). Μία από τις τεχνικές είναι ο περίπλους: η περιγραφή λιμανιών και της στεριάς που ένας ναύτης θα συναντούσε στη διάρκεια του ταξιδιού κατά τη στεριά. Ο πολυγραφότατος Πλίνιος υπήρξε ο κύριος εκπρόσωπος της ρωμαϊκής Γεωγραφίας.   

Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, Άραβες όπως οι Ιντρισί (12ος αι.), Ιμπν Μπατούτα (14ος αι.) και Ιμπν Χαλντούν (14ος αι.) διατήρησαν τις ελληνικές και ρωμαϊκές τεχνικές και πάνω σε αυτές βασίστηκαν για να δημιουργήσουν δικές τους. Με την αποικιοκρατία (16ος αι.) το ενδιαφέρον για τη Γεωγραφία άρχισε να επαναπτύσσεται μέσω της αναζωπύρωσης του ενδιαφέροντος συστηματικής σπουδής νέων χώρων, εδαφών, τόπων, κοινωνιών, ανθρώπων και τοπίων. 

Γερμανοί διανοητές του 18ου και 19ου αιώνα βοήθησαν στην ανάδυση της Γεωγραφίας ως σύγχρονης επιστήμης του χώρου και του χρόνου. 

Ο Ιμμάνουελ Καντ (1724-1804) μπορεί να θεωρηθεί ως ο πνευματικός πατέρας της (ανθρωπο)γεωγραφίας. Υπήρξε πανεπιστήμονας στα αρχαιοελληνικά και αναγεννησιακά πρότυπα. Ενίσχυσε τη συνομιλία γεωγραφίας-φιλοσοφίας όπως παλαιότερα έκανε ο Στράβων. Θεωρούσε ότι η γνώση εξαρτάται από την εμπειρία που αποκτάται μέσω των πέντε αισθήσεων (Αριστοτέλης) και ότι ο άνθρωπος δημιουργεί την πραγματικότητα, ο κόσμος αντιμετωπίζεται ως «σύνολο ανθρώπινης εμπειρίας». Δίδαξε γεωγραφία σε επίπεδο ανώτατης εκπαίδευσης. Αν και δεν είχε ταξιδέψει, οι περιγραφές του ήταν λεπτομερείς, αναλυτικές και εμπνευσμένες.

Ο Καρλ Ρίτερ (1779-1859) καθιέρωσε τη διδασκαλία της γεωγραφίας στην ακαδημία (πανεπιστημιακή γεωγραφία). Δίδαξε εφαρμοσμένη (ανθρωπο)γεωγραφία προσαρμοσμένη στους στόχους της διοίκησης, της πολιτικής και διαχείρισης του χώρου. Μαζί με τον Αλεξάντερ φον Χούμπολτ (1769-1859) επηρέασαν τις εξελίξεις στη γεωγραφία. Ο φον Χούμπολτ εξερεύνησε τη φύση (σε λατινική Αμερική και Ρωσία) και έγραψε για τη Φυσική Γεωγραφία. Η συστηματική γεωγραφία τους έθετε τον άνθρωπο μέσα στο φυσικό του περιβάλλον χωρίς σκληρό αιτιοκρατικό πρόταγμα και οδήγησε εμμέσως σε κριτική της αποικιοκρατίας.

Ο Φρίντριχ Ράτσελ (1844-1904) θεωρείται ιδρυτής της Ανθρωπογεωγραφίας (1882 εκπονεί το έργο Ανθρωπογεωγραφία). Πρόκειται για μια συστηματική αιτιοκρατική προσέγγιση, οι κοινωνικές σχέσεις σαν φυσικές σχέσεις (διακυβερνώνται από τους ίδιους φυσικούς νόμους), όπου ο χώρος μέσα από το κλίμα (π.χ. εύκρατο/τροπικό), τη γεωμορφολογία (βουνά/πεδιάδες), τη θέση, κλπ, καθορίζει την ανάπτυξη πολιτισμών και χαρακτήρων. Ορίζει το κράτος ως ζωντανό οργανισμό που προσαρμόζεται στο γεωγραφικό περιβάλλον και στους νόμους του χώρου, ως «ένα οργανισμό που συνδέεται άμεσα με τη γη», φυσική οντότητα που απαιτεί ζωτικό χώρο (Lebensraum) για να αναπτυχθεί (οργανική θεώρηση του κράτους, ανεξάρτητο από έθνος ή κοινωνία). Επηρεάστηκε από την πολιτική γεωγραφία του Αριστοτέλη, που όμως δεν έφτασε σε τόσο βάθος αιτιοκρατίας, αφού προσέδιδε μέτρο και σοφία στην εδαφικότητα. Το 1891 με το δεύτερο τόμο ο Ράτσελ διαφοροποιεί τον ντετερμινισμό του.

Οι πρώτες προσεγγίσεις της ακαδημαϊκής Γεωγραφίας είναι οι εξής:

Περιβαλλοντικός Ντετερμινισμός ή Αιτιοκρατία (τέλη 19ου αι.)

Περιφερειακή γεωγραφία και ποσσιμπιλισμός (πιθανοκρατία) (αρχές 20ου αι.)

Εδώ, κατά τον Κουρλιούρο (2013), η πρώτη επιστημολογική τομή ήρθε με την ανάδυση της ποσοτικής επανάστασης και της θετικιστικής προσέγγισης, η οποία ήρθε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο που σηματοδότησε νέες κοινωνικές ανάγκες και προτεραιότητες.

Στο σύγχρονο κόσμο, η Γεωγραφία καθιερώθηκε ως επιστημονικός κλάδος στη Δυτική Ευρώπη και στη Βόρεια Αμερική τον 19ο αιώνα. Αρχικά ανήκε στις Φυσικές Επιστήμες – μελέτη της επιφάνειας, του ανάγλυφου, της βλάστησης και του κλίματος της γης. Σταδιακά, εξελίχθηκε και σε κοινωνική επιστήμη – μελέτη των ανθρώπινων δραστηριοτήτων στο χώρο και το χρόνο. Η σύγχρονη επιστήμη της Γεωγραφίας κινείται ανάμεσα σε δύο κόσμους και επιχειρεί να τους συνθέσει – τον κόσμο των Φυσικών και τον κόσμο των Κοινωνικών Επιστημών. Με βάση τη διεπιστημονική, συνθετική και διαχρονική προσέγγιση, η σύγχρονη Γεωγραφία αναλύει και ερμηνεύει τη συγκρότηση και διαφοροποίηση του χώρου έτσι όπως διαμορφώνεται και μεταβάλλεται κάτω από τη διαρκή αλληλεπίδραση φυσικών παραγόντων – όπως το κλίμα, το ανάγλυφο, η βλάστηση – και κοινωνικο-πολιτισμικών, οικονομικών, ιδεολογικών και πολιτικών διεργασιών. 

Επόμενες προσεγγίσεις της ακαδημαϊκής Γεωγραφίας: 

Ποσοτική Γεωγραφία και Λογικός Θετικισμός (μέσα 20ου αιώνα) 

Μπηχεβιορισμός (Συμπεριφορισμός)

Ουμανιστική Γεωγραφία

Στρουκτουραλιστική Γεωγραφία

Μεταμοντέρνα Γεωγραφία

Μετα-στρουκτουραλιστική Γεωγραφία

Η εξέλιξη των ιδεών στη Γεωγραφία, συνεχίζεται... όλες οι προσεγγίσεις μαζί συνθέτουν το παζλ της κατανόησης της πολυσύνθετης πραγματικότητας, καθότι για να κατανοήσουμε τη Γεωγραφία είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε την Κοινωνία (Massey, 2001) και μαζί της τις διαστάσεις και τους τρόπους παραγωγής του χώρου σε σχέση με το χρόνο.

Ενδεικτικά:

Ανθρωπογεωγραφία

Φυσική Γεωγραφία

Γεωπληροφορική

Ανάπτυξη και Σχεδιασμός Χώρου




#Article 6: Λευκωσία (2408 words)


Η Λευκωσία (Τουρκικά: Lefkoşa), γνωστή διεθνώς με το ιταλικό της όνομα Nicosia (από τα γαλλικά: Nicosie), είναι η πρωτεύουσα της Κύπρου. Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, η Λευκωσία ήταν σειρήνα, μία από τις κόρες του Αχελώου και της Μελπομένης και η ονομασία της μεταφράζεται ως «Λευκή Ουσία». Χτισμένη πάνω στον Πεδιαίο ποταμό, η Λευκωσία αποτελεί την έδρα της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο πληθυσμός του Δήμου Λευκωσίας ανέρχεται στους 55.014 κατοίκους, η αστική περιοχή έχει περίπου 244.500 κατοίκους και η μητροπολιτική περιοχή της πρωτεύουσας περίπου 330.000 κατοίκους. Στην αρχαιότητα η πόλη ονομαζόταν Λήδρα και ήταν ένα από τα αρχαία βασίλεια της Κύπρου. Ως πρωτεύουσα της Κύπρου για περισσότερο από χίλια χρόνια, η Λευκωσία καταλήφθηκε στην πορεία από τους Φράγκους, Ενετούς, Οθωμανούς και Βρετανούς. 

Το ιστορικό κέντρο της Λευκωσίας σήμερα βρίσκεται μέσα στα μεγάλα μεσαιωνικά τείχη που έκτισαν οι Ενετοί. Τα τείχη αυτά αποτελούν σήμα κατατεθέν της πόλης, με τους προμαχώνες και τις πύλες του να αξιοποιούνται για να στεγάσουν σημαντικά κτήρια της πόλης όπως το Δημαρχείο και άλλα κτήρια. Το βόρειο μέρος της πόλης εξακολουθεί να βρίσκεται υπό τουρκική κατοχή, έτσι η Λευκωσία αποτελεί την μόνη απομένουσα διχοτομημένη πρωτεύουσα στην Ευρώπη. Η πόλη, προσφέρει ένα από τα υψηλότερα βιοτικά επίπεδα στον κόσμο . Στη Λευκωσία εδρεύει το Πανεπιστήμιο Κύπρου και ακόμη άλλα τέσσερα πανεπιστήμια, τρία Ιδιωτικά και ένα Δημόσιο.

Οι κατεχόμενες και οι ελεύθερες περιοχές της Λευκωσίας χωρίζονται από τη Γραμμή Κατάπαυσης του Πυρός. Πολλές φορές, αυτή λέγεται και Πράσινη Γραμμή, παίρνοντας το όνομά της από τη γραμμή πράσινου χρώματος που σχεδιάστηκε πάνω στο χάρτη της Κύπρου το 1963 για να δείξει τα όρια των ελληνικών και τουρκικών τομέων. Εφαπτόμενη της πράσινης γραμμής προς τα ελεύθερα εδάφη, υπάρχει μια ζώνη η οποία ονομάζεται νεκρή ζώνη. Πρόκειται για μια ζώνη στην οποία η κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας έχει παραχωρήσει δικαίωμα ελέγχου στα Ηνωμένα Έθνη για διατήρηση του status quo το οποίο έχει προκύψει από την εισβολή της Τουρκίας το 1974. Η Γραμμή Κατάπαυσης του Πυρός εκτείνεται ανατολικά και δυτικά της Λευκωσίας, διασχίζοντας όλη την Κύπρο.

Η πόλη είναι το διοικητικό και εμπορικό κέντρο της Κύπρου και σε αυτήν λειτουργούν αρκετές βιομηχανίες που παράγουν ρουχισμό, δερμάτινα, κεραμικά, πλαστικά προϊόντα κλπ. Τα τελευταία χρόνια έχει επίσης μετατραπεί σε κέντρο υπηρεσιών ιδιαίτερα χρηματοοικονομικής και εκπαιδευτικής φύσης.

Από αρχαιοτάτων χρόνων η πόλη της Λευκωσίας υπήρξε το κέντρο της Κύπρου, τόσο από γεωγραφικής πλευράς, όσο και από συγκοινωνιακής και οικονομικής. Το γεγονός αυτό την κατέστησε τρόπον τινά τη διοικούσα της Κύπρου, αφού αργότερα έγινε και πρωτεύουσα του νησιού.

Πολιτικά διοικείται από τον εκάστοτε δήμαρχο. Σημερινός δήμαρχος είναι ο Κωνσταντίνος Γιωρκάτζης. Προηγούμενοι δήμαρχοι υπήρξαν η Ελένη Μαύρου, ο Μιχαλάκης Ζαμπέλας, ενώ παλαιότερα για σειρά ετών και θητειών υπήρξε ο Λέλλος Δημητριάδης. Το Δημαρχείο της πόλης βρίσκεται κτισμένο πάνω στον προμαχώνα Ντ'Αβίλα, δίπλα από την Πλατεία Ελευθερίας. 

Στη Λευκωσία εδρεύει η εκτελεστική, νομοθετική και δικαστική εξουσία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Νότια του κέντρου βρίσκεται το Προεδρικό Μέγαρο όπου μένει ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας και όπου έμενε επί αποικιοκρατίας και ο Άγγλος κυβερνήτης της Κύπρου. Στη Λευκωσία βρίσκονται όλα τα υπουργεία, η Βουλή των Αντιπροσώπων αλλά και το Ανώτατο Δικαστήριο.

Στην πόλη της Λευκωσίας, μέσα από τα Ενετικά Τείχη, υπάρχει το Μέγαρο της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου. Η Λευκωσία, αν και παλαιότερα είχε δικό της Επίσκοπο, τον Άγιο Τριφύλλιο Επίσκοπο Λήδρας, σήμερα ανήκει εκκλησιαστικά στην περιφέρεια της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου. Σημερινός Αρχιεπίσκοπος Κύπρου είναι ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσόστομος Β΄.

Γνωστή και ως Λήδρα στους αρχαίους χρόνους, η πόλη ήταν η έδρα των φράγκων βασιλέων της Κύπρου από το 1192. Κατελήφθη από τους Ενετούς το 1489 και τους Τούρκους το 1570.

Από το 1963 και μετά το βόρειο μέρος, όπου χοντρικά βρίσκεται η τουρκική συνοικία της πόλης, αποτέλεσε θύλακο διαμονής των Τουρκοκυπρίων.

Διάδοχος πόλη των αρχαίων Λεδρών, ενός από τα δώδεκα βασίλεια της αρχαίας Κύπρου που είχαν ιδρυθεί από τους Αχαιούς μετά το τέλος του Τρωικού πολέμου. Ίχνη της αρχαίας εκείνης πόλης, χρονολογούμενα από τα προϊστορικά χρόνια, είχαν βρεθεί στο λόφο νοτιοανατολικά της σημερινής Λευκωσίας (συνοικία Αγίας Παρασκευής).

Σε άλλα σημεία της Λευκωσίας βρέθηκαν κατά καιρούς ερείπια κτιρίων και αρχαίοι τάφοι των προϊστορικών χρόνων, των ελληνιστικών χρόνων, των ρωμαϊκών χρόνων, της πρωτοβυζαντινής εποχής κλπ. Το βασίλειο των αρχαίων Λεδρών διαλύθηκε νωρίς, ίσως τον 8ο ή τον 7ο π.Χ. αιώνα. Γνωρίζουμε ένα μόνο βασιλιά του, τον Ονασαγόρα. Στις πηγές αναφέρεται ότι οι Λέδρες ήταν μικρός και άσημος οικισμός κατά τον 1ο μ.Χ. αιώνα. Ο χαρακτήρας της πόλης ήταν τότε καθαρά γεωργοκτηνοτροφικός.

Η πόλη, επειδή βρισκόταν στο εσωτερικό του νησιού και όχι στα παράλια, δεν γνώρισε την αλματώδη ανάπτυξη και ακμή άλλων αρχαίων κυπριακών πόλεων που οφειλόταν κυρίως στο εμπόριο.

Κατά τον 4ο μ.Χ. αιώνα ήταν επισκοπική έδρα, με όνομα Επισκοπή Λήδρας με επίσκοπο τον Άγιο Τριφύλλιο, επίσκοπο Λήδρας, μαθητή του Αγίου Σπυρίδωνος, Επίσκοπου Τριμυθούντος. Σήμερα, η Επισκοπή Λήδρας δεν βρίσκεται στη Λευκωσία εφόσον δεν έχει επισκοπική περιφέρεια, και ο Επίσκοπος της είναι Τιτουλάριος και είναι ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Λήδρας κ. Επιφάνιος, Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Μαχαιρά.

Έγινε πρωτεύουσα της Κύπρου στη βυζαντινή εποχή, όταν οι Άραβες το 647 κατέστρεψαν τη μέχρι τότε πρωτεύουσα του νησιού Σαλαμίνα.

Κατά τα βυζαντινά χρόνια η πόλη αναφέρεται ως Λευκουσία (ίσως από το Λευκή Περιουσία), αλλά και ως Καλληνίκησις, και ως πόλη των Λευκών Θεών. Πρωτεύουσα της Κύπρου έγινε η Λευκωσία κατά ή λίγο μετά το 965, όταν δηλ. η Κύπρος απαλλάχτηκε από τον αραβικό κίνδυνο και επανεντάχθηκε στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Τότε οι Βυζαντινοί μετέφεραν την έδρα της διοίκησης στη Λευκωσία, στο κέντρο περίπου της Κύπρου, κυρίως για λόγους περισσότερης ασφάλειας από επιδρομές που συχνά έπλητταν τις παραλιακές περιοχές του νησιού. Έκτοτε, και ως σήμερα, παρέμεινε πρωτεύουσα της Κύπρου.

Όταν ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος κατέλαβε την Κύπρο, το 1191, την πούλησε λίγο αργότερα στους Ναΐτες ιππότες που εγκατέστησαν τη διοίκησή τους στη Λευκωσία. Το Πάσχα του 1192 οι κάτοικοι της πόλης εξεγέρθηκαν κατά των Ναϊτών, αλλά κατεσφάγησαν. Οι Ναΐτες επέστρεψαν τότε την Κύπρο στο Ριχάρδο, κι εκείνος την πούλησε στο Γάλλο ευγενή Γκι ντε Λουζινιάν.

Έτσι, από το 1192 άρχισε η περίοδος της Φραγκοκρατίας, που κράτησε ως το 1489. Κατά το διάστημα αυτό, η Λευκωσία ήταν η πρωτεύουσα του μεσαιωνικού βασιλείου της Κύπρου, έδρα των Λουζινιάν βασιλέων του νησιού, της Λατινικής Εκκλησίας και της φράγκικης διοίκησης. Κτίσθηκαν τότε τα τείχη της πόλης, όπως και πολλά λαμπρά ανάκτορα και άλλα οικοδομήματα, μεταξύ των οποίων ο σωζόμενος και σήμερα μεγάλος γοτθικός καθεδρικός ναός της Αγίας Σοφίας (Σελιμιγιέ τζαμί). Οι τάφοι των Λουζινιανών βασιλιάδων βρίσκονταν στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας, στην κατεχόμενη Λευκωσία.

Το 1374 η Λευκωσία καταλήφθηκε και λεηλατήθηκε από τους Γενουάτες, ενώ το 1426 καταλήφθηκε και λεηλατήθηκε από τους Σαρακηνούς (Μαμελούκους της Αιγύπτου). Το 1489 η Κύπρος καταλήφθηκε από τη Βενετία και η Λευκωσία εξακολούθησε να είναι η πρωτεύουσα. Το 1567, όταν οι Βενετοί έκτισαν τις νέες οχυρώσεις της Λευκωσίας, αυτές που σώζονται ως σήμερα, γκρέμισαν όχι μόνο τις παλαιότερες αλλά και πολλά άλλα σημαντικά οικοδομήματα, όπως το βασιλικό ανάκτορο, ιδιωτικά ανάκτορα, εκκλησίες και μοναστήρια, τόσο των Ορθοδόξων όσο και των Λατίνων.

Το 1570 περίπου, η Λευκωσία πολιορκήθηκε από τους Οθωμανούς Τούρκους που είχαν εισβάλει στην Κύπρο. Η άμυνα των Βενετών ήταν προβληματική, αλλά η πόλη άντεξε μια σκληρή πολιορκία για 40 ημέρες, μέχρι την πτώση της στις 9 Σεπτεμβρίου 1570. Τότε γνώρισε τη μεγαλύτερη καταστροφή όταν ο Σελήμ ο Β' κατέλαβε την πόλη και έσφαξε 20.000 κατοίκους. Το 1821, στην πλατεία, μπροστά στο σεράι του Τούρκου πασά, καρατομήθηκε ο αρχιεπίσκοπος Κυπριανός κι οι πρόκριτοι της πόλης. 

Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας (1570- 1878), η Λευκωσία παρέμεινε πρωτεύουσα της Κύπρου, αλλά γνώρισε την παρακμή (όπως και ολόκληρη η Κύπρος άλλωστε) και κατέληξε να είναι μια μικρή και άσημη πόλη, κλεισμένη στα ψηλά της τείχη.

Άρχισε και πάλι να αναπτύσσεται μετά την κατάληψη της Κύπρου από τους Άγγλους, το 1878. Στα χρόνια της αγγλικής κατοχής υπήρξε έδρα του Άγγλου αρμοστή. Το 1905 αρχίζει να λειτουργεί ο Κυπριακός Κυβερνητικός Σιδηρόδρομος που ένωνε τη Λευκωσία με τη Μόρφου και την Ευρύχου (στα δυτικά) και την Αμμόχωστο (στα ανατολικά). Μεγάλη όμως ακμή άρχισε να γνωρίζει μετά την ανεξαρτησία της Κύπρου, το 1960, οπότε και έγινε πρωτεύουσα του κράτους. Ωστόσο η πόλη συνέχισε να είναι διαχωρισμένη σε δύο τομείς, τον ελληνικό και τον τουρκικό. Λόγω των διακοινοτικών ταραχών, που άρχισαν τα Χριστούγεννα του 1963, η πόλη μοιράστηκε σε ελληνικό και σε τουρκικό τμήμα. Κατά την τουρκική εισβολή του Ιουλίου του 1974 δέχτηκε τρομαχτικές καταστροφές. Μετά το 1974, εξακολούθησε να είναι μοιρασμένη και σήμερα είναι η μοναδική πόλη στον κόσμο που εξακολουθεί να είναι χωρισμένη στα δύο.

Πριν από τον Ιούλιο του 1974 είχε πληθυσμό που ξεπερνούσε τις 55.000 μαζί με τα προάστια, από τα οποία τα 4/5 περίπου ήταν Ε/Κ. Είναι όμορφη πόλη και το νέο τμήμα της έχει άριστη ρυμοτομία. Περιβάλλεται από τα ερείπια του βενετικού κάστρου, που στη θέση της τάφρου του υπάρχει ένα θαυμάσιο άλσος. Έχει 11 μεγάλες εκκλησίες και τα τεμένη που υπάρχουν είναι μεσαιωνικές εκκλησίες που μετατράπηκαν από τους Τούρκους κατακτητές σε μωαμεθανικούς ναούς.

Είναι η έδρα της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου και διαθέτει το περίφημο Παγκύπριο Γυμνάσιο, που ιδρύθηκε το 1812 από τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό κι έβγαλε τόσους ήρωες μαθητές στα χρόνια του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ. Είναι επίσης έδρα της τράπεζας της Κύπρου κι έχει πολλά υποκαταστήματα ξένων κι ελληνικών τραπεζών. Στολίζεται από το νέο Αρχιεπισκοπικό Μέγαρο βυζαντινού ρυθμού, που δέχτηκε καταστροφή κατά τις τραγικές ημέρες του Ιουλίου του 1974, το μουσείο λαϊκής τέχνης, το αρχαιολογικό μουσείο της Κύπρου, τη Σεβέρειο βιβλιοθήκη, το κτίριο της Βουλής, το Προεδρικό Μέγαρο το οποίο ήταν το κυβερνείο του Άγγλου κυβερνήτη κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας, κι άλλα νεόδμητα κτίρια. Το αεροδρόμιο της Λευκωσίας ήταν κόμβος για τις αεροπορικές συγκοινωνίες της Μ. Ανατολής.

Η Λευκωσία είναι πρωτεύουσα της ομώνυμης επαρχίας, της μεγαλύτερης του νησιού που έχει πληθυσμό 338.000 κατ.

Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1974 η Λευκωσία προέβαλε σημαντική αντίσταση κατά των Τούρκων εισβολέων, οι οποίοι δεν κατόρθωσαν να περάσουν στο νότιο τμήμα της πόλης. Κατά την επιδρομή και τις μάχες που ακολούθησαν, στη Λευκωσία καταστράφηκαν πολλά κτίρια, νοσοκομεία, καθώς επίσης και το αεροδρόμιο από το συνεχή βομβαρδισμό των τουρκικών αεροπλάνων.

Σήμερα η Πράσινη Γραμμή αποτελεί το σύνορο μεταξύ της τουρκοκρατούμενης Κύπρου και της ελεύθερης. Επίσης η Πράσινη Γραμμή αποτελεί και τόπο στάθμευσης της ειρηνευτικής δυνάμεως του Ο.Η.Ε.

Κατάλογος Δημάρχων Λευκωσίας

Η Λευκωσία είναι σημαντικός οικονομικός πόλος, με πολλά καταστήματα, τρία σύγχρονα εμπορικά κέντρα, εστιατόρια και κέντρα ψυχαγωγίας. Η Λευκωσία κατατάσσεται διεθνώς ως η πλουσιότερη, σε κατά κεφαλήν εισόδημα, πόλη της Ανατολικής Μεσογείου και η δέκατη πλουσιότερη πόλη στον κόσμο σύμφωνα με την αγοραστική δύναμη.

Η πόλη φιλοξενεί τα κεντρικά γραφεία 5 κυπριακών τραπεζών. Υπάρχουν πάνω από 15 ξενοδοχεία στην Επαρχία Λευκωσίας. Η πόλη κατατάσσεται το 185ο πιο ακριβό μέρος στον κόσμο από 300 διεθνείς τοποθεσίες. Η πόλη είναι ένα εμπορικό κέντρο και κατασκευάζει υφάσματα, δερμάτινα, κεραμικά, πλαστικά και άλλα προϊόντα. Πολλά ορυχεία χαλκού βρίσκονται σε κοντινή απόσταση. Η Λευκωσία αποτελεί την έδρα του Πανεπιστημίου Κύπρου και τεσσάρων άλλων πανεπιστημίων.
Οι Κυπριακές Αερογραμμές είχαν τα κεντρικά γραφεία τους στη Λευκωσία.

Το Κυπριακό Αρχαιολογικό Μουσείο στη Λευκωσία είναι το μεγαλύτερο αρχαιολογικό μουσείο της χώρας. Είναι το Μουσείο με την πλουσιότερη και μεγαλύτερη συλλογή κυπριακών και μη αρχαιοτήτων στον κόσμο. Η συλλογή αποτελείται αποκλειστικά από αντικείμενα που ανακαλύφθηκαν στο νησί. Τα εκθέματα έχουν αποθηκευτεί έξω από τα τείχη της Λευκωσίας μετά από την ίδρυση του μουσείου το 1882 κάτω από τη βρετανική διοίκηση.

Το Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Κύπρου ή αλλιώς Εθνογραφικό Μουσείο της Λευκωσίας φιλοξενεί τη μεγαλύτερη συλλογή των εθνογραφικών αντικειμένων στη χώρα, η οποία περιλαμβάνει φορεσιές, κεραμικά, δαντέλες, μεταλλοτεχνίες, ξυλογλυπτική και ζωγραφική. Η Λευκωσία φιλοξενεί ενα μεγάλο αριθμό από αίθουσες τέχνης. Το Δημοτικό Κέντρο Τεχνών Λευκωσίας συνεργάζεται με το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης που άνοιξε τον Ιανουάριο του 1994 και βρίσκεται στον παλαιό ηλεκτρικό σταθμό.Τον παλαιό ηλεκτρικό σταθμό δώρισε απλόχερα στο Δήμο Λευκωσίας η Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρος. Η πόλη φιλοξένησε το διαγωνισμό της Μις Υφήλιος 2000, στο Κλειστό Γυμναστήριο Ελευθερία.

Το Ποδόσφαιρο είναι το πιο δημοφιλές άθλημα στην Κύπρο, και η Λευκωσία αποτελεί την έδρα των δύο μεγάλων ομάδων του νησιού, του ΑΠΟΕΛ και της Ομόνοιας αλλά και του Ολυμπιακού Λευκωσίας. Υπάρχουν επίσης πολλές άλλες ποδοσφαιρικές ομάδες της Λευκωσίας και των προαστίων της.

Η Λευκωσία διαθέτει ένα τεράστιο αριθμό ακαδημιών τένις. Η ζήτηση για γήπεδα τένις αυξήθηκε ραγδαία λόγω των πρόσφατων επιτυχιών του Κύπριου τενίστα Μάρκου Παγδατή.

Η Λευκωσία είναι επίσης η έδρα για πολλούς συλλόγους της Καλαθοσφαίρισης, Πετοσφαίρισης, Ιππασίας, Ράγκμπι, Ομάδας Χειροσφαίρισης και σε άλλα αθλήματα.

H Λευκωσία έχει μερικά από τα μεγαλύτερα αθλητικά κέντρα του νησιού. Το Νέο Στάδιο Γ.Σ.Π. είναι το μεγαλύτερο ποδοσφαιρικό στάδιο της Κύπρου, με χωρητικότητα 23.400 και αποτελεί την έδρα της Εθνικής Κύπρου. Το άλλο μεγάλο γήπεδο ποδοσφαίρου στη Λευκωσία είναι το Μακάρειο Στάδιο με χωρητικότητα 16.000.

Το κλειστό στάδιο Τάσσος Παπαδόπουλος - Ελευθερία είναι το μεγαλύτερο κλειστό γήπεδο στην Κύπρο, με χωρητικότητα 7.000 θέσεων και είναι η έδρα της εθνικής ομάδας καλαθοσφαίρισης, πετοσφαίρισης και ποδοσφαίρου σαλονιού, καθώς είναι και έδρα και για τις ομάδες καλαθόσφαιρας, πετόσφαιρας και ποδοσφαίρου σαλονιού της Ομόνοιας Λευκωσίας. Το κλειστό στάδιο Λευκόθεο είναι το γήπεδο για τις ομαδές πετοσφαίρισης, καλαθοσφαίρισης και ποδοσφαίρου σαλονιού του ΑΠΟΕΛ. Επίσης, υπάρχει και το κλειστό στάδιο Κώστας Παπαέλληνας, έδρα της καλαθοσφαιρικής ομάδας του Κεραυνού Στροβόλου.

Η Λευκωσία φιλοξένησε το 2000 ISSF World Cup Final γυρίσματα εκδηλώσεις για την καραμπίνα. Επίσης, η πόλη φιλοξένησε παράλληλα δύο εκδηλώσεις μπάσκετ. Το Ευρωπαϊκό Κύπελλο Σαπόρτα το 1997 και το 2005 FIBA Ευρώπη Ολ Σταρ Γκέιμ πραγματοποιήθηκαν στην περιοχή Ελευθερίας - Κλειστό Γυμναστήριο. Μια άλλη εκδήλωση που φιλοξενήθηκε στη Λευκωσία ήταν οι Αγώνες Μικρών Κρατών Ευρώπης το 1989 και το 2009.

Μεταξύ του 1905 και 1951, η Λευκωσία φιλοξενούσε σιδηροδρομικά τρένα.

Οι αυτοκινητόδρομοι συνδέουν τη Λευκωσία με τις υπόλοιπες μεγάλες αστικές περιοχές της Κύπρου, όπως την Λάρνακα και τη Λεμεσό. Ο αυτοκινητόδρομος Α1 συνδέει τη Λευκωσία με τη Λεμεσό και έπειτα ο A6 λειτουργεί ως μετάβαση από τη Λεμεσό προς την Πάφο. 
Ο αυτοκινητόδρομος Α2 συνδέει τη Λευκωσία με τη νοτιοανατολική πόλη της Λάρνακας και ο αυτοκινητόδρομος Α3 λειτουργεί ως μετάβαση από τη Λάρνακα στην Αγία Νάπα. Ο αυτοκινητόδρομος Α9 συνδέει τη Λευκωσία με το Τρόοδος.

Υπάρχουν πολλές εταιρείες ταξί στη Λευκωσία. Τα κόμιστρα των ταξί καθορίζονται από το Νόμο και οι οδηγοί ταξί είναι υποχρεωμένοι να χρησιμοποιούν ταξίμετρο.

Οι δημόσιες συγκοινωνίες στην πόλη εξυπηρετούνται από ένα δίκτυο λεωφορείων που επιδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Προγραμματίζεται η λειτουργία τραμ στην πόλη με κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αξιοπρόσεκτη είναι η τοιχογραφία του Ευαγγελισμού του 16ου αι., η θύρα του Αγίου Μάμαντος από το Δάλι η οποία συνδέεται με τον Γιώργο Σεφέρη, τοιχογραφίες του Κουταλιανού και του Αθανάσιου Διάκου από το Γέρι, πίνακες του Κάσιαλου και του Κισσονέργη,το δωμάτιο του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού. Περισσότερα 

Ο Δήμος Λευκωσίας έχει αδελφοποιηθεί με τις παρακάτω πόλεις:




#Article 7: Όμηρος (1910 words)


Ο Όμηρος φέρεται ως ο δημιουργός του ποιητικού έργου της Ιλιάδας, από τα πρώτα κείμενα της Ιστορικής περιόδου της αρχαίας Ελλάδας, γνωστά ως «Ομηρικά Έπη». Η Ιλιάδα αποτελείται από 15.693 στίχους και αναφέρεται στις τελευταίες πενήντα μία (51), αποφασιστικής σημασίας ημέρες του πολέμου της Τροίας, ο οποίος συνολικά διήρκεσε, σύμφωνα με το μύθο, 10 χρόνια. Η Οδύσσεια αποτελείται από περίπου 12.110 στίχους και περιγράφει τον δεκαετή αγώνα του Οδυσσέα για τον νόστο (επιστροφή στην πατρίδα του Ιθάκη μετά την κατάληψη της Τροίας).

Διαθέτουμε επτά βίους του Ομήρου που προέρχονται από την αρχαιότητα. Η καταγωγή του φαίνεται πως ήταν από την Ιωνία και θρυλείται ότι επτά πόλεις ερίζουν για την καταγωγή του, με επικρατέστερες τη Σμύρνη και τη Χίο. Ως γονείς του αναφέρονται ο Μαίων και η Κριθηίδα και λέγεται ότι το πραγματικό του όνομα ήταν Μελησιγένης, επειδή γεννήθηκε κοντά στον ποταμό Μέλητα της Σμύρνης και ότι πήρε αργότερα το όνομα «Όμηρος», είτε επειδή ήταν τυφλός (στα Αρχαία Ελληνικα ως μη ορων), είτε επειδή ήταν όμηρος των Κολοφωνίων στον πόλεμο με τη Σμύρνη. Σύμφωνα με τους βίους του, περιόδευσε απαγγέλλοντας τα έργα του στις ελληνικές πόλεις, απέκτησε μεγάλη φήμη, αλλά σε ένα διαγωνισμό με τον Ησίοδο στη Χαλκίδα δεν πήρε βραβείο, επειδή προτιμήθηκε ο Ησίοδος ως ποιητής που εξυμνούσε την ειρήνη. Ως τόπος θανάτου του παραδίδεται η Ίος. 

Εκτός από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, στην αρχαιότητα αποδόθηκαν στον Όμηρο και άλλα έπη του τρωικού κύκλου, αρκετοί θρησκευτικοί ύμνοι, η επική παρωδία Βατραχομυομαχία και μια κωμική διήγηση για έναν χαζό ήρωα, τον Μαργίτη. Στον Όμηρο αποδίδονται και δύο προφανώς ψευδεπίγραφα επιγράμματα της Παλατινής Ανθολογίας (VII 153 και XIV 147).

Η σύγχρονη έρευνα, και ειδικότερα όσοι δέχονται ότι ο Όμηρος μπορεί να θεωρηθεί πραγματικό πρόσωπο, τοποθετεί τη ζωή του στον 8ο αι. π.Χ. και θεωρεί πιθανό ότι ήταν Ίωνας ραψωδός, συνεχιστής μιας μακραίωνης παράδοσης ηρωικών αφηγήσεων, που συνέθεσε την Ιλιάδα γύρω στο 750 π.Χ. και την Οδύσσεια (αν όντως συνέθεσε και τα δύο έργα) γύρω στα 710 π.Χ.

Υπό τον όρο «ομηρικό ζήτημα» ομαδοποιούνται πολλά ερωτήματα που έχουν σχέση με την πατρότητα, τον τρόπο σύνθεσης και την καταγραφή της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Ειδικότερα, έχουν τεθεί τα θέματα:

Η παρουσία κάποιων αντιφάσεων, λογικών κενών ή χασμάτων στο κείμενο της Ιλιάδας και της Οδύσσειας οδήγησε στην υπόθεση ότι τα σωζόμενα κείμενα δεν είναι ενιαίες ποιητικές συλλήψεις αλλά συνένωση περισσοτέρων έργων. Οι υποστηρικτές αυτής της θεωρίας ονομάστηκαν «αναλυτικοί» και οι απόψεις του μπορούν να διαιρεθούν σε επιμέρους τάσεις. Για την Ιλιάδα, μία από τις αναλυτικές θεωρίες ήταν η θεωρία της επέκτασης, που υποστηρίχθηκε κυρίως από τον Gottfried Hermann (1772-1848): σύμφωνα με αυτή, υπήρχε ένα παλαιό κείμενο, μια αρχική Ιλιάδα, που σταδιακά επεκτάθηκε και πήρε τη σημερινή μορφή. Η θεωρία των ασμάτων, που αναπτύχθηκε από τον Karl Lachmann, θεωρούσε την Ιλιάδα συνένωση μικρότερων επικών ασμάτων (ο Lachmann εντόπιζε περίπου δεκαέξι άσματα). Συγγενική ήταν η θεωρία της συγκόλλησης, με βασικό εκπρόσωπο τον A. Kirchhoff, κατά τον οποίο η Ιλιάδα δημιουργήθηκε από συνένωση μικρότερων επών. Ο ίδιος επιχείρησε ανάλογη ανάλυση και για την Οδύσσεια, για την οποία διατυπώθηκε και μια άλλη άποψη, η θεωρία του διασκευαστή, δηλαδή η άποψη ότι υπήρχε μια αρχική Οδύσσεια που επεκτάθηκε στη συνέχεια με προσθήκες ενός διασκευαστή που υστερούσε σε ποιητική αξία από τον ποιητή του αρχικού έργου.

Διαφορετική κατεύθυνση δόθηκε στην ομηρική έρευνα από τη σύγκριση με τις τεχνικές της προφορικής ποίησης. Οι Milman Parry και Albert Lord, βασισμένοι στη διαπίστωση ότι τα δύο έπη εμφανίζουν στερεότυπες σκηνές και εκφράσεις, που συχνά επαναλαμβάνονται αυτούσιες, αξιοποίησαν τις έρευνές τους για την προφορική ηρωική ποίηση της Γιουγκοσλαβίας για να φωτίσουν τον τρόπο σύνθεσης της Ιλιάδας και της Οδύσσειας και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τα δύο κείμενα παρουσιάζουν ανάλογη τεχνική, αφού βασίζονται σε ένα σύνολο στερεότυπων μικρότερων ή μεγαλύτερων φράσεων (λογοτύπων) και τυποποιημένων σκηνών.

Σήμερα είναι εν μέρει αποδεκτό το γεγονός ότι οι τεχνικές στις οποίες βασίστηκε η σύνθεση των δύο επών είναι οι τεχνικές της προφορικής ποίησης, όπως είχαν διαμορφωθεί τους προηγούμενους αιώνες. Η παράδοση τροφοδότησε τον ποιητή τους με μια ειδική τεχνητή διάλεκτο, με στοιχεία διαφόρων εποχών και περιοχών και πολλά συνώνυμα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε διαφορετικές μετρικές θέσεις, ένα σύνολο λογοτύπων που αντιστοιχούν σε συγκεκριμένες θέσεις του στίχου, τυπικές σκηνές και τυποποιημένα ευρύτερα επεισόδια. Η συμβολή της γραφής στη σύνθεση ή την καταγραφή της Ιλιάδας και της Οδύσσειας είναι δύσκολο να καθοριστεί και έχουν διατυπωθεί διάφορες υποθέσεις: μπορεί ο ποιητής να χρησιμοποίησε τη γραφή για να κάνει ένα σχέδιο της δομής και της σύνδεσης διαφόρων επεισοδίων, ή να υπαγόρευσε σε κάποιον το ποίημα. Είναι βέβαιο ότι και τους επόμενους αιώνες τα έπη είχαν συντηρηθεί τουλάχιστον στην προφορική παράδοση και απαγγέλλονταν, αλλά δεν έχουμε απτές αποδείξεις παρά μόνον ισχυρές ενδείξεις περί του αν υπήρχε κάποιο παγιωμένο γραπτό κείμενο.

Όπως όμως γνωρίζουμε μετά την αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Γραφής Β από τον Michael Ventris κατά την διάλεξή του στις 23 Ιουνίου του 1953 στο Λονδίνο απεδείχθη ότι η ΓΓΒ όχι μόνον ήταν καθαρά Ελληνική γλώσσα της Μεσομινωικής περιόδου (ΜΜ) γύρω στο 1850 π.Χ αλλά απόγονος της Γραμμικής Γραφής Α και της εικονογραφικής, περί των οποίων γνωρίζουμε αδρομερώς μόνον το «terminus ante quem» και όχι το «terminus post quem». Δεδομένου ότι κατά την ΜΜ περίοδο και έπειτα είχε εξαπλωθεί σε όλη την Ελλάδα μπορούμε να πούμε μετά βεβαιότητος ότι η Ελληνική γλώσσα ομιλείτο και εγράφετο στον χώρο του Αιγαίου 500 έως 700 χρόνια τουλάχιστον πριν την συμβατική χρονολογία κατά την οποίαν ο Όμηρος συνέθεσε τα δύο μεγάλα του έπη. Επί τη βάσει όμως του ζητήματος της ηλικίας της Ελληνικής γλώσσης εμπλέκεται και η Δωρική διάλεκτος (δωρίς), η οποία χαρακτηρίζεται από αρχαϊσμούς οι οποίοι δεν εμφανίζονται στην Γραμμική γραφή και το ζήτημα περί της «καθόδου» ή «επιστροφής» τους στον Ελλαδικό χώρο από τον Βορρά πρίν ομαλοποιηθεί στις γραμμικές γραφές.

Πρέπει εδώ να σημειώσουμε ότι δεν έχει βρεθεί κάποιο κείμενο, είτε ιστορικό είτε λογοτεχνικό είτε έστω επιστολή από την μία πόλη σε κάποια άλλη γραμμένο σε διάλεκτο προ του Ομήρου αλλά ίσως πρέπει να θεωρήσουμε την ύπαρξή του τουλάχιστον πολύ πιθανή, καθώς οι αναλογίες με άλλους συγχρόνους τους λαούς καθιστούν πολύ πιθανό το να χρησιμοποιούσαν την γραφή για τέτοιους σκοπούς. Άρα η επιστημονική έρευνα δεν αποκλείει αλλά τουναντίον αποδέχεται ότι η γραφή υπήρχε στην Ελλάδα πολύ πριν την του Ομήρου με ένα κενό 400 χρόνων (1150-750 π.Χ.) μεταξύ των τελευταίων επιγραφών σε ΓΓΒ και των επιγραφών σε αλφαβητικό σύστημα. Εύλογη λοιπόν η υπόθεση ότι μπορεί να έγινε κάποια μεταγραφή όπως έχουμε βρει να γίνεται από την εικονογραφική στην Γραμμική. Μία ριζοσπαστική πλήν όμως επιστημονικά ενδιαφέρουσα άποψη διετύπωσε προσφάτως ο Barry B. Powell στο βιβλίο του Homer and the origins of the Greek alphabet (Cambridge 1991) ότι δηλαδή το Ελληνικό αλφάβητο επινοήθηκε με κύριο σκοπό να καταγραφούν τα ομηρικά έπη.

Από τον 6ο αι. π.Χ. μαρτυρείται και μια επαγγελματική ένωση ραψωδών που ονομάζονταν «ὁμηρίδες», οι οποίοι απήγειλλαν κάποια εκδοχή των επών, αλλά δεν γνωρίζουμε αν είχαν στην κατοχή τους κάποιο γραπτό κείμενο. Σημαντική θεωρείται στο θέμα της παγίωσης του ομηρικού κειμένου η συμβολή του Πεισιστράτου που λέγεται ότι καθιέρωσε απαγγελίες του Ομήρου στη γιορτή των Παναθηναίων με βάση ένα σταθερό κείμενο (η λεγόμενη «πεισιστράτεια διόρθωση»).

Το μέτρο της Ιλιάδας και της Οδύσσειας είναι ο δακτυλικός εξάμετρος στίχος. Βάση του είναι ο δακτυλικός πους, δηλαδή μια μονάδα που αποτελείται από μία μακρόχρονη συλλαβή και δύο βραχύχρονες (που μπορεί να αντικατασταθούν από μία μακρόχρονη). Ο κάθε στίχος απαρτίζεται από έξι πόδες. Οι πέντε πρώτοι είναι δάκτυλοι και ο έκτος αποτελείται από δύο συλλαβές, την πρώτη υποχρεωτικά μακρόχρονη και τη δεύτερη αδιάφορη. Συνολικά ένας δακτυλικός στίχος μπορεί να αποτελείται από δώδεκα έως δεκαεπτά συλλαβές. Υπάρχει μια ισχυρή νοηματική παύση περίπου στο μέσον του στίχου, καθώς και άλλες μικρότερες που χωρίζουν τον στίχο έως και σε τέσσερις μικρές νοηματικές ενότητες. 

Η γλώσσα του Ομήρου είναι τεχνητή, η οποία ουδέποτε μιλήθηκε, αλλά κατανοητή απ' όλον τον ελληνόφωνο κόσμο. Το υλικό της προέρχεται από διάφορες διαλέκτους και χρονικές περιόδους. Βάση είναι η ιωνική διάλεκτος όπως είχε διαμορφωθεί τον 8ο αι. π.Χ. στα παράλια της Μικράς Ασίας. Υπάρχουν ακόμη πολλά αιολικά στοιχεία αλλά και τύποι παλαιότεροι αναγόμενοι στη μυκηναϊκή εποχή. Δωρικά στοιχεία δεν υπάρχουν, ενώ κάποιοι αττικοί τύποι ενδέχεται να είναι μεταγενέστερες προσθήκες. Η ύπαρξη πολλών συνώνυμων τύπων οι οποίοι προέρχονταν από ποικίλες διαλέκτους ή περιόδους παρείχε μετρικές ευκολίες στον ποιητή, αφού ανάλογα με τη θέση του στίχου μπορούσε να χρησιμοποιήσει μία από πολλές νοηματικά ισοδύναμες λέξεις. Για παράδειγμα η προσωπική αντωνυμία  είχε ισοδύναμους τύπους τα , σέθεν, σέο, , .

Από την προφορική επική παράδοση ο Όμηρος είχε κληρονομήσει ένα σύνολο στερεοτυπικού υλικού το οποίο προσάρμοζε ανάλογα με τις ανάγκες της κάθε περίπτωσης. Η μικρότερη τυπική μονάδα είναι οι σύντομες φράσεις που αποτελούνται από ένα όνομα και επίθετο. Ανάλογα με τη θέση του στίχου, προκύπτουν διάφοροι συνδυασμοί όπως , , . Κάποιες φορές τα τυπικά επίθετα χρησιμοποιούνται ακόμη και όταν τα νοηματικά συμφραζόμενα δεν επιτρέπουν τη χρήση τους. Μεγαλύτερης έκτασης λογότυποι χρησιμοποιούνται για να δηλώσουν την αρχή και το τέλος μιας ομιλίας, την μετακίνηση ενός ήρωα ή τα γεγονότα των μαχών. 

Εκτός από τις εκφραστικές στερεοτυπίες, υπήρχαν και τυποποιημένες ακολουθίες πράξεων για να περιγράψουν εκτενή γεγονότα όπως η θυσία, η ικεσία, η υποδοχή ενός φιλοξενούμενου, ένα γεύμα, μία  μονομαχία. Για παράδειγμα η αφήγηση μιας αριστείας, δηλαδή μιας σειράς κατορθωμάτων ενός ήρωα, βασίζεται σε ένα συγκεκριμένο πρότυπο: πρώτα περιγράφεται ο εξοπλισμός του ήρωα. Όταν αρχίζει η μάχη, ο πρωταγωνιστής σκοτώνει κάποιους εχθρούς σε μονομαχίες και έπειτα επιτίθεται εναντίον του εχθρικού στρατού τον οποίο ωθεί σε φυγή. Η καταδίωξη διακόπτεται όταν αυτός πληγώνεται, αλλά με προσευχή σε ένα θεό θεραπεύεται, επιστρέφει στη μάχη και μονομαχεί με τον αρχηγό των εχθρών. Τον σκοτώνει και ακολουθεί μάχη των δύο παρατάξεων για το πτώμα, το οποίο αποκτούν τελικά οι φίλοι του νεκρού με θεϊκή παρέμβαση. Παρά την τυποποίηση, κάθε φορά που εμφανίζονται τυπικές σκηνές υπάρχουν διαφορές στις λεπτομέρειες ανάλογα με τις ανάγκες.

Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ομηρικής, τεχνικής, που φαίνεται ότι δεν υπήρχε στα παλαιότερα έπη, είναι οι εκτενείς παρομοιώσεις. Αυτές οι παρομοιώσεις είναι επεκτάσεις των σύντομων παρομοιώσεων: για παράδειγμα η απλή παρομοίωση «επιτέθηκε σαν λιοντάρι» μπορεί να επεκταθεί στην εικόνα ενός πληγωμένου και αγριεμένου λιονταριού που επιτίθεται στους κυνηγούς του, στην εικόνα του λιονταριού που κατασπαράζει το πρόβατα ενός φοβισμένου βοσκού ή στην εικόνα του ζώου που προσπαθεί να προστατέψει τα νεογνά του από τους κυνηγούς. Ο κόσμος των παρομοιώσεων είναι ο κόσμος της καθημερινής εμπειρίας, που είναι οικείος στον ακροατή / αναγνώστη, και έχει στόχο να βοηθήσει τη φαντασία του αναγνώστη να αντιληφθεί κάτι, συγκρίνοντάς το με μια εικόνα από την άμεση εμπειρία του. Τα θέματα από τα οποία προέρχονται οι παρομοιώσεις είναι τα φυσικά φαινόμενα (τρικυμίες, αστραπές και βροντές, πυρκαγιές), το κυνήγι, οι επιθέσεις άγριων ζώων και καθημερινές δραστηριότητες όπως η υφαντική, η ξυλουργική, η ποιμενική και αγροτική ζωή.

Οι εκτενείς παρομοιώσεις δεν είναι απλώς διακοσμητικά στοιχεία. Ήδη οι αρχαίοι σχολιαστές είχαν επισημάνει ότι μπορεί να υπάρχουν πολλά σημεία επαφής μεταξύ των συγκρινόμενων όρων. Μπορεί πίσω από το άμεσο νόημα της σύγκρισης να κρύβεται και ένα δεύτερο, πιο σημαντικό: για παράδειγμα, όταν ο Οδυσσέας, στο τέλος της ραψωδίας ε της Οδύσσειας φτάνει ναυαγός στη γη των Φαιάκων, ξαπλώνει κάτω από ένα σωρό φύλλων και παρομοιάζεται με το κρύψιμο ενός δαυλού στη στάχτη για να παραμείνει αναμμένος. Η άμεση σύγκριση είναι η κάλυψη του Οδυσσέα και του δαυλού, αλλά το βαθύτερο νόημα είναι ότι ο Οδυσσέας προσπαθεί να κρατήσει ζωντανή τη σπίθα της ζωής. Άλλοτε μια παρομοίωση μπορεί να προϊδεάζει για το μέλλον, όπως όταν οι Τρώες βλέπουν τον Αχιλλέα να σέρνει με το άρμα του τον νεκρό Έκτορα και ο θρήνος τους παρομοιάζεται με το θρήνο των κατοίκων μιας φλεγόμενης πόλης, όπως πράγματι έγινε αργότερα.




#Article 8: Ελληνική γλώσσα (1498 words)


Η ελληνική γλώσσα ανήκει στην ινδοευρωπαϊκή οικογένεια και αποτελεί το μοναδικό μέλος του ελληνικού κλάδου, ενώ είναι η επίσημη γλώσσα της Ελλάδος και της Κύπρου. Ανήκει επίσης στον βαλκανικό γλωσσικό δεσμό. Στην ελληνική γλώσσα, έχουμε γραπτά κείμενα ήδη από τον 15ο αιώνα π.Χ.. Σαν Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας έχει καθιερωθεί η 9η Φεβρουαρίου.

Η ελληνική υπήρξε στην αρχαιότητα η πιο διαδεδομένη γλώσσα στη Μεσόγειο και στη Νότια Ευρώπη, κυρίως εξαιτίας του πλήθους των αποικιών που είχαν ιδρυθεί από τους Έλληνες στις ακτές της Μεσογείου, ενώ έφτασε να είναι η γλώσσα του εμπορίου ακόμα και μέχρι και τα τέλη της Αλεξανδρινής περιόδου. Η ελληνική σήμερα αποτελεί τη μητρική γλώσσα περίπου 12 εκατομμυρίων ανθρώπων, κυρίως στην Ελλάδα και την Κύπρο. Αποτελεί επίσης τη μητρική γλώσσα αυτοχθόνων πληθυσμών στην Αλβανία, τη Βουλγαρία, την Ιταλία, την Βόρεια Μακεδονία και την Τουρκία. Εξαιτίας της μετανάστευσης η γλώσσα ομιλείται ακόμα σε χώρες-προορισμούς ελληνόφωνων πληθυσμών μεταξύ των οποίων η Αυστραλία, η Γερμανία, οι Ηνωμένες Πολιτείες, το Ηνωμένο Βασίλειο, ο Καναδάς, η Ρωσία και άλλα πρώην κράτη της Σοβιετικής Ένωσης. Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός ανθρώπων παγκοσμίως, που μιλούν τα ελληνικά ως πρώτη ή δεύτερη γλώσσα, είναι γύρω στα 25 εκατομμύρια.

Τα ελληνικά είναι η επίσημη γλώσσα της Ελλάδας και της Κύπρου, καθώς και μία από τις 23 επίσημες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επίσης είναι επίσημα αναγνωρισμένη μειονοτική γλώσσα στην Αλβανία, την Βόρεια Μακεδονία, την Αρμενία, την Ιταλία, την Ουγγαρία, τη Ρουμανία, την Ουκρανία και την Τουρκία.

Συχνά δίδεται έμφαση στην ιστορική ενότητα των διαφόρων σταδίων της Ελληνικής γλώσσας. Μολονότι τα Ελληνικά έχουν υποστεί φωνολογικές και μορφολογικές αλλαγές παρόμοιες με αυτές άλλων γλωσσών, δεν έχει υπάρξει χάσμα ορθογραφικό ή λογοτεχνικό ανά τους αιώνες τέτοιου μεγέθους ώστε η αρχαία γλώσσα να θεωρηθεί ως ξένη από τους ομιλητές της Νεοελληνικής. Βάσει μιας εκτίμησης, η Ελληνική του Ομήρου είναι πλησιέστερη προς τη Δημοτική απ' ό,τι η Αγγλική του 12ου αιώνα προς τη σύγχρονη Αγγλική γλώσσα.

Για την πρώτη φάση (πρωτοελληνική) η οποία τοποθετείται πριν το 1600 π.Χ., οι όποιες γνώσεις μας για την ελληνική γλώσσα βασίζονται σε τεχνικές επανασύνθεσης που προκύπτουν από τη συγκριτική γλωσσολογία. Η πρωτοελληνική είχε επτά πτώσεις (ονομαστική, γενική, δοτική, αιτιατική, αφαιρετική, τοπική, κλητική). Επίσης είχε διατηρήσει σε πολύ μεγάλο βαθμό τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά της Ινδοευρωπαϊκής μητέρας-γλώσσας. Είχε τρεις φωνές (ενεργητική, παθητική, μέση) και τρεις αριθμούς (ενικός, δυϊκός, πληθυντικός). Σημαντικό χαρακτηριστικό της (που διατηρήθηκε σχεδόν μέχρι τα πρώτα μεταχριστιανικά χρόνια) ήταν ο μουσικός τόνος. Ο τόνος στα αρχαία ελληνικά δεν αντιστοιχούσε σε αύξηση της έντασης της φωνής αλλά σε αύξηση του τονικού ύψους.

Στην αμέσως επόμενη φάση (μυκηναϊκή ελληνική), η οποία μαρτυρείται από τις πινακίδες της Γραμμικής Β΄ και από ορισμένους στίχους των Ομηρικών επών, παρατηρούμε εξίσου πολλούς αρχαϊσμούς. Π.χ. η γενική των ονομάτων σε -ος σχηματιζόταν με την κατάληξη -οιο (πρβλ. Ομηρικό «Πριάμοιο»), ενώ υπάρχει φθόγγος (που συμβολίζεται με) «q» ο οποίος βρίσκεται σε λέξεις όπου από την ΙΕ θα αναμενόταν ένα * ή ένα *. Η αφαιρετική και η τοπική πτώση διατηρείται αλλά σε μάλλον περιορισμένο βαθμό.

Στην κλασική ελληνική, αρχαιότερα κείμενα της οποίας είναι τα Ομηρικά έπη και αρχαιότερο τεκμήριο η επιγραφή του Διπύλου, το βασικότερο χαρακτηριστικό είναι η υψηλή διαλεκτική διαφοροποίηση, η οποία οφείλεται πιθανότατα στην πολυδιάσπαση του ελληνόφωνου κόσμου σε διάφορα κρατίδια. Ως προς το αν οι βασικές διάλεκτοι της κλασικής εποχής (ιωνική, αιολική, δωρική κλπ.) δημιουργήθηκαν στην Ελλάδα λόγω της πολιτικής πολυδιάσπασης των Ελλήνων ή «ήλθαν» μαζί με τα αντίστοιχα φύλα κατά την εποχή του Χαλκού, οι γνώμες διίστανται. Φαίνεται πως δεν αποκλείεται να συνέβησαν και τα δύο. Πάντως οι διάλεκτοι της κλασικής εποχής διέφεραν αρκετά μεταξύ τους και δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηριχθεί ότι οι ομιλητές τους βρίσκονταν πολλές φορές στα ακραία όρια της αλληλοκατανόησης.

Μία από τις σημαντικότερες διαλέκτους της κλασικής εποχής ήταν η αττική διάλεκτος, που χρησιμοποιούνταν κυρίως στην Αθήνα αλλά και ως γλώσσα των φιλοσόφων και των επιστημόνων. Η αττική διάλεκτος προέρχεται από την ιωνική (τη βασική διάλεκτο των Ομηρικών επών) με αρκετές δωρικές επιδράσεις. Υιοθετήθηκε ως επίσημη γλώσσα όλης της Ελλάδος από τον Φίλιππο τον Μακεδόνα και ως επίσημη γλώσσα ολόκληρου του ελληνιστικού κόσμου από τον γιο του Αλέξανδρο. Από αυτήν προέρχονται απ' ευθείας σχεδόν όλες οι μεταγενέστερες ελληνικές διάλεκτοι.

Αποτέλεσμα της χρήσεως της αττικής διαλέκτου ως δεύτερης (και συχνά πρώτης) γλώσσας από πάρα πολλούς αλλόγλωσσους (αλλά και από ελληνόφωνους που μιλούσαν πρωτύτερα μια άλλη ελληνική διάλεκτο) ήταν σαρωτικές αλλαγές σε όλα τα επίπεδα της γλώσσας. Έτσι:

Το αποτέλεσμα όλων αυτών των μεταβολών ήταν η Ελληνιστική Κοινή, η οποία μαρτυρείται κυρίως στην Καινή Διαθήκη. Είναι χαρακτηριστικό ότι την ίδια εποχή έχουμε και τους πρώτους αττικιστές, αυτούς που θεωρούσαν απαραίτητη την διατήρηση της «αυθεντικής» αττικής διαλέκτου, τουλάχιστον στο γραπτό λόγο.

Η ελληνιστική κοινή εξελίχθηκε στην μεσαιωνική ελληνική,αυτο φαίνεται κυρίως από δημοτικά τραγούδια. Τελευταία φωνολογική μεταβολή κατά το 9ο αιώνα ήταν ο ιωτακισμός και του «οι» και του «υ» που ως τότε προφέρονταν ως [y], δηλαδή σαν το γαλλικό «u».

Τα όρια μεταξύ νέας ελληνικής και μεσαιωνικής ελληνικής δεν είναι ιδιαίτερα σαφή, πάντως τοποθετούνται χονδρικά κάπου στα τελευταία χρόνια του Βυζαντίου. Κατά την περίοδο αυτή (καθώς και στην Οθωμανική περίοδο) παρατηρείται μια εξίσου έντονη διαλεκτική διαφοροποίηση η οποία συνεχιζόταν μέχρι πριν μερικές δεκαετίες.

Η Γραμματική του Μανόλη Τριανταφυλλίδη ενώ περιγράφει την κοινή νέα ελληνική είναι παράλληλα υπερβολικά ρυθμιστική για την σημερινή χρήση της γλώσσας είτε στο σχολείο είτε αλλού και έχει επιφέρει ως αποτέλεσμα την απόλυτη διάκριση μεταξύ ορθού και λάθους καθώς και την συνακόλουθη ρύθμιση του τί είναι αποδεκτό ή μη αποδεκτό, η οποία όμως δεν ανταποκρίνεται στην γλωσσική - είτε στο φωνολογικό είτε στο συντακτικό επίπεδο - πολυμορφία.

Η ελληνική γλώσσα έχει επηρεάσει σημαντικά τις άλλες γλώσσες, τόσο στην πολιτική, όσο και στους επιστημονικούς όρους, στις τέχνες, στη φιλοσοφία, στο θέατρο και γενικά σε τομείς στους οποίους είχε προηγηθεί κοινωνικά και, κατά συνέπεια, γλωσσολογικά. Υπήρξε για μεγάλο διάστημα η lingua franca της ανατολικής και δυτικής Μεσογείου και τα πρώτα χριστιανικά κείμενα γράφτηκαν σε αυτήν. Οι Λατίνοι επηρεάστηκαν βαθύτατα από τα ελληνικά που ήταν πλουσιότερη γλώσσα τότε και έτσι πολλά ελληνικά στοιχεία εντάχθηκαν σχεδόν αυτούσια στα λατινικά, από τα οποία εν συνεχεία εντάχθηκαν και σε άλλες συγγενείς προς τα λατινικά γλώσσες. Με την σειρά τους τα ελληνικά επηρεάστηκαν κι αυτά από την γλώσσα λαών που κατέκτησαν την χώρα είτε με πολέμους είτε οικονομικά, με αποτέλεσμα στην διάρκεια των αιώνων να μπουν στο ελληνικό λεξιλόγιο λατινικές, ενετικές και τουρκικές λέξεις. Στα προεπαναστατικά του 1821 χρόνια η ελληνική γλώσσα άρχισε να επηρεάζεται περισσότερο από τις δυτικοευρωπαϊκές γλώσσες, κάτι που συνεχίστηκε μετά την απελευθέρωση με περισσότερη ένταση, επειδή ο ελληνικός, ως υπόδουλος πληθυσμός με μη ιδιαίτερα ανεπτυγμένη οικονομία, δεν διέθετε πληθώρα όρων που είχαν δημιουργήσει με την πρόοδό τους οι πιο ανεπτυγμένες πλέον δυτικές κοινωνίες. Εντούτοις, χάρη στο ενδιαφέρον των δυτικών για την αρχαία ελληνική και την λατινική γλώσσα, πολλοί επιστήμονές τους δανείστηκαν αρχαιοελληνικές λέξεις για το σχηματισμό νεολογισμών και έτσι η ελληνική επιβίωσε και σε μια πληθώρα ξένων επιστημονικών ή φιλοσοφικών όρων. Η ελληνική στην περίοδο της Καθαρεύουσας άρχισε να επανεισάγει τρόπον τινά τις λέξεις της, καθώς έπαιρνε ξανά πίσω λέξεις που είχε δανείσει πρώτη σε άλλες γλώσσες. Η παραπάνω διαδικασία ονομάζεται αντιδάνειο.

Η πρώτη γραφή που ιστορικά αποδεδειγμένα χρησιμοποιήθηκε για την γραφή της ελληνικής γλώσσας είναι η Γραμμική Β περίπου τον 15ο αιώνα π.Χ.. 

Το ελληνικό αλφάβητο άρχισε να χρησιμοποιείται από τον 9ο αιώνα π.Χ.. Το 403 π.Χ. έγινε στην Αθήνα η μεταρρύθμιση του Αρχίνου ο οποίος διαμόρφωσε το αττικό αλφάβητο στηριζόμενος στο Ιωνικό. Το αλφάβητο που προέκυψε ονομάστηκε και Ευκλείδειο αλφάβητο γιατί η μεταρρύθμιση έγινε το δεύτερο έτος της 94ης Ολυμπιάδας επί επωνύμου άρχοντος Ευκλείδου. 

Το παλαιό αττικό αλφάβητο ήταν: Α, Β, Γ, Δ, Ε, F, Ζ, Η, Θ, Ι, Κ, Λ, Μ, Ν, Ο, Π, Ϟ, Ρ, Σ, Τ, Υ, Φ, Χ. Το Λ, το Ρ και το Ϟ το έγραφαν ως L, R και Q. Παρόμοια το έγραφαν και οι Κυμαίοι οι οποίοι έδωσαν το αλφάβητό τους στους Ιταλιώτες. Το Χ είχε τη μορφή σταυρού (+). Αρχικά χρησιμοποιούσαν τα Ε, Η και ΕΙ για ποικιλίες (ανοιχτότερα ή πιο κλειστά)  του φθόγγου [e]! αντίστοιχα με τα Ο, Ω και ΟΥ δήλωναν το φθόγγο [o]. Με την μεταρρύθμιση αφαιρέθηκαν τα γράμματα Ϝ και Ϟ τα οποία είχαν περιπέσει σε αχρησία και υιοθετήθηκαν τα γράμματα Ξ, Ψ και Ω. Το Η δεν αντιστοιχούσε πλέον στο δασύ πνεύμα 'h' αλλά στο μακρύ 'e'. To Ω αντιστοιχούσε στο μακρύ 'ο'. Το Ξ αντικατέστησε το σύμπλεγμα 'ΧΣ' και το Ψ αντιστοίχως το σύμπλεγμα 'ΦΣ' (διπλά σύμφωνα). 

Σε όλη την αρχαιότητα το αλφάβητο περιελάμβανε μόνο τις μορφές των γραμμάτων που σήμερα τις λέμε κεφαλαία. Είναι η λεγόμενη μεγαλογράμματη γραφή. Από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, η επιθυμία των γραφέων να γράφουν πιο γρήγορα, καθώς επίσης και η ανάγκη να χωρούν περισσότερες πληροφορίες στα, μικρά σε μέγεθος αλλά και ακριβά, φύλλα παπύρου ή περγαμηνής, οδήγησαν σιγά σιγά στην διαμόρφωση των μορφών των γραμμάτων που σήμερα λέγονται πεζά. Αυτή είναι η μικρογράμματη γραφή. Αυτή η διαδικασία μεταβολής της μορφής των κεφαλαίων γραμμάτων είχε ολοκληρωθεί μέχρι τον 9ο αιώνα.

Σήμερα η ελληνική εξακολουθεί να γράφεται με το αρχαίο ελληνικό αλφάβητο, όμως το πολυτονικό σύστημα έχει επισήμως αντικατασταθεί από το μονοτονικό, με ψήφισμα του 1982.




#Article 9: Μυθολογία (1033 words)


Η Μυθολογία είναι διακριτός επιστημονικός κλάδος που ασχολείται με τη μελέτη των μύθων, δηλαδή των ιστοριών που ένας ιδιαίτερος πολιτισμός θεωρεί αληθινές και χαρακτηρίζουν ένα ιδιαίτερο θρησκευτικό ή πίστη. Γεγονότα που ανήκουν στον χώρο της μυθολογίας συχνά βασίζονται σε ιστορικά γεγονότα και υπό συγκεκριμένες περιστάσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως υποκατάστατο των ιστορικών πηγών. Ένα περίτρανο παράδειγμα χρήσης της μυθολογίας στην ιστορική έρευνα είναι η χρήση της Ιλιάδας από τον Ερρίκο Σλήμαν για την ανακάλυψη των Μυκηνών.

Οι μύθοι είναι γενικά ιστορίες βασισμένες στην παράδοση και το θρύλο, προορισμένες αρχικά να ερμηνεύσουν το πώς ξεκίνησε η δημιουργία σε κοσμικό και τοπικό επίπεδο με μύθους της δημιουργίας ή ιδρυτικούς μύθους. Για παράδειγμα, υπάρχουν μύθοι δημιουργίας σε όλες τις μυθολογίες του πλανήτη που ασχολούνται με κοσμολογικά προβλήματα (η δημιουργία του σύμπαντος, των άστρων κλπ.) Υπάρχουν, επίσης, ιδρυτικοί μύθοι, που ερμηνεύουν αιτιολογικά την έναρξη λειτουργίας μιας πόλης. Η Αθήνα, η Ρώμη, το Βυζάντιο (η Κωνσταντινούπολη) και πάμπολλες άλλες, είναι πόλεις που διαθέτουν τον ιδρυτικό τους μύθο. Οι μύθοι ερμηνεύουν, επίσης, φυσικά φαινόμενα, ανεξήγητα πολιτισμικά κενά και ό,τι άλλο δεν μπορεί να ερμηνευθεί ορθολογικά. Ωστόσο, δε δημιουργήθηκαν όλοι οι μύθοι για ερμηνευτικούς σκοπούς. Στους περισσότερους εμπλέκεται μια υπερφυσική δύναμη ή θεότητα, αλλά αυτό δεν αποκλείει από την επικράτεια της μυθολογίας θρύλους και απλές αφηγήσεις που πέρασαν μέσω της προφορικής παράδοσης από γενεά σε γενεά. Οι Αδελφοί Γκριμ, για παράδειγμα, έδειξαν με πειστικό τρόπο ότι υπάρχει μυθολογικό περιεχόμενο ακόμα και στα ταπεινότερα παραμύθια.

Το παραμύθι αφ΄ εαυτού δεν είναι μύθος με την αυστηρή του έννοια, αλλά διαθέτει μυθολογικό περιεχόμενο. Υπάρχουν και άλλα παραδείγματα με μυθολογικό περιεχόμενο που δεν ανήκουν στην επικράτεια της μυθολογίας, αν και συχνά συγχέονται με το μύθο:

Ποια είναι η γενεσιουργός αιτία του μύθου; Ο Ρόμπερτ Γκρέιβς (Robert Graves) αναφερόμενος στον ελληνικό μύθο έδωσε έναν ορισμό αρκετά περιεκτικό: Ο αληθινός μύθος μπορεί να οριστεί ως αποτέλεσμα της τελετουργικής μίμησης που τελείτο σε δημόσιους εορτασμούς, και σε πολλές περιπτώσεις καταγράφτηκε με εικονιστικό τρόπο. Το πιθανότερο είναι ότι ο Γκρέιβς επηρεάστηκε -όπως και τόσοι άλλοι- από τον Τζέιμς Φρέιζερ και το έργο του ο Χρυσός Κλώνος, έτσι ώστε να θεωρεί πως ο μύθος γεννιέται από πολλές πολιτισμικές ανάγκες. Για να απαντήσουμε σε ένα τέτοιο ερώτημα χρειάζεται καταρχήν να αναρωτηθούμε ποιες είναι οι ανάγκες που ικανοποιούν οι μύθοι. Οι μύθοι ενεργοποιούν τις πολιτισμικές δομές ή την ταυτότητα μιας φυλής, μιας πόλης, ενός έθνους, συνδέοντάς την με συμπαντικές αλήθειες. Τέτοιου είδους μύθοι αιτιολογούν για παράδειγμα την κατοχή μιας περιοχής από κάποιον λαό.

Οι μυθολογικές μορφές τις περισσότερες φορές συνδέονται με κάποιες θρησκείες, όπως και οι μυθολογίες. Ορισμένοι χρησιμοποιούν τις λέξεις μύθος και μυθολογία, προκειμένου να χαρακτηρίσουν τις ιστορίες κάποιας θρησκείας ως ψευδείς ή τουλάχιστον αμφίβολες. Ο όρος χρησιμοποιείται συχνά με αυτόν τον τρόπο για να περιγράψει θρησκείες που ιδρύθηκαν από αρχαίες κοινωνίες και περιέχουν στοιχεία από τη Ρωμαϊκή, την Ελληνική ή τη Σκανδιναβική μυθολογία. Ωστόσο, είναι σημαντικό να διατηρούμε κατά νου ότι ενώ κάποιοι βλέπουν το Σκανδιναβικό και το Κελτικό πάνθεο ως απλά παραμύθια, υπάρχουν σήμερα κοινότητες στην Ευρώπη που το βλέπουν ως ραχοκοκκαλιά της θρησκείας τους, αν και οι σύγχρονες εκδοχές αυτών των πίστεων λίγο μοιάζουν με τις αρχαίες θρησκείες, (βλ. Νεοπαγανισμός). Από την άλλη, υπάρχουν πολλοί που δε θεωρούν ως ιστορικά αληθείς τους μύθους που περιβάλλουν την προέλευση και την ανάπτυξη θρησκειών, όπως ο Χριστιανισμός, ο Ιουδαϊσμός ή το Ισλάμ. Σε κάθε περίπτωση, αντί να εμπλέκεται κανείς με την ιστορικότητα ή μη τέτοιων ιδρυτικών ουσιαστικά μύθων είναι προτιμότερο να στρέφεται προς το δυναμισμό τους και τις ανάγκες που ικανοποιούν για την ανθρώπινη ψυχή.

Ορισμένοι άνθρωποι, ιδιαίτερα όσοι ακολουθούν αποκαλυπτικές θρησκείες που δικαιολογούν την ύπαρξή τους με όρους αυθεντικότητας των γραφών, πιθανώς προσβάλλονται, όταν χαρακτηρίζεται κάποια όψη της πίστης τους ως έκφραση του μύθου. Μια όψη της θεμελιοκρατίας στην αυστηρή της έννοια απαιτεί να εκλαμβάνεται ως αληθές λεπτομερειακά ό,τι καταγράφεται στις ιερές γραφές. Όμως, οι περισσότεροι άνθρωποι σήμερα συμφωνούν ότι κάθε θρησκεία έχει ένα σώμα μύθων που εκφράζουν βαθύτερες αλήθειες, αόρατες στο εξωτερικό τους επίπεδο.

Γι΄ αυτό η λέξη μυθολογία σήμερα χρησιμοποιείται για εκείνες τις ιστορίες που πιθανώς είναι ή δεν είναι ιστορικά αληθείς, αλλά αποκαλύπτουν θεμελιώδεις αλήθειες και ενοράσεις για την ανθρώπινη φύση, συχνά μέσω των αρχετύπων που διαθέτουν στη δομή τους. Επίσης, οι εν λόγω ιστορίες εκφράζουν τις απόψεις και τις πίστεις της χώρας, της χρονικής περιόδου, του πολιτισμού και/ή της θρησκείας που τους γέννησε. Μπορεί να μιλά κανείς για Ιουδαϊκή, Χριστιανική, ή Ισλαμική μυθολογία, περιγράφοντας το μυθολογικό τους δυναμικό, χωρίς να ασχολείται με την ιστορική εγκυρότητα ή μη των μύθων. Άλλωστε, πολλοί σύγχρονοι φιλελεύθεροι ραββίνοι και ιερείς του Ιουδαϊσμού και του Χριστιανισμού, όπως και οι Νεοπαγανιστές δεν έχουν κανένα πρόβλημα να δεχθούν ότι τα ιερά τους κείμενα είναι δυνατόν να περιέχουν μυθολογικά στοιχεία. Βλέπουν ότι στα ιερά τους κείμενα περιέχονται θρησκευτικές αλήθειες, θεϊκά εμπνευσμένες, που αποδίδονται στη φυσική γλώσσα της ανθρωπότητας, το μύθο. Φυσικά κάποιοι άλλοι διαφωνούν επ' αυτού.

Σειρές ή ταινίες επιστημονικής φαντασίας και βιβλία φανταστικής λογοτεχνίας παράγουν τους δικούς τους μύθους. Ο Ταρζάν, ο Πόλεμος των Άστρων, η σειρά Σταρ Τρεκ ή ακόμα η ταινία Μάτριξ, διαθέτουν ισχυρό μυθολογικό υπόβαθρο και αρχετυπικές όψεις που μπορούν κάλλιστα να εξελιχθούν σε αφήγηση με ισχυρό φιλοσοφικό υπόβαθρο ή να παράγουν το δικό τους φιλοσοφικό σύστημα. Αυτού του είδους τα θέματα δεν ανήκουν στην επικράτεια της μυθολογίας, αλλά παρέχουν το κατάλληλο συγκινησιακό και φιλοσοφικό υπόστρωμα για τις ψυχολογικές ανάγκες κάποιων ανθρώπων. Εξαιρετικό παράδειγμα αυτής της άποψης αποτελεί τόσο ο Άρχοντας των Δακτυλιδιών του Τζων Ρ. Ρ. Τόλκιν (J. R. R. Tolkien) ή η Γαιοθάλασσα της Ούρσουλα Λε Γκεν.

Ωστόσο, η φανταστική λογοτεχνία δεν μπορεί να φτάσει στο μέγιστο βάθος της ανθρώπινης ψυχολογίας, όπως ο μύθος, εκτός και αν το θέμα γίνει απόλυτα πιστευτό. Για παράδειγμα, υπάρχουν πολλοί που πιστεύουν ότι η μυθολογία Κθούλου στηρίζεται σε πραγματικές ιστορίες και κυρίως στην ύπαρξη ενός φανταστικού βιβλίου, του Νεκρονομικόν. Γύρω από τον κεντρικό πυρήνα αυτού του βιβλίου ο Αμερικανός συγγραφέας Χάουαρντ Φ. Λάβκραφτ δημιούργησε τη δική του τεχνητή μυθολογία, που άγγιξε ένα μεγάλο πλήθος σε όλο τον κόσμο.

Η μυθολογία με τον ένα ή τον άλλο τρόπο παραμένει ζωντανή στο σύγχρονο κόσμο μέσω των αστικών μύθων, της επιστημονικής φαντασίας, της φανταστικής λογοτεχνίας και πολλών άλλων τρόπων. Το 1950 ο Ρολάν Μπαρτ, (Roland Barthes) δημοσίευσε μια σειρά δοκιμίων που εξέταζαν τους σύγχρονους μύθους και τη διαδικασία παραγωγής τους στο βιβλίο του Μυθολογίες.




#Article 10: Κράτος (529 words)


To κράτος είναι οργανωμένη πολιτική οντότητα που κατέχει το μονοπώλιο της χρήσης νόμιμης εξουσίας σε μια καθορισμένη γεωγραφική περιοχή. Αυτά μπορεί να αντιστοιχούν σε εθνικά κράτη, υποεθνικά κράτη, ή πολυεθνικά κράτη. Ένα κράτος συνήθως περιλαμβάνει ένα σύνολο οργανισμών οι οποίοι έχουν τη δικαιοδοσία να φτιάχνουν και να επιβάλλουν τους κανόνες εκείνους οι οποίοι κυβερνούν τον πληθυσμό μίας κοινωνίας μέσα σε συγκεκριμένα γεωγραφικά όρια. Το κράτος έχει κυβέρνηση, νόμους και αναγνωρισμένη κυριαρχία. Κράτος στα αρχαία Ελληνικά σήμαινε δύναμη.

Το κράτος ως μορφή κοινωνικής οργάνωσης δεν υπήρχε πάντα. Για δεκάδες χιλιάδες χρόνια, οι ανθρώπινες φυλές ήταν οργανωμένες σε μικρές ομαδοποιήσεις ή/και σε μεγαλύτερες κοινότητες χωρίς κρατική οντότητα. Το κράτος δημιουργήθηκε από την στιγμή που ο άνθρωπος συγκροτεί τις πρώτες πρωτόγονες αγροτικές κοινωνίες, παράγει πλεόνασμα των αγαθών και δημιουργεί το εμπόριο για να πουλά αυτά τα αγαθά. Σύμφωνα με πολλούς μελετητές, βάσει αυτής της εξέλιξης, δημιουργούνται οι πρώτες κοινωνικές τάξεις (αυτή των παραγωγών του πλούτου και αυτή που με διάφορες μορφές βίας καρπώνεται το παραγώμενο πλεόνασμα) μαζί με τις ταξικές αδικίες και διακρίσεις (βλ. πάλη των τάξεων).

Το κράτος -κατά τον Ένγκελς- είναι προϊόν της κοινωνίας σε ορισμένη βαθμίδα εξέλιξης. Είναι η ...ομολογία ότι η κοινωνία αυτή μπερδεύτηκε σε μια αξεδιάλυτη αντίφαση με τον ίδιο τον εαυτό της, ότι διασπάστηκε σε ασυμφιλίωτες αντιθέσεις που είναι ανήμπορη να παραμερίσει. Και για να μη φθείρουν αυτές οι αντιθέσεις, οι τάξεις και τα αντιμαχόμενα οικονομικά συμφέροντα τον εαυτό τους και την κοινωνία σε έναν άκαρπο αγώνα, έγινε αναγκαία μια δύναμη που φαινομενικά στέκεται πάνω από την κοινωνία, για να μετριάζει τη σύγκρουση, για να την κρατάει μέσα στα όρια της «τάξης». Και η δύναμη αυτή που βγήκε από την κοινωνία, αλλά που τοποθετήθηκε πάνω απ’αυτήν, που όλο και περισσότερο αποξενώνεται απ’αυτήν, είναι το κράτος. Απέναντι στην παλιά οργάνωση των γενών το κράτος χαρακτηρίζεται πρώτα από το χωρισμό των υπηκόων του κατά εδαφική περιοχή […] Αυτή η οργάνωση των πολιτών σύμφωνα με τον τόπο διαμονής είναι κοινή σε όλα τα κράτη. Για αυτό μας φαίνεται φυσική.

Το κράτος ως ένα ανθρώπινο κοινωνικό δημιούργημα, γεννήθηκε, εξελίχθηκε, συνεχίζει να εξελίσσεται και θα περάσει και αυτό στο στάδιο της παρακμής και της οριστικής εξαφάνισης, μαζί με τις ταξικές/κοινωνικές ανισότητες. Τα χαρακτηριστικά του διαμορφώνονται ανάλογα με το τι κοινωνικό σύστημα επικρατεί σε κάθε ιστορική περίοδο. Στην μακραίωνη ύπαρξή του ως κοινωνικός θεσμός, γνώρισε και συνεχίζει να γνωρίζει πολλές μεταβολές. Έτσι κατά την περίοδο της αρχαιότητας και της ύπαρξης του δουλοκτητικού κοινωνικού συστήματος, το κράτος ήταν οργανωμένο στο πλαίσιο της πόλης/κράτους ή/και στο πλαίσιο μιας αυτοκρατορίας. Αργότερα, όταν η ανθρώπινη κοινωνία πέρασε στο φεουδαρχικό σύστημα, έχουμε το κράτος οργανωμένο στο πλαίσιο μικρών φεουδαρχικών βασιλείων.

Η ανάδυση του πρώϊμου καπιταλισμού (12ος αι. μ.Χ.), οδηγεί σταδιακά σε κρίση το φεουδαρχικό σύστημα, τον φεουδαρχικό τρόπο παραγωγής και κατ' επέκταση την κρατική οργάνωση αυτού του συστήματος. Τα φέουδα ως μορφή κρατικής οργάνωσης αποδυναμώνονται, προς όφελος της κεντρικής εξουσίας που την εκφράζει ο βασιλιάς. Η κρίση και η παρακμή της φεουδαρχίας συνοδευόμενη από την ανάδυση του καπιταλιστικού συστήματος κράτησε ίσαμε τον 16ο αι., οπότε παρατηρούμε και την κρατική οργάνωση να αποκτά σταδιακά τα σημερινά της χαρακτηριστικά. Τα χαρακτηριστικά του έθνους/κράτους που αρμόζουν στην κρατική οργάνωση την εποχή της ηγεμονίας του καπιταλισμού και της ταξικής καπιταλιστικής κοινωνίας.




#Article 11: Φυσική (2492 words)


Η φυσική είναι η επιστήμη που ασχολείται με τη μελέτη της ύλης, της κίνησής της μέσα στον χώρο και στον χρόνο, μαζί με τις σχετικές ποσότητες, όπως η ενέργεια και η δύναμη. Σύμφωνα με έναν ευρύτερο ορισμό, η Φυσική είναι η γενική ανάλυση της φύσης, που συνδέεται με τη προσπάθεια για κατανόηση της συμπεριφοράς του σύμπαντος.

Η φυσική είναι μια από τις παλαιότερες ακαδημαϊκές ενασχολήσεις, ίσως και η παλαιότερη, στον βαθμό που περιλαμβάνει και την αστρονομία. Τουλάχιστον τις τελευταίες δυο χιλιετίες, η φυσική αποτέλεσε το ένα τμήμα της φυσικής φιλοσοφίας, μαζί με τη χημεία, κάποιους κλάδους των μαθηματικών και τη βιολογία. Αλλά κατά τη διάρκεια της Επιστημονικής Επανάστασης του 16ου αιώνα, οι φυσικές επιστήμες αναδείχθηκαν από μόνες τους ως ξεχωριστά ερευνητικά προγράμματα. Η Φυσική διασταυρώνεται με πολλούς διεπιστημονικούς τομείς έρευνας, όπως η Βιοφυσική, η Φυσικοχημεία και η Κβαντική χημεία, και επιπλέον τα όρια της Φυσικής δεν είναι αυστηρά καθορισμένα. Νέες ιδέες στη Φυσική συχνά εξηγούν θεμελιώδεις μηχανισμούς σε άλλες επιστήμες, ενώ ανοίγουν νέες λεωφόρους για την έρευνα σε τομείς των Μαθηματικών και της Φιλοσοφίας.

Η Φυσική επιπλέον συνεισφέρει σημαντικά στην ανάπτυξη νέων τεχνολογιών που προκύπτουν από θεωρητικές καινοτομίες.
Για παράδειγμα, τα βήματα που έγιναν στην κατανόηση του Ηλεκτρομαγνητισμού ή της Πυρηνικής Φυσικής οδήγησαν άμεσα στην ανάπτυξη νέων προϊόντων που έχουν μεταβάλει δραματικά (θετικά και αρνητικά) τη σύγχρονη κοινωνία, ακόμη και σε σύγκριση με τις λίγο παλαιότερες, όπως π.χ. η τηλεόραση, οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές, οι οικιακές συσκευές, αλλά και τα πυρηνικά όπλα. Η ανάπτυξη της θερμοδυναμικής έπαιξε μεγάλο ρόλο στη βιομηχανοποίηση. Επιπλέον, η εξέλιξη της μηχανικής ενέπνευσε την ανάπτυξη της υπολογιστικής.

Τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για την κατανόηση της συμπεριφοράς των φυσικών φαινομένων και των αποτελεσμάτων τους αναπτύχθηκαν σταδιακά από τη φιλοσοφία, που καθώς εξελίχθηκε εξειδικεύτηκε αρχικά στη φυσική φιλοσοφία, μετά στις Φυσικές επιστήμες και  τελικά, στη σύγχρονη Φυσική.

Η φυσική φιλοσοφία (σύμφωνα με τα ως τώρα γνωστά δεδομένα) ξεκίνησε στην Ελλάδα κατά την Αρχαϊκή Περίοδο (650 π.Χ. – 480 π.Χ.), όταν οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι όπως ο Θαλής ο Μιλήσιος απαρνήθηκαν την υπερφυσική εξήγηση των φαινομένων, που προέρχονταν από τις θρησκευτικές ή και τις μυθολογικές παραδόσεις, και διακήρυξαν ότι για κάθε φαινόμενο υπάρχει μια φυσική αιτία. Πρότειναν ιδέες που προσδιορίστηκαν από τη λογική και την παρατήρηση, και πολλές από τις υποθέσεις τους αποδείχθηκαν επιτυχημένες αργότερα πειραματικά. Το τελευταίο ισχύει για παράδειγμα στην ατομική φιλοσοφία.

Η Κλασσική Φυσική έγινε μια ξεχωριστή επιστήμη όταν οι πρώιμοι μοντέρνοι Ευρωπαίοι χρησιμοποίησαν πειραματικές και μαθηματικές μεθόδους για να ανακαλύψουν αυτά που θεωρούνται σήμερα Νόμοι της Φυσικής. Ο Γιοχάνες Κέπλερ, ο Γαλιλαίος Γαλιλέι και ιδιαίτερα ο Ισαάκ Νεύτων ανακάλυψαν και ενοποίησαν διαφορετικούς νόμους για την κίνηση. Οι πειραματικοί φυσικοί είχαν κάνει το ντεμπούτο τους στον πειραματισμό σχετικά με στατική με τους  μεσαιωνικούς μουσουλμάνους φυσικούς, όπως ο αλ-Μπιρουνί και ο Αλχαζέν. Κατά τη διάρκεια της Βιομηχανικής Επανάστασης αυξήθηκε η ζήτηση και άρα η έρευνα για την ενέργεια, γεγονός που οδήγησε τελικά σε νέους νόμους για τη Θερμοδυναμική, τη Χημεία και τον ηλεκτρομαγνητισμό.

Η Μοντέρνα Φυσική άρχισε να λειτουργεί με τον Μαξ Πλανκ στην Κβαντική θεωρία και τον Άλμπερτ Αϊνστάιν στη Θεωρία της Σχετικότητας. Συνεχίστηκε με την Κβαντομηχανική, με πρωτοπόρους επιστήμονες τους Βέρνερ Χάιζενμπεργκ, Έρβιν Σρέντινγκερ και Πολ Ντιράκ.

Με πολλούς τρόπους, η Φυσική προέρχεται από την αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Πιο συγκεκριμένα, τον 6ο αιώνα π.Χ., στις αρχαίες ελληνικές αποικίες της Ιωνίας, εμφανίστηκαν οι φυσικοί φιλόσοφοι, που στήριξαν την ερμηνεία του κόσμου στη λογική και είχαν πρωτοποριακές για την εποχή αντιλήψεις για τον κόσμο. Οι Ίωνες φυσικοί φιλόσοφοι ήταν οι πρώτοι γνωστοί υλιστές με την πρωταρχική έννοια του όρου, πράγμα που σημαίνει ότι οι θεωρίες τους είχαν ως βάση την ερμηνεία της φύσης μέσω των υλικών πραγμάτων. Κοινό χαρακτηριστικό των Ιώνων φυσικών φιλοσόφων ήταν η υπόθεσή τους ότι όλη η ύλη αποτελείται από τα ίδια πρωταρχικά συστατικά.

Ο Θαλής έκανε μια «πρώτη απόπειρα» για να χαρακτηριστεί η ύλη και υπέθεσε ότι το ύδωρ είναι η αρχή όλων των πραγμάτων. Ο Αναξίμανδρος, θεώρησε ως αρχή των όντων το άπειρο. Ο Αναξιμένης, υιοθέτησε στη θέση του απείρου του Αναξίμανδρου, τον αέρα. Ο Ηράκλειτος πίστευε στην προαιώνια ύπαρξη του κόσμου. Για αυτόν οι αλλαγές στην ύλη περνούσαν με τη μορφή δύο αντίρροπων κινήσεων: πυρ → θάλασσα → γη και γη → θάλασσα → πυρ. Συνδετικός κρίκος ήταν το ευμετάβλητο πυρ. Έπειτα, με το Δημόκριτο, από τα Άβδηρα της Θράκης, έγινε αφαίρεση στο θέμα και υπέθεσε ότι θα έπρεπε να αναχθεί σε μια αμετάβλητη κατάσταση, την οποία ονόμασε άτομο. Τα επόμενα βήματα έγιναν στη στην Ελέα, όπου ο Παρμενίδης αντιτάχθηκε στην Ιωνική φυσική και στην ηρακλείτεια θεώρηση. Γι' αυτόν ο φυσικός κόσμος υποτάσσεται σε μία υπερεμπειρική πραγματικότητα και απαρνείται τις Ιωνικές αντιλήψεις ως δοξασίες («δόξας»). Ο Ζήνων ο Ελεάτης, μαθητής του Παρμενίδη, υπερασπίστηκε την Παρμενίδεια οντολογία απορρίπτοντας την πολλαπλότητα των πραγμάτων και την κίνηση. Η μέθοδος του συνίστατο στην αποκάλυψη αντιφάσεων με τα γνωστά τα παράδοξα του Ζήνωνα. Ο γνωστός περισσότερο ως μαθηματικός Αρχιμήδης συνέταξε πολλές ποσοτικά ακριβείς μελέτες της μηχανικής και της υδροστατικής. Ακολούθησε το βιβλίο του Αριστοτέλη «Φυσικά», ένα από τα πρώτα γνωστά βιβλία για τη Φυσική, σε μια απόπειρα ορισμού και ανάλυσης της κίνησης από μια φιλοσοφική σκοπιά. Η Πτολεμαϊκή Αστρονομία με την υπόθεση για το «κρυστάλλινο στερέωμα» και γενικότερα διάφοροι Έλληνες φιλόσοφοι ανέπτυξαν και προώθησαν τις δικές τους θεωρίες για τη φύση, δημιουργώντας όλοι μαζί αυτό που είναι γνωστό ως φυσική φιλοσοφία, μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα. Από το 19ο αιώνα η Φυσική διαχωρίστηκε και από τη φιλοσοφία και από τις άλλες επιστήμες. Η Φυσική, όπως και οι υπόλοιπες επιστήμες, βασίζεται στη φιλοσοφία της επιστήμης για να δώσει μια ικανοποιητική περιγραφή της αποκαλούμενης επιστημονικής μεθόδου. Η επιστημονική μέθοδος αρχίζει από ένα δεκτό εκ των προτέρων (a priori) αξίωμα και διαμέσου μιας a posteriori λογικής  και χρησιμοποιεί μια Μπεϋζιανή (Bayesian) συμπερασματολογία για τη μέτρηση της ισχύος μιας συγκεκριμένης θεωρίας.

Η ανάπτυξη της Φυσικής απάντησε σε πολλά ζητήματα των προγενέστερων φυσικών φιλοσόφων, αλλά επίσης ανέδειξε νέα ζητήματα. Η μελέτη των φιλοσοφικών θεμάτων που αφορούν τη φυσική, δηλαδή τη φιλοσοφία της φυσικής, περιλαμβάνει θέματα όπως η φύση του χώρου και του χρόνου, η αιτιοκρατία, και μεταφυσικές αντιλήψεις όπως ο εμπειρισμός, ο νατουραλισμός και ο ρεαλισμός.

Πολλοί φυσικοί έχουν γράψει για τις φιλοσοφικές συνέπειες των εργασιών τους. Για παράδειγμα, ο Λαπλάς υπερασπίστηκε τον αιτιώδη ντετερμινισμό, και ο Σρέντινγκερ έγραψε για την κβαντική μηχανική. Ο μαθηματικός φυσικός Ρότζερ Πένροουζ (Roger Penrose) έχει αποκληθεί Πλατωνιστής από τον Στήβεν Χώκινγκ , μια άποψη του Πέντροουζ που «συζητά» στο βιβλίο του Ο δρόμος για την πραγματικότητα (The Road to Reality). Ο Χώκινγκ αναφέρεται στον εαυτό του ως «αναγωγικό χωρίς ντροπή» (unashamed reductionist) και παίρνει το ζήτημα με τις απόψεις του Πέντροουζ.

H Φυσική σχετίζεται στενά με τις άλλες φυσικές επιστήμες όπως η χημεία. Η χημεία όντας η επιστήμη των μορίων και των δεσμών που μπορούν να σχηματίσουν τα άτομα μεταξύ τους, δανείζεται από τη φυσική το θεωρητικό υπόβαθρο για τη συμπεριφορά των ατόμων και των μορίων, το οποίο αναπτύσσεται σε τομείς της φυσικής όπως η κβαντομηχανική (εν προκειμένω κβαντική χημεία), η Ατομική Φυσική, η θερμοδυναμική και ο ηλεκτρομαγνητισμός.

Η Φυσική επίσης, έχει πολύ ιδιαίτερη σχέση με τα μαθηματικά, τα οποία παρέχουν το λογικό πλαίσιο ανάπτυξης και εδραίωσης των μοντέρνων θεωριών. Η διαφορά της φυσικής με τα μαθηματικά έγκειται στο ότι η φυσική χρησιμοποιεί τα μαθηματικά ως εργαλείο περιγραφής του υλικού κόσμου και των φαινομένων που τον διέπουν και τον χαρακτηρίζουν, ενώ τα μαθηματικά έχουν ως σκοπό την προώθηση του ίδιου του μαθηματικού λογισμού, χωρίς να υπόκεινται σε δεσμεύσεις ανάπτυξης υπό μία συγκεκριμένη σκοπιά. Ωστόσο, η διάκριση μεταξύ φυσικής και μαθηματικών δεν είναι πάντα ξεκάθαρη. Υπάρχει ένα ευρύ πεδίο έρευνας μεταξύ της φυσικής και των μαθηματικών, η μαθηματική φυσική, που είναι αφιερωμένη στην ανάπτυξη των μαθηματικών δομών που απαρτίζουν τις θεωρίες της φυσικής.

Αν και οι φυσικοί μελετούν μια μεγάλη ποικιλία φαινομένων, υπάρχουν κάποιες θεωρίες οι οποίες χρησιμοποιούνται από όλους τους φυσικούς. Κάθε μία από αυτές τις θεωρίες έχει ελεγχθεί σε μεγάλο αριθμό πειραμάτων και έχει αποδειχθεί μια σωστή προσέγγιση της ίδιας της φύσης. Για παράδειγμα, η θεωρία της κλασικής μηχανικής περιγράφει με ακρίβεια την κίνηση των αντικειμένων, υπό την προϋπόθεση ότι είναι πολύ μεγαλύτερα από τα άτομα και πολύ πιο αργά από την ταχύτητα του φωτός. Ενώ αυτές οι θεωρίες έχουν κατανοηθεί και επεξεργαστεί για πολύ καιρό, συνεχίζουν να είναι πεδία ερευνών. Για παράδειγμα, μια αξιοσημείωτη πτυχή της κλασικής μηχανικής γνωστή ως θεωρία του χάους ανακαλύφθηκε τον 20ό αιώνα, τρεις αιώνες μετά την αρχική εγκαθίδρυση της κλασικής φυσικής από τον Ισαάκ Νεύτωνα. Οι κεντρικές θεωρίες είναι σημαντικά εργαλεία για περαιτέρω έρευνα σε πιο ειδικευμένα πεδία της φυσικής, και όλοι οι φυσικοί πρέπει να είναι καλά εκπαιδευμένοι και άνετοι πάνω σε αυτές.

Η Κλασική μηχανική είναι ένα μοντέλο της φυσικής των δυνάμεων που ασκούνται σε κάποια σώματα. Συχνά αναφέρεται και ως Νευτώνεια μηχανική από τον Νεύτωνα και τους νόμους της κίνησης. Η κλασική μηχανική χωρίζεται στην στατική, όπου τα αντικείμενα είναι σε ηρεμία, στην κινηματική, όπου τα αντικείμενα είναι σε κίνηση, και στη δυναμική, η οποία περιγράφει αντικείμενα που υπόκεινται σε δυνάμεις. Η θεωρία ξεπερνιέται από τη σχετικιστική μηχανική για συστήματα που κινούνται με μεγάλες ταχύτητες, κοντά σε αυτή του φωτός, από την κβαντική μηχανική για συστήματα σε κλίμακα πολύ μικρών αποστάσεων, και από την σχετικιστική κβαντική μηχανική για συστήματα που ισχύουν και οι δύο παραπάνω ιδιότητες. Παρ' όλα αυτά, η κλασική μηχανική παραμένει πολύ χρήσιμη, καθώς εφαρμόζεται πολύ πιο εύκολα και απλά από αυτές τις άλλες θεωρίες, και έχει ένα αρκετά μεγάλο εύρος ισχύος. Η κλασική μηχανική μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει την κίνηση μακροσκοπικών αντικειμένων, στην κλίμακα του ανθρώπου (όπως μπάλες και αυτοκίνητα), πολλά αστρονομικά αντικείμενα (όπως πλανήτες και γαλαξίες), και μερικά μικροσκοπικά αντικείμενα (όπως τα οργανικά μόρια).

Ο Ηλεκτρομαγνητισμός είναι η φυσική του ηλεκτρομαγνητικού πεδίου, ένα πεδίο της φυσικής που παράγεται από την παρουσία και την κίνηση φορτισμένων σωματιδίων και αναπτύσσει δυνάμεις μεταξύ τους. Η ηλεκτροδυναμική περιγράφει τη συμπεριφορά των κινούμενων φορτισμένων σωματιδίων που αλληλεπιδρούν με ηλεκτρομαγνητικά πεδία. Ο ηλεκτρομαγνητισμός περιγράφει διάφορα ηλεκτρομαγνητικά φαινόμενα του απτού κόσμου. Ουσιαστικά, το φως είναι ένα ηλεκτρομαγνητικό πεδίο σε ταλάντωση, το οποίο ακτινοβολείται από επιταχυνόμενα φορτισμένα σωματίδια. Πέρα από τη βαρύτητα, σχεδόν όλες οι δυνάμεις που αντιλαμβανόμαστε στην καθημερινή μας ζωή, είναι αποτέλεσμα του ηλεκτρομαγνητισμού. 

Η Θερμοδυναμική είναι ο κλάδος της φυσικής που έχει να κάνει μη τη δράση της θερμότητας και τις μετατροπές της ενέργειας από τη μια μορφή στην άλλη. Η θερμοδυναμική ασχολείται συγκεκριμένα με το πώς αυτές οι αλλαγές επηρεάζουν μεγέθη όπως η θερμοκρασία, η πίεση, ο όγκος, η μηχανική δράση, η εντροπία και το έργο. Η Στατιστική μηχανική, που σχετίζεται με τη θερμοδυναμική, είναι ο κλάδος της φυσικής που αναλύει τα μακροσκοπικά θερμοδυναμικά συστήματα εφαρμόζοντας στατιστικές αρχές στα μικροσκοπικά τους στοιχεία. Μπορεί να εφαρμοστεί ώστε να υπολογιστούν οι θερμοδυναμικές ιδιότητες υλικών, από τις ιδιότητες των μορίων τους, κάτι που είναι η βάση της στατιστικής θερμοδυναμικής

Η Θεωρία της Σχετικότητας είναι:

Η Κβαντική μηχανική είναι ο κλάδος της μαθηματικής φυσικής που ασχολείται με ατομικά και υποατομικά συστήματα και την αλληλεπίδρασή τους με την ακτινοβολία. Βασίζεται στην παρατήρηση ότι όλες οι μορφές της ενέργειας απελευθερώνονται σε διακριτές μονάδες που καλούνται κβάντα. Η κβαντική μηχανική παρέχει μια φυσική θεωρία της ύλης που βασίζεται στην έννοια του κυματοσωματιδιακού δυϊσμού και παρέχει μια μαθηματική ερμηνεία της δομής και των αλληλεπιδράσεων της ύλης στη βάση αυτής της ιδιότητας-- επίσης καλείται και Κυματική μηχανική. Το ενδιαφέρον είναι πως η κβαντική θεωρία παρέχει μόνο πιθανούς ή στατιστικούς υπολογισμούς των παρατηρούμενων ιδιοτήτων των υποατομικών σωματιδίων, μέσω της κυματοσυνάρτησης. Η ανακάλυψη της κβαντικής μηχανικής στις αρχές του 20ού αιώνα υπήρξε επαναστατική για τη φυσική, και είναι πλέον θεμελιώδης στους περισσότερους κλάδους της σύγχρονης έρευνας.

Ο παρακάτω πίνακας παρουσιάζει τις πιο βασικές φυσικές θεωρίες και τα κυριότερα θέματα αυτών.

H σύγχρονη έρευνα στη φυσική χωρίζεται σε αρκετά διαφορετικά πεδία.

Από τις αρχές του 20ού αιώνα, τα μεμονωμένα πεδία της φυσικής έχουν γίνει εξαιρετικά εξειδικευμένα, και οι πιο πολλοί φυσικοί εργάζονται σήμερα σε ένα μόνο πεδίο, για ολόκληρη την καριέρα τους. Καθολικιστές όπως ο Άλμπερτ Αϊνστάιν και ο Λεβ Λαντάου, οι οποίοι εργάστηκαν σε πολλαπλά πεδία της φυσικής, είναι σήμερα πολύ σπάνιοι.

O τρόπος της έρευνας στη φυσική διαφέρει από τις περισσότερες επιστήμες, όσον αφορά το διαχωρισμό της θεωρίας με το πείραμα. Από τον 20ό αιώνα, οι περισσότεροι φυσικοί εξειδικεύονται είτε στη θεωρητική φυσική, είτε στην πειραματική φυσική. Ο σπουδαίος Ιταλός φυσικός Ενρίκο Φέρμι (1901–1954), ο οποίος έκανε θεμελιώδεις συνεισφορές και στη θεωρία και στα πειράματα στην πυρηνική φυσική, ήταν μια αξιοσημείωτη εξαίρεση. Αντίθετα, σχεδόν όλοι οι γνωστοί θεωρητικοί στη βιολογία και στη χημεία υπήρξαν και πειραματικοί.

Οι θεωρητικοί προσπαθούν να αναπτύξουν μέσω μαθηματικών μοντέλων διάφορες θεωρίες, οι οποίες μπορούν να περιγράφουν και να ερμηνεύουν υπάρχοντα πειραματικά αποτελέσματα, και να προβλέπουν επιτυχώς μελλοντικά αποτελέσματα, ενώ οι πειραματικοί εκτελούν πειράματα ώστε να εξερευνήσουν νέα φαινόμενα και να ελέγξουν τις θεωρητικές προβλέψεις. Αν και η θεωρία και το πείραμα αναπτύσσονται ξεχωριστά, εξαρτώνται πολύ το ένα από το άλλο. Η πρόοδος στη φυσική γίνεται συχνά όταν οι πειραματικοί ανακαλύπτουν κάτι που οι υπάρχουσες θεωρίες δεν έχουν λάβει υπ' όψιν, κάνοντας εμφανή την ανάγκη για δημιουργία νέων θεωριών. Παρόμοια, ιδέες που προκύπτουν από τη θεωρία, συχνά εμπνέουν νέα πειράματα. Χωρίς το πείραμα, η θεωρητική έρευνα μπορεί να πάρει λάθος δρόμο. Αυτό είναι και ένα από τα επιχειρήματα εναντίον της Θεωρίας-Μ, μιας δημοφιλούς θεωρίας στη φυσική υψηλών ενεργειών, για την οποία δεν έχουν εκτελεστεί ποτέ πειράματα.

Ο παρακάτω πίνακας παρουσιάζει πολλούς από τους διάφορους κλάδους της φυσικής, μαζί με τις κύριες θεωρίες και έννοιες που περιέχουν.

Η έρευνα στη φυσική εξελίσσεται συνεχώς σε ένα μεγάλο αριθμό θεμάτων, και είναι πιθανό πως θα συνεχίσει έτσι για το άμεσο μέλλον.

Στη φυσική συμπυκνωμένης ύλης, το πιο μεγάλο άλυτο θεωρητικό πρόβλημα αφορά την εξήγηση της υψηλής θερμοκρασίας υπεραγωγιμότητας. Πολλές προσπάθειες, κυρίως πειραματικές, γίνονται ώστε να κατασκευαστούν κβαντικοί υπολογιστές και spintronics.

Στη σωματιδιακή φυσική, τα πρώτα κομμάτια πειραματικών αποδείξεων για τη φυσική πέρα από το καθιερωμένο μοντέλο αρχίζουν και παίρνουν τη θέση τους. Οι κυριότερες είναι οι ενδείξεις ότι τα νετρίνα έχουν μη μηδενική μάζα. Αυτά τα πειραματικά αποτελέσματα φαίνεται να έχουν λύσει το μακροχρόνιο πρόβλημα που αφορούσε τα ηλιακά νετρίνα. Η φυσική των νετρίνων είναι αυτή τη στιγμή ένα πεδίο ενεργούς θεωρητικής και πειραματικής έρευνας. Στα επόμενα χρόνια, οι επιταχυντές σωματιδίων θα αρχίσουν να πιάνουν ενέργειες της τάξης του TeV, όπου οι πειραματικοί φυσικοί ελπίζουν πως θα βρουν ενδείξεις για το μποζόνιο Χιγκς και τα υπερσυμμετρικά σωματίδια.

Οι θεωρητικές απόπειρες ένωσης της κβαντικής μηχανικής και της γενικής σχετικότητας σε μια μόνο θεωρία κβαντικής βαρύτητας, που γίνονται εδώ και μισό αιώνα περίπου, δεν έχουν αποδώσει καρπούς. Αυτή τη στιγμή, οι υποψήφιες θεωρίες είναι η Θεωρία-Μ, η Θεωρία Υπερχορδών και η Κβαντική βαρύτητα βρόχων.

Πολλά αστρονομικά και κοσμολογικά φαινόμενα δεν έχουν ακόμη εξηγηθεί ικανοποιητικά, συμπεριλαμβανομένης της βαρυονικής ασυμμετρίας, των πολύ υψηλών κοσμικών ακτίνων, της επιτάχυνσης του σύμπαντος και των ανώμαλους ρυθμούς στροφής των γαλαξιών.

Αν και μεγάλη πρόοδος έχει γίνει στην στην κβαντική φυσική, στην αστρονομία και στη φυσική υψηλών ενεργειών, πολλά καθημερινά φαινόμενα που συμπεριλαμβάνουν πολυπλοκότητα, χάος ή τύρβη δεν έχουν εξηγηθεί. Πολύπλοκα φαινόμενα που φαίνονται πως θα ήταν επιλύσιμα με απλή εφαρμογή της μηχανικής και δυναμικής, όπως η κατανομή των αμμόλοφων, το σχήμα των σταγόνων του νερού ή η γρήγορη ροή του νερού, παραμένουν άλυτα.




#Article 12: Mega Channel (1755 words)


Το Mega Channel (ή απλώς MEGA) είναι ελληνικός ιδιωτικός τηλεοπτικός σταθμός πανελλαδικής εμβέλειας και χρονολογικά, ο πρώτος και μακροβιότερος στη χώρα. Ανήκει στην Alter Ego Επιχείρηση Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης Α.Ε. του επιχειρηματία Βαγγέλη Μαρινάκη και έχει έδρα την Αθήνα. Εξέπεμψε για πρώτη φορά τη Δευτέρα 20 Νοεμβρίου 1989 υπό την ιδιοκτησία της Τηλέτυπος Α.Ε. Τηλεοπτικών Προγραμμάτων.

Ο σταθμός άρχισε να εκπέμπει στις 20 Νοεμβρίου του 1989 στις 15:00 το μεσημέρι. Το Mega Channel είναι το πρώτο ιδιωτικό κανάλι που εξέλαβε άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα και το πρώτο ιδιωτικό κανάλι της Ελλάδας που εξέπεμψε τηλεοπτικό πρόγραμμα, αν δεν συνυπολογιστούν και κάποιες άλλες σποραδικές ιδιωτικές και δημοτικές προσπάθειες χωρίς άδεια ή νομοθετική ρύθμιση για ιδιωτική τηλεόραση, που δεν είχαν συνέχεια. Η προσωρινή άδεια δοκιμής τοπικού ραδιοτηλεοπτικού σταθμού για τη λειτουργία του δόθηκε επί κυβέρνησης Τζαννετάκη.

Το 1993 δόθηκε ανανεωτική άδεια λειτουργίας ισχύος 7 ετών, η οποία συνέχισε να παρατείνεται και να διατηρείται νομοθετικά σε ισχύ μέχρι και σήμερα, όπως γίνεται και με τους υπόλοιπους ιδιωτικούς ραδιοτηλεοπτικούς σταθμούς, παρ' όλο που το τέταρτο τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει κρίνει ότι οι αλλεπάλληλες παρατάσεις νομιμότητας των ραδιοτηλεοπτικών ΜΜΕ είναι ουσιαστικά παράνομες και αντισυνταγματικές.

Στον διαγωνισμό για τις πανελλαδικές τηλεοπτικές άδειες που έγινε το 2016 η Τηλέτυπος (η εταιρεία που κατείχε το κανάλι) κατέθεσε αίτηση για άδεια, η οποία απορρίφθηκε από το αρχικό στάδιο για τυπικούς λόγους. Ωστόσο, συνέχισε τελικώς να εκπέμπει, αφού ο διαγωνισμός κρίθηκε αντισυνταγματικός από το ΣτΕ, στις 26 Οκτωβρίου 2016. Στο νέο διαγωνισμό του οποίου η προκήρυξη για την υποβολή αιτήσεων ξεκίνησε στις 24 Νοεμβρίου 2017 και ολοκληρώθηκε στις 11 Ιανουαρίου του 2018 με έξι καταθέσεις, το κανάλι δεν έκανε αίτηση για να πάρει μία από τις επτά νέες άδειες, λόγω οικονομικών προβλημάτων. Οι εργαζόμενοι αντέδρασαν εκπέμποντας δελτίο ειδήσεων, ώστε να ενημερώσουν τους τηλεθεατές.

Το κανάλι αντιμετώπιζε από το 2012 σοβαρά οικονομικά προβλήματα, τα οποία διογκώθηκαν το 2014, ενώ το 2016 οι τράπεζες αποφάσισαν δήμευση των λογαριασμών για αποπληρωμή δανείων του ΔΟΛ, ο οποίος κατείχε το 22% του τηλεοπτικού σταθμού, με αποτέλεσμα οι εργαζόμενοι να κατέβουν σε απεργία, και για λίγες μέρες να σταματήσει προσωρινά η κυκλοφορία των εφημερίδων «Τα Νέα» και «Το Βήμα» οι οποίες τελικά συνέχισαν την κυκλοφορία τους. Οι εργαζόμενοι της Τηλέτυπος δεν είχαν λάβει την μισθοδοσία τους από τα μέσα Απριλίου του 2016, με αποτέλεσμα την μη προβολή των ζωντανών προγραμμάτων.

Από τις 7 Σεπτεμβρίου 2016, οι εργαζόμενοι του σταθμού βρίσκονταν σε επίσχεση εργασίας.

Στις 6 Οκτωβρίου 2016 κατατέθηκε αίτηση από τρίτη εταιρεία, με την οποία ζητεί να κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης η Τηλέτυπος.

Στις 7 Φεβρουαρίου 2017 το δικαστήριο επέκρινε το αίτημα των εργαζομένων για να ανοίξουν οι σφραγισμένοι από τις τράπεζες λογαριασμοί ώστε να γίνουν οι πληρωμές.

Στις 12 Μαρτίου του 2018 συνεδρίασε το ΕΣΡ για να εγκρίνει ή να απορρίψει την αίτηση της Τηλέτυπος Α.Ε. για μετατροπή του σταθμού από γενικού περιεχομένου σε θεματικό. Ύστερα από συνεδρίαση επτά ωρών, το ΕΣΡ απεφάνθη κατά πλειοψηφία, με έξι ψήφους κατά της έγκρισης έναντι τριών και η ΕΕΤΤ ήταν υποχρεωμένη να μεταβιβάσει την απόφαση μέχρι τις 25 Μαρτίου 2018 στη Digea, για να κατεβάσει το σήμα, αλλά η διοίκηση του σταθμού κατέθεσε ασφαλιστικά μέτρα κατά της απόφασης του ΕΣΡ.

Στις 22 Αυγούστου 2018 σταμάτησε να λειτουργεί η ιστοσελίδα του καναλιού megatv.com, καθώς δεν πληρώθηκε ο τομέας για να συνεχιστεί η λειτουργία του. Ωστόσο η ιστοσελίδα επανήλθε δύο ημέρες αργότερα.

Από τις 19 Σεπτεμβρίου του 2018 το κανάλι βρίσκεται σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, βάσει νόμου Δένδια, όπως έγινε και με τον ΔΟΛ με εκποίηση 15 εκατομμυρίων ευρώ. Τα ασφαλιστικά μέτρα συζητήθηκαν στις 27 Σεπτεμβρίου και η κύρια εκδίκαση ορίστηκε για τις 30 Οκτωβρίου. Η Alpha Bank ζήτησε τον ορισμό προσωρινής διοίκησης ενώ υπήρχε προγραμματισμένη γενική συνέλευση με το ίδιο θέμα στις 26 Σεπτεμβρίου.

Λόγω των σοβαρών οικονομικών προβλημάτων και των διάφορων αντιπαραθέσεων με τις τράπεζες λόγω του δανεισμού του, έγινε διακοπή των δελτίων ειδήσεων και των ζωντανών εκπομπών.

Στις 27 Απριλίου 2016 το κανάλι σταμάτησε να εκπέμπει πρωινές ψυχαγωγικές εκπομπές και στις 14 Ιουλίου 2016 σταμάτησε να εκπέμπει πρωινές ενημερωτικές εκπομπές. Έτσι, περιορίστηκε στις παλιές ξένες κινηματογραφικές ταινίες, στις παλιές σειρές και εκπομπές από το αρχείο του αλλά και στα δελτία ειδήσεων τα οποία σταμάτησε να προβάλει στις 15 Σεπτεμβρίου 2016. Ωστόσο, ένα χρόνο μετά (το διήμερο 9-10 Σεπτεμβρίου 2017) μετέδωσε ζωντανά την ομιλία του Αλέξη Τσίπρα από τη ΔΕΘ, ενώ το διήμερο 16-17 Σεπτεμβρίου μετέδωσε ζωντανά την ομιλία του Κυριάκου Μητσοτάκη, επίσης από τη ΔΕΘ. Από τις 31 Ιανουαρίου του 2018 ο σταθμός σταμάτησε να προβάλλει διαφημίσεις.

Στις 9 Απριλίου 2018, κόπηκαν από το κανάλι και τα πνευματικά δικαιώματα των παλαιών ξένων κινηματογραφικών ταινιών που πρόβαλλε, με αποτέλεσμα να περιοριστεί αποκλειστικά μόνο στο παλαιό ελληνικό του πρόγραμμα.

Τους τελευταίους μήνες έκανε προβολή μόνο επαναλήψεων και σημείωνε υψηλή τηλεθέαση παρά τα προβλήματα που αντιμετώπιζε. Οι εργαζόμενοι του καναλιού βρίσκονταν σε επίσχεση εργασίας επειδή δεν λάμβαναν τα δεδουλευμένα τους.

Στις 5 Οκτωβρίου 2018 εγκρίθηκε από το ΣτΕ η οριστική διακοπή της μετάδοσης του σταθμού, την οποία είχε εισηγηθεί το ΕΣΡ.

Στις 27 Οκτωβρίου 2018 η εταιρεία Τηλέτυπος κατέθεσε στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης αίτηση αναστολής εκτέλεσης της απόφασης για τη διακοπή του σήματος του σταθμού και η ακρόαση των εκπροσώπων του είχε πραγματοποιηθεί το μεσημέρι της Τρίτης 30 Οκτωβρίου.

Τελικά, το σήμα του MEGA διεκόπη την επόμενη μέρα (28 Οκτωβρίου) και ώρα 02:08 π.μ. από την Digea, ενώ από τις συνδρομητικές πλατφόρμες NOVA και COSMOTE TV διεκόπη τα ξημερώματα της 20ής Νοεμβρίου (στην επέτειο των 29 χρόνων λειτουργίας). Έκτοτε, ο σταθμός συνέχισε να εκπέμπει με 24ωρο πρόγραμμα στο YouTube μέχρι τα τέλη Δεκεμβρίου του 2019, με αρκετά ωστόσο προβλήματα και διακοπές στην ροή του.

Μετά την αγορά του σταθμού στο σύνολό του (ταινιοθήκη, πνευματικά δικαιώματα, εξοπλισμός κ.λπ.) από τον επιχειρηματία Βαγγέλη Μαρινάκη το 2019, το σήμα του Mega επαναλειτούργησε ξανά στις 11 Φεβρουαρίου 2020, ενώ το κανονικό του πρόγραμμα ξεκίνησε 6 μέρες μετά την Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2020 και ώρα 6:00 π.μ., με την εκπομπή Κοινωνία ώρα Mega.

Ο σταθμός ήταν ιδιοκτησία της Τηλέτυπος Α.Ε. η οποία συστάθηκε την Τετάρτη 26 Απριλίου 1989 με την επωνυμία Τηλέτυπος Ανώνυμη Εταιρεία Τηλεοπτικών Προγραμμάτων και το διακριτικό τίτλο MEGA CHANNEL ως τηλεοπτικό δίκτυο πέντε εκδοτών (Μπόμπολας, Λαμπράκης, Τεγόπουλος, Βαρδινογιάννης και Αλαφούζος). Τρία χρόνια αργότερα, τροποποιήθηκε το καταστατικό του φορέα ενώ στις 21 Ιουλίου 1994, εισήγαγε τις μετοχές της στην κύρια αγορά του Χρηματιστηρίου Αθηνών.

Στις 22 Μαΐου του 2017 ο επιχειρηματίας Ιβάν Σαββίδης, μέσω της κυπριακής εταιρίας Dimera Media Investments Limited αγόρασε από την Πήγασος Εκδοτική Α.Ε. το 19,63% από το 32,72% του μετοχικού κεφαλαίου του φορέα δίνοντας χονδρικά 12 εκατομμύρια ευρώ με το υπόλοιπο 13,09% να παραμένει στην ιδιοκτησία της οικογένειας Μπόμπολα και να ενεχυριάζεται από τις τράπεζες. Εννέα μέρες αργότερα (την 31η) ο Βαγγέλης Μαρινάκης, κατά τη διαδικασία πλειστηριασμού του ΔΟΛ, πλειοδότησε, καταθέτοντας δεσμευτική προσφορά 23 εκατομμυρίων ευρώ, και αποκτώντας, μεταξύ άλλων, το 22,11% του καναλιού. Στις 21 Αυγούστου, ο Ιβάν Σαββίδης μεταβίβασε επισήμως το 19,63% που κατείχε μέσω της Dimera Media, στην συνεργαζόμενη κυπριακή εταιρία Elenovo Limited. Τέλος στην μετοχική σύνθεση του φορέα του καναλιού συμμετείχαν ο επιχειρηματίας Δημήτρης Κοπελούζος με ποσοστό 2,68%, ο εφοπλιστής Βίκτορας Ρέστης με ποσοστό 3,19% και άλλοι ξένοι και Έλληνες μικρομέτοχοι.

Από την 1η Νοεμβρίου του 2019, ο σταθμός είναι στην ιδιοκτησία της Alter Ego Επιχείρηση Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης Α.Ε. του Βαγγέλη Μαρινάκη, όπου στον πλειστηριασμό για τα περιουσιακά στοιχεία, το όνομα, το αρχείο ειδήσεων και εκπομπών και την ταινιοθήκη του Mega κατέθεσε προσφορά 34 εκατομμυρίων ευρώ και η οποία συμμετείχε στην τελευταία προκήρυξη που αφορούσε τις δύο εναπομείνασες άδειες, αποκτώντας την έκτη πανελλαδικής εμβέλειας άδεια, αφού η προηγούμενη που είχε η Τηλέτυπος δεν είναι σε ισχύ από το 2018. Ωστόσο, η ειδική διαχειρίστρια της Τηλέτυπος κατέθεσε στα τέλη του 2020 αίτηση για πτώχευση λόγω υπέρογκων οφειλών της που είναι περίπου στα 300 εκατομμύρια ευρώ τα οποία δεν καλύπτονται από το ποσό που κατέθεσε η Alter Ego Ε.Μ.Μ.Ε. Α.Ε. για την αγορά του Mega και η οποία αίτηση τίθεται υπό έγκριση.

Την 1η Αυγούστου 2014, το κανάλι σταμάτησε να εκπέμπει αναλογικά και από τα τελευταία κέντρα εκπομπής, τον Υμηττό (25 UHF - από τις 20 Ιουλίου 2012) και την Πάρνηθα (64 UHF, αρχικά στους 66 UHF και στα 7 VHF). Ο σταθμός δημιούργησε το 2009 μαζί με τους ιδιωτικούς σταθμούς πανελλαδικής εμβέλειας ALPHA, ΑΝΤ1, Μακεδονία TV, ΣΚΑΪ, STAR και το ALTER την ψηφιακή πλατφόρμα της Digea. Στις 28 Οκτωβρίου 2018, έπειτα από σχετική απόφαση του ΕΣΡ σταμάτησε να εκπέμπει και επίγεια ψηφιακά. Στις 12 Φεβρουαρίου 2020 το σήμα του επέστρεψε και δορυφορικά και επίγεια μέσω της Digea.

Το Mega Cosmos ήταν το διεθνές τηλεοπτικό δίκτυο του MEGA CHANNEL που μετέδιδε το πρόγραμμα του σταθμού για τους Έλληνες του εξωτερικού στη Βόρεια Αμερική, την Αφρική, την Ασία και την Αυστραλία. Αρχικά, λεγόταν MEGA CHANNEL Αυστραλία, και στη συνέχεια μετονομάστηκε σε Mega Cosmos χρησιμοποιώντας ένα κοινό όνομα και λογότυπο για την Αυστραλία και τις ΗΠΑ.

Το Mega Extra ήταν ένθετο κανάλι του Mega Channel, το οποίο εξέπεμπε αποκλειστικά από την NOVA (η οποία ανήκε παλιά στην Multichoice Hellas, που ήταν τότε και σημαντικός μέτοχος του Mega). Το Mega ήταν ο αποκλειστικός σταθμός μετάδοσης των αγώνων του ΟΥΕΦΑ Τσάμπιονς Λιγκ την περίοδο 2003-2005 τις Τετάρτες, και λόγω σύμπτωσης δύο αγώνων ελληνικών ομάδων κάποιες Τετάρτες, ο ένας αγώνας μεταδιδόταν από το λεγόμενο κανάλι, και ο άλλος από το ένθετο.

Με τις αποφάσεις 301/2015, 85/2017 και 88/2017 της Ολομέλειας του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης επιβλήθηκαν στον τηλεοπτικό σταθμό MEGA πρόστιμα και έγινε σύσταση για τη στάση του σταθμού αναφορικά με τους ελέγχους κεφαλαίων (capital controls), που επιβλήθηκαν τον Ιούνιο του 2015, και το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015. Ειδικότερα με την πρώτη απόφαση επιβλήθηκε πρόστιμο 20.000 ευρώ επειδή στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του MEGA στις 29 Ιουνίου 2015 παρουσιάστηκε φωτογραφία με μια ηλικιωμένη γυναίκα να προστατεύει με το σώμα της φίλη της που έκανε ανάληψη σε ΑΤΜ προκειμένου να μην πέσει θύμα ληστείας, με τον ισχυρισμό ότι είχε τραβηχτεί στο κέντρο της Αθήνας, μετά την επιβολή των ελέγχων κεφαλαίων ενώ είχε τραβηχτεί στην Νότια Αφρική. Πρόστιμο 20.000 ευρώ επιβλήθηκε και με τη δεύτερη επειδή στις 30 Ιουνίου του 2015 κατά τη διάρκεια του προγράμματος του σταθμού είχαν προβληθεί επανειλημμένως εικόνες από ουρές σε ΑΤΜ και βενζινάδικα συνοδευόμενες από πηχυαίους τίτλους καθώς και η επιχειρηματολογία καθηγητή πανεπιστημίου που υποστήριζε το ΝΑΙ στο δημοψήφισμα χωρίς την προβολή της αντίθετης άποψης. Με την απόφαση 85/2017 έγινε σύσταση για τον τρόπο που δημοσιογράφοι του σταθμού χειρίστηκαν τις ουρές στα ΑΤΜ στις 2 Ιουλίου 2015. Με την απόφαση 5/2016 του Πρωτοβάθμιου Πειθαρχικού Συμβουλίου της ΕΣΗΕΑ επιβλήθηκε η ποινή της επίπληξης στους δημοσιογράφους του MEGA Όλγα Τρέμη, Μαρία Σαράφογλου και Μανώλη Καψή για τη στάση τους την περίοδο πριν το δημοψήφισμα.




#Article 13: Αλβανία (8863 words)


Η Αλβανία (αλβανικά: Shqipëria), γνωστή επισήμως ως Δημοκρατία της Αλβανίας (αλβανικά: Republika e Shqipërisë ) είναι βαλκανική χώρα της ΝΑ Ευρώπης. Συνορεύει βόρεια και βορειοδυτικά με το Μαυροβούνιο, βορειοανατολικά με το Κοσσυφοπέδιο, ανατολικά με τη Βόρεια Μακεδονία και νότια με την Ελλάδα. Βρέχεται από την Αδριατική θάλασσα δυτικά, και το Ιόνιο πέλαγος νοτιοδυτικά. Απέχει λιγότερο από 72 χλμ. από την Ιταλία μέσω του Πορθμού του Οτράντο που συνδέει την Αδριατική με το Ιόνιο Πέλαγος.

Η Αλβανία είναι μέλος του ΟΗΕ, του ΝΑΤΟ, του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη, του Συμβουλίου της Ευρώπης, του Παγκοσμίου Οργανισμού Εμπορίου, του Οργανισμού Ισλαμικής Διάσκεψης και είναι ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Ένωσης για τη Μεσόγειο. Η Αλβανία είναι υποψήφια προς ένταξη χώρα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η χώρα έκανε επίσημη αίτηση για ένταξη στην ΕΕ στις 28 Απριλίου 2009 και έλαβε καθεστώς επίσημης υποψήφιας στις 24 Ιουνίου 2014.

Η σημερινή επικράτεια της Αλβανίας ήταν σε πολλές φάσεις της ιστορίας μέρος των ρωμαϊκών επαρχιών της Δαλματίας (νότιο Ιλλυρικό), της Μακεδονίας (συγκεκριμένα της Νέας Ηπείρου) και της Μοισίας. Το σημερινό κράτος έγινε ανεξάρτητο μετά τη κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στην Ευρώπη, μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Η Αλβανία ανακήρυξε ανεξαρτησία στις 28 Νοεμβρίου 1912 (αναγνωρίστηκε το 1913) και πρώτος κυβερνήτης της ήταν ο Ισμαήλ Κεμάλι (Ismail Qemali). Πέρασε μέσα από πολιτικά καθεστώτα Πριγκιπάτου, Δημοκρατίας και Βασιλείου μέχρι την εισβολή των Ιταλών το 1939, όποτε έγινε και προτεκτοράτο. Το 1944 έγινε Λαϊκή Σοσιαλιστική Δημοκρατία υπό τον Ενβέρ Χότζα και το Εργατικό Κόμμα (PPSH).

Εθνικός ήρωας της Αλβανίας είναι ο Σκεντέρμπεης (Skendërbej), γνωστός και ως Γεώργιος Καστριώτης (Gjergj Kastrioti).

Η Αλβανία είναι Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία με μεταβατική οικονομία. Οι μεταρρυθμίσεις ελεύθερης αγοράς έχουν ανοίξει τη χώρα σε διεθνείς επενδύσεις, κυρίως στον τομέα της ενέργειας και των υποδομών μεταφοράς.

Το όνομα Αλβανία, από τη μεσαιωνική ελληνική λέξη Αλβανός (Αλβανών, Αλβανόπολις), φέρεται να υποδεικνύεται, για πρώτη φορά, από τον Πτολεμαίο τον Γεωγράφο (Γεωγραφικά, 3, 12, 20) και αφορά κάποια αντίστοιχη φυλή της περιοχής. Παρόλα αυτά, οι πρώτες πηγές που αναφέρονται με βεβαιότητα στον συγκεκριμένο βαλκανικό λαό βρίσκονται σε ανώνυμο βουλγαρικό γραπτό του 11ου αιώνα και στο έργο του Μιχαήλ Ατταλειάτη.

Οι Βυζαντινοί συγγραφείς ονομάζουν τη σημερινή χώρα Αλβανία και τους κατοίκους Αλβανούς και Αρβανίτες από τον 11ο αιώνα. Εκτός όμως της ονομασίας αυτής ιστορικά υπάρχουν κι άλλες: 

Οι αρχαίοι κάτοικοι του μεγαλύτερου μέρους της περιοχής που καλύπτει σήμερα η Αλβανία (και του μεγαλύτερου μέρους της πρώην Γιουγκοσλαβίας) ήταν οι Ιλλυριοί. Τα αρχαιολογικά ευρήματα συγκεντρωμένα στις παράκτιες περιοχές δεν αποδίδουν έως τώρα σαφή εικόνα του πολιτισμού αυτών των ανθρώπων.

Στην ευρύτερη περιοχή, η παρουσία των Ιλλυριών ανιχνεύεται στο σχηματισμό πολιτικής δομής κατά τον 7ο και 6ο αιώνα π.Χ.. Οι Ιλλυριοί πάντως σχημάτισαν βασίλεια γύρω από πολέμαρχους που αντιμάχονταν μεταξύ τους στο μεγαλύτερο τμήμα της ιστορίας τους (δεν υπήρχε ενότητα των ιλλυρικών φυλών). Κατά την αρχαιότητα, είχαν αναπτύξει σχέσεις με τους Έλληνες. Κατά περιόδους, είχαν συγκρούσεις με ελληνικές φυλές, κατά των Χαόνων και των Μολοσσών στην Ήπειρο και κατά του Μακεδονικού βασιλείου, μα και κατά την ίδρυση ελληνικών αποικιών σε μέρη που κατοικούσαν Ιλλυριοί (Επίδαμνος, Απολλωνία).

Κατακτημένη από τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, η Ιλλυρία οργανώθηκε ως ρωμαϊκή επαρχία με το όνομα Illyricum (Ιλλυρικόν), η οποία διαιρέθηκε αργότερα στις επαρχίες της Δαλματίας και της Παννονίας. Οι γαίες που συνιστούν τη σύγχρονη Αλβανία περιλαμβάνονταν στη Δαλματία. Αργότερα, στο Ιλλυρικόν θα περιληφθεί μεγάλο μέρος της βαλκανικής χερσονήσου, συμπεριλαμβανόμενης της Ελλάδας, καθώς ο ελληνικός πολιτισμός που επικρατούσε την εποχή εκείνη στην ευρύτερη περιοχή, είναι φανερός και αποδίδεται στα ελληνικά ονόματά τους.

Η σημερινή Αλβανία παρέμεινε υπό ρωμαϊκή και στη συνέχεια βυζαντινή κυριαρχία, μέχρις ότου άρχισαν να την κατακλύζουν οι Σλάβοι από το 548 και μετά και καταλήφθηκε από τη Βουλγαρική Αυτοκρατορία, τον 9ο αιώνα. Μετά την εξασθένηση της Βυζαντινής και της Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας στα μέσα και στα τέλη του 13ου αιώνα, μερικά από τα εδάφη της σημερινής Αλβανίας καταλήφθηκαν από το Σερβικό Πριγκιπάτο. Γενικά οι επιδρομείς κατέστρεφαν ή εξασθενούσαν τα ρωμαϊκά και βυζαντινά πολιτιστικά κέντρα στην περιοχή της μελλοντικής Αλβανίας.

Από ορισμένους ιστορικούς θεωρείται ότι το Πριγκιπάτο του Αρβάνου (αλβανικά: Αρμπέρ) ήταν το πρώτο δείγμα «αλβανικού κράτους» και ότι διατήρησε ημιαυτόνομο καθεστώς ως το δυτικό άκρο της αυτοκρατορίας (υπό τους Δούκες της Ηπείρου ή τους Λασκαρίδες της Νίκαιας).Ι δρύθηκε από τον άρχοντα Πρόγονο, στην περιοχή της Κρούγιας, γύρω στα 1190. Τον ιδρυτή Πρόγονο διαδέχθηκαν οι γιοί του Τζην και Δημήτριος. Με τον δεύτερο, το βασίλειο έφτασε στο ανώτερο σημείο του. Μετά τον θάνατο του Δημήτριου, τελευταίου της οικογένειας των Προγόνων, το πριγκιπάτο περιήλθε στον Έλληνα Γρηγόριο Καμονά και στη συνέχεια στον Αλβανό γαμπρό του, Γουλαμό, για να διαλυθεί τελικά το 1255.

Στις αρχές της εγκαθίδρυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, το γεωπολιτικό σκηνικό χαρακτηριζόταν από διάσπαρτα βασίλεια μικρών πριγκιπάτων. Οι Οθωμανοί είχαν εγκαταστήσει φρουρές τους σε όλη τη νότια Αλβανία το 1415 και κατέλαβαν το μεγαλύτερο μέρος της Αλβανίας το 1431. Εντούτοις το 1443 ξέσπασε μεγάλη και μακροχρόνια εξέγερση υπό την ηγεσία του Αλβανού εθνικού ήρωα Σκεντέρμπεη, που διήρκεσε μέχρι το 1479, νικώντας πολλές φορές μεγάλους οθωμανικούς στρατούς υπό τους σουλτάνους Μουράτ Β΄ και Μωάμεθ Β΄. Ο Σκεντέρμπεης συνένωσε αρχικά τους Αλβανούς πρίγκιπες και κατόπιν εγκαθίδρυσε κεντρική εξουσία στο μεγαλύτερο μέρος των μη κατακτημένων εδαφών, γενόμενος Άρχοντας της Αλβανίας. Προσπάθησε επίσης ακατάπαυστα, αλλά μάλλον ανεπιτυχώς, να δημιουργήσει συνασπισμό των Ευρωπαίων κατά των Οθωμανών. Ματαίωσε κάθε προσπάθεια των Οθωμανών να ανακτήσουν την Αλβανία, που την οραματίζονταν ως εφαλτήριο για την εισβολή στην Ιταλία και στη Δυτική Ευρώπη. Ο άνισος αγώνας του κατά της ισχυρότερης δύναμης της εποχής κέρδισε την εκτίμηση της Ευρώπης καθώς και κάποια υποστήριξη με τη μορφή χρημάτων και στρατιωτική βοήθειας από τη Νάπολη, τους πάπες, τη Βενετία και τη Ραγούζα.

Με την άφιξη των Τούρκων, το Ισλάμ εισήχθη στην Αλβανία ως τρίτη θρησκεία. Ο προσηλυτισμός αυτός προκάλεσε μαζική μετανάστευση Αλβανών προς τις χριστιανικές ευρωπαϊκές χώρες. Πολλοί Αλβανοί διέφυγαν στη γειτονική Ελλάδα όπως επίσης στην Ιταλία, κυρίως στην Καλαβρία και τη Σικελία. Μαζί με τους Βόσνιους, οι Αλβανοί Μουσουλμάνοι κατείχαν εξέχουσα θέση στην αυτοκρατορία και ήταν το κύριο στήριγμα της οθωμανικής πολιτικής στα Βαλκάνια. 

Με αυτή την προνομιακή θέση στην αυτοκρατορία, οι Αλβανοί Μουσουλμάνοι κατέλαβαν διάφορες διοικητικές θέσεις, με πάνω από 25 Μεγάλους Βεζίρηδες αλβανικής καταγωγής, όπως ο Στρατηγός Κιοπρουλού Μεχμέτ Πασάς, που διοικούσε τις οθωμανικές δυνάμεις κατά τους Οθωμανοπερσικούς Πολέμους, ο Στρατηγός Κιοπρουλού Φαζίλ Αχμέτ, που ηγείτο του οθωμανικού στρατού κατά τον Αυστροτουρκικό Πόλεμο (1663–1664) και αργότερα ο Μεχμέτ Αλή Πασάς της Αιγύπτου.

Το 15ο αιώνα, όταν οι Οθωμανοί εδραίωσαν την παρουσία τους στην περιοχή, οι αλβανικές πόλεις οργανώθηκαν σε τέσσερα κύρια σαντζάκια. Η κυβέρνηση προώθησε το εμπόριο ιδρύοντας σημαντική εβραϊκή παροικία προσφύγων που είχαν φύγει διωγμένοι από την Ισπανία (στα τέλη του 15ου αιώνα). Από τα λιμάνια του Αυλώνα περνούσαν εμπορεύματα εισαγόμενα από την Ευρώπη, όπως βελούδα, βαμβακερά, μάλλινα, χαλιά, μπαχαρικά και δέρματα από την Προύσα και την Κωνσταντινούπολη. Μερικοί πολίτες του Αυλώνα είχαν ακόμη και εμπορικούς συνεργάτες στην Ευρώπη.

Αλβανοί υπήρχαν επίσης σε όλη την αυτοκρατορία, στο Ιράκ, στην Αίγυπτο, στην Αλγερία και σε όλο το Μαγκρέμπ, ως ζωτικής σημασίας στρατιωτικοί και διοικητικοί λειτουργοί. Αυτό οφειλόταν εν μέρει στο Παιδομάζωμα. Η διαδικασία του εξισλαμισμού υπήρξε σταδιακή, αρχίζοντας με την άφιξη των Οθωμανών τον 15ο αιώνα (σήμερα μια μειονότητα Αλβανών είναι Καθολικοί ή Ορθόδοξοι Χριστιανοί, ενώ η μεγάλη πλειοψηφία είναι μουσουλμανική). Οι τιμαριούχοι, το υπόβαθρο της πρώιμης οθωμανικής εξουσίας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, δεν ήταν κατ' ανάγκη προσήλυτοι στο Ισλάμ και κατά καιρούς εξεγείρονταν. Διασημότερος από αυτούς τους επαναστάτες είναι ο Σκεντέρμπεης (που η μορφή του θα χρησιμοποιείτο αργότερα το 19ο αιώνα ως κεντρικό στοιχείο της αλβανικής εθνικής ταυτότητας). Η σημαντικότερη επίπτωση στους Αλβανούς ήταν η σταδιακή διαδικασία εξισλαμισμού της μεγάλης πλειοψηφίας του πληθυσμού, αν και αυτό έγινε πιο πλατειά μόνο τον 17ο αιώνα.

Πολλοί Καθολικοί προσηλυτίσθηκαν το 17ο αιώνα, ενώ οι Ορθόδοξοι Αλβανοί τους ακολούθησαν τον 18ο αιώνα. Την, αρχικά περιορισμένη στα κύρια αστικά κέντρα Ελμπασάν και Σκόδρα, νέα θρησκεία, ασπάσθηκε την περίοδο αυτή και η ύπαιθρος. Τα κίνητρα για τον προσηλυτισμό ήταν, σύμφωνα με τους μελετητές ποικίλα, ανάλογα με την περίπτωση. Η έλλειψη πρωτογενών πηγών δεν βοηθάει τη διερεύνηση τέτοιων ζητημάτων.

Η Αλβανία παρέμεινε υπό την οθωμανική εξουσία ως τμήμα της επαρχίας της Ρούμελης μέχρι το 1912, όταν ανακηρύχθηκε η ανεξάρτητη Αλβανία.

Ο Σύνδεσμος της Πρίζρενης δημιουργήθηκε την 1 Ιουνίου 1878, στο Πρίζρεν του Βιλαετίου του Κοσσυφοπεδίου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αρχικά οι οθωμανικές αρχές υποστήριξαν τον Σύνδεσμο, του οποίου η αρχική θέση βασιζόταν στη θρησκευτική αλληλεγγύη των Μουσουλμάνων γαιοκτημόνων και των ανθρώπων που συνδέονταν με την οθωμανική διοίκηση, τόνιζε τη Μουσουλμανική αλληλεγγύη και έκανε έκκληση για υπεράσπιση των Μουσουλμανικών εδαφών, περιλαμβανομένης της σημερινής Βοσνίας και Ερζεγοβίνης. Αυτός ήταν ο λόγος που ο Σύνδεσμος ονομάστηκε Επιτροπή των Πραγματικών Μουσουλμάνων (αλβανικά, Komiteti i Myslimanëve të Vërtetë). Ο Σύνδεσμος εξέδωσε διάταγμα, γνωστό ως Καραρνάμε, όπου περιεχόταν ανακοίνωση ότι οι άνθρωποι από «Βόρεια Αλβανία, την Ήπειρο και τη Βοσνία» είναι πρόθυμοι να υπερασπισθούν την εδαφική ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας «με όλα τα δυνατά μέσα» από τα στρατεύματα της Βουλγαρίας, της Σερβίας και του Μαυροβουνίου. Υπογράφτηκε από 47 Μουσουλμάνους εκπροσώπους στις 18 Ιουνίου 1878. Στη συνέλευση συμμετείχαν 300 περίπου Μουσουλμάνοι, περιλαμβανομένων συνέδρων από τη Βοσνία και του μουτασαρίφ (σαντζάκμπεη) του Σαντζακίου του Πρίζρεν ως αντιπροσώπου των κεντρικών αρχών και χωρίς συνέδρους από το Βιλαέτι της Σκόδρας.

Οι Οθωμανοί ακύρωσαν την υποστήριξή τους όταν ο Σύνδεσμος, υπό την επιρροή του Αμπντίλ μπέη Φρασέρι, εστίασε τη δράση του στην αλβανική αυτονομία και ζήτησε τη συνένωση των τεσσάρων οθωμανικών βιλαετίων (Κοσόβου, Σκόδρας, Μοναστηρίου και Ιωαννίνων) σε ένα νέο βιλαέτι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (το Αλβανικό Βιλαέτι). Αργότερα η αλβανική εξέγερση του 1912, η ήττα των Οθωμανών κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους και η προέλαση των στρατών των Μαυροβουνίων, των Σέρβων και των Ελλήνων στα εδάφη που διεκδικούσαν και οι Αλβανοί, οδήγησαν στην εδραίωση του αλβανικού εθνικού κινήματος.

Στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, και ειδικά μετά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877-78, ενώ η Οθωμανική Αυτοκρατορία εισερχόταν σε κατάσταση αποσύνθεσης, μεταξύ των άλλων εθνών εκδηλώθηκε και το αποσχιστικό κίνημα των Αλβανών. Για να ελέγξουν αυτή την κατάσταση οι Οθωμανοί επιχείρησαν να προωθήσουν την τουρκική γλώσσα στους Αλβανούς όπως και στους Πομάκους. Αντιδρώντας, οι Αλβανοί σχημάτισαν μυστικές κοινότητες σε γειτονικές βαλκανικές χώρες και ίδρυσαν κρυφά σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης στην αλβανική γλώσσα. Στη συντήρηση της αλβανικής συνέβαλε και το τάγμα των Μπεκτασήδων με τη λειτουργία κρυφών σχολείων κατά την ύστερη Τουρκοκρατία. Το 1902, ο σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ διέταξε το κλείσιμο των σχολείων και την απαγόρευση των βιβλίων στην αλβανική γλώσσα. Τότε οι τεκέδες των Μπεκτασήδων σχημάτισαν ένα δίκτυο παράνομων σχολείων όπου μορφωμένοι δερβίσηδες συντηρούσαν τον εθνικό πολιτισμό των Αλβανών.

Στις 28 Νοεμβρίου 1912 συνήλθε συνέδριο των Αλβανών αντιπροσώπων στον Αυλώνα. Η 83μελής συνέλευση που το απάρτιζε ανακήρυξε την Αλβανία ανεξάρτητο κράτος και σχημάτισε προσωρινή κυβέρνηση. H Προσωρινή Κυβέρνηση της Αλβανίας συστάθηκε στη δεύτερη σύνοδο της συνέλευσης, στις 4 Δεκεμβρίου 1912. Ηταν δεκαμελής υπό τον Ισμαήλ Κεμάλ μέχρι την παραίτησή του στις 22 Ιανουαρίου 1914. Η Συνέλευση ίδρυσε επίσης τη Γερουσία (αλβανικά: Pleqësi), με ρόλο συμβουλευτικό της κυβέρνησης, αποτελούμενη από 18 μέλη της Συνέλευσης.

Η ανεξαρτησία της Αλβανίας αναγνωρίσθηκε από τη Διάσκεψη του Λονδίνου, στις 29 Ιουλίου 1913, αλλά η χάραξη των συνόρων του νεοϊδρυθέντος Πριγκιπάτου της Αλβανίας αγνόησε τη δημογραφική πραγματικότητα της εποχής. Στις 15 Οκτωβρίου 1913 συστάθηκε, από τις Μεγάλες Δυνάμεις, η Διεθνής Επιτροπή Ελέγχου, για να αναλάβει τη διοίκηση της νεοϊδρυθείσας Αλβανίας μέχρι να ενισχυθούν οι τοπικοί πολιτικοί θεσμοί. Η έδρα της ήταν στον Αυλώνα. Η Διεθνής Χωροφυλακή συστάθηκε ως η πρώτη αστυνομική δύναμη του Πριγκιπάτου της Αλβανίας. Ως πρώτος πρίγκιπας επιλέχθηκε ο Γουλιέλμος του Βιντ.

 
Το Νοέμβριο του 1913 οι αλβανικές φιλοοθωμανικές δυνάμεις είχαν προσφέρει το θρόνο της Αλβανίας στον Οθωμανό υπουργό πολέμου, αλβανικής καταγωγής, Ιζέτ Πασά. Οι φιλοοθωμανοί χωρικοί πίστευαν ότι το νέο καθεστώς του Πριγκιπάτου της Αλβανίας ήταν ένα εργαλείο των έξι Χριστιανικών Μεγάλων Δυνάμεων και ντόπιων γαιοκτημόνων που κατείχαν το μισό της καλλιεργήσιμης γης. 
Η εξέγερση των Αλβανών χωρικών κατά του νέου αλβανικού καθεστώτος ξέσπασε υπό την ηγεσία της ομάδας Μουσουλμάνων κληρικών συγκεντρωμένων γύρω από τον Εσάντ Πασά Τοπτανί, που αυτοανακηρύχθηκε σωτήρας της Αλβανίας και του Ισλάμ. Για να κερδίσει την υποστήριξη των Καθολικών εθελοντών της Μιρντίτα από τα βουνά στο βορρά ο Πρίγκιπας Βιντ διόρισε τον ηγέτη τους, Πρενκ Μπίμπε Ντόντα, υπουργό εξωτερικών του Πριγκιπάτου της Αλβανίας. Το Μάιο και τον Ιούνιο του 1914 η Διεθνής Χωροφυλακή, από κοινού με τον Ισα Μπολετίνι και τους άνδρες του, κυρίως από το Κοσσυφοπέδιο, και τους Καθολικούς της Μιρντίτα από το βορρά ηττήθηκαν από τους επαναστάτες, που κατέλαβαν το μεγαλύτερο μέρος της Κεντρικής Αλβανίας ως το τέλος του Αυγούστου του 1914. Το καθεστώς του Πρίγκιπα του Βιντ κατέρρευσε και ο ίδιος έφυγε από τη χώρα στις 3 Σεπτεμβρίου 1914.

Το 1913, σε μία διάσκεψη πρεσβευτών στο Λονδίνο, αποφασίστηκε ότι σύμφωνα με τον οθωμανικό κανόνα το αλβανικό έδαφος έπρεπε να διαιρεθεί μεταξύ της Σερβίας και της Ελλάδας. Δεν ήταν όλοι οι συμμετέχοντες υπέρ της συγκεκριμένης πρότασης και έτσι αναγνωρίστηκε η δημιουργία του αλβανικού κράτους, αλλά ένα τμήμα των εδαφών δόθηκε στη Σερβία και στην Ελλάδα. Μετά από το δεύτερο βαλκανικό πόλεμο, οι Οθωμανοί απομακρύνθηκαν από την Αλβανία και υπήρξε πάλι η πιθανότητα απορρόφησης των εδαφών από τη Σερβία και την Ελλάδα. Τούτη η απόφαση εξόργισε τους Ιταλούς που δεν επιθυμούσαν να έχει η Σερβία εκτεταμένη ακτογραμμή, και εξόργισε επίσης τους Γερμανούς, που ήθελαν την ανάπτυξη ενός σιδηροδρόμου που θα οδηγούσε στην Ανατολή. Η Γερμανία οργάνωσε κατόπιν σειρά διαβουλεύσεων με τη Ρωσία και την Ελλάδα. Ωστόσο, η επικυριαρχία στις νότιες περιοχές (Βόρεια Ήπειρος), δεν υπήρξε δυνατή, ακόμη και μετά την αποχώρηση των ελληνικών δυνάμεων, καθώς εκδηλώθηκε αυτονομιστικό κίνημα ενάντια στην επιδίκαση της περιοχή στο νεοσύστατο αλβανικό κράτος, που οργανώθηκε από την Προσωρινή Κυβέρνηση της Βορείου Ηπείρου. Τελικά, αποφασίστηκε ότι η χώρα δεν έπρεπε να διαιρεθεί αλλά αντ' αυτού να παγιωθεί σε πριγκιπάτο της Αλβανίας υπό τον Γερμανό πρίγκιπα William Wied. Όταν ο Γερμανός πρίγκιπας εκδιώχθηκε μετά από 6 μήνες, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία, και η Ιταλία, ως μέλη της Κοινωνίας των Εθνών, θέλησαν να διαιρέσουν οριστικά τη χώρα αλλά η επέμβαση των ΗΠΑ με τον πρόεδρο Woodrow Wilson (άσκησε βέτο στην ψηφοφορία) επέτρεψε στην Αλβανία να διατηρήσει την οντότητά της. Από το 1928, η χώρα κυβερνήθηκε από το βασιλιά Αχμέτ Ζόγκου.

Τη βραχύβια μοναρχία (1914-1925) διαδέχθηκε η ακόμη πιο βραχύβια πρώτη Αλβανική Δημοκρατία (1925–1928), που αντικαταστάθηκε από νέα μοναρχία (1928–1939). Το βασίλειο υποστηρίχτηκε από το φασιστικό καθεστώς της Ιταλίας και οι δύο χώρες διατήρησαν στενές σχέσεις μέχρι την ξαφνική εισβολή της Ιταλίας στη χώρα το 1939. Η Αλβανία καταλήφθηκε από τη Φασιστική Ιταλία και στη συνέχεια από τη Ναζιστική Γερμανία κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Μετά τη στρατιωτική κατάληψή της από την Ιταλία, από το 1939 ως το 1943, το Βασίλειο της Αλβανίας (1939-1943) ήταν προτεκτοράτο εξαρτώμενο από την Ιταλία και κυβερνώμενο από το Βασιλιά της Βίκτωρα Εμμανουήλ Γ΄ και την κυβέρνησή του. Μετά την εισβολή του Άξονα στη Γιουγκοσλαβία τον Απρίλιο του 1941, τα εδάφη της Γιουγκοσλαβίας με σημαντικό αλβανικό πληθυσμό προσαρτήθηκαν στην Αλβανία. Η Αλβανία προσάρτησε το μεγαλύτερο μέρος του Κοσσυφοπεδίου, καθώς και το δυτικό τμήμα της σημερινής Βόρειας Μακεδονίας, την πόλη Τούτιν στην Κεντρική Σερβία και μια λωρίδα του Ανατολικού Μαυροβουνίου. Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας το 1943 την Αλβανία κατέλαβε η Γερμανία. Το εθνικιστικό Balli Κombetar (Εθνικό Μέτωπο), που είχε πολεμήσει κατά της Ιταλίας, σχημάτισε μια ουδέτερη κυβέρνηση στα Τίρανα και μαζί με τους Γερμανούς πολεμούσε κατά του καθοδηγούμενου από τους κομμουνιστές Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου της Αλβανίας.

Με τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου η κύρια στρατιωτική και πολιτική δύναμη της χώρας (το Κομμουνιστικό Κόμμα) έστειλε τον στρατό του στα βόρεια της Αλβανίας να καταστρέψει τις εθνικιστικές δυνάμεις και να εξαλείψει τους αντιπάλους του. Συνάντησαν σφοδρή αντίσταση στο Νικάι-Μερτούρ, το Ντουκαγκίν και το Κελμέμτ. Της φατρίας των Κελμεντί ηγείτο ο Πρεκ Κάλι. Στις 15 Ιανουαρίου 1945 διεξήχθη μια μάχη στη Γέφυρα Ταμάρα μεταξύ ανταρτών της πρώτης Ταξιαρχίας και εθνικιστικών δυνάμεων με αποτέλεσμα την ήττα των τελευταίων. Περίπου 150 από τους Κελμεντί σκοτώθηκαν ή βασανίστηκαν. Το γεγονός αυτό υπήρξε η αφετηρία άλλων τραγωδιών που συνέβησαν κατά τη δικτατορία του Ενβέρ Χότζα. Εφαρμόστηκε αυστηρά η ταξική πάλη, καταργήθηκαν η ανθρώπινη ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η περιοχή Κελμέντ απομονώθηκε τόσο από τα σύνορα, όσο και από έλλειψη δρόμων για 20 ακόμη χρόνια, η ίδρυση αγροτικών συνεταιρισμών επέφερε οικονομική καθυστέρηση. Πολλοί Κελμεντί διέφυγαν, μερικοί εκτελέστηκαν προσπαθώντας να περάσουν τα σύνορα.

Μετά την απελευθέρωση της Αλβανίας από τη Ναζιστική κατοχή η χώρα έγινε Κομμουνιστικό κράτος, η Λαϊκή Δημοκρατία της Αλβανίας (που μετονομάστηκε «Λαϊκή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Αλβανίας» το 1976), υπό την ηγεσία του Ενβέρ Χότζα και του Κόμματος Εργασίας της Αλβανίας.

Η σοσιαλιστική ανοικοδόμηση της Αλβανίας ξεκίνησε αμέσως μετά την κατάργηση της μοναρχίας και την εγκαθίδρυση «Λαϊκής Δημοκρατίας». Το 1947 ολοκληρώθηκε η πρώτη σιδηροδρομική γραμμή της Αλβανίας και οκτώ μήνες αργότερα η δεύτερη. Ψηφίστηκαν νόμοι αγροτικής μεταρρύθμισης, που παραχωρούσαν τη γη στους εργάτες και στους αγρότες που την καλλιεργούσαν. Η γεωργία άρχισε να γίνεται συνεταιριστική και η παραγωγή αυξήθηκε σημαντικά, καθιστώντας την Αλβανία γεωργικά αυτάρκη. Το 1955 ο αναλφαβητισμός είχε εξαλειφθεί στον πληθυσμό ενηλίκων της Αλβανίας.

Την περίοδο αυτή η Αλβανία εκβιομηχανίστηκε και γνώρισε γρήγορη οικονομική ανάπτυξη, καθώς και πρωτοφανή πρόοδο στους τομείς της υγείας και της εκπαίδευσης. Το μέσο ετήσιο ποσοστό αύξησης του εθνικού εισοδήματος της Αλβανίας ήταν υψηλότερο κατά 29 % από το μέσο παγκόσμιο και 56 % από το μέσο Ευρωπαϊκό.

Οι θρησκευτικές ελευθερίες περιορίστηκαν δραστικά κατά την Κομμουνιστική περίοδο, με πολλές μορφές λατρείας να τίθενται εκτός νόμου. Τον Αύγουστο του 1945 ο Νόμος Αγροτικής Μεταρρύθμισης προέβλεπε την εθνικοποίηση μεγάλων τμημάτων της ακίνητης περιουσίας που κατείχαν θρησκευτικές ομάδες (κυρίως Ισλαμικά βακούφια), καθώς και κτημάτων μοναστηριών και επισκοπών. Πολλοί πιστοί, ουλεμάδες και ιερείς, συνελήφθησαν, βασανίστηκαν και εκτελέστηκαν. Το 1949 ένα Νέο Διάταγμα για τις Θρησκευτικές Κοινότητες προέβλεπε ότι αυτές και όλες οι δραστηριότητές τους θα ελέγχονταν ποινικά μόνο από το κράτος.

Το 1967 ο Χότζα κήρυξε την Αλβανία ως το πρώτο «αθεϊστικό κράτος» στον κόσμο. Εκατοντάδες τζαμιά και δεκάδες ισλαμικές βιβλιοθήκες - που περιελάμβαναν ανεκτίμητα χειρόγραφα - καταστράφηκαν. Δεν γλίτωσαν ούτε οι εκκλησίες και πολλές μετατράπηκαν σε πολιστικά κέντρα για τους νέους. Ο νέος νόμος απαγόρευε κάθε «φασιστική, θρησκευτική, πολεμοκάπηλη, αντισοσιαλιστική δραστηριότητα και προπαγάνδα». Το θρησκευτικό κήρυγμα επέσυρε ποινή φυλάκισης τριών έως δέκα ετών. Παρόλα αυτά πολλοί Αλβανοί συνέχισαν να θρησκεύονται μυστικά.

Το 1985 ο Χότζα πέθανε και ανέλαβε στη θέση του ο Ραμίζ Αλία. Αρχικά ο Αλία προσπάθησε να ακολουθήσει τα βήματα του Χότζα, αλλά οι πολιτικοκοινωνικές αλλαγές στην ανατολική Ευρώπη είχαν ήδη ξεκινήσει. Στη Σοβιετική Ένωση ανέλαβε ο Μιχαήλ Γκορμπατσώφ, εφαρμόζοντας τις πολιτικές της γκλάσνοστ και της περεστρόικα. Το αλβανικό καθεστώς βρέθηκε υπό την πίεση των ΗΠΑ, της Ευρώπης και της εσωτερικής εξέγερσης. Μετά την εκτέλεση του Νικολάε Τσαουσέσκου (του κομμουνιστή ηγέτη της Ρουμανίας) το 1989, ο Αλία υπέγραψε τη συμφωνία του Ελσίνκι για το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Επέτρεψε επίσης τον πλουραλισμό στην πολιτική έκφραση και, παρόλο που το κόμμα του κέρδισε τις εκλογές του 1991, έγινε φανερό ότι οι αλλαγές θα συνεχίζονταν. Το 1992 προκηρύχθηκαν και πάλι γενικές εκλογές τις οποίες κέρδισε το νέο Δημοκρατικό Κόμμα με ποσοστό 62%. Ο Αλία παραιτήθηκε και ο Σαλί Μπερίσα έγινε ο πρώτος πρόεδρος της μετακομμουνιστικής περιόδου.

Στις εκλογές του Ιουνίου του 1996 το Δημοκρατικό Κόμμα προσπάθησε να κερδίσει την απόλυτη πλειοψηφία, νοθεύοντας τα αποτελέσματα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των αντιπάλων του, και κατακτώντας το 85% των εδρών της Βουλής. Το 1997 το σκάνδαλο των πυραμίδων ταρακούνησε οικονομικά τη χώρα και οδήγησε σε κοινωνικές αναταραχές. Από αστυνομικούς σταθμούς και στρατιωτικές βάσεις εκλάπησαν  καλάσνικοφ και άλλα όπλα. Επικράτησε χάος και πολλές πόλεις ελέγχονταν από στρατιωτικά σώματα ή λιγότερο οργανωμένα σώματα ένοπλων πολιτών. Ακόμα και οι στρατιωτικοί σύμβουλοι των ΗΠΑ εγκατέλειψαν τη χώρα χάριν ασφαλείας. Η κυβέρνηση του Αλεξάντερ Μέξι (Aleksander Meksi) παραιτήθηκε και δημιουργήθηκε κυβέρνηση εθνικής ενότητας. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα κέρδισε τις εκλογές του 1997 και ο Μπερίσα παραιτήθηκε από πρόεδρος.

Ωστόσο, η σταθερότητα δεν αποκαταστάθηκε εύκολα. Οι ανταγωνισμοί ανάμεσα στους διαφορετικούς πόλους εξουσίας στο Σοσιαλιστικό Κόμμα είχαν ως αποτέλεσμα μια σειρά βραχύβιων σοσιαλιστικών κυβερνήσεων. Η χώρα πλημμύρισε με πρόσφυγες από το γειτονικό Κόσοβο το 1998 και το 1999, κατά τη διάρκεια του πολέμου. Τον Ιούνιο του 2002 εκλέχθηκε πρόεδρος ο Άλφρεντ Μοϊσιού (Alfred Moisiu), πρώην στρατηγός, στη θέση του Ρετζέπ Μεϊντάνι (Rexhep Meidani). Οι βουλευτικές εκλογές του Ιουλίου του 2005 έφεραν πίσω στην εξουσία τον Σαλί Μπερίσα, αρχηγό του Δημοκρατικού Κόμματος, που φέρεται από ορισμένους αναλυτές ότι κέρδισε χάρη στις εσωτερικές συγκρούσεις του Σοσιαλιστικού Κόμματος και μια σειρά σκανδάλων επί διακυβέρνησης Φατός Νάνο (Fatos Nano). Τον Ιούλιο του 2007 ο αντιπρόεδρος του Δημοκρατικού Κόμματος, Μπαμίρ Τόπι, υποστηριζόμενος και από έξι βουλευτές του Σοσιαλιστικού Κόμματος, εξελέγη νέος Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Από το 1990 η Αλβανία είναι προσανατολισμένη διπλωματικά προς τη Δύση. Στις 28 Απριλίου του 2009 υπέβαλε αίτηση για ένταξη στην ΕΕ. Το 2013 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή γνωμοδότησε υπέρ της παραχώρησης καθεστώτος υποψήφιας χώρας από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το οποίο όμως αρνήθηκε ύστερα από πιέσεις της Ολλανδικής κυβέρνησης τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους. Η χώρα έγινε δεκτή στο Συμβούλιο της Ευρώπης και το 2009 έγινε μέλος του ΝΑΤΟ. Το εργατικό δυναμικό της χώρας συνέχισε να μεταναστεύει στην Ελλάδα, την Ιταλία, τη Γερμανία και άλλες χώρες της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής.

Ο αλβανικός εθνικισμός (γνωστός και ως Αλβανισμός ή Παναλβανισμός) εμφανίστηκε μερικές δεκαετίες αργότερα από τον αντίστοιχο ελληνικό και σερβικό εθνικισμό. Αντίθετα από αυτούς, δεν έχει ως βασική αιτία εμφάνισής του τη διάθεση αποτίναξης της τουρκικής κυριαρχίας. Έχει σημείο εκκίνησης το φόβο διαμελισμού της Αλβανίας μεταξύ Σερβίας και Ελλάδας μετά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1878, αποτέλεσμα του οποίου ήταν η σερβική ανεξαρτησία.

Στα 11 επόμενα χρόνια, ως εκπρόσωπος του αλβανικού εθνικού ρομαντισμού ξεπρόβαλε το κίνημα της αλβανικής αναγέννησης (Rilindja). Οι μύθοι που δημιούργησε και διέδωσε αυτό το κίνημα συγκαταλέγονται στους τυπικούς μύθους του ευρωπαϊκού ρομαντισμού του 19ου αιώνα και ενέπνευσαν στους Αλβανούς αίσθημα υπερηφάνειας για τη μοναδικότητα του λαού τους. Οι κυριότεροι από τους μύθους αυτούς εξήραν την αρχαιότητα των Αλβανών και της γλώσσας τους, θεωρώντας μάλιστα πως η τελευταία ανήκει στις παλαιότερες γλώσσες του κόσμου. Επίσης, προκειμένου οι Αλβανοί να διαχωριστούν από τους Έλληνες και τους Σέρβους, ακόμη και να καταδειχτεί πως είναι παλαιότεροι από αυτούς, η Rilindja υποστήριξε την προέλευσή τους από τους Πελασγούς, οι οποίοι κατείχαν την βαλκανική χερσόνησο πριν αντικατασταθούν από τους Ιλλυριούς. Αυτές οι θέσεις οδήγησαν και στην κατασκευή Αλβανών ηρώων της αρχαιότητας, μεταξύ των οποίων ο Μέγας Αλέξανδρος και ο βασιλιάς Πύρρος της Ηπείρου.

Ο κεντρικός όμως χαρακτήρας γύρω από τον οποίο πλέχτηκε η μυθολογία του αλβανικού εθνικού ρομαντισμού είναι ο Σκεντέρμπεης (Γεώργιος Καστριώτης). Όμως η διστακτικότητα των Αλβανών να αποφασίσουν ανάμεσα στο χριστιανικό και το τουρκικό όνομα του Καστριώτη είναι ενδεικτική. Η αντικειμενική δυσκολία των τριών δογμάτων στα οποία ήταν διαιρεμένοι οι Aλβανοί (καθολικισμός, ορθοδοξία, ισλαμισμός) ξεπεράστηκε με την αποσύνδεση της προσωπικότητας του Σκεντέρμπεη από το θρήσκευμά του. Πρωτεργάτης αυτής της προσπάθειας ήταν ο Βάσο Πασάς, Οθωμανός αξιωματούχος αλβανικής καταγωγής ο οποίος σε ένα από τα πιο φημισμένα ποιήματά του έγραψε πως «θρησκεία των Αλβανών είναι ο Αλβανισμός» Αλλά κύριος συνεισφέρων στην ενσωμάτωση του Σκεντέρμπεη στον αλβανικό εθνικιστικό μύθο ήταν ο εθνικός ποιητής Naim Frashëri (1846-1900). Το επικό ποίημά του Η ιστορία του Σκεντέρμπεη (Historia e Skënderbeut), όπου υμνείται η ομορφιά της χώρας και της γλώσσας της, αποστηθίστηκε από κάθε Αλβανό που ολοκλήρωσε τη βασική εκπαίδευση, μετά την ανεξαρτησία της χώρας το 1912. Για να συμπληρωθεί όμως ο εθνικός μύθος, χρειαζόταν και η άλλη όψη του νομίσματος, οι δυνάμεις του κακού, τις οποίες εκπροσωπούσαν οι 4 αιώνες οθωμανικής κατοχής. Αυτοί οι αιώνες θεωρήθηκαν περίοδος πλήρους σκότους από το οποίο η Αλβανία αναδύθηκε με τη βοήθεια των ηρώων της Rilindja οι οποίοι, εμπνευσμένοι από τον Καστριώτη, πολέμησαν «με το τουφέκι και την πένα».

Η κυριαρχία του ρομαντικού αλβανικού εθνικισμού στην εκπαίδευση της μεσοπολεμικής Αλβανίας συνέβαλε σημαντικά στον εθνικό απελευθερωτικό χαρακτήρα τον οποίο πήρε ο αγώνας των κατοίκων της χώρας, υπό την ηγεσία των κομμουνιστών, εναντίον των κατακτητών Ιταλών και Γερμανών.

Μετά τον πόλεμο, το καθεστώς του Ενβέρ Χότζα βρέθηκε μπροστά στο παράδοξο της ανάγκης να συμβιβάσει την παραδοσιακή εθνικιστική ιδεολογία της rilindja με τους νέους κομμουνιστικούς μύθους. Έτσι, το παρελθόν της Αλβανίας, κατ' αναλογία της θέσης της Παλαιάς Διαθήκης στο Χριστιανισμό, παρουσιάστηκε ως μια περίοδος ηρωικών αγώνων του αλβανικού λαού, οι οποίοι όμως δεν είχαν επιτυχή κατάληξη καθώς έλειπε ο πραγματικός ηγέτης. Ως ορόσημα της προ-κομμουνιστικής εθνικής ιστορίας θεωρήθηκαν ο Σκεντέρμπεης, η Αλβανική Αναγέννηση και ο ανταρτοπόλεμος εναντίον των δυνάμεων του Άξονα, με αντιήρωες τους Τούρκους, τους Έλληνες, τους Σέρβους, τους φασίστες-ναζί και τους Αλβανούς συνεργάτες τους, ενώ αρνητικό ρόλο παίζουν επίσης η θρησκεία και οι κληρικοί, ιδιαίτερα οι καθολικοί.

Ενώ στην καθημερινή ζωή έγινε συστηματική προσπάθεια να εισαχθούν εκσυγχρονιστικές κομμουνιστικές ιδέες, ο καθορισμός της αλβανικής εθνικής ταυτότητας (ψυχής) συνέχισε, μόνο θεωρητικά, να βασίζεται στις παραδοσιακές αξίες της τιμής (ndera), της ανδρείας (burrnija) και της μπέσας (besa, δηλ. του λόγου της τιμής), αξιών που αποτελούν και τη βάση των περισσότερων διηγημάτων του υποψήφιου για βραβείο Νόμπελ Αλβανού συγγραφέα Ισμαήλ Κανταρέ.

Όσο για τις προσπάθειες, στη δεκαετία του '50, να συζητηθεί ανοιχτά μεταξύ των επιστημόνων της χώρας η ιστορική διαδικασία εθνογένεσης των Αλβανών, αυτές σταμάτησαν όταν ο Ενβέρ Χότζα δήλωσε ότι η προέλευση του αλβανικού έθνους είναι ιλλυρική.

Με την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού έχουν υποστηριχθεί διάφορες θεωρίες από τοπικούς ιστορικούς ερευνητές που αναλύουν το αρχαίο παρελθόν της χώρας. Οι θεωρίες αυτές, ιδιαίτερα η υποστηριζόμενη σύνδεση με τους Πελασγούς και η προέλευση των Ευρωπαίων από τους τελευταίους, αποσκοπούν στην ανύψωση του εθνικού φρονήματος και λειτουργούν ως απάντηση στο φαντασιακό επίπεδο, στις δυσκολίες διάσχισης των συνόρων και την οικονομική και πολιτιστική διείσδυση της Ελλάδας. Αποτελούν παράδοξο στον τομέα της ανθρωπολογίας της παγκοσμιοποίησης: Η σύγχρονη κοινωνία, αντιμετωπίζοντας τις δυσχέρειες του εκμοντερνισμού, βρίσκει συμβολισμούς και έννοιες μέσα από ένα ιδεώδες και ένδοξο αρχαίο παρελθόν.

Το 2014 επιβεβαιώθηκε ότι η χώρα είναι υποψήφια για ένταξη στην ΕΕ.

(1405–1468)
Αρχείο:Ismail Qemali.jpg|Ισμαήλ Κεμάλ, ήρωας της Αλβανικής ανεξαρτησίας (1912–1914)
Αρχείο:FAN NOLI.jpg|Φαν Στίλιαν Νόλι, ιδρυτής της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας και Πρωθυπουργός της Αλβανίας (16 Ιουνίου 1924 – 23 Δεκεμβρίου 1924)
Αρχείο:Kingzog.jpg|Πρόεδρος (1925–28) και Βασιλιάς (1928–39) Αχμέτ Ζόγου
Αρχείο:HODŽA druhá míza.jpg|Πρώτος Γραμματέας Ενβέρ Χότζα (1944–1985)

Η Αλβανία έχει συνολική έκταση 28.748 τετραγωνικών χιλιομέτρων, ποσοστό 22 % εκείνης της Ελλάδας. Βρίσκεται μεταξύ των γεωγραφικών πλατών 39° και 43° Β και στο μεγαλύτερο μέρος της μεταξύ των γεωγραφικών μηκών 19° και 21° Α (μια μικρή περιοχή βρίσκεται ανατολικά του 21°). Το μήκος της ακτογραμμής της Αλβανίας είναι 476 χλμ., που εκτείνεται κατά μήκος της Αδριατικής και του Ιονίου. Οι δυτικές πεδιάδες βλέπουν στην Αδριατική. Προς τα νότια παράλια της χώρας δεσπόζει ο κόλπος του Αυλώνα, ονομασμένος από την ομώνυμη πόλη. Στην είσοδο του κόλπου βρίσκεται το μεγαλύτερο νησί της χώρας, η νήσος Σάσων.

Το 70 % της χώρας που είναι ορεινό είναι τραχύ και συχνά απροσπέλαστο. Ψηλότερο βουνό είναι το Κόραμπ, που βρίσκεται στην επαρχία της Δίβρης, φτάνοντας στα 2.764 μέτρα. Το κλίμα στις ακτές είναι χαρακτηριστικά Μεσογειακό με ήπιους, υγρούς χειμώνες και ζεστά, με ήλιο και μάλλον ξηρά καλοκαίρια. Οι συνθήκες στο εσωτερικό διαφέρουν ανάλογα με το υψόμετρο, αλλά οι υψηλότερες περιοχές πάνω από τα 1500 μέτρα είναι μάλλον κρύες και συχνά με χιόνια το χειμώνα, εδώ οι χειμερινές συνθήκες με χιόνια παρατείνονται μέχρι την άνοιξη.

Εκτός της πρωτεύουσας, Τίρανα, που έχει 420.000 κατοίκους, οι μεγαλύτερες πόλεις είναι το Δυρράχιο (Durrës), το Ελμπασάν (Elbasan), η Σκόδρα (Shkodër), το Αργυρόκαστρο (Gjirokastër), η Αυλώνα (Vlorë), η Κορυτσά (Korçë), το Κουκές (Kukës) και το Φιέρι (Fier).

Οι τρεις μεγαλύτερες και βαθύτερες τεκτονικές λίμνες της Βαλκανικής Χερσονήσου βρίσκονται εν μέρει στην Αλβανία. Η Λίμνη της Σκόδρας στα βορειοδυτικά της χώρας και έχει επιφάνεια που μπορεί να ποικίλει μεταξύ 370 και 530 τ.χ. και της οποίας το ένα τρίτο ανήκει στην Αλβανία και το υπόλοιπο στο Μαυροβούνιο. Η αλβανική ακτογραμμή της λίμνης είναι 57 χλμ. Η Λίμνη της Οχρίδας βρίσκεται στα νοτιοανατολικά της χώρας και τη μοιράζονται η Αλβανία και η Βόρεια Μακεδονία . Έχει μέγιστο βάθος 289 μέτρα και ποικιλία μοναδικής χλωρίδας και πανίδας, περιλαμβανομένων «ζωντανών απολιθωμάτων» και πολλών ενδημικών ειδών. Λόγω της φυσικής και ιστορικής της αξίας η Λίμνη της Οχρίδας είναι υπό την προστασία της UNESCO. Οι Πρέσπες αποτελούν μια διάσημη για το φυσικό της κάλλος τριεθνή ορεινή λιμναία περιοχή στα νοτιοανατολικά σύνορα της Αλβανίας με την Ελλάδα και την Βόρεια Μακεδονία. Βρίσκονται σε υψόμετρο 857 μέτρων η Μικρή Πρέσπα και περίπου 852 μέτρα η Μεγάλη Πρέσπα. Η Μεγάλη Πρέσπα χωρίζεται ανάμεσα στην Ελλάδα, την Βόρεια Μακεδονία , και την Αλβανία και η Μικρή Πρέσπα ανήκει κυρίως στην Ελλάδα(τα 43,5 περίπου τ.χλμ.) ενώ το μικρότερο τμήμα της(λιγότερο από 4 τ.χλμ.), προς τα δυτικά, ανήκει στην Αλβανία. Λόγω της καθόδου της στάθμης του νερού στη Μικρή Πρέσπα, το κομμάτι που ανήκει στην Αλβανία, έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Υπάρχει τέλος η μικρή τεκτονική Λίμνη του Βουθρωτού, που βρίσκεται στο ομώνυμο εθνικό πάρκο.

Με την ακτογραμμή της στην Αδριατική και το Ιόνιο, τα υψίπεδά της στην ανυψωμένη Βαλκανική ενδοχώρα και όλη τη χώρα σε ένα γεωγραφικό πλάτος υποκείμενο σε ποικιλία καιρικών συνθηκών, η Αλβανία έχει μεγάλο αριθμό κλιματικών περιοχών, σε σχέση με την έκτασή της. Οι παραλιακές πεδιάδες έχουν χαρακτηριστικά Μεσογειακό κλίμα, ενώ τα υψίπεδα Μεσογειακό ηπειρωτικό. Τόσο στις πεδιάδες όσο και στην ενδοχώρα ο καιρός ποικίλει αισθητά από το βορρά στο νότο.

Οι πεδιάδες έχουν ήπιους χειμώνες, με μέση θερμοκρασία περίπου 7 °C. Η μέση θερμοκρασία το καλοκαίρι είναι 24 °C. Στις νότιες πεδιάδες οι μέσες θερμοκρασίες είναι περίπου 5 °C υψηλότερες όλο το χρόνο. Η διαφορά είναι μεγαλύτερη το καλοκαίρι και κάπως μικρότερη το χειμώνα.

Οι θερμοκρασίες στην ενδοχώρα επηρεάζονται περισσότερο από τις διαφορές στο υψόμετρο παρά από το γεωγραφικό πλάτος ή οποιοδήποτε άλλο παράγοντα. Οι χαμηλές θερμοκρασίες του χειμώνα στα βουνά οφείλονται στις ηπειρωτικές αέριες μάζες που επικρατούν στον καιρό της Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων. Τον περισσότερο καιρό φυσούν βόρειοι και βορειοανατολικοί άνεμοι. Οι μέσες θερμοκρασίες το καλοκαίρι είναι χαμηλότερες από ότι στις παραλιακές περιοχές και πολύ χαμηλότερες σε υψηλότερα υψόμετρα, αλλά οι ημερήσιες διακυμάνσεις είναι μεγαλύτερες. Οι μέγιστες θερμοκρασίες την ημέρα στις εσωτερικές λεκάνες και στις κοιλάδες ποταμών είναι πολύ υψηλές αλλά οι νύχτες είναι σχεδόν πάντα δροσερές.

Η μέση βροχόπτωση είναι υψηλή, ως αποτέλεσμα της σύγκλισης των επικρατούντων αέριων ρευμάτων από τη Μεσόγειο και των ηπειρωτικών αέριων μαζών. Επειδή συναντώνται συνήθως εκεί όπου το έδαφος ανυψώνεται, οι περισσότερες βροχές πέφτουν στα κεντρικά υψίπεδα. Κάθετα ρεύματα που δημιουργούνται όταν ανέρχεται ο αέρας από τη Μεσόγειο προκαλούν επίσης συχνές καταιγίδες. Πολλές από αυτές συνοδεύονται από ισχυρούς τοπικούς ανέμους και καταρρακτώδεις βροχές.

Όταν οι ηπειρωτικές αέριες μάζες είναι αδύναμες οι Μεσογειακοί άνεμοι αποθέτουν την υγρασία τους βαθύτερα στην ενδοχώρα. Όταν επικρατούν οι ηπειρωτικές αέριες μάζες ο καθαρός αέρας ξεχύνεται στις πεδινές περιοχές, πράγμα που συμβαίνει συχνότατα το χειμώνα. Επειδή οι εποχιακές χαμηλότερες θερμοκρασίες καταστρέφουν καταστρέφουν τα ελαιόδεντρα και τα εσπεριδοειδή, οι ελαιώνες και οι οπωρώνες περιορίζονται σε προστατευμένα μέρη με νότιο και δυτικό προσανατολισμό, ακόμη και σε περιοχές με υψηλές μέσες χειμερινές θερμοκρασίες.

Η μέση βροχόπτωση στα πεδινά ποικίλει από 1000 έως πάνω από 1500 χιλιοστά, με τις μεγαλύτερες τιμές στο βορρά. Σχεδόν 95 % των βροχών πέφτουν το χειμώνα.

Η βροχόπτωση στις οροσειρές των υψιπέδων είναι μεγαλύτερη. Επαρκή αρχεία δεν είναι διαθέσιμα και οι εκτιμήσεις ποικίλουν πολύ, αλλά οι μέσες ετήσιες τιμές είναι πιθανόν γύρω στα 1800 χιλιοστά και φτάνουν τα 2550 χιλιοστά σε μερικές βόρειες περιοχές. Οι δυτικές Αλβανικές Άλπεις (κοιλάδα Μπόγκα) είναι από τις υγρότερες περιοχές της Ευρώπης, δεχόμενες κάπου 3100 χιλιοστά βροχής ετησίως. Η εποχική διακύμανση δεν είναι τόσο μεγάλη όσο στην παράκτια ζώνη.

Τα υψηλότερα βουνά της ενδοχώρας δέχονται λιγότερες βροχές από τα ενδιάμεσα υψίπεδα. Οι εδαφολογικές διαφορές προκαλούν ευρείες τοπικές διαφοροποιήσεις, αλλά η εποχιακή κατανομή είναι η σταθερότερη όλων των περιοχών.

Το 2009 μια αποστολή από το Πανεπιστήμιο του Κολοράντο ανακάλυψε τέσσερις μικρούς παγετώνες στα «Καταραμένα» βουνά της Βόρειας Αλβανίας. Οι παγετώνες βρίσκονται στο σχετικό χαμηλό υψόμετρο των 2000 μέτρων, σχεδόν μοναδικό για τόσο χαμηλό γεωγραφικό πλάτος.

Αν και μικρή χώρα η Αλβανία διακρίνεται για την πλούσια βιολογική ποικιλότητά της. Η ποικιλία της γεωμορφολογίας, του κλίματος και του εδάφους δημιουργούν ευνοϊκές συνθήκες για πολλά ενδημικά και υποενδημικά είδη με απαντώμενα στη χώρα 27 ενδημικά και 160 υποενδημικά αγγειακά φυτά. Ο συνολικός αριθμός φυτών είναι πάνω από 3250 είδη, περίπου 30% του συνόλου των ειδών της χλωρίδας που απαντώνται στην Ευρώπη.

Πάνω από το ένα τρίτο του εδάφους της Αλβανίας - περίπου 10.000 τ. χλμ. - είναι δασωμένο και η χώρα έχει πολύ πλούσια χλωρίδα. Πολλά από τα είδη φυτών της χώρας χρησιμοποιούνται για ιατρικούς σκοπούς. Οι παραλιακές περιοχές και οι πεδιάδες έχουν χαρακτηριστική Μεσογειακή βλάστηση «μακί», ενώ δάση και βλάστηση βελανιδιάς βρίσκονται σε μεγαλύτερα υψόμετρα. Μεγάλα δάση μαύρης πεύκης, οξιάς και ελάτης βρίσκονται σε μεγαλύτερα υψόμετρα και αλπικά λιβάδια σε υψόμετρα πάνω από τα 1800 μέτρα.

Σύμφωνα με το Παγκόσμιο Ταμείο για τη Φύση (WWF) και τον Ψηφιακό Χάρτη των Ευρωπαϊκών Οικολογικών Περιοχών του Ευρωπαϊκού Οργανισμού για το Περιβάλλον το έδαφος της Αλβανίας μπορεί να υποδιαιρεθεί σε τρεις οικοπεριοχές: τα Ιλλυρικά δάση, τα μεικτά δάση των Ορέων της Πίνδου και τα μεικτά δάση των Δειναρικών Άλπεων. Στα δάση ζει μεγάλη ποικιλία θηλαστικών, όπως λύκοι, αρκούδες, αγριόχοιροι και αίγαγροι. Λύγκες, αγριόγατες και δενδροκούναβα σπανίζουν, αλλά επιβιώνουν σε ορισμένα μέρη της χώρας.

Μέχρι σήμερα έχουν βρεθεί στην Αλβανία περίπου 760 είδη σπονδυλωτών. Από αυτά είναι πάνω από 350 είδη πτηνών, 330 ψάρια του γλυκού και του θαλασσινού νερού και 80 είδη θηλαστικών. Υπάρχουν περίπου 91 παγκοσμίως απειλούμενα είδη, που βρίσκονται μέσα στη χώρα, μεταξύ αυτών ο αργυροπελεκάνος, η λαγγόνα και ο Ευρωπαϊκός θαλάσσιος οξύρρυγχος. Οι βραχώδεις παραλιακές περιοχές στο νότο παρέχουν καλούς οικοτόπους για την υπό εξαφάνιση Μεσογειακή φώκια.

Από τα σημαντικότερα είδη πτηνών που βρίσκονται στη χώρα είναι ο χρυσαετός - γνωστή ως το εθνικό σύμβολο της Αλβανίας -, είδη γύπα, ο αγριόκουρκος και πολλά υδρόβια. Τα αλβανικά δάση διατηρούν ακόμη σημαντικές κοινότητες μεγάλων θηλαστικών, όπως η Καφέ αρκούδα, ο λύκος, ο αίγαγρος και ο αγριόχοιρος. Τα βόρεια και ανατολικά βουνά της χώρας αποτελούν κατοικία του τελευταίου απομείναντα Βαλκανικού λύγκα - ένα κρίσιμα απειλούμενο πληθυσμό του Ευρασιατικού λύγκα.

Η μετάβαση της Αλβανίας από μια σοσιαλιστική κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία στον καπιταλισμό της ελεύθερης αγοράς υπήρξε σε μεγάλο βαθμό επιτυχής. Υπάρχουν σημάδια αύξησης των επενδύσεων και οι διακοπές ηλεκτρικού ρεύματος έχουν μειωθεί τόσο ώστε η Αλβανία εξάγει ενέργεια. Το 2012 το κατά κεφαλή ΑΕΠ της, εκφρασμένο σε Αξία Αγοραστικής Δύναμης ήταν το 30 % του μέσου της ΕΕ, ενώ η Πραγματική Ιδιωτική Κατανάλωση ήταν 35 %. Η Αλβανία έχει επίσης δείξει προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης, καθώς όλο και περισσότερες επιχειρήσεις μετεγκαθίστανται εκεί και τα καταναλωτικά αγαθά καθίστανται διαθέσιμα από τους αναδυόμενους εμπόρους, στο πλαίσιο της τρέχουσας μαζικής παγκόσμιας διαδικασίας περικοπής του κόστους. Η Αλβανία, η Κύπρος και η Πολωνία ήταν οι μόνες Χώρες στην Ευρώπη. που κατέγραψαν οικονομική ανάπτυξη το πρώτο τέταρτο του 2010. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) προέβλεψε 2,6 % ανάπτυξη για την Αλβανία το 2010 και 3,2 % για το 2011.

Η Αλβανία και η Κροατία έχουν συζητήσει τη δυνατότητα από κοινού κατασκευής πυρηνικού εργοστασίου στη Λίμνη Σκόδρα, κοντά στα σύνορα με το Μαυροβούνιο, σχέδιο που έχει επικριθεί από το Μαυροβούνιο λόγω της σεισμικότητας της περιοχής. Ακόμη είναι αμφίβολο αν η Αλβανία θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει ένα τέτοιο έργο με συνολικό εθνικό προϋπολογισμό λιγότερο από 4 δισ. ευρώ. Πάντως το Φεβρουάριο του 2009 η Ιταλική εταιρεία Enel ανακοίνωσε σχέδιό της να κατασκευάσει στην Αλβανία μια μονάδα παραγωγής ενέργειας με καύση άνθρακα 800 MW για να διαφοροποιήσει τις πηγές ηλεκτρικής ενέργειας. σχεδόν το 100 % της ηλεκτρικής ενέργειας παράγεται από γερασμένες υδροηλεκτρικές μονάδες, που γίνονται πιο αναποτελεσματικές λόγω αυξανόμενων ξηρασιών. Εντούτοις έχουν γίνει πολλές ιδιωτικές επενδύσεις στην κατασκευή νέων υδροηλεκτρικών μονάδων, όπως το Devoll Hydro, το Ashta κ.λπ.

H χώρα έχει μεγάλα αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου και παρήγαγε 26.000 βαρέλια πετρελαίου ημερησίως το πρώτο τρίμηνο του 2014. Η παραγωγή φυσικού αερίου, εκτιμώμενη σε περίπου 30 εκατομ. κ.μ., επαρκεί για την κάλυψη των καταναλωτικών αναγκών. Άλλοι φυσικοί πόροι είναι άνθρακας, βωξίτης, χαλκός και σιδηρομεταλλεύματα.

Η γεωργία είναι ο σημαντικότερος τομέας, απασχολώντας σημαντικό ποσοστό του εργατικού δυναμικού και παράγοντας το 21% του ΑΕΠ. Η Αλβανία παράγει σημαντικές ποιότητες σταριού, καλαμποκιού, καπνού, σύκων (13ος μεγαλύτερος παραγωγός στον κόσμο) και ελιών.

Ο τουρισμός κερδίζει αξιόλογο τμήμα του ΑΕΠ της Αλβανίας με τους επισκέπτες να αυξάνονται κάθε χρόνο. Από τα στοιχεία του 2014 οι εξαγωγές φαίνεται να αποκτούν δυναμική και έχουν αυξηθεί κατά 300% από το 2008, αν και η συμβολή τους στο ΑΕΠ είναι ακόμη μικρή (οι εξαγωγές κατά κεφαλή ανέρχονται σήμερα σε 1000 ευρώ). Αν και η ανάπτυξη της Αλβανίας επιβραδύνθηκε το 2013 ο τουρισμός αναπτύσσεται ραγδαία και οι ξένες επενδύσεις αυξάνονται, καθώς η κυβέρνηση συνεχίζει τον εκσυγχρονισμό των θεσμών της χώρας.

Μεγάλο μέρος του εθνικού εισοδήματος της Αλβανίας προέρχεται από τον τουρισμό. Ο τουρισμός - με στοιχεία του 2013 - αποφέρει το 10% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος της, ποσοστό που αναμένεται να αυξηθεί. H Αλβανία δέχθηκε 4,2 εκατομ. επισκέπτες το 2012, κυρίως από γειτονικές χώρες και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το 2011 η Αλβανία προτάθηκε ως κορυφαίος ταξιδιωτικός προορισμός από το Lonely Planet και το 2014 ανακηρύχθηκε υπ' αριθμόν 4 παγκόσμια τουριστικός προορισμός από τους Τάιμς της Νέας Υόρκης. Επίσης ο αριθμός των τουριστών έχει αυξηθεί κατά 20% το 2014.

Ο κύριος όγκος της τουριστικής βιομηχανίας είναι συγκεντρωμένος κατά μήκος των ακτών της Αδριατικής και του Ιονίου Πελάγους. Το δεύτερο διαθέτει τις ωραιότερες και πιο παρθένες παραλίες και συχνά ονομάζεται Αλβανική Ριβιέρα. Η αλβανική παραλία έχει μήκος 450 χλμ., περιλαμβανομένης της περιοχής της λιμνοθάλασσας. Η παραλία έχει ιδιαίτερη φυσιογνωμία γιατί είναι πλούσια σε αμμώδεις παραλίες, ακρωτήρια, όρμους, σκεπαστούς κόλπους, λιμνοθάλασσες, μικρές παραλίες με χαλίκια, θαλασσινές σπηλιές, κλπ. Μερικά τμήματα της παραλίας αυτής είναι πολύ καθαρά οικολογικά, που αποτελούν από αυτή την άποψη ανεξερεύνητες περιοχές, πράγμα πολύ σπάνιο για τη Μεσόγειο.

Η αύξηση ξένων επισκεπτών είναι θεαματική. Η Αλβανία είχε μόνο 500.000 επισκέπτες το 2005, ενώ είχε (εκτίμηση) το 2012 4,2 εκατ. τουρίστες. Αύξηση 740% σε μόνο 7 χρόνια. Αρκετές από τις μεγαλύτερες πόλεις της χώρας βρίσκονται κατά μήκος των παρθένων ακτών της Αδριατικής και του Ιονίου. Σημαντική πύλη για τη Βαλκανική Χερσόνησο, το διαρκώς αναπτυσσόμενο οδικό δίκτυο της Αλβανίας παρέχει πρόσβαση στους γείτονές της προς βορρά, νότο, ανατολή και δύση. Η Αλβανία είναι σε μικρή απόσταση από όλες τις μεγάλες Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες με σύντομες πτήσεις δύο ή τριών ωρών, διαθέσιμες καθημερινά. Οι τουρίστες μπορούν να δουν και να γνωρίσουν το αρχαίο παρελθόν και τον παραδοσιακό πολιτισμό της Αλβανίας.

Το 70% του εδάφους της Αλβανίας είναι ορεινό και υπάρχουν κοιλάδες που απλώνονται σε ένα όμορφο μωσαϊκό δασών, βοσκότοποι, πηγές που πλαισιώνονται από ψηλές κορυφές καλυμμένες με χιόνι μέχρι τα τέλη του καλοκαιριού.

Οι Αλβανικές Άλπεις, τμήμα των Προκλέτιγιε ή Καταραμένων Ορέων, εκτείνονται στη Βόρεια Αλβανία, και έχουν τις ψηλότερες βουνοκορφές. Οι ωραιότερες ορεινές περιοχές, εύκολα προσβάσιμες από τους τουρίστες, είναι οι Ντάιτι, Τέτι, Βοσκοπόγια, Βαλμπόνα, Κελμέντι, Πρέσπα, Ντουκάτ και Σκρέλι.

Η Αλβανία προσφέρει πολλά μέρη για πεζοπορία με θεαματικότερα τοπία εκείνα των εθνικών πάρκων.

Ένα από τα εντυπωσιακότερα ορεινά εθνικά πάρκα είναι το έκτασης 4.000 εκταρίων Εθνικό Πάρκο Τόμορ, που ιδρύθηκε νότια του Ποταμού Σκούμπιν στα Όρη Τόμορ, λίγο ανατολικότερα της όμορφης πόλης-μουσείου του Μπεράτ, και δεσπόζει πάνω από την πόλη Πόλιτσαν. Άλλα σημαντικά ορεινά εθνικά πάρκα είναι: το Εθνικό Πάρκο Θέθι στην κοιλάδα Σάλε γύρω από το Θεθ (2.630 εκτάρια), το Εθνικό Πάρκο Ντάιτι, 3.300 εκτάρια, του βουνού που δεσπόζει πάνω από την πρωτεύουσα Τίρανα και το Εθνικό Πάρκο της Κοιλάδας Βαλμπόνα στο ομώνυμο Φαράγγι, από την είσοδο του φαραγγιού μέχρι το Πρόγκαμ και τα γύρω βουνά.

Αν και σχετικά μικρή η Αλβανία έχει πολλές λίμνες. Οι τρεις μεγαλύτερες είναι η Σκόδρα, η Οχρίδα και η Μεγάλη Πρέσπα.

Η Αλβανία έχει δύο Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς (το Μπεράτ και το Αργυρόκαστρο απαριθμούνται μαζί)

Οι περισσότεροι από τους ξένους τουρίστες που πηγαίνουν στην Αλβανία είναι από το Κοσσυφοπέδιο, την π.Γ.Δ.Μ., το Μαυροβούνιο, την Ελλάδα και την Ιταλία. Άλλοι ξένοι τουρίστες έρχονται κυρίως από την Ανατολική Ευρώπη, ιδιαίτερα από την Πολωνία και την Τσεχία αλλά επίσης από Δυτικοευρωπαϊκές χώρες, όπως Γερμανία, Βέλγιο, Ολλανδία, Γαλλία, Σκανδιναβικές και άλλες.

Η αλβανική κυβέρνηση έχει να πραγματοποιήσει απογραφή για την εθνολογική ανάλυση του πληθυσμού από το 1989, παρόλο που αποτελεί υπόσχεσή της προς την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού είναι αλβανικής εθνικότητας (82,6% σύμφωνα με το CIA World Factbook, 2015). Υπάρχει επίσης ελληνική μειονότητα στο νότιο τμήμα της χώρας (200.000-300.000 άτομα). Πληθυσμοί αλβανικής εθνικότητας ζουν επίσης στις γειτονικές χώρες: Σερβία (περ. 100.000) Κόσοβο (περ. 2.000.000), Μαυροβούνιο περίπου 50.000) και στη Βόρεια Μακεδονία (περ. 500,000). Από το 1991, μεγάλος αριθμός Αλβανών, που αντιστοιχεί συνολικά στο 1/5 του συνολικού πληθυσμού, μετανάστευσε στην Ελλάδα, την Ιταλία, τη Γερμανία, την Ελβετία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ειδικά στην Ελλάδα υπάρχουν σήμερα περί τους 442.000 Αλβανούς μετανάστες, από τους οποίους οι 189.000 είναι μέλη της ελληνικής μειονότητας.

Η κυρίαρχη γλώσσα είναι η αλβανική, αν και η ελληνική ομιλείται επίσης από την ελληνική μειονότητα στις νότιες περιοχές της χώρας και από Αλβανούς μετανάστες στην Ελλάδα.

Οι Αλβανοί είναι στην πλειονότητά τους Μουσουλμάνοι (45%), αλλά κατά τη διάρκεια της κομμουνιστικής εποχής η θρησκεία είχε απαγορευτεί (ακόμη και σήμερα οι πολλοί Αλβανοί δεν μπορούν να θεωρηθούν ως «ενεργοί πιστοί», δηλαδή δεν προσεύχονται, πάνε σε εκκλησία ή τζαμί κ.λπ.). Πάντως οι Χριστιανοί Ορθόδοξοι της χώρας αποτελούν το 20% του συνολικού πληθυσμού, ενώ οι καθολικοί το 15%, ενώ το υπόλοιπο 20% ανήκει σε διάφορα δόγματα (κυρίως Διαμαρτυρόμενοι) και σε άθεους/αγνωστικιστές. Παρ'όλο τον μουσουλμανικό πληθυσμό της, η Αλβανία δεν μπορεί να θεωρηθεί αυθεντική μουσουλμανική χώρα, καθώς η διαφορά του μουσουλμανικού με τον ορθόδοξο πληθυσμό είναι σχετικά μικρή. Η αλβανική κυβέρνηση ανακήρυξε την Αλβανία ως τη μόνη επίσημα αθεϊστική χώρα στον κόσμο. Έτσι, έγινε γνωστό ότι το 60-65% του πληθυσμού είχαν δηλώσει άθεοι. Μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος στην περίοδο 1989–1990, οι θρησκείες αποκαταστάθηκαν επίσημα. Ο θρησκευτικός φανατισμός φαίνεται πως δεν έχει θέση στην αλβανική κοινωνία, καθώς άνθρωποι διαφορετικών θρησκευτικών πεποιθήσεων ζουν αρμονικά μεταξύ τους.

Το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού, σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2019 του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας ήταν 78,0 χρόνια (76,3 χρόνια οι άνδρες και 79,9 οι γυναίκες).

Η μεγαλύτερη σε αριθμό μειονότητα στην χώρα είναι η ελληνική μειονότητα, η Βορειοηπειρώτες, η οποία είναι συγκεντρωμένη στον νότο της χώρας, στην περιοχή κοινώς γνωστή ως Βόρειος Ήπειρος. Γνωστές πόλεις της περιοχής αυτής είναι οι Άγιοι Σαράντα, το Αργυρόκαστρο, η Κορυτσά, το Δέλβινο και η Χειμάρρα.. Οι περισσότερες Δυτικές πηγές εκτιμούν τον αριθμό των Ελλήνων της Αλβανίας γύρω στις 200.000. Τα ελληνικά είναι η δεύτερη γλώσσα στην Αλβανία, με τουλάχιστον δύο στις τρείς οικογένειες να έχουν ένα μέλος που μιλάει ελληνικά. 

Αυτές οι δύο εθνοτικές ομάδες θεωρούνται συναφείς αλλά διακριτές σύμφωνα με το μεγαλύτερο μέρος της βιβλιογραφίας, ενώ κατ’ άλλους εξετάζονται από κοινού υπό τον γενικό όρο «Ρομά». Οι ίδιες οι δύο μειονότητες αρνούνται ότι αποτελούν μια οντότητα.

Σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας (2003) ο συνολικός πληθυσμός Ρομά στην Αλβανία ήταν 95.000 ή 2% του γενικού πληθυσμού. Σύμφωνα με στοιχεία του State Department των ΗΠΑ (1997) οι Ρομά ήταν 100.000. Στοιχεία από τις ίδιες τις κοινότητες ανεβάζουν τους Ρομά σε 120.000 – 150.000 και τους Αιγύπτιους σε πάνω από 200.000.

Δεν υπάρχουν επίσημα στατιστικά στοιχεία αναφορικά με το θρήσκευμα των κατοίκων της Αλβανίας με τις εκτιμήσεις να ποικίλουν, καθώς ορισμένες πηγές αναφέρουν ακόμα και την πλειοψηφία του πληθυσμού να μην ανήκει ή να ακολουθεί κάποιο δόγμα, ενώ η έκδοση World Factbook της CIA αναφέρει τους Μουσουλμάνους στο 56,7%, τους Χριστιανούς Ορθόδοξους στο 6,8% και τους Ρωμαιοκαθολικούς στο 10%. Σύμφωνα με την Παγκόσμια Χριστιανική Εγκυκλοπαίδεια, το 40% των Αλβανών είναι Μουσουλμάνοι και το 35% Χριστιανοί. Το 1945 σύμφωνα με μία απογραφή οι Μουσουλμάνοι αντιπροσώπευαν το 70%, οι Χριστιανοί Ορθόδοξοι το 20% και οι Χριστιανοί Ρωμαιο-καθολικοί το 10% (Miranda Vickers The Albanians: A Modern History).

Οι Αλβανοί εμφανίστηκαν αρχικά, στις βυζαντινές πηγές στα τέλη του 11ου αιώνα, ως πλήρως εκχριστιανισμένος λαός. Τη θέση του χριστιανισμού κατέλαβε το Ισλάμ, ως κύρια θρησκεία κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας από τον 15ο αιώνα, ως και το 1912. Μετά την ανεξαρτησία (1912) από την Οθωμανική αυτοκρατορία, το αλβανικό καθεστώς, δημοκρατικό, μοναρχικό και αργότερα κομμουνιστικό, ακολούθησε συστηματική πολιτική διαχωρισμού της θρησκείας από τις επίσημες κρατικές λειτουργίες και τον πολιτισμό. Έτσι, και υπό το δημοκρατικό και υπό το μοναρχικό καθεστώς, η Αλβανία δεν είχε ποτέ επίσημη θρησκεία. Με το μοναρχικό καθεστώς, η θέση του κλήρου όλων των δογμάτων εξασθένησε, ενώ αυτός εξαφανίστηκε στις δεκαετίες του 1940 και 1950, με την κρατική πολιτική απαγόρευσης κάθε θρησκευτικής εκδήλωσης στην επικράτεια της χώρας.

Το κομμουνιστικό καθεστώς που έλεγχε την Αλβανία μετά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο απαγόρευσε πλήρως τη θρησκεία και κατάργησε κάθε μορφή λατρείας και εκκλησίας, ώστε η χώρα αποτέλεσε στην ουσία το πρώτο αθεϊστικό κράτος σε όλο τον κόσμο. Η ελευθερία της θρησκείας επανήλθε με την αλλαγή του καθεστώτος το 1992. αλβανικοί μουσουλμανικοί πληθυσμοί, κυρίως πιστοί στο σουνιτικό δόγμα, υπάρχουν σε όλη τη χώρα, ενώ χριστιανοί ορθόδοξοι καταγράφονται στο νότιο τμήμα, και ρωμαιοκαθολικοί στο βορρά της χώρας. Δεν υπάρχουν αξιόπιστα δεδομένα για τη συμμετοχή των πιστών στις επίσημες λατρευτικές λειτουργίες κάθε δόγματος, οι εκτιμήσεις κυμαίνονται από 25% έως 40%.

Σήμερα οι Μουσουλμάνοι Σουννίτες ανέρχονται στο 39%, οι Μπεκτασήδες (μουσουλμανική αίρεση) στο 4-9%, οι Χριστιανοί Ορθόδοξοι στο 29,7%, οι Χριστιανοί Ρωμαιοκαθολικοί στο 9%, ενώ στο υπόλοιπο 14-19% συγκαταλέγονται άθεοι, Χριστιανοί Διαμαρτυρόμενοι/Προτεστάντες (Πεντηκοστιανοί, Ευαγγελικοί κ.α.), Μάρτυρες του Ιεχωβά (5.055 μέλη), Μορμόνοι (2.477 μέλη), Αντβεντιστές της Έβδομης Μέρας (359 μέλη) και κάποιες πολύ μικρές κοινότητες της μουσουλμανικής αίρεσης Αχμαντίγια, ομάδας που κύριο πιστεύω τους είναι ότι υπήρχαν και άλλοι προφήτες μετά τον Μωάμεθ, και ελάχιστοι Μπαχάι.

Η αλβανική παραδοσιακή μουσική εντάσσεται σε τρεις υφολογικές ομάδες. Με άλλες σημαντικές μουσικές περιοχές γύρω από τη Σκόδρα και τα Τίρανα, οι μεγάλες ομάδες είναι οι Γκέγκηδες στο βορρά και οι νότιοι Λιάπηδες και Τόσκηδες. Οι βόρειες και νότιες παραδόσεις ξεχωρίζονται από τον «τραχύ και ηρωικό» τόνο του βορρά και τη «χαλαρή» μορφή του νότου.

Αυτές οι διαφορετικές μορφές έχουν κοινό «την ένταση που τόσο οι εκτελεστές οσο και οι ακροατές δίνουν στη μουσική τους ως μέσο πατριωτικής έκφρασης και ως όχημα μεταφοράς της αφήγησης της προφορικής ιστορίας», καθώς και ορισμένα χαρακτηριστικά όπως η χρήση ρυθμών όπως 3/8, 5/8 και 10/8. Η πρώτη συλλογή αλβανικής παραδοσιακής μουσικής έγινε από τον Πιέτερ Ντούγκου το 1940.

Τα αλβανικά παραδοσιακά τραγούδια μπορούν να διαιρεθούν σε μεγάλες ομάδες, τα ηρωικά επικά του βορρά και τα γλυκά μελωδικά νανουρίσματα, ερωτικά τραγούδια, γαμήλια μουσική, τραγούδια της δουλειάς και άλλα. Η μουσική διάφορων φεστιβάλ και εορτών είναι επίσης σημαντικό κομμάτι του αλβανικού παραδοσιακού τραγουδιού, ιδιαίτερα εκείνων της Ημέρας του Αγίου Λαζάρου, που εγκαινιάζει την άνοιξη. Τα νανουρίσματα και τα μοιρολόγια είναι σημαντικά είδη της αλβανικής μουσικής και γενικά εκτελούνται σόλο από γυναίκες.

Η αλβανική αποδείχθηκε ότι είναι ινδοευρωπαϊκή γλώσσα το 1854, από τον Γερμανό γλωσσολόγο Φραντς Μποπ και αποτελεί ξεχωριστό κλάδο της ινδοευρωπαϊκής γλωσσικής οικογένειας.

Μερικοί μελετητές πιστεύουν ότι η αλβανική προέρχεται από την ιλλυρική, ενώ άλλοι υποστηρίζουν ότι προέρχεται από τη δακο-θρακική (η ιλλυρική και η Δακοθρακική όμως μπορεί να ήταν στενά συνδεόμενες γλώσσες).

Δημιουργώντας πιο μακροχρόνιες σχέσεις η αλβανική συγκρίνεται συχνά με τη βαλτοσλαβική αφ' ενός και τη γερμανική αφ' ετέρου, που και οι δύο έχουν πολλά κοινά ισόγλωσσα με την αλβανική. Επίσης η αλβανική έχει υποστεί μια φωνητική μεταβολή κατά την οποία το τονισμένο, μακρό ο έχει μεταπέσει σε α, πολύ όμοια με την πρώτη και αντίθετα με τη δεύτερη. Ομοίως η αλβανική έχει πάρει το παλιό αναφορικό jos και το χρησιμοποίησε καινοτόμα για να προσδιορίσει αποκλειστικά επίθετα, με τον ίδιο σχεδόν τρόπο, που η βαλτοσλαβική έχει χρησιμοποιήσει τη λέξη αυτή για την οριστική κατάληξη των επιθέτων.

Η πολιτιστική αναγέννηση εκφράστηκε πρώτα απ' όλα με την ανάπτυξη της αλβανικής γλώσσας στην περιοχή των εκκλησιαστικών κειμένων και εκδόσεων, κυρίως της Καθολικής περιοχής στο Βορρά, αλλά επίσης της Ορθόδοξης στο Νότο. Οι προτεσταντικές μεταρρυθμίσεις τόνωσαν τις ελπίδες για την ανάπτυξη της τοπικής γλώσσας και λογοτεχνικής παράδοσης όταν ο κληρικός Τζον Μπουζούκου μετέφερε στην αλβανική γλώσσα την Καθολική λειτουργία, προσπαθώντας να κάνει για την αλβανική γλώσσα ότι έκανε ο Λούθηρος για τη γερμανική.

Το Μεσάρι (Συναξάρι) του Τζον Μπουζούκου, που εκδόθηκε το 1555, θεωρείται το πρώτο λογοτεχνικό έργο στη γραπτή αλβανική. Το εκλεπτυσμένο επίπεδο της γλώσσας και η παγιωμένη ορθογραφία πρέπει να είναι το αποτέλεσμα προγενέστερης παράδοσης γραπτής αλβανικής, όχι πάντως αρκετά κατανοημένης. Ωστόσο, υπάρχουν κάποιες αποσπασματικές αποδείξεις, χρονολογούμενες πριν από το Μπουζούκου, που δείχνουν ότι η αλβανική ήταν γραπτή γλώσσα τουλάχιστον από το 14ο αιώνα.

Η παλαιότερη μαρτυρία χρονολογείται από το 1332, με μια αναφορά, στα λατινικά, του Γάλλου Τάγμα Δομινικανού Γουλιέλμου Αδάμ, Αρχιεπίσκοπου του Αντιβαρίου, που έγραφε ότι οι Αλβανοί χρησιμοποιούσαν λατινικά γράμματα στα βιβλία τους, αν και η γλώσσα τους ήταν τελείως διαφορετική από τα λατινικά. Άλλα σημαντικά παραδείγματα είναι: μία συνταγή βαπτίσματος (Unte paghesont premenit Atit et Birit et spertit senit) από το 1462, γραμμένη στα αλβανικά με λατινική γραφή, από τον Επίσκοπο Δυρραχίου Παλ Εντζέλι, ένα γλωσσάρι αλβανικών λέξεων του 1497 του Αρνολντ φον Χαρφ, Γερμανού που είχε ταξιδέψει στην Αλβανία και ένα απόσπασμα της Βίβλου του 15ου αιώνα του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου, επίσης στα αλβανικά αλλά γραμμένο με ελληνικά γράμματα.

Τα αλβανικά κείμενα από τους αιώνες αυτούς δεν πρέπει να ήταν μόνο θρησκευτικά αλλά επίσης και ιστορικά χρονικά. Αναφέρονται από τον ανθρωπιστή Μαρίνο Μπαρλέτι, που, στο βιβλίο του Rrethimi i Shkodrës (Η Πολιορκία της Σκόδρας) (1504), επιβεβαιώνει ότι ξεφύλλισε τέτοια χρονικά, γραμμένα στη γλώσσα του λαού (in vernacula lingua).

Το 16ο και 17ο αιώνα εκδόθηκαν στα αλβανικά οι κατηχήσεις E mbësuame krishterë (Χριστιανικές διδαχές) (1592) του Λέκε Ματρέγκα, Doktrina e krishterë (Το χριστιανικό δόγμα) (1618) και Rituale romanum (1621) του Πιέτερ Μπούντι, του πρώτου συγγραφέα πρωτότυπης αλβανικής πεζογραφίας και ποίησης, μια απολογία για το Γεώργιο Καστριώτη (1636) από τον Φραγκ Μπάρντι, που εξέδωσε επίσης ένα λεξικό και λαογραφικά κείμενα και το θεολογικοφιλοσοφικό δοκίμιο Cuneus Prophetarum (Η Ορχήστρα των προφητών) (1685) του Πιέτερ Μπογκντάνι, της πιο οικουμενικής προσωπικότητας του αλβανικού Μεσαίωνα. Ο διασημότερος Αλβανός συγγραφέας είναι ο Ισμαήλ Κανταρέ.

Η εκπαίδευση στην Αλβανία είναι δημόσια αλλά από το 2002 επετράπη η ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων. Τα κύρια ανώτατα κρατικά εκπαιδευτικά ιδρύματα είναι το Πανεπιστήμιο Τιράνων με όλες τις σχολές του, και τα Πανεπιστήμια Σκόδρων, Δυρραχίου, Αυλώνας, Κορυτσάς, Αργυροκάστρου και Ελμπασάν.

Ιδιωτικά πανεπιστήμια είναι το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης Τιράνων, το Πανεπιστήμιο Kristal, το Πανεπιστήμιο Marin Barleti, το Πανεπιστήμιο Zonja e Keshillit te Mire, το Πανεπιστήμιο UFO και η Νομική Σχολή Luarasi.

Η χώρα διαιρείται σε 12 περιφέρειες:

Παρά τα πολλά συνταγματικά και νομοθετικά προβλήματα η κυβέρνηση των Τιράνων προσπαθεί να μπει σε τροχιά ένωσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Τον Ιούνιο του 2006, η χώρα υπέγραψε Συμφωνία Σταθεροποίησης και Ένωσης ως πρώτο βήμα για την ένωση. Οι υπουργοί της ΕΕ ζήτησαν από την Αλβανία να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις που επικεντρώνονται στην ελευθερία του Τύπου, τα δικαιώματα ιδιοκτησίας, τον σεβασμό των εθνικών μειονοτήτων και την επίτευξη διεθνών προδιαγραφών στις δημοτικές εκλογές.

Η Αλβανία έχει κατά κεφαλήν εισόδημα μικρότερο (μισό) από εκείνο της Βουλγαρίας και σχεδόν 4/10 από εκείνο του Ηνωμένου Βασιλείου. Το οδικό και το σιδηροδρομικό δίκτυο είναι φτωχό σε διεθνές και τοπικό επίπεδο. Το μισό του οικονομικά ενεργού πληθυσμού απασχολείται με την γεωργία, εισαγωγές και εξαγωγές και το 1/5 εργάζεται στο εξωτερικό.

Η ακτογραμμή της Αλβανίας στο Ιόνιο Πέλαγος, ιδιαίτερα κοντά στην Κέρκυρα είναι αξιοποιήσιμη τουριστικά εξαιτίας του σχετικά αδιατάρακτου φυσικού περιβάλλοντος και των παραλιών της. Η τουριστική βιομηχανία βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα, αλλά παρουσιάζει αυξητικές τάσεις. Η Αλβανία παρά την όχι και τόσο καλή οικονομική της κατάσταση, κάθε χρόνο επισκέπτεται από χιλιάδες τουρίστες. Το 2011 είχε περισσότερους από 700.000 επισκέπτες.

Εξαγωγές: 708 εκατ. f.o.b. (2005 εκτ.)

Εισαγωγές: 2,473 δις f.o.b. (2005 εκτ.)

Εξωτερικό χρέος: 1,41 δις (2003 εκτ.)

Εξοπλιστικές δαπάνες: (n/a)

Παιδιά ως ποσοστό του εργατικού δυναμικού: 1% των παιδιών ηλικίας 10–14 ετών.

H Παγκόσμια Τράπεζα χορήγησε στην Αλβανία κεφάλαιο εγγύησης ύψους 60 εκ. ευρώ, προς την εταιρία διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, OSSH.

Η Αλβανία έχει μεγάλα όμως λίγο αξιοποιημένα κοιτάσματα φυσικού αερίου και πετρελαίου. Πετρολόγοι υπολογίζουν ότι τα κοιτάσματα του φυσικού αερίου περιέχουν 3.014 δισ. κυβικά μέτρα και τα κοιτάσματα του πετρελαίου 2.987 δισεκατομμύρια βαρέλια.

Η χώρα είναι προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία, με βάση την οποία αρχηγός της κυβέρνησης είναι ο Πρωθυπουργός, στα πλαίσια ενός πολυκομματικού συστήματος. Η εκτελεστική εξουσία ασκείται από την κυβέρνηση, ενώ η νομοθετική ασκείται από την κυβέρνηση και το κοινοβούλιο. Από το 1991, οπότε εισήχθη ο πολυκομματισμός, η εξουσία μονοπωλείται από δύο πολιτικά κόμματα, το Δημοκρατικό Κόμμα της Αλβανίας και το Σοσιαλιστικό Κόμμα της Αλβανίας (σοσιαλιστικό, μετακομμουνιστικό).

Αρχηγός κράτους είναι ο Πρόεδρος της Αλβανικής Δημοκρατίας, ο οποίος εκλέγεται από τη συνέλευση για πενταετή θητεία με μυστική ψηφοφορία. Για την εκλογή του προέδρου απαιτούνται τα δύο τρίτα των ψήφων όλων των βουλευτών. Οι επόμενες εκλογές θα διεξαχθούν το 2017. Σημερινός Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι ο Ιλίρ Μέτα.

Η Βουλή (Συνέλευση ή Kuvendi i Republikës së Shqipërisë) αποτελείται από 140 μέλη, τα οποία εκλέγονται για τετραετή θητεία. 100 εξ αυτών εκλέγονται απευθείας σε μονοεδρικές περιφέρειες με κατά προσέγγιση ανάλογο αριθμό ψηφοφόρων. Οι 40 εκλέγονται από λίστες πολιτικών κομμάτων με πολλά ονόματα ή συνασπισμούς κομμάτων με βάση την κατάταξή τους. Ο συνολικός αριθμός των βουλευτών ενός κόμματος ή κομματικού συνασπισμού θα πρέπει να προσεγγίζει όσο γίνεται περισσότερο την αναλογία σε έγκυρες ψήφους που κέρδισαν τα κόμματα αυτά στον πρώτο γύρο των εκλογών. Κόμματα που λαμβάνουν ποσοστό λιγότερο από το 4 % των έγκυρων ψηφοδελτίων σε εθνικό επίπεδο στον πρώτο γύρο των εκλογών δεν απολαμβάνουν οφέλη από την αντίστοιχη λίστα με τα πολλά ονόματα. Ο πρόεδρος εκλέγεται από τη Βουλή. Πρόεδρος της Βουλής από τις 3 Σεπτεμβρίου του 2005 ήταν η Τζοζεφίνα Τοπάλι, η οποία επανεξελέγη το Σεπτέμβριο του 2009. Τον Σεπτέμβριο του 2013, με τη νίκη στις βουλευτικές εκλογές, του Σοσιαλιστικού Κόμματος, πρόεδρος της Βουλής είναι ο Ιλίρ Μέτα και αντιπρόεδρος της Αλβανικής Βουλής ο, ελληνικής καταγωγής, Βαγγέλης Ντούλες. Επίσης στο σώμα υπάρχουν, από τις τελευταίες αλβανικές βουλευτικές εκλογές, 11 Έλληνες Βορειοηπειρώτες βουλευτές από 4 διαφορετικά κόμματα.

Δικαίωμα ψήφου στις εκλογές έχουν όσες και όσοι είναι ηλικίας 18 ετών και άνω.

Η οδήγηση γίνεται στην δεξιά πλευρά του δρόμου. Υπάρχει ένα και μοναδικό αεροδρόμιο στο κέντρο των Τιράνων, επίσης υπάρχει και ένας, χαμηλής ταχύτητας, σιδηρόδρομος από το 1952. Τα πλοία εκτελούν δρομολόγια κυρίως προς Ιταλία και Κέρκυρα.      

Στην Αλβανία υπάρχουν πολλές πρεσβείες και προξενεία από χώρες που εκπροσωπούνται άμεσα σε αυτήν. 




#Article 14: Γλώσσα (2283 words)


Ο όρος γλώσσα χρησιμοποιείται κυρίως για να αναφερθούμε στον τρόπο επικοινωνίας, ιδίως του ανθρώπου, αλλά μπορεί να αναφέρεται επίσης και σε περιπτώσεις τεχνητών και μη ανθρώπινων σημειακών συστημάτων (μιμόγλωσσα, τυπικές γλώσσες των μαθηματικών και της πληροφορική, γλώσσες προγραμματισμού, συστήματα επικοινωνίας ζώων κ.λπ.).

Η φυσική διαδικασία απόκτησης μιας γλώσσας, που συμβαίνει κατά τα 4-5 πρώτα χρόνια ζωής του ανθρώπου, αναφέρεται ως μητρική και είναι μέρος της φυσικής εξέλιξης του ανθρώπου. Η γλώσσα γίνεται το απαραίτητο μέσο με το οποίο ο άνθρωπος επικοινωνεί και γνωρίζει το περιβάλλον του. Με μια ολοκληρωμένη γλωσσική αγωγή, ο ομιλητής κάθε γλώσσας είναι σε θέση να συνδυάζει τη γνώση του συστήματος της γλώσσας για την παραγωγή και την πρόσληψη μηνυμάτων.

Πιστεύεται ότι δεν υπάρχει σαφής διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον όρο γλώσσα, με τη σημασία της συγκεκριμένης εθνικής γλώσσας, και στον όρο διάλεκτος. Σύμφωνα με τη διατύπωση του Max Weinrich, «γλώσσα είναι μια διάλεκτος με στρατό και στόλο», ενώ —σύμφωνα με άλλη διατύπωση— «διάλεκτος είναι μια ηττημένη γλώσσα. Πιθανότατα, «όλες οι γλώσσες του κόσμου, σε όλους τους καιρούς, είναι διάλεκτοι μιας πρώτης κοινής γλώσσας που πριν χιλιάδες χρόνια ήταν παγκόσμια γλώσσα»
 

Η κοινή αντίληψη που κυριαρχεί σχετικά με τη γλώσσα είναι ότι η επίσημη μορφή της, άρα και η πιο «έγκυρη», είναι η γραπτή και ότι η πιο «πρόχειρη» και «λιγότερο σταθερή» είναι η προφορική. Από αυτή την αντίληψη έπεται και η κυρίαρχη αξιολόγηση, ειδικά στις δυτικές κοινωνίες, του γραπτού λόγου ως πιο «σωστού και σημαντικού» και του προφορικού ως «δευτερεύοντος και επιρρεπούς σε λάθη». Αν και όντως η εφεύρεση του γραπτού λόγου είχε αναμφισβήτητες θετικές συνέπειες στην πρόοδο του ανθρώπινου πολιτισμού, η γραπτή γλώσσα θεωρείται από τους γλωσσολόγους, για μια σειρά από λόγους που θα εξηγηθούν παρακάτω, δευτερογενής και τρόπον τινά βοηθητική της προφορικής.

(α) Φυλογενετική και οντογενετική προτεραιότητα: ο προφορικός λόγος προηγείται και δεν προϋποθέτει τον γραπτό. Δηλαδή σε επίπεδο κοινωνίας δεν υπάρχει παράδειγμα γλωσσικής κοινότητας που να έχει γραπτό λόγο και να μην έχει προφορικό («φυλογενετική προτεραιότητα»). Αντίθετα υπάρχουν πολλές ακόμα και σήμερα κοινωνίες που δεν χρησιμοποιούν κάποιο είδος γραφής αλλά διαθέτουν μια καθ΄ όλα αναπτυγμένη γλώσσα. Αλλά και σε ατομικό επίπεδο το παιδί πρώτα μαθαίνει να μιλάει και μετά να γράφει («οντογενετική προτεραιότητα»).

Επιπλέον ο γραπτός λόγος ξεκίνησε ως και παραμένει σε μεγάλο βαθμό βοηθητικός προς την ομιλία, για λόγους απομνημόνευσης ή για να μην «χανόμαστε» και για να έχουμε μια καλύτερη εικόνα ενός μεγάλου τμήματος λόγου. Μάλιστα τα αρχαιότερα δείγματα γραφής που σώζονται είναι απλοί μαθηματικοί υπολογισμοί και λογιστικά κείμενα (σουμεριακές πινακίδες). Επομένως και από ιστορική άποψη, αλλά και σύμφωνα με τη λογική, η γραφή δεν πρέπει να συγχέεται και να ταυτίζεται με τη γλώσσα, καθώς συνιστά απλώς μια μορφή αναπαράστασης της .

(β) Δομική προτεραιότητα: Βέβαια θα μπορούσε να υποστηριχτεί ότι και η προφορική γλώσσα δεν είναι παρά μια αναπαράσταση των νοημάτων που έχουμε μέσα στο μυαλό μας. Δηλαδή με απλά λόγια, όποια σχέση υπάρχει μεταξύ μεταξύ της γραφής  και της έννοιας «παιδί» υπάρχει και μεταξύ του ήχου [pe'δi] και της αντίστοιχης έννοιας. Κατά βάση αυτός ο ισχυρισμός είναι σωστός και συνάδει και με το πνεύμα της γλωσσολογικής επιστήμης που έχει σαν αρχή το ότι πρωταρχικά δεν την ενδιαφέρει το υλικό μέσω του οποίου πραγματώνονται οι σχέσεις ενός συστήματος (ήχοι, γράμματα, νοήματα κτλ) αλλά οι ίδιες οι σχέσεις του συστήματος. Παραβλέπεται όμως το στοιχείο που καθιστά τον προφορικό λόγο στενότερα συνδεδεμένο με την «καθαρή γλώσσα»: ενώ μπορώ άνετα να γράψω «μπρκδφκ» δεν μπορώ να προφέρω [brkδfκ]. Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι οι συγκεκριμένης φύσεως ιδιότητες των φωνητικών μας οργάνων ασκούν επιρροή στο τι λέξεις επινοούμε για την γλώσσα μας ενώ οι γραφικές μας ικανότητες όχι. Δηλαδή ποτέ σε κανένα γλωσσικό σύστημα δεν επινοήθηκε λέξη που να μην μπορεί να αποδοθεί φωνητικά, υπάρχουν όμως πολλά γραφικά συστήματα (στην ουσία όλα) που να μην αποδίδουν ικανοποιητικά όλες τις λέξεις. 

(γ) Γνωστική-μαθησιακή προτεραιότητα: Η ομιλία αναπτύσσεται με φυσικό τρόπο· για να μάθει το παιδί να μιλάει, αρκεί να εκτεθεί σε γλωσσικά ερεθίσματα. Αντίθετα, για να μάθει να γράφει τη γλώσσα του, απαιτείται συστηματική διδασκαλία.

Είναι επόμενο, λοιπόν, αντικείμενο της γλωσσολογικής επιστήμης να είναι μόνο ή κυρίως η προφορική γλώσσα και όχι η γραπτή η οποία, όταν εξετάζεται, εξετάζεται από διαφορετική οπτική.

Σαν αδυναμίες του γραπτού λόγου θα μπορούσαν να αναφερθούν η συντηρητικότητα του και επομένως η ανικανότητα του να αποδίδει όλες τις φωνητικές αλλαγές που συντελούνται σε προφορικό επίπεδο.
Για παράδειγμα το γεγονός ότι η ελληνική έχει τόσα διαφορετικά γραφήματα για τον φθόγγο [ι] είναι αποτέλεσμα της συντηρητικότητας της ελληνικής γραφής που δεν απέδωσε τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί εδώ και 2000 χρόνια. Εμφανές παράδειγμα της παραμορφωτικής δύναμης του γραπτού λόγου είναι και η αγγλική, όπου η διατήρηση της ιστορικής ορθογραφίας έχει επιτευχθεί σχεδόν χωρίς καμία υποχώρηση και η γραφή των λέξεων σπάνια πλέον απεικονίζει την σύγχρονη προφορά τους.

Η διπλή άρθρωση είναι αποκλειστικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης γλώσσας. Στις φυσικές γλώσσες παρατηρείται το φαινόμενο να χρησιμοποιούνται γλωσσικά στοιχεία (φωνήματα) που το καθένα ξεχωριστά δεν σημαίνει τίποτα (π.χ. /z/, /o/, /i/) και, συνδυαζόμενα μεταξύ τους, να σχηματίζουν μορφήματα, δηλαδή ελάχιστους σχηματισμούς-φορείς σημασίας (π.χ. /zoi-/ «ζωή»). Η διπλή άρθρωση είναι ιδιαιτερότητα της ανθρώπινης γλώσσας, καθώς και τα ζώα έχουν μεθόδους και συστήματα επικοινωνίας αλλά κάθε διακριτή μονάδα του συστήματός τους εμπεριέχει και μια έννοια. Ο όρος συνδέεται με τον A. Martinet: το επίπεδο της πρώτης άρθωσης, ή γραμματικό επίπεδο, περιλαμβάνει μονάδες που έχουν και φωνητική μορφή και νόημα - είναι μονάδες με σημαίνον και σημαινόμενο σύμφωνε με τον Saussure. Η ελάχιστη μονάδα αυτού του επιπέδου είναι το μόρφημα (ή μόνημα κατά τον Martinet). Το επίπεδο της δεύτερης άρθρωσης περιλαμβάνει τα φωνήματα που δεν είναι φορείς νοήματος.  

Δηλαδή όταν ο σκύλος γαβγίζει επιθετικά για να υπενθυμίσει σε έναν παρείσακτο ότι εισέρχεται στην περιοχή του, το γάβγισμα του αποτελεί ένα είδος γλωσσικού σημείου με νόημα αλλά δεν επιδέχεται παραπέρα ανάλυση. Οποιαδήποτε προσπάθεια να διαχωριστεί το γάβγισμα σε επιμέρους ήχους θα οδηγηθεί σε αποτυχία. 

Η διπλή άρθρωση είναι ιδιαιτέρως σημαντική γιατί δίνει τη δυνατότητα σε όποιο σύστημα την κατέχει να μπορεί να ανανεώνει συνεχώς το «λεξιλόγιο» του και έτσι να προσαρμόζεται σε νέες συνθήκες, νέες έννοιες, ιδέες κ.λπ. Όλες οι σύγχρονες γλώσσες διαθέτουν διπλή άρθρωση αλλιώς θα ήταν καταδικασμένες να περιοριστούν στο λεξιλόγιο έτσι όπως διαμορφώθηκε όταν δημιουργήθηκαν.

Ένα από τα βασικότερα τρόπον τινά αξιώματα της γλωσσολογίας είναι η αυθαιρετότητα του γλωσσικού σημείου. Δηλαδή πλέον είναι καθολικά αποδεκτό —εκτός από λίγες εξωεπιστημονικές εξαιρέσεις— ότι καμία λογική αναγκαιότητα δεν συνδέει την μορφή μιας λέξης με το νόημα της, το σημαίνον δηλαδή με το σημαινόμενο. Δεν υπάρχει π.χ. τίποτα που να υποχρεώνει έναν άνθρωπο να χρησιμοποιεί την διαδοχή φωνημάτων /'γata/ (ή τη διαδοχή γραφημάτων ) για να εννοήσει τη σημασία «γάτα». Θα μπορούσε κάλλιστα να λέει «σκύλος» και να εννοεί γάτα. Η σχέση «σημαίνοντος»-«σημαινομένου» αποτέλεσε αντικείμενο αντιπαραθέσεων ήδη από την αρχαιότητα (πβ. τον πλατωνικό διάλογο Κρατύλος) και η ευρύτερη παραδοχή του συμβατικού χαρακτήρα αυτής της σχέσης θεμελιώθηκε από τον Φερντινάντ ντε Σωσσύρ (1916), ο οποίος μετατόπισε την αντιπαράθεση από το πεδίο της denotatio (=«δήλωση», δηλαδή σχέση ονόματος-πράγματος) στο πεδίο της significatio (=«σήμανση», σχέση δύο ψυχολογικών οντοτήτων, ακουστικής εικόνας με μια ιδέα).

Η αρχή αυτή φαινομενικά μόνο παραβιάζεται από εξαιρέσεις λέξεων, όπως για παράδειγμα η λέξη «νιαούρισμα» ή το επιφώνημα «ωχ!». Όντως σε τέτοιες περιπτώσεις, στις ηχομιμητικές λέξεις και στα επιφωνήματα, μπορεί να ανιχνευθεί μια φαινομενική αιτιότητα, όμως και πάλι η εμπειρία μας από τις ξένες γλώσσες μάς αποτρέπει από το να απορρίψουμε την συμβατικότητα του γλωσσικού σημείου. Αν δούμε πώς αποδίδουν οι Άγγλοι τον ήχο που παράγει ο σκύλος (bark) και οι Γάλλοι τον ήχο που παράγει ο άνθρωπος ως αντίδραση στο αίσθημα του πόνου (aie) και τα συγκρίνουμε με τις αντίστοιχες ελληνικές λέξεις, τότε καταλαβαίνουμε ότι και στις περιπτώσεις αυτές κυριαρχεί η συμβατικότητα.

Η γλωσσική μεταβολή είναι ένα ακόμα εγγενές χαρακτηριστικό της ανθρώπινης γλώσσας. Η γλωσσική μεταβολή είναι καθολική για κάθε ζωντανή φυσική γλώσσα και δεν πρέπει να αξιολογείται ούτε ως θετική ούτε ως αρνητική, αλλά ως αναπόφευκτη εξέλιξη. Έτσι, οποιεσδήποτε αξιολογικές αντιλήψεις και απόψεις σχετικά με την αλλαγή μιας γλώσσας δεν οφείλονται σε γλωσσολογικά δεδομένα αλλά σε ιδεολογίες, κοινωνικές, εθνικές κτλ.

Η γλωσσική αλλαγή οφείλεται σε πολλούς παράγοντες, οι οποίοι θα μπορούσαν να διακριθούν σε εξωτερικούς και εσωτερικούς. Ως αλλαγές οφειλόμενες σε εξωτερικούς παράγοντες θα μπορούσαν να θεωρηθούν αλλαγές που πηγάζουν από αλληλεπιδράσεις μεταξύ δύο γλωσσών. Ο συνηθέστερος τρόπος για να επηρεάσει μια γλώσσα την άλλη είναι ο δανεισμός. Για παράδειγμα μπορούμε να πούμε ότι η γλωσσική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο αποδίδεται η έννοια «σπίτι» στα ελληνικά, δηλαδή η σταδιακή αντικατάσταση της λέξης / με τη λέξη  οφείλεται στην επίδραση της λατινικής (συγκεκριμένα της λέξης hospitium). 

Συχνά, όμως, τα αίτια της γλωσσικής μεταβολής εντοπίζονται εσωτερικά, μέσα στο ίδιο το σύστημα μιας γλώσσας. Το γεγονός δηλαδή ότι ο νεοέλληνας διαβάζει τη λέξη «ειρήνη» ως /i'rini/ ενώ ο αρχαίος Έλληνας θα την διάβαζε ως /eirεέnεε/ οφείλεται στον εσωτερικό παράγοντα της αλλαγής στο φωνητικό σύστημα της ελληνικής. Η αδυναμία της γλώσσας να αντισταθεί στην γλωσσική μεταβολή, στη μεταβολή τόσο της φωνητικής αναπαράστασης της ίδιας σημασίας, όσο και της σημασιοδότησης της ίδιας μορφής, αποτελεί απόρροια, αλλά και απόδειξη, της συμβατικότητας του γλωσσικού σημείου.

Η γενετική γραμματική είναι ένα από τα κυρίαρχα σήμερα ρεύματα στην ανάλυση της γλώσσας, εισηγητής του οποίου είναι ο αμερικάνος Νόαμ Τσόμσκι, ο οποίος και προσπάθησε να ερμηνεύσει το φαινόμενο της γλώσσας στην πιο καθολική διάστασή του. Για την γενετική γραμματική, η γλώσσα είναι ένα βιολογικό/γνωσιακό σύστημα, έμφυτο ως ικανότητα, που παράγει («γεννά») απεριόριστο πλήθος εκφράσεων με πεπερασμένα μέσα (λεξικά στοιχεία, κανόνες και περιορισμούς) και, ενδεχομένως, σύμφωνα με την πιο πρόσφατη φάση της θεωρίας, τον μινιμαλισμό, η «βέλτιστη λύση» στο σχεδιαστικό πρόβλημα της πρόσβασης/αναγνωσιμότητας σε δύο ειδών επιτελεστικά συστήματα του ανθρώπινου σώματος, τα «προθετικά-εννοιολογικά» και τα «αρθρωτικά-αντιληπτικά».

Τόσο οι επιστημονικές όσο και οι διεπιστημονικές προσεγγίσεις της γλώσσας συνιστούν ό,τι ονομάζουμε μεταγλώσσα. Με τον όρο μεταγλωσσικός εννοείται οποιαδήποτε κρίση διατυπώνουμε για την γλώσσα χρησιμοποιώντας τη γλώσσα. Μεταγλωσσική επομένως μπορεί να χαρακτηριστεί και μια άποψη του τύπου «πολύ ωραία γλώσσα αυτή, οι λέξεις της έχουν μια μουσικότητα», αλλά και μια γλωσσολογική θεωρία ή κλάδοι της επιστήμης όπως ψυχογλωσσολογία, κοινωνιογλωσσολογία κ.λπ. Σε αυτό το κεφάλαιο λοιπόν θα περιγραφούν οι σημαντικότερες θεωρίες ανά τους αιώνες που έχουν εμφανιστεί για τη γλώσσα και την θεωρούν από μια εξωτερική προς το γλωσσικό σύστημα θέση.

Η γλώσσα σαν κοινωνικό φαινόμενο είναι ένα δημοφιλές θέμα για προβληματισμό από αρχαιοτάτων χρόνων. Η εξέχουσα θέση της γλώσσας ανάμεσα στις εκδηλώσεις του ανθρώπινου πνεύματος και ο καταλυτικός της ρόλος στην διαμόρφωση των κοινωνικών δομών και σχέσεων κεντρίζει την περιέργεια της εκάστοτε διανόηση. Για την γλώσσα κυριολεκτικά υπάρχουν αναρίθμητες απόψεις, οπτικές και κρίσεις. Από την αρχαιότητα διάφοροι φιλόσοφοι προσπάθησαν να διακρίνουν την φύση της και να προσδιορίσουν τον ακριβή της ρόλο. 

Βέβαια πρώτη από όλες ασχολήθηκε η θρησκεία με το φαινόμενο της γλώσσας. Ο μύθος του πύργου της Βαβέλ δεν είναι ο μόνος σχετικός με τη γλώσσα. Σχεδόν κάθε θρησκεία έχει και από ένα μύθο που περιγράφει την διαδικασία απόκτησης/εφεύρεσης της γλώσσας αλλά και της γραφής. Ο μύθος της Βαβέλ, στα πρότυπα του οποίου κινούνται και οι μύθοι πολλών ευρωπαϊκών και μη λαών, έχει δυο βασικές συνισταμένες οι οποίες εν πολλοίς επανεμφανίζονταν σε πολλές διαδεδομένες θεωρίες μέχρι και τον 19ο αιώνα.

Συγκεκριμένα από την ιστορία της Βαβέλ προκύπτουν δυο «αλήθειες». Πρώτον, ότι η υπήρχε η μια, η αληθινή γλώσσα του Θεού της οποίας οι όροι απέδιδαν ακριβώς το νόημα των σημαινομένων. Αυτή η γλώσσα χάθηκε εξαιτίας της ύβρεως των ανθρώπων και πλέον οι άνθρωποι είναι καταδικασμένοι να χρησιμοποιούν πολλά, διαφορετικά μεταξύ τους «κακέκτυπα» της γλώσσας αυτής. Δεύτερον υποδηλώνεται η πεποίθηση ότι το περιβάλλον του ανθρώπου και γενικά ο κόσμος των εμπειριών του γίνεται αντιληπτός με τον ίδιο τρόπο από όλους απλά η κάθε γλώσσα αποδίδει διαφορετικά και με διαφορετική επάρκεια αυτό το περιβάλλον. Αυτή η πεποίθηση αν απλώς υποδηλώνεται στον μύθο της Βαβέλ, τότε γίνεται φανερή στην Γένεση όπου εμφανίζεται ο θεός να καλεί τον Αδάμ να ονοματοθετήσει τα ζώα. Αλλά και στην ελληνική μυθολογία εμφανίζεται το ίδιο μοτίβο της ονοματοθεσίας με τον μύθο του Προμηθέα. Γνωστή είναι βέβαια και η ανάλυση του Πλάτωνα στην Πολιτεία του, όπου η γλώσσα αντιμετωπίζεται ως ένας ταξινομητικός κατάλογος σταθερών και απαράλλαχτων εννοιών (των ιδεών).

Αυτή η αντίληψη πλέον έχει εγκαταλειφθεί σχεδόν από τη στιγμή της γέννησης της γλωσσολογίας. Πλέον η γλώσσα αντιμετωπίζεται από μεγάλη μερίδα αναλυτών ως καθρέφτης της κοινωνίας που την χρησιμοποιεί και την διαμορφώνει. Η σχέση όμως αυτή είναι αμφίδρομη — δηλαδή σύμφωνα με κάποιους (δόγμα Sapir-Whorf) και η ίδια η γλώσσα που χρησιμοποιούμε πολλές φορές καθορίζει τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο. Αν συνυπολογιστεί και το γεγονός ότι κάθε γλώσσα θεωρείται καταρχήν ως η καταλληλότερη για τους ομιλητές της τότε γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η γλώσσα συνδέεται άμεσα με τις κοινωνικές συνθήκες που την γεννούν. 

Υπάρχουν πολλές γλώσσες οι οποίες δεν έχουν λέξη για το κόκκινο, άλλες για το κίτρινο κ.λπ. Μάλιστα έχει παρατηρηθεί ότι η αναγνώριση χρωμάτων ακολουθεί συγκεκριμένους κανόνες. Το γεγονός λοιπόν ότι μια γλώσσα δεν έχει λέξη για το κόκκινο δεν σημαίνει ότι είναι «πρωτόγονη» ή ότι είναι λειψή αλλά ότι δεν χρειάζεται να έχει λέξη για το κόκκινο. Η κοινότητα που χρησιμοποιεί την συγκεκριμένη γλώσσα δεν ένιωσε την ανάγκη να ξεχωρίσει το συγκεκριμένο χρώμα και πολύ απλά το «συγχέει» με ένα άλλο (όπως στην Ελλάδα δεν έχουμε ξεχωριστή λέξη για το λαχανί που έχει ένα λάχανο μόλις αρχίσει να σαπίζει και το «συγχέουμε» με το κανονικό λαχανί). Η συγκεκριμένη ιδιαιτερότητα λοιπόν της γλώσσας αφενός οφείλεται στις κοινωνικές συνθήκες (που δεν ευνοούν την διάκριση του κόκκινου) αλλά επηρεάζει και την αντίληψη των μελλοντικών ομιλητών καθώς πλέον δεν μαθαίνουν να ξεχωρίζουν το κόκκινο. 

Η σύγχρονη δομιστική αντίληψη λοιπόν που κυριαρχεί για τη γλώσσα και για τη σχέση με τον αισθητό κόσμο είναι η εξής: το περιβάλλον γύρω μας είναι ένα τεράστιο συνεχές το οποίο εμείς με την βοήθεια της γλώσσας κατανέμουμε και κατηγοριοποιούμε. Η γλώσσα δεν έρχεται απλά να ονοματοθετήσει ήδη διαμορφωμένες κατηγορίες και ταξινομήσεις αλλά συμβάλλει και αυτή στην ταξινόμηση των εμπειριών μας.




#Article 15: Μαθηματικά (2218 words)


Τα μαθηματικά είναι η επιστήμη που μελετά θέματα που αφορούν την ποσότητα (αριθμούς), τη δομή (γεωμετρικά σχήματα), το χώρο, τη μεταβολή, τις σχέσεις όλων των μετρήσιμων αντικειμένων της πραγματικότητας και της φαντασίας μας, καθώς επίσης, σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές, και μερικά άλλα που δεν είναι γενικώς δεκτά ότι πρέπει να περιλαμβάνονται στον ορισμό των μαθηματικών.

Οι μαθηματικοί περιγράφουν τις σχέσεις με τύπους ή και αλγόριθμους και ερευνούν την αλήθεια τους με αποδεικτική διαδικασία λογικών βημάτων που στηρίζονται σε αξιώματα και θεωρήματα.

Οι μαθηματικοί ερευνούν αυτές τις δομές και προσπαθούν να σχηματίζουν υποθέσεις και να εξακριβώνουν την αλήθεια ή το ψεύδος τους μέσω αυστηρών κανόνων συνεπαγωγής και έχοντας ως βάση ορισμένα αξιώματα και ορισμούς. Η έρευνα που απαιτείται για την επίλυση μαθηματικών προβλημάτων μπορεί να πάρει χρόνια ή ακόμα και αιώνες συνεχούς έρευνας. Μετά την πρωτοποριακή δουλειά του Τζουζέπε Πεάνο, του Ντέιβιντ Χίλμπερτ και άλλων για τα συστήματα αξιωμάτων στα τέλη του 19ου αιώνα, έχει καταστεί εθιμικό δίκαιο η οπτική της μαθηματικής έρευνας της επικρατούσας αλήθειας με αυστηρή επαγωγή από κατάλληλα επιλεγμένα αξιώματα και ορισμούς. Όταν οι μαθηματικές δομές είναι καλά μοντέλα των πραγματικών φαινομένων, τότε η μαθηματική λογική μπορεί να παράσχει πληροφορίες ή προβλέψεις για τη φύση. Οι δομές που ερευνώνται συχνά έλκουν την προέλευσή τους από τις φυσικές επιστήμες, συνηθέστερα από την φυσική, αλλά οι μαθηματικοί επίσης ορίζουν και ερευνούν δομές για λόγους καθαρά εσωτερικούς στα μαθηματικά, επειδή οι δομές αυτές μπορούν να παρέχουν, παραδείγματος χάριν, μια ενοποιητική γενίκευση για διάφορα υποπεδία, ή ένα χρήσιμο εργαλείο για τον λογισμό. Τελικά, πολλοί μαθηματικοί μελετούν τα μαθηματικά για καθαρά αισθητικούς λόγους, αντιμετωπίζοντας τα ως μια μορφή τέχνης περισσότερο παρά ως μια πρακτική ή εφαρμοσμένη επιστήμη.

Μέσω της χρήσης της αφαίρεσης και της λογικής σκέψης, τα μαθηματικά αναπτύχθηκαν από την καταμέτρηση, τον υπολογισμό, τη μέτρηση, και την συστηματική μελέτη των σχημάτων και των κινήσεων των φυσικών αντικειμένων. Πρακτικά τα μαθηματικά ήταν πάντα μια ανθρώπινη δραστηριότητα όπως άλλωστε δείχνουν και οι αρχαιότερες από τις γραπτές μαρτυρίες που υπάρχουν. Ωστόσο, τα αυστηρά επιχειρήματα εμφανίστηκαν για πρώτη φορά στα ελληνικά μαθηματικά, κυρίως στα Στοιχεία του Ευκλείδη. Τα Μαθηματικά αναπτύσσονταν με σχετικά αργούς ρυθμούς μέχρι την Αναγέννηση, όταν μαθηματικές καινοτομίες που άρχισαν να αλληλεπιδρούν με τις νέες επιστημονικές ανακαλύψεις σε άλλα πεδία, οδήγησαν πλέον σε ραγδαία αύξηση του ρυθμού των μαθηματικών ανακαλύψεων που συνεχίστηκε μέχρι σήμερα.

Ο Γαλιλαίος Γαλιλέι είπε: «Το σύμπαν δεν μπορεί να διαβαστεί παρά μόνο αφού μαθευτεί η γλώσσα του και έχει γίνει εξοικείωση με τους χαρακτήρες με τους οποίους η γλώσσα του είναι γραμμένη. Η γλώσσα του είναι η μαθηματική γλώσσα, και τα γράμματα είναι τρίγωνα, κύκλοι και άλλα γεωμετρικά σχήματα, χωρίς τα οποία συνεπώς είναι ανθρωπίνως αδύνατο να κατανοηθεί έστω και μια λέξη. Χωρίς αυτά, κάποιος (που ασχολείται με την έρευνα για το σύμπαν) είναι σαν να περιπλανιέται σε ένα σκοτεινό λαβύρινθο». Ο Καρλ Φρίντριχ Γκάους αναφέρεται στα Μαθηματικά ως «η βασίλισσα των επιστημών». O Μπέντζαμιν Πιρς ονόμασε τα μαθηματικά ως «...την επιστήμη που σχεδιάζει απαραίτητα συμπεράσματα». Ο Ντέιβιντ Χίλμπερτ είπε για τα μαθηματικά: «Δεν μιλάμε εδώ σε καμμιά λογική για αυθαιρεσίες. Τα Μαθηματικά δεν είναι σαν ένα παιχνίδι στο οποίο τα καθήκοντα μπορούν να καθορίζονται από τους κανόνες που ορίζονται αυθαίρετα. Μάλλον, είναι ένα εννοιολογικό σύστημα το οποίο έχει εσωτερική ανάγκη που δεν μπορεί παρά να είναι έτσι και σε καμία περίπτωση το αντίθετο». Ο Άλμπερτ Αϊνστάιν δήλωσε ότι «...όσο οι νόμοι των μαθηματικών αναφέρονται στην πραγματικότητα, δεν είναι σίγουροι. Και στο μέτρο που είναι βέβαιοι, δεν αναφέρονται στην πραγματικότητα». Πιο πρόσφατα ο Μάρκους ντου Σατόυ ονόμασε τα Μαθηματικά: «...η Βασίλισσα των Επιστημών...η κύρια οδηγήτρια δύναμη πίσω από την επιστημονική ανακάλυψη».

Τα Μαθηματικά χρησιμοποιούνται σε όλο τον κόσμο ως ένα απαραίτητο εργαλείο σε πολλούς τομείς, συμπεριλαμβανομένης της φυσικής επιστήμης, της μηχανικής, της ιατρικής, καθώς και τις κοινωνικές επιστήμες. Τα Εφαρμοσμένα Μαθηματικά, είναι ο κλάδος των μαθηματικών που ασχολείται με την εφαρμογή της μαθηματικής γνώσης σε άλλους τομείς, εμπνέεται από τη μαθηματική σκέψη και κάνει χρήση των νέων μαθηματικών ανακαλύψεων, που έχουν οδηγήσει στην ανάπτυξη εντελώς νέων τομέων των μαθηματικών, όπως η στατιστική και η θεωρία παιγνίων. Οι μαθηματικοί ασχολούνται και με τα λεγόμενα Καθαρά ή Θεωρητικά Μαθηματικά, ή μαθηματικά χωρίς εξωτερική αιτία, δηλαδή ασχολούνται με τα μαθηματικά καθ' εαυτά, χωρίς να έχουν καμία πραγματική εφαρμογή υπόψη. Δεν υπάρχει βέβαια καμιά σαφής διαχωριστική γραμμή μεταξύ καθαρών και εφαρμοσμένων μαθηματικών, καθώς και πρακτικές εφαρμογές ξεκίνησαν από έρευνα που ξεκίνησε ως καθαρά μαθηματικά, αλλά και καθαρά μαθηματικά προέκυψαν τελικά από τις πρακτικές εφαρμογές. Επομένως τα δυο αυτά είδη μαθηματικών ουσιαστικά αλληλοεπικαλύπτονται.

Η λέξη μαθηματικά (mathematics) προέρχεται διεθνώς από την ελληνική γλώσσα, και συγκεκριμένα από τον (αρχαίο) πληθυντικό του ουδετέρου του επιθέτου μαθηματικός  μάθημα  μανθάνω, μαθαίνω, αποκτώ (με μελέτη) γνώσεις, γνώση, παιδεία, εμπειρία. Στην Ελλάδα, η λέξη «μαθηματικά» έφτασε να έχει στενότερη και πιο τεχνική σημασία εννοώντας τη «μελέτη των μαθηματικών» (με τη σημερινή έννοια του όρου), ακόμη και από την Κλασική Εποχή. Σήμαινε η μάθηση της τέχνης των μαθηματικών.

Στα λατινικά και στα αγγλικά γύρω στα 1700, ο όρος «mathematics» πιο συχνά σήμαινε αστρολογία ή μερικές φορές αστρονομία, παρά μαθηματικά με τη σύγχρονη έννοια του όρου. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα πολλές λανθασμένες μεταφράσεις και παρανοήσεις, με πιο ιδιαίτερο παράδειγμα τη διαβόητη προειδοποίηση του Αγίου Αυγουστίνου ότι οι χριστιανοί θα πρέπει «να προσέξουν τη μαθηματική έννοια», και ενώ αναφέρει τα μαθηματικά με την αστρολογική έννοια της εποχής και στην ουσία καταδικάζει την αστρολογία, μπορεί μερικές φορές η φράση να παρερμηνευθεί και να θεωρήσει κανείς πως ο άγιος καταδικάζει τα μαθηματικά, με τη σημερινή έννοια του όρου.

Ο εμφανιζόμενος πληθυντικός στα αγγλικά, όπως και στα γαλλικά «les mathématiques» και το λιγότερο χρησιμοποιουμενο παράγωγο στον ενικό «la mathématique», πηγαίνει πίσω στο ουδέτερο πληθυντικό στη Λατινική «mathematica» (Κικέρων), με βάση τον ελληνικό πληθυντικό «τα μαθηματικά», που χρησιμοποιείται από τον Αριστοτέλη και σημαίνει περίπου «όλα τα πράγματα μαθηματικά», αν και είναι πιθανό ότι η αγγλική να δανείστηκε αρχικά μόνο το επίθετο «mathematical» και να σχηματίστηκε εκ νέου το ουσιαστικό «mathematics», κατά τα πρότυπα των λέξεων φυσική (physics) και μεταφυσική (metaphysics), που κληρονόμησε απευθείας από την ελληνική γλώσσα. Στα αγγλικά, τα μαθηματικά ουσιαστικό παίρνει ρηματικούς τύπους στον ενικό αριθμό. Συχνά συντομεύεται σε «maths», ή ακόμη, κυρίως στην αγγλόφωνη Βόρεια Αμερική, σε «math».

 

Η περιοχή μελέτης που είναι γνωστή ως «ιστορία των μαθηματικών» είναι πρωτίστως μια έρευνα στις αρχές των ανακαλύψεων στα μαθηματικά και σε μικρότερο βαθμό μια έρευνα στις μαθηματικές μεθόδους και στους μαθηματικούς συμβολισμούς του παρελθόντος.

Η μελέτη της δομής, που θεματοποιείται σήμερα στα πλαίσια της άλγεβρας, προέκυψε κυρίως από τις ανάγκες εμπορικών υπολογισμών και ξεκίνησε με την πρακτική αριθμητική, δηλαδή με τους φυσικούς αριθμούς και τις τέσσερις βασικές αριθμητικές πράξεις, καθώς και με την επίλυση απλών γραμμικών εξισώσεων. Γενικότερες ιδιότητες των αριθμών θα εξεταστούν αργότερα από τη θεωρία αριθμών, ενώ οι γραμμικές εξισώσεις θα μελετηθούν στα πλαίσια της γραμμικής άλγεβρας.

Πριν από την σύγχρονη εποχή και την παγκόσμια διάδοση της γνώσης, γραπτά παραδείγματα νέων μαθηματικών εξελίξεων έχουν έρθει στο φως μόνο σε μερικά τοπικά σύνολα. Η μελέτη του χώρου και του σχήματος, που ξεκίνησε από αστρονομικές παρατηρήσεις (Βαβυλώνιοι) ή και από μετρήσεις εμβαδών (Αιγύπτιοι), θεμελιώθηκε ήδη νωρίς στη γεωμετρία του Ευκλείδη. Το έργο του Ευκλείδη υπήρξε ίσως ο πρώτος μεγάλος σταθμός στην ιστορία των μαθηματικών, καθώς εισήγαγε την αξιωματική μέθοδο, η οποία δεν εγκατέλειψε από τότε ποτέ τα μαθηματικά. Ακόμη, οι κατασκευές με κανόνα και διαβήτη -βασική αποδεικτική μέθοδος και στον Ευκλείδη- απασχόλησαν τους μαθηματικούς για πολύ καιρό: ο τετραγωνισμός του κύκλου, ο διπλασιασμός του κύβου και η τριχοτόμηση της γωνίας, αποδείχτηκε μόλις το 19ο αιώνα ότι δεν μπορούν να επιτευχθούν με αυτήν τη μέθοδο. Τέλος την ίδια περίπου περίοδο, το περίφημο αξίωμα της παραλληλίας, ή αλλιώς «πέμπτο αίτημα του Ευκλείδη», στάθηκε η αφορμή να δημιουργηθούν οι λεγόμενες μη ευκλείδειες γεωμετρίες από τον Ντάβιντ Χίλμπερτ και τον Νικολάι Λομπατσέφσκι. Τα πιο αρχαία μαθηματικά κείμενα που είναι διαθέσιμα είναι τα Βαβυλωνιακά Μαθηματικά (πινακίδα Plimpton 322, ~1900 π.Χ.), και τα Αιγυπτιακά Μαθηματικά (ο Πάπυρος Μαθηματικών Rhind, ~2000-1800 π.Χ. και ο Πάπυρος Μαθηματικών Μόσχας ~ 1890 π.Χ.). Όλα αυτά τα κείμενα περιλαμβάνουν το αποκαλούμενο Πυθαγόρειο Θεώρημα, που φαίνεται να είναι η πιο αρχαία και διαδεδομένη μαθηματική εξέλιξη μετά τη βασική Αριθμητική και Γεωμετρία.

Ωστόσο, η μελέτη των Μαθηματικών ως ένα αυτοτελές πεδίο άρχισε πράγματι τον 6ο αιώνα π.Χ. με τη Σχολή των Πυθαγορείων, που πιστώνονται και τον όρο «Μαθηματικά», από την αρχαία ελληνική λέξη «μάθημα», που σημαίνει «πεδίο μάθησης». Οι αρχαίοι Έλληνες Μαθηματικοί σε μεγάλο βαθμό εξευγένισαν τις μεθόδους (κυρίως μέσω της εισαγωγής της επαγωγικής λογικής και της μαθηματικής ακρίβειας στις αποδείξεις) και επέκτειναν το πεδίο της ύλης των Μαθηματικών. Οι αρχαίοι Κινέζοι μαθηματικοί έκαναν επίσης από νωρίς κάποιες συνεισφορές στο πεδίο των μαθηματικών, συμπεριλαμβάνοντας ένα σύστημα τοπογραφικής αξιολόγησης. Το ινδοαραβικό σύστημα αρίθμησης και οι κανόνες χρήσης των πράξεών του, που βρίσκεται σε χρήση παγκοσμίως σύστημα, πιθανώς να αναπτύχθηκε κατά την 1η χιλιετία π.Χ. στην Ινδία και μεταδόθηκε στη Δύση μέσω των Ισλαμικών μαθηματικών. Οι ίδιοι οι ισλαμικοί μαθηματικοί, με τη σειρά τους, ανέπτυξαν, επέκτειναν και διέδωσαν τα μαθηματικά μεταξύ των αυτών των πολιτισμών. Πολλά ελληνικά και αραβικά κείμενα μεταφράστηκαν στα Λατινικά, γεγονός που οδήγησε σε παραπέρα ανάπτυξη των Μαθηματικών στη Μεσαιωνική Ευρώπη.

Από την Αρχαία Εποχή και μέσω του Μεσαίωνα, εκρήξεις μαθηματικής δημιουργικότητας συχνά ακολουθήθηκαν από αιώνες στασιμότητας. Με την έναρξη της Αναγέννησης στην Ιταλία κατά το 16ο αιώνα, εμφανίστηκε μια νέα μαθηματική ανάπτυξη, αλληλεπιδρώντας με τις νέες επιστημονικές ανακαλύψεις στα υπόλοιπα επιστημονικά πεδία, η οποία ουσιαστικά συνεχίζεται, και μάλιστα επιταχυνόμενη, ως τις μέρες μας.

Η πρωτοκαθεδρία της ευκλείδειας γεωμετρίας αρχίζει να φθίνει μετά την ανακάλυψη του ολοκληρωτικού λογισμού από τον Ισαάκ Νιούτον και τον Γκότφριντ Βίλχελμ Λάιμπνιτς το 17ο αιώνα. Το ενδιαφέρον των μαθηματικών στρέφεται στην έννοια της μεταβολής, της απόστασης και της προσέγγισης (όριο) και οδηγείται κυρίως από προβλήματα της φυσικής. Σύντομα θα αρχίσουν να αναπτύσσονται οι διάφοροι βασικοί κλάδοι της μαθηματικής ανάλυσης.

Προκειμένου να αποσαφηνιστούν τα θεμέλια των μαθηματικών και να διερευνηθούν οι σχέσεις φαινομενικά ασύνδετων κλάδων, άρχισε στα τέλη του 19ου αιώνα να αναπτύσσεται η Θεωρία συνόλων και η Μαθηματική λογική. Επίσης σε σύνδεση με προβλήματα κυρίως της φυσικής αναπτύσσεται ιδιαίτερα κατά τον 19ο και 20ο αιώνα ο κλάδος της Στατιστικής.

Σήμερα, οι βασικοί κλάδοι των μαθηματικών συνεχίζουν να αναπτύσσονται και να διακλαδίζονται περισσότερο, αλλά και πληθαίνουν οι εφαρμογές τους: στην Επιστήμη Υπολογιστών, τη Βιολογία, την Οικονομία, την Οικολογία κ.λπ, τα μαθηματικά παίζουν ολοένα και σημαντικότερο ρόλο.

Διάσημες μαθηματικές προτάσεις είναι το Πυθαγόρειο Θεώρημα, το Τελευταίο θεώρημα του Φερμά, η Υπόθεση του συνεχούς του Γκέοργκ Κάντορ, το Θεμελιώδες Θεώρημα της Άλγεβρας, το θεώρημα μη πληρότητας του Κουρτ Γκέντελ κ.ά., ενώ πολύ γνωστές εικασίες που μένουν να αποδειχτούν είναι μεταξύ άλλων η Υπόθεση του Ρήμαν, η Eικασία του Γκόλντμπαχ και η P ≠ NP. Τα 23 προβλήματα του Νταβίντ Χίλμπερτ, διατυπωμένα στις αρχές του 20ου αιώνα, αν και σήμερα ως επί το πλείστον απαντημένα, έδωσαν νέες κατευθύνσεις στην μαθηματική έρευνα.

Μερικά από τα υψηλότερα βραβεία στα μαθηματικά είναι το μετάλλιο Fields, το βραβείο Abel και το βραβείο Wolf. Δεν υπάρχει Βραβείο Νόμπελ για τα μαθηματικά.

Μπορούμε να κατηγοριοποιήσουμε χοντρικά τους επιμέρους κλάδους των μαθηματικών όπως παρακάτω, χωρίς να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν αλληλεπικαλύψεις μεταξύ διαφορετικών κατηγοριών.

Η άλγεβρα είναι ο μαθηματικός κλάδος που ασχολείται γενικά με την έννοια της (αλγεβρικής) δομής.

Ειδικότερα η Άλγεβρα είναι ένας κλάδος των  μαθηματικών που μελετά τη δομή, σχέση, και την ποσότητα.  Στοιχειώδης άλγεβρα είναι ο κλάδος που ασχολείται με την επίλυση των αριθμητικών εξισώσεων.  Η Σύγχρονη ή αφηρημένη άλγεβρα έχει τις ρίζες της στη στοιχειώδη άλγεβρα  και είναι επέκτασή της . Μερικοί ιστορικοί πιστεύουν ότι η αρχική μαθηματική έρευνα έγινε από τις τάξεις των ιερέων των αρχαίων πολιτισμών, όπως της  Βαβυλώνας. Η προέλευση της άλγεβρας μπορεί έτσι να αναχθεί στους αρχαίους Βαβυλώνιους μαθηματικούς περίπου τέσσερις χιλιάδες χρόνια πριν.

Η λέξη «άλγεβρα» προέρχεται από την  αραβική λέξη Al-Jabr, όπως αναφέρεται σε κείμενο γραμμένο το 820 μ.Χ. από τον Πέρση μαθηματικό του μεσαίωνα, Αλ Χουαρίζμι, με τίτλο, στην αραβική γλώσσα, كتاب الجبر والمقابلة δηλαδή , η οποία μπορεί να μεταφραστεί ως Συνοπτικό βιβλίο υπολογισμών με χρήση ολοκλήρωσης και εξισορρόπησης.  Σε αυτό το κείμενο περιγράφεται μια συστηματική μέθοδος επίλυσης γραμμικών καθώς και δευτέρου βαθμού εξισώσεων. Η λέξη Al-Jabr χρησιμοποιήθηκε από τον Πέρση μαθηματικό για να περιγράψει τις πράξεις που εισήγαγε σε μια προσπάθεια επίλυσης γραμμικών εξισώσεων.

Η μαθηματική ανάλυση είναι ο μαθηματικός κλάδος που ασχολείται γενικά με την έννοια της απόστασης.

Η γεωμετρία είναι ο μαθηματικός κλάδος που ασχολείται γενικά με την έννοια του σχήματος.

Καθιερωμένοι κλάδοι εφαρμοσμένων μαθηματικών είναι οι παρακάτω:

Στα διακριτά μαθηματικά μελετούνται συγκεκριμένα πεπερασμένες ή αριθμήσιμες δομές.

Κλάδοι που προσπαθούν να θεμελιώσουν και να ενοποιήσουν τα μαθηματικά είναι οι παρακάτω:

Στα μαθηματικά γίνεται κριτική πως η χρήση τους στη μάθηση με λάθος τρόπο καταλήγει στο να μην υπάρχει πραγματική σύνδεση με τις έννοιες που επιχειρούν να περιγράψουν, ορίζοντας το «απόλυτα σωστό» και αποτρέποντας την διερεύνηση και ανακάλυψη των σχέσεων που διέπουν τα φυσικά πράγματα. Στη μέθοδο διδασκαλίας που μετατρέπει τα μαθηματικά σε μια σειρά από τεχνικές και τύπους καταλογίζεται πως δεν επιτρέπει την πραγματική γνώση τους και με τη μορφή τους αυτή δεν δίνουν κανένα κίνητρο για μάθηση.

Η «στείρα» χρήση των μαθηματικών κατηγορείται πως αποκόπτει από το περιβάλλον, τη χρήση δηλαδή των αισθήσεων που δίνουν την επαφή με αντικείμενα και έννοιες που ευαισθητοποιούν και συνδέουν τη μάθηση με τη φύση και τη ζωή, με αποτέλεσμα τη στέρηση της δημιουργικότητας.

Τα μαθηματικά, με τον τρόπο που χρησιμοποιούνται για να περιγράφουν εξειδικευμένα τα πράγματα, «μένουν ταυτισμένα με πολύπλοκες και δυσνόητες “εξισώσεις”, κατάλληλες για να χρησιμοποιηθούν μόνο από λίγους “ειδικούς” για σκοπούς που οι περισσότεροι δεν καταλαβαίνουν».




#Article 16: Ευρωπαϊκή Ένωση (7962 words)


Η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) αποτελεί μια οικονομική και πολιτική ένωση είκοσι επτά ευρωπαϊκών κρατών.

Ιδρύθηκε την 1η Νοεμβρίου 1993 με τη θέση σε ισχύ της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (υπογραφή 7.2.1992), γνωστότερης ως Συνθήκη του Μάαστριχτ, βασιζόμενη στις τότε Ευρωπαϊκές Κοινότητες (Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα, Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας) τις οποίες και αντικατέστησε. Το 1993, η Ένωση αριθμούσε 12 μέλη. Από τότε νέες τροποποιητικές συνθήκες έχουν επεκτείνει τις αρμοδιότητές της και σταδιακές διευρύνσεις έχουν αυξήσει τον αριθμό των κρατών-μελών της. Θεωρείται ως η ισχυρότερη ένωση κρατών μέχρι σήμερα στην παγκόσμια ιστορία, με επιδιώξεις οικονομικού, πολιτικού, κοινωνικού και πολιτιστικού περιεχομένου. Η ΕΕ αποτελεί το τρέχον στάδιο μιας ανοιχτής διαδικασίας ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
 
Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μια από τις μεγαλύτερες οικονομικές και πολιτικές οντότητες στον κόσμο, με περισσότερους από 446,8 εκατομμύρια κατοίκους ή το 5,8% του παγκόσμιου πληθυσμού και συνδυασμένο ονομαστικό ΑΕΠ περίπου 16,06 τρισεκατομμύρια ευρώ το 2014. Έχει δημιουργήσει μια εσωτερική αγορά με ελεύθερη κυκλοφορία εμπορευμάτων, προσώπων, υπηρεσιών και κεφαλαίων, διαθέτει κοινή αγροτική και αλιευτική πολιτική, κοινή εμπορική πολιτική προς τις τρίτες χώρες, όπως επίσης και περιφερειακή πολιτική για την υποστήριξη των φτωχότερων περιφερειών της. Επιδιώκει να αποτελέσει ένα Χώρο Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης, μέσα στον οποίο τα κράτη μέλη της συνεργάζονται στενά σχετικά με τις γενικές πολιτικές, τους ελέγχους στα σύνορα (εσωτερικά και εξωτερικά), το άσυλο, τη μετανάστευση, τη δικαστική συνεργασία σε αστικές και ποινικές υποθέσεις και την αστυνομική συνεργασία. Επίσης προωθεί μια κοινή εξωτερική πολιτική και πολιτική ασφαλείας, προς το παρόν σε διακυβερνητικό επίπεδο. Στο πλαίσιο της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης εισήγαγε ενιαίο νόμισμα, το ευρώ, που έχει υιοθετηθεί από δεκαεννέα κράτη μέλη μέχρι σήμερα.

Τα θεσμικά όργανα της ΕΕ περιλαμβάνουν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο.

Με την ίδρυσή της η Ευρωπαϊκή Ένωση, εισήγαγε για πρώτη φορά την έννοια της Ευρωπαϊκής Ιθαγένειας: oι πολίτες των κρατών μελών είναι παράλληλα και πολίτες της Ένωσης, δηλαδή μπορούν, μεταξύ άλλων, να κυκλοφορούν και να διαμένουν ελεύθερα στο έδαφός των κρατών μελών και να εκλέγουν ή/και να εκλέγονται μια φορά κάθε πέντε έτη στις εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (όπως και στις εθνικές εκλογές της χώρας τους). Παράλληλα οι έλεγχοι διαβατηρίων στα εσωτερικά της σύνορα καταργήθηκαν με τη Συμφωνία του Σένγκεν (Schengen).

H EE τιμήθηκε με Νόμπελ Ειρήνης το 2012.

Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου το πολιτικό κλίμα ήταν πιο ώριμο από ποτέ για μια ενδεχόμενη ενοποίηση της Ευρώπης. Η ενότητα θεωρήθηκε από πολλούς ως η μοναδική λύση για την αποφυγή μελλοντικών πολεμικών συγκρούσεων μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών και την απομόνωση των ακραίων μορφών εθνικισμού, οι οποίες ήταν υπεύθυνες για την πρόσφατη καταστροφή της ευρωπαϊκής ηπείρου. Το έναυσμα έδωσε ο Ουίνστον Τσώρτσιλ με το λόγο που εκφώνησε στο Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης το 1946, στον οποίο προτείνει την ανάπτυξη μιας ευρωπαϊκής οικογένειας σε κλίμα ειρήνης, ασφάλειας και ελευθερίας. Στις 9 Μαΐου 1950 ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών Ρομπέρ Σουμάν (Robert Schuman) υπέβαλε μια πρόταση για κοινή διαχείριση από τη Γαλλία και τη Δυτική Γερμανία των βιομηχανιών του άνθρακα και του χάλυβα. Η πρόταση, γνωστή ως Διακήρυξη Σουμάν, περιέγραφε το σχέδιο ως «το πρώτο συγκεκριμένο βήμα προς μια Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία». Η πρόταση οδήγησε στο σχηματισμό της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα (ΕΚΑΧ) από τη Δυτική Γερμανία, το Βέλγιο, τη Γαλλία, την Ιταλία, το Λουξεμβούργο και τις Κάτω Χώρες. Στους δημιουργούς και υποστηρικτές συγκαταλέγονται οι Ζαν Μονέ (Jean Monnet), Ρομπέρ Σουμάν, Πωλ-Ανρί Σπάακ (Paul Henri Spaak) και Αλτσίντε ντε Γκάσπερι (Alcide De Gasperi). Η Κοινότητα ιδρύθηκε με τη Συνθήκη των Παρισίων (υπογραφή 18.4.1951) στις 23 Ιουλίου 1952 και θεωρείται η απαρχή της δημιουργίας της σημερινής Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Την 1η Ιανουαρίου 1958 με τις Συνθήκες της Ρώμης (υπογραφή 25.3.1957) δημιουργήθηκαν δύο νέες Κοινότητες: η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ), που καθιέρωσε για πρώτη φορά πλήρη τελωνειακή ένωση, και η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας (ΕΥΡΑΤΟΜ) για συνεργασία σε θέματα χρήσης πυρηνικής ενέργειας. Με μία ιδιαίτερη Σύμβαση, που υπογράφηκε και τέθηκε σε ισχύ μαζί με τις άλλες δύο Συνθήκες, οι τρεις Κοινότητες αποκτούσαν για πρώτη φορά τρία κοινά όργανα: τη Συνέλευση (μετέπειτα Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο), το Δικαστήριο και την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή. Σε κάθε περίπτωση και οι τρεις διατηρούσαν την αυτονομία τους από νομικής απόψεως ως διακριτοί διεθνείς οργανισμοί.
Οι νέες Κοινότητες σχημάτισαν δύο διαφορετικές Επιτροπές, σε αντίθεση με την παλαιότερη «Ανωτάτη Αρχή» της ΕΚΑΧ. Η Επιτροπή της ΕΟΚ είχε επικεφαλής τον Βάλτερ Χάλσταϊν (Walter Hallstein) και η Επιτροπή της ΕΚΑΕ τον Λουί Αρμάντ (Louis Armand) τον οποίο διαδέχθηκε ο Ετιέν Χιρς (Etienne Hirsch).

Την 1η Ιουλίου 1967 με τη Συνθήκη Συγχώνευσης (υπογραφή, 8.4.1965) οι τρεις Κοινότητες απέκτησαν μία ενιαία, ολοκληρωμένη θεσμική δομή, συγχωνεύοντας τα Συμβούλια Υπουργών, τις Επιτροπές και την Ανωτάτη Αρχή, σε ένα ενιαίο Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και μία ενιαία Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αντίστοιχα. Παρόλα αυτά παρέμειναν νομικά ανεξάρτητες, αν και στο εξής έγιναν γνωστές στο σύνολό τους ως Ευρωπαϊκές Κοινότητες.

Την 1η Ιανουαρίου 1973 οι Κοινότητες διευρύνθηκαν έτσι ώστε να συμπεριλάβουν τη Δανία (συμπεριλαμβανομένης της Γροιλανδίας, η οποία αποχώρησε το 1985), την Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Η Νορβηγία είχε επίσης υπογράψει συμφωνία προσχώρησης στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, η οποία ωστόσο δεν επικυρώθηκε ποτέ λόγω του αρνητικού αποτελέσματος του σχετικού δημοψηφίσματος που είχε διεξαχθεί στη χώρα. Το 1979 πραγματοποιήθηκαν οι πρώτες άμεσες, δημοκρατικές εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Τη δεκαετία του '80 προσχώρησαν η Ελλάδα (1.1.1981), η Ισπανία και η Πορτογαλία (1.1.1986). Το 1985 συνήφθη μεταξύ πέντε ευρωπαϊκών κρατών (Βέλγιο, Γερμανία, Γαλλία, Λουξεμβούργο, Κάτω Χώρες) η Συμφωνία του Σένγκεν, που επέτρεψε τη σταδιακή κατάργηση των συστηματικών συνοριακών ελέγχων μεταξύ των συμμετεχουσών χωρών. Το 1986 υιοθετήθηκε η ευρωπαϊκή σημαία, ενώ υπεγράφη και η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη , η οποία προωθούσε την δημιουργία μιας ενιαίας αγοράς. Μετά τη πτώση του Τείχους (1989), η Ανατολική Γερμανία εισήλθε στην Κοινότητα το 1990, ως τμήμα της διευρυμένης Γερμανίας.

Καθώς η διεύρυνση προς την Ανατολική Ευρώπη ήταν προ των πυλών, αποφασίστηκαν από κοινού τα Κριτήρια της Κοπεγχάγης (Ιούνιος 1993), μια σειρά από κανονισμούς τους οποίους έπρεπε να πληροί από εδώ και στο εξής οποιοδήποτε κράτος επιθυμούσε τη προσχώρηση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ιδρύθηκε επίσημα την 1η Νοεμβρίου 1993 με την εφαρμογή της Συνθήκης του Μάαστριχτ. Εμπνευστές και αρχιτέκτονες της, θεωρούνται οι Χέλμουτ Κολ και Φρανσουά Μιτεράν. Την 1η Ιανουαρίου 1995 η Αυστρία, η Φινλανδία και η Σουηδία προσχώρησαν στην πρόσφατα ιδρυθείσα Ένωση. Η πρώτη ευρεία τροποποίηση υπογράφηκε στο Άμστερνταμ το 1997, με την ομώνυμη συνθήκη, και τέθηκε σε ισχύ την 1η Μαΐου 1999. Την ίδια χρονιά το ενιαίο νόμισμα της Ένωσης, το ευρώ, αντικατέστησε για πρώτη φορά τα εθνικά νομίσματα, σε λογιστική μορφή, σε έντεκα κράτη μέλη, τη λεγόμενη Ευρωζώνη. Το 2001 προσχώρησε σε αυτήν και η Ελλάδα, ενώ το 2002 το ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα κυκλοφόρησε και σε φυσική μορφή σε ολόκληρη την Ευρωζώνη.

Με την εφαρμογή της τροποποιητικής Συνθήκης της Νίκαιας την 1η Φεβρουαρίου 2003, δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για την εύρυθμη λειτουργία των θεσμικών οργάνων της Ένωσης λόγω της επικείμενης διεύρυνσης της σε 25 κράτη-μέλη, τη μεγαλύτερη διεύρυνση στην ιστορία της. Έτσι, την 1η Μαΐου 2004 δέκα νέες χώρες προσχώρησαν στην ΕΕ, οκτώ εκ των οποίων της Ανατολικής Ευρώπης: Εσθονία, Κύπρος, Λετονία, Λιθουανία, Μάλτα, Ουγγαρία, Πολωνία, Σλοβακία, Σλοβενία και Τσεχία.

Στις 29 Οκτωβρίου 2004 υπογράφηκε στη Ρώμη η Συνθήκη για τη θέσπιση Συντάγματος της Ευρώπης, που φιλοδοξούσε να αντικαταστήσει όλο το θεσμικό οικοδόμημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης - Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με μία απλούστερη και συνεκτικότερη δομή, δίνοντας στη νέα Ευρωπαϊκή Ένωση διευρυμένες αρμοδιότητες. Η συνθήκη δεν τέθηκε ποτέ σε ισχύ καθώς περιείχε πολλά αμφιλεγόμενα εδάφια, καθώς η επικύρωσή της απορρίφθηκε το 2005 από το γαλλικό και ολλανδικό λαό σε αντίστοιχα δημοψηφίσματα. Μετά την εγκατάλειψη του «Συντάγματος της Ευρώπης», συμφωνήθηκε αφενός να διασωθούν και αφετέρου να τροποποιηθούν ορισμένα τμήματά του, έτσι ώστε μια νέα συνθήκη να τροποποιήσει τις ήδη υπάρχουσες, όπως παραδοσιακά μέχρι τότε συνηθιζόταν, χωρίς να τις αντικαταστήσει. Έτσι, υπογράφηκε η Συνθήκη της Λισαβόνας (13.12.2007), η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Δεκεμβρίου 2009. Η συνθήκη αυτή τροποποίησε ολόκληρη τη δομή της Ένωσης, συγχωνεύοντας πλήρως τους Τρεις Πυλώνες της σε μια ενιαία νομική οντότητα. Επίσης, θέσπισε επίσημα πια τον θεσμό του μόνιμου Προέδρου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου με θητεία 2,5 ετών, ενώ έδωσε αυξημένες αρμοδιότητες στον Ύπατο Εκπρόσωπο της Ένωσης.

Την 1η Ιανουαρίου 2007, η Βουλγαρία και η Ρουμανία διεύρυναν τα κράτη μέλη της ΕΕ σε 27. Την ίδια χρονιά το ευρώ υιοθετήθηκε από τη Σλοβενία, το 2008 από την Κύπρο και τη Μάλτα, ενώ το 2009 από τη Σλοβακία. Την 1η Ιανουαρίου 2015, η Λιθουανία έγινε το 19ο μέλος της Ευρωζώνης, μετά τις Λετονία (1/1/2014) και Εσθονία (1/1/2011). Το 2012 η ΕΕ βραβεύτηκε με το Νόμπελ Ειρήνης για την συνεισφορά της στην προώθηση της ειρήνης, της συμφιλίωσης, της δημοκρατίας και της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ευρώπη. Η τελευταία χώρα, μέχρι στιγμής, που εντάχθηκε στην ευρωπαϊκή οικογένεια είναι η Κροατία (1/7/2013), αποτελώντας το 28ο μέλος της. 

Στις 23 Ιουνίου 2016, το Ηνωμένο Βασίλειο ψήφισε την αποχώρησή του από την Ευρωπαϊκή Ένωση μετά από δημοψηφίσμα (51,9% υπέρ, 48,1% κατά). Τελικά, αποχώρησε στις 1 Φεβρουαρίου 2020. 

Όπως ολόκληρη η ευρωπαϊκή ήπειρος έτσι και η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει δεχθεί επιρροές από τον ελληνικό πολιτισμό και τη μυθολογία του. Η μυθολογική φιγούρα της Ευρώπης έχει συνυφανθεί με τη προσωποποίηση της ίδιας της ηπείρου (η οποία άλλωστε έχει πάρει το όνομά της από αυτήν) και εσχάτως της Ένωσης. Αγάλματα και πίνακες ζωγραφικής της αρπαγής της Ευρώπης από τον Δία, κοσμούν πολλούς χώρους και κτήρια της Ένωσης ενώ συναντάται επίσης και στο ελληνικό νόμισμα των 2 ευρώ. Η δεύτερη έκδοση των τραπεζογραμματίων του ευρώ έχει πάρει το όνομα Σειρά «Ευρώπη», στα οποία έχει τοποθετηθεί το πορτραίτο της Ευρώπης.

Η σημαία της ένωσης αποτελείται από έναν κύκλο 12 χρυσών αστέρων σε μπλε φόντο. Το «μπλε» συμβολίζει τη δύση ενώ τα 12 χρυσά αστέρια με τη τοποθέτησή τους σε κύκλο συμβολίζουν την αλληλεγγύη, την αρμονία και την τελειότητα. Η σημαία είχε σχεδιασθεί αρχικά το 1955 για το Συμβούλιο της Ευρώπης, υιοθετήθηκε ως επίσημη σημαία της ΕΟΚ το 1985 και κληρονομήθηκε από την ΕΕ. Την ίδια χρονιά υιοθετήθηκε και ο επίσημος ύμνος της Ένωσης ο οποίος είναι το πρελούδιο της Ωδής στη Χαρά, τμήμα της 9ης Συμφωνίας του Μπετόβεν, σε ορχηστρική έκδοση.
Η 9η Μαΐου έχει κηρυχτεί ως Ημέρα της Ευρώπης και είναι η επέτειος της Διακήρυξης Σουμάν (9/5/1950), της απαρχής της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιδέας.

Στις 23 Ιουλίου 1952 έξι ευρωπαϊκά κράτη ίδρυσαν την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα και την 1η Ιανουαρίου 1958 τα ίδια συμμετείχαν στη δημιουργία της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, οι οποίες αποτέλεσαν τα πρώτα στάδια εξέλιξης της σημερινής ΕE. Από τότε είκοσι δύο χώρες προσχώρησαν σε διαδοχικά κύματα διεύρυνσης.

Το Μονακό, ο Άγιος Μαρίνος και το Βατικανό, αν και δεν είναι μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έχουν συνάψει ειδικές συμφωνίες με αυτήν σχετικά με τη χρήση του ευρώ ως εθνικού τους νομίσματος. Η Ανδόρα δεν έχει υπογράψει ακόμα τέτοια ειδική συμφωνία για το ευρώ, παρόλο που αυτό γίνεται δεκτό στις συναλλαγές. Επιπλέον, το έδαφος του Μονακό συμπεριλαμβάνεται στο τελωνειακό έδαφος της Ένωσης.

Προκειμένου να προσχωρήσει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ένα κράτος πρέπει να τηρήσει οικονομικούς και πολιτικούς όρους, γνωστούς ως Κριτήρια της Κοπεγχάγης (μετά από τη σύνοδο κορυφής της Κοπεγχάγης τον Ιούνιο του 1993). Αυτό βασικά απαιτεί μια κοσμική, δημοκρατική κυβέρνηση, κράτος δικαίου και αντίστοιχες κοινωνικές και θεσμικές ελευθερίες. Σύμφωνα με τη Συνθήκη για την ΕΕ, κάθε κράτος-μέλος αλλά και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πρέπει να συμφωνήσουν ομόφωνα με οποιαδήποτε διεύρυνση.

Αυτήν την περίοδο υπάρχουν τέσσερις υποψήφιες χώρες προς ένταξη: το Μαυροβούνιο, η Σερβία, η Αλβανία και η Βόρεια Μακεδονία, με τις δύο τελευταίες να συνομιλούν για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αν και η Βόρεια Μακεδονία, δεν συμμορφώνεται πλήρως με τους Ευρωπαϊκούς και διεθνείς κανονισμούς, με αποτέλεσμα να μην γίνει υποψήφια προς ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Επιπλέον, η Βοσνία-Ερζεγοβίνη αναγνωρίζονται ως δυνάμει υποψήφια, ενώ το Κόσοβο, παρότι αναγνωρίζονται ως δυνάμει υποψήφιο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν μπορεί να γίνει κράτος μέλος, διότι είναι κράτος περιορισμένης αναγνώρισης (δεν είναι κράτος μέλος του ΟΗΕ), το οποίο είναι πρωτεύον θέμα, για την ένταξη του στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τέλος, η Τουρκία, λόγω του ιδιαίτερου καθεστώτου της, τα τελευταία χρόνια δεν δυνάται να γίνει υποψήφια προς ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθότι τα περισσότερα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εναντιώνονται στο να γίνει κράτος μέλος (μεταξύ των οποίων, η Γαλλία, η Ελλάδα και η Κύπρος), ενώ παράλληλα μείζοντα σημαντικά προβλήματα για την ένταξη της Τουρκίας, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αποτελούν το Κυπριακό και οι Γκρίζες Ζώνες, τα οποία η ίδια η Τουρκία, αρνείται να τα επιλύσει, ώστε να είναι σύμφωνη με τους Ευρωπαϊκούς και διεθνείς κανονισμούς. Από την άλλη, η Ισλανδία ανέστειλε τις συνομιλίες από το 2013, και δεν είναι πλέον υποψήφια προς ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Στις 23 Ιουνίου 2016 διεξήχθη δημοψήφισμα στο Ηνωμένο Βασίλειο με θέμα για την παραμονή ή την έξοδο της χώρα από την Ευρωπαϊκή Ένωση στο οποίο το 51,9% των πολιτών αποφάσισε την αποχώρηση του από την ένωση. Το Ηνωμένο Βασίλειο είναι η πρώτη χώρα που εγκατέλειψε την Ευρωπαϊκή Ένωση, το οποίο έγινε στις 1 Φεβρουαρίου 2020.

Το έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαμορφώνεται από τα εδάφη των κρατών μελών της και επεκτείνεται με την προσχώρηση των νέων. Καλύπτει έναν τομέα 4.381.376 τετραγωνικών χιλιομέτρων με έκταση βορειοανατολικά ως τη Φινλανδία, βορειοδυτικά ως την Ιρλανδία, νοτιοανατολικά ως την Κύπρο και νοτιοδυτικά ως την Πορτογαλία. Αντιπροσωπεύει την έβδομη μεγαλύτερη περιοχή στον κόσμο σε έκταση ενώ υπολογίζεται ότι η ακτογραμμή της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι περίπου 65.992 χλμ. Υψηλότερη κορυφή είναι το Λευκό Όρος των Άλπεων με ύψος 4.810 μέτρα.

Η ΕΕ δεν ταυτίζεται με την Ευρώπη. Σημαντικά κράτη της ηπείρου όπως η Ελβετία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Λευκορωσία, η Ουκρανία, η Νορβηγία, η Ρωσία (το μεγαλύτερο μέρος της, βρίσκεται γεωγραφικά στην Ασία), και η Αρμενία (βρίσκεται γεωγραφικά στην Ασία, αλλά πολιτικά και πολιτιστικά, ανήκει στην Ευρώπη), είναι εκτός της ΕΕ. Η ΕΕ συνορεύει με 16 κράτη στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Διάφορα υπερπόντια και εξαρτώμενα εδάφη των διάφορων κρατών μελών είναι επίσης μέρος της ΕΕ (οι Αζόρες, η Μαδέρα, οι Κανάριοι Νήσοι, η Γαλλική Γουιάνα, η Μαρτινίκα, η Γουαδελούπη, η Ρεϋνιόν, η Μαγιότ, o Άγιος Μαρτίνος (Γαλλία)), ενώ σε άλλες περιπτώσεις τα εδάφη που συνδέονται με τα κράτη μέλη δεν είναι μέρος της ΕΕ (π.χ. η Γροιλανδία, οι Νήσοι Φερόες, η Αρούμπα, το Κουρασάο, ο Άγιος Μαρτίνος (Ολλανδία), το Μποναίρ, η Σάμπα, ο Άγιος Ευστάθιος, η Νέα Καληδονία, η Γαλλική Πολυνησία και ο Άγιος Βαρθολομαίος).

Αν συμπεριληφθούν και τα υπερπόντια εδάφη των κρατών μελών, η ΕΕ περιλαμβάνει τους περισσότερους τύπους κλιμάτων από αρκτικό μέχρι τροπικό. Επομένως, οι μετεωρολογικοί μέσοι όροι για την ΕΕ συνολικά δεν είναι επαρκείς για συμπεράσματα. Η πλειοψηφία του πληθυσμού ζει είτε σε περιοχές με μεσογειακό κλίμα (νότια Ευρώπη) είτε σε ένα ήπιο θαλάσσιο κλίμα (δυτική Ευρώπη) ή σε ένα θερμό κατά το θέρος ηπειρωτικό κλίμα (στα ανατολικά κράτη μέλη).

Η ΕΕ λειτουργεί στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων που της ανατίθενται από τις υφιστάμενες Συνθήκες και σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας (η οποία υπαγορεύει ότι «η ΕΕ στο σύνολό της μπορεί να προβεί σε ενέργειες, μόνο όταν ένας συγκεκριμένος στόχος δεν μπορεί να επιτευχθεί επαρκώς από τα κράτη μέλη»). Οι ευρωπαϊκοί νόμοι θεσπίζονται ποικιλοτρόπως. Μιλώντας γενικά, μπορούν να χωρισθούν σε δυο μεγάλες κατηγορίες:

Η σαφής πολιτική κατηγοριοποίηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης με βάση τους νόμους που τη διέπουν (δηλαδή γα το αν πρόκειται για ένα συνταγματικό ή ένα υπερεθνικό όργανο) έχει αποτελέσει αντικείμενο έντονων συζητήσεων και αντιπαραθέσεων. Ιστορικώς τουλάχιστον, η Ευρωπαϊκή Ένωση αποτελεί έναν υπερεθνικό, διεθνή οργανισμό ενώ αν ληφθούν υπ’ όψιν ορισμένα κριτήρια θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως μια Συνομοσπονδία. Ωστόσο, έχοντας αρκετά χαρακτηριστικά ενός ομόσπονδου οργάνου, θεωρείται από πολλούς ως ντε φάκτο ομοσπονδία ανεξάρτητων κρατών. Για τον λόγο αυτό, της έχει αποδοθεί και ο όρος sui generis (που σημαίνει, «μοναδικό στο είδος του») παρ’ όλο που τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να αμφισβητείται καθώς αρχίζουν και θεσπίζονται νόμοι που υπονοούν ότι αποτελεί ενιαία κρατική οντότητα.

Οι δυσκολίες κατηγοριοποίησης έγκεινται στην ίδια τη φύση των εθνικών και των διεθνών νόμων, καθώς το Ευρωπαϊκό Δίκαιο αποτελείται από συνδυασμούς και των δυο κατηγοριών. Όσον αφορά όμως την καθαρά συνταγματική ορολογία και το Διεθνές Δίκαιο, ο όρος «ομοσπονδία» προσδιορίζει ένα ανεξάρτητο κυρίαρχο κράτος το οποίο συγκροτείται από τη συνένωση επιμέρους κρατών-μελών, βάσει συνταγματικών διατάξεων. Έχοντας αυτό κατά νου, η ΕΕ δε μπορεί να χαρακτηριστεί ως ομοσπονδιακό κράτος, χωρίς να έχει κατοχυρωθεί συνταγματικώς κάτι τέτοιο, παρ όλο που η φύση της είναι ομοσπονδιακή. Πολιτικοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι κάτι τέτοιο δε πρόκειται να συμβεί (τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον) καθώς θα απαιτούσε την κατάργηση των συνταγμάτων των κρατών μελών.

Οι νομοθετικές πράξεις στις οποίες μπορεί να προβεί η ΕΕ είναι τριών ειδών.

Η ΕΕ έχει νομική υπόσταση και προσωπικότητα από ιδρύσεώς της, με δικαίωμα να υπογράφει διεθνείς συνθήκες και συμφωνίες. Οι συνθήκες πάνω στις οποίες βασίστηκε το ευρωπαϊκό οικοδόμημα είναι αυτές που κατοχυρώνουν τη νομική της εξουσία, τους απαραίτητους θεσμούς για την άσκησή της και τους ευρύτερους στόχους της Ένωσης.

Σύμφωνα με την αρχή της υπεροχής του ευρωπαϊκού δικαίου, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να επιβάλουν τις συνθήκες που τα κράτη-μέλη τους έχουν επικυρώσει και να εφαρμόσουν τους νόμους που εκδόθηκαν βάσει αυτών, ακόμη και αν κάτι τέτοιο έρχεται σε αντίθεση με το εθνικό δίκαιο των κρατών μελών.

Το δικαστικό σύστημα της ΕΕ διασφαλίζει την ομοιόμορφη ερμηνεία και εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης. Η δικαστική της διάρθρωση - που αποκαλείται στο σύνολό της ως Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης - αποτελείται από τρία επιμέρους δικαστήρια: το καθεαυτό Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, το Γενικό Δικαστήριο και το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ασχολείται κυρίως με υποθέσεις που αφορούν τα ίδια τα κράτη μέλη, τα θεσμικά όργανα καθώς και με υποθέσεις των εθνικών δικαστηρίων των κρατών μελών μετά από παραπομπή τους σε αυτό. Το Γενικό Δικαστήριο αναλαμβάνει υποθέσεις που αφορούν ιδιώτες, επιχειρήσεις και εταιρείες, ενώ το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης αποφαίνεται σε διενέξεις μεταξύ της ΕΕ και του προσωπικού διοίκησής της. Οι αποφάσεις του Γενικού Δικαστηρίου είναι εφέσιμες, μέχρι ενός σημείου, στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.

Τέλος, το ειδικό Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που όμως δεν έχει άμεση σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση καθώς αποτελεί όργανο του Συμβουλίου της Ευρώπης έχει ως έργο του τον έλεγχο της εφαρμογής της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και την εκδίκαση προσφυγών από τους πολίτες με θέμα την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τα κράτη μέλη.

Η ΕΕ ασκεί τις αρμοδιότητές της σε έναν ενιαίο χώρο Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης, πολύτιμων για τη δημοκρατική της λειτουργία. Για τη διατήρησή της, έχουν θεσμοθετηθεί τα κατάλληλα όργανα, τα οποία είναι τα εξής:

Επίσης, πολύτιμο εργαλείο για την ομαλή λειτουργία του χώρου ασφάλειας, αποτελεί το Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν, το οποίο εντάσσεται στα πλαίσια της Συνθήκης Σένγκεν και παρέχει μια ενιαία βάση δεδομένων για τη διευκόλυνση του έργου των αστυνομικών και μεταναστευτικών αρχών.

H Ένωση σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα, όπως κατοχυρώνονται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και όπως προκύπτουν από τις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, ως γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου..

Η έναρξη της ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας το 2009, έδωσε νομική ισχύ στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο Χάρτης αυτός είναι ένας κωδικοποιημένος κατάλογος των θεμελιωδών δικαιωμάτων με βάση τις οποίες μπορούν να κριθούν νομικά οι πράξεις της ΕΕ. Η αποδοχή του, αποτελεί βασική προϋπόθεση προσχώρησης στην ΕΕ.

Τα θεσμικά όργανα της Ε.Ε. είναι επτά, τα οποία είναι τα εξής:

Οι αρμοδιότητες τροποποίησης και ελέγχου της νομοθεσίας, κατανέμονται μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της ΕΕ. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ασκεί εκτελεστικά καθήκοντα από κοινού με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (έχοντας πιο περιορισμένα καθήκοντα). Η νομισματική πολιτική της ευρωζώνης, στην οποία συμμετέχουν τα περισσότερα κράτη της Ένωσης, εκπορεύεται από την ΕΚΤ, ενώ ο οικονομικός προϋπολογισμός της Ένωσης, ελέγχεται από το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο. Η ερμηνεία και η εφαρμογή του ευρωπαϊκού δικαίου καθώς και των Συνθηκών που έχουν υπογραφεί (ή θα υπογραφούν στο μέλλον) ελέγχονται και εξασφαλίζονται από Δικαστήριο της ΕΕ. Επίσης, υπάρχει και ένα πλήθος βοηθητικών οργάνων που λειτουργούν συμβουλευτικά προς την ΕΕ ενώ ορισμένα από αυτά εξειδικεύονται σε συγκεκριμένους τομείς.

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο λειτουργεί ως καθοδηγητής της ΕΕ. Καθορίζει τη γενική πολιτική και τις στρατηγικές που ακολουθούνται από την ΕΕ ενώ συμμετέχει ενεργά σε οποιεσδήποτε τροποποιήσεις των υφιστάμενων συνθηκών, γι ‘αυτό και έχει χαρακτηριστεί από πολλούς ως η «υπέρτατη πολιτική εξουσία» της Ένωσης. Συνεδριάζει τέσσερις φορές το χρόνο, αποτελούμενο από τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ως επικεφαλής, τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και τους αντιπροσώπους των κρατών μελών (ένας για κάθε κράτος-μέλος).

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ασκεί τον ηγετικό του ρόλο για την επίλυση οποιωνδήποτε διαφορών μεταξύ των κρατών-μελών και των υπόλοιπων θεσμικών οργάνων, όπως επίσης και για την επίλυση των πολιτικών κρίσεων και των διαφωνιών, όσον αφορά αμφιλεγόμενα θέματα και πολιτικές. Εξωτερικά, ενεργεί συλλογικά ως «αρχηγός κράτους» επικυρώνοντας σημαντικά έγγραφα (όπως π.χ., διεθνείς συμφωνίες και συνθήκες).

Ως επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ο Πρόεδρος είναι υπεύθυνος για την διασφάλιση της εξωτερικής εκπροσώπησης της ΕΕ και τη προώθηση της συναίνεσης μεταξύ των μελών της, τόσο κατά τη διάρκεια των συνεδριάσεων όσο και στις χρονικές περιόδους ανάμεσά τους. Ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου έχει θητεία δυόμιση χρόνων, με δικαίωμα ανανέωσης καθηκόντων για μία επιπλέον θητεία. Ο ρόλος του κατοχυρώθηκε νομικά και θεσμικά με την εφαρμογή της Συνθήκης της Λισαβώνας, στις 1 Δεκεμβρίου 2009. Ο πρώτος Πρόεδρος που ανέλαβε καθήκοντα ήταν ο Χέρμαν βαν Ρομπέι το 2009, ενώ σημερινός Πρόεδρος είναι ο Ντόναλντ Τουσκ.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποτελεί το ανώτατο εκτελεστικό όργανο της ΕΕ. Έχει νομοθετικές αρμοδιότητες και είναι υπεύθυνη για την εν γένει εύρυθμη λειτουργία της Ένωσης. Κάθε κράτος-μέλος εκπροσωπείται από ένα μέλος στην Επιτροπή, ο οποίος ονομάζεται Επίτροπος. Κάθε Επίτροπος έχει ευρωπαϊκό ρόλο και εκπροσωπεί τα ενδιαφέροντα της Ένωσης, χωρίς υποδείξεις από εθνικές κυβερνήσεις και οργανισμούς.

Κεφαλή της Επιτροπής είναι ο Πρόεδρός της, ο οποίος διορίζεται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Δεύτερος τη τάξει, είναι ο Ύπατος Εκπρόσωπος της Ένωσης για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας, ο οποίος θεωρείται ως αντιπρόεδρος και επιλέγεται επίσης από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Οι υπόλοιποι Επίτροποι διορίζονται από το Συμβούλιο της ΕΕ (γνωστό και ως Συμβούλιο των Υπουργών) μετά από συμφωνία με τον διορισθέντα Πρόεδρο. Ο συνολικός αριθμός των μελών της Επιτροπής είναι 28, ενεργούν ως ενιαίο σώμα και υπόκεινται σε ψήφο εμπιστοσύνης από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποτελεί το άνω τμήμα του διθάλαμου νομοθετικού σώματος της ΕΕ (το κάτω τμήμα, είναι το Συμβούλιο της ΕΕ). Αποτελείται από 705 βουλευτές, οι οποίοι εκλέγονται άμεσα από τους πολίτες της ΕΕ κάθε πέντε χρόνια, ύστερα από τις αντίστοιχες εκλογές σε κάθε κράτος-μέλος. Κάθε χώρα έχει συγκεκριμένο αριθμό εδρών και οι βουλευτές που εκλέγονται εδράζονται στη βουλή ανάλογα με τη κομματική ή ιδεολογική τους προτίμηση.

Το Κοινοβούλιο, από κοινού με το Συμβούλιο της ΕΕ, περνά νομοθεσίες σε όλους σχεδόν τους τομείς σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι υπόλογη στο Κοινοβούλιο. Απαιτεί την έγκρισή του για να αναλάβει καθήκοντα, υποβάλει εκθέσεις σε τακτά χρονικά διαστήματα σε αυτό και υπόκειται σε προτάσεις μομφής από αυτό.

Ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αποτελεί τον κεντρικό ομιλητή της βουλής, είναι το πρόσωπο που την εκπροσωπεί και εκλέγεται κάθε δυόμιση χρόνια από τους βουλευτές.

Το Συμβούλιο της ΕΕ αποτελεί το κάτω τμήμα του διθάλαμου νομοθετικού σώματος της ΕΕ. Σε αυτό συμμετέχει ένας υπουργός από τη κυβέρνηση κάθε κράτους-μέλους, ανάλογα με το θέμα προς συζήτηση. Θεωρείται ότι αποτελεί ενιαίο σώμα, ανεξαρτήτως της σύνθεσής του. Εκτός από νομοθετικά καθήκοντα, το Συμβούλιο ασκεί επίσης εκτελεστικά καθήκοντα σε θέματα που αφορούν τη κοινή εξωτερική πολιτική και την πολιτική ασφαλείας.

Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο ελέγχει την ορθότητα του προϋπολογισμού της Ένωσης. Διατυπώνει τις απόψεις και τις προτάσεις του για τη βελτίωση της χρηματοπιστωτικής νομοθεσίας και τη καταπολέμηση της απάτης. Επίσης, υποβάλει ετήσιες εκθέσεις, τόσο στο Συμβούλιο όσο και στο Κοινοβούλιο της ΕΕ, για κάθε οικονομικό έτος. Σύμφωνα με αυτές τις εκθέσεις, το Κοινοβούλιο εγκρίνει ή όχι τους χειρισμούς της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία είναι υπεύθυνη για τη σωστή διαχείριση του προϋπολογισμού.

Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο έχει τη νομική υποχρέωση να παράσχει, τόσο στο Συμβούλιο όσο και στο Κοινοβούλιο της ΕΕ, ετήσια δήλωση που επιβεβαιώνει την αξιοπιστία των λογαριασμών, τη νομιμότητα και τη κανονικότητα των υποκείμενων σε αυτήν πράξεων . Η υποχρέωση αυτή κατοχυρώθηκε νομικά το 1993.

Τα κράτη μέλη της ΕΕ διατηρούν όλες τις εξουσίες και τις αρμοδιότητες, οι οποίες δεν έρχονται σε αντίθεση με όσες έχουν παραχωρηθεί ρητώς στην ΕΕ. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις, κάθε κράτος-μέλος αποποιείται της ικανότητάς του να νομοθετεί μονομερώς σε θέματα που άπτονται της αρμοδιότητας της ΕΕ, ενώ έχει δικαίωμα να το κάνει μόνο σε περιπτώσεις που η συλλογική νομοθετική ικανότητα της ΕΕ δεν το επιτρέπει.

Η συνεργασία των κρατών-μελών ως προς την καθιέρωση μιας κοινής εξωτερικής πολιτικής χρονολογείται ήδη από το 1957 (με την ίδρυση της τότε Ευρωπαϊκής Κοινότητας), υπό τη μορφή της Κοινής Εμπορικής Πολιτικής με τον υπόλοιπο κόσμο. Οι πρώτες όμως στοχευμένες ενέργειες για τη καθιέρωση μιας κοινής εξωτερικής πολιτικής, ξεκίνησαν το 1970 με την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Συνεργασίας. Η συνεργασία αυτή είχε το χαρακτήρα μιας άτυπης συνεδρίασης και διαβούλευσης με στόχο τον σχηματισμό κοινών πολιτικών προς τις τρίτες χώρες. Το άτυπο αυτό όργανο επισημοποιήθηκε πολύ αργότερα, με την εφαρμογή της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης το 1987. Η Ευρωπαϊκή Πολιτική Συνεργασία αντικαταστάθηκε από τη Συμφωνία για τη Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφαλείας (ΚΕΠΠΑ), όπως ορίστηκε στη Συνθήκη του Μάαστριχτ .

Στόχοι της ΚΕΠΠΑ είναι η προώθηση των συμφερόντων της ίδιας ΕΕ αλλά και της διεθνούς κοινότητας που βρίσκεται από πίσω της, σε θέματα που αφορούν την αναβάθμιση της διεθνούς συνεργασίας, τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δημοκρατίας καθώς και την τήρηση του υφιστάμενου δικαίου. Η ΚΕΠΠΑ απαιτεί ομόφωνες αποφάσεις μεταξύ των κρατών μελών σχετικά με την πολιτική πρόκειται να ακολουθηθεί για κάθε συγκεκριμένο θέμα.

Με τη Συνθήκη της Λισαβόνας, η ΚΕΠΠΑ περιλαμβάνεται πλέον στο ευρύτερο τμήμα της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ), το οποίο αποτελεί στην ουσία το υπουργείο εξωτερικών της Ένωσης. Η Συνθήκη της Λισαβόνας ενισχύει την αποτελεσματικότητα της ΚΕΠΠΑ αναθέτοντας στον Ύπατο Εκπρόσωπο την υλοποίηση των στρατηγικών και των αποφάσεων που λαμβάνονται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και το Συμβούλιο της ΕΕ στον τομέα της. O Ύπατος Εκπρόσωπος αποτελεί επίσης το θεσμικό όργανο που ομιλεί εκ μέρους της ΕΕ, σε θέματα εξωτερικής πολιτικής και άμυνας και έχει το καθήκον της εναρμόνισης των θέσεων των κρατών μελών σε αυτά τα θέματα.

Τόσο η ΕΕ όσο και οι προκάτοχοί της, δεν σχεδιάσθηκαν ώστε να αποτελέσουν κάποιο είδος στρατιωτικής συμμαχίας. Σύμφωνα με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ (1997), η εδαφική υπεράσπιση της ΕΕ είχε ανατεθεί στο ΝΑΤΟ.

Ωστόσο, μετά τον πόλεμο στο Κόσοβο το 1999, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφάσισε ότι η η Ένωση θα πρέπει να έχει την ικανότητα αυτόνομης δράσης έτσι ώστε να ανταποκρίνεται κατάλληλα σε διεθνείς κρίσεις, χωρίς να προκαταλαμβάνεται από τις αποφάσεις του ΝΑΤΟ. Έτσι, ξεκίνησαν να λαμβάνονται πρωτοβουλίες με σκοπό την αύξηση της στρατιωτικής ικανότητας της ΕΕ, με απώτερο σκοπό την σύσταση ολοκληρωμένης στρατιωτικής δύναμης έτσι ώστε να διασφαλίζεται η εδαφική της ακεραιότητα ενάντια σε εξωτερικούς κινδύνους περνώντας παράλληλα και ένα μήνυμα ότι δε πρόκειται να ξεσπάσει ποτέ ξανά πόλεμος μεταξύ των χωρών της Ένωσης. Μετά από μια σειρά διαβουλεύσεων, δημιουργήθηκαν οι Μάχιμες Μονάδες Άμεσης Αντίδρασης της Ε.Ε.. Η κάθε μια απ' αυτές στελεχώνεται συνήθως από 1500 στρατιώτες, με δύο από αυτές να μπορούν να αναπτύσσονται ανά πάσα στιγμή σε περιόδους κρίσης. Ουσιαστικά, η απρόσκοπτη συνεργασία των μεγάλων δυνάμεων της Ένωσης (Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία) είναι αυτή που εγγυάται την ευρύτερη αμυντική και στρατιωτική συνεργασία.

Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις της ΕΕ υποστηρίζονται από το Στρατιωτικό Επιτελείο της Ε.Ε., τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Άμυνας και το Δορυφορικό Κέντρο της Ε.Ε..

Στα πλαίσια της γενικότερης εξωτερικής πολιτικής της Ένωσης περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων και οι σχέσεις της με τις γείτονες χώρες (δηλαδή με αυτές που έχει χερσαία ή θαλάσσια σύνορα), οι οποίες είτε αποτελούν εν δυνάμει υποψήφιες προς ένταξη είτε απολαμβάνουν προνόμια που τις καθιστούν μέλη ως έναν βαθμό. Η ΕΕ έχει ως στόχο την διεύρυνση των στενών της σχέσεων με τις χώρες αυτές μέσω της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Γειτονίας (ΕΠΓ). Η ΕΠΓ καθορίζει τον πολιτικό συντονισμό και προάγει τη βαθύτερη οικονομική ολοκλήρωση με τα συμβεβλημένα κράτη, βάσει αμοιβαίων δεσμεύσεων που πηγάζουν από τις γενικές αξίες της ΕΕ. Η ΕΠΓ παραμένει διαχωρισμένη από τη διαδικασία της διεύρυνσης, αν και δεν προδικάζει τον τρόπο με τον οποίο ενδέχεται να αναπτυχθούν στο μέλλον οι σχέσεις της ΕΕ με τους γείτονές της. Η ΕΠΓ μπορεί να ερμηνευθεί και ως φιλοδοξία της ΕΕ για την επέκταση των συνόρων της στο άμεσο μέλλον. Συμπληρωματικά μέσα αλληλεπίδρασης της ΕΕ με τις γειτονικές της χώρες μέσα στα πλαίσια της ΕΠΓ, είναι η Μεσογειακή Ένωση (η οποία απαρτίζεται από τις χώρες που βρέχονται από τη Μεσόγειο θάλασσα) και η Ανατολική Εταιρική Σχέση (η οποία περιλαμβάνει χώρες της πρώην ΕΣΣΔ).

Η ΕΕ δημιουργήθηκε πρωτίστως ως οικονομική ένωση το 1958, με την ίδρυση της τότε ΕΟΚ. Επίσης, από τότε δημιουργήθηκε και διατηρείται μέχρι σήμερα η Ενιαία Ευρωπαϊκή Αγορά, η οποία εξασφαλίζει την ελεύθερη κυκλοφορία ανθρώπων, εμπορευμάτων, κεφαλαίων και υπηρεσιών. Η συνδυασμένη ενιαία αγορά της ΕΕ αποτελεί τη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, με κατ' εκτίμηση ονομαστικό ΑΕΠ 16,073 τρις. δολάρια το 2012. Η ΕΕ είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας στον κόσμο, ο δεύτερος μεγαλύτερος εισαγωγέας, ενώ αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους εμπορικούς εταίρους σε χώρες όπως η Κίνα και η Ινδία. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις ελβετικών ιδρυμάτων, η ΕΕ διατηρεί το 30% του παγκόσμιου καθαρού πλούτου (ο οποίος εκτιμάται στα 223 τρις. δολάρια για το 2012).

Σύμφωνα με τη ετήσια λίστα του επιχειρηματικού περιοδικού Fortune, περίπου οι 161 από τις 500 μεγαλύτερες επιχειρήσεις στον πλανήτη έχουν την έδρα τους εντός της ΕΕ. Μάλιστα, 4 από αυτές βρίσκονται μέσα στις 10 πρώτες. Τα επίπεδα της ανεργίας στην ΕΕ των 28, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία (Eurostat), κυμάνθηκαν κατά μέσο όρο γύρω στο 6,3% για τον Οκτώβριο του 2019, με την Ελλάδα και την Ισπανία να έχουν την αρνητική πρωτιά (16,6% και 14,2% αντίστοιχα) .

Το μέσο κατά κεφαλήν εισόδημα ανά κάτοικο, εμφανίζει πάρα πολύ μεγάλες αποκλίσεις ανάμεσα στα άκρα της ΕΕ. Οι πλουσιότεροι κάτοικοι με βάση το μέσο ετήσιο κατά κεφαλήν εισόδημα εντοπίζονται στο κέντρο του Λονδίνου (78.000 €/κάτοικο), το Λουξεμβούργο (62.500 €/κάτοικο) και τις Βρυξέλλες (52.500 €/κάτοικο) ενώ οι φτωχότεροι στις βορειοανατολικές επαρχίες της Ρουμανίας (6.900 €/κάτοικο) και στις βορειοανατολικές και νότιες επαρχίες της Βουλγαρίας (6.900-7.200 €/κάτοικο).

Η οικονομική ανάπτυξη των υποανάπτυκτων περιοχών της Ένωσης όπως επίσης και η γενικότερη ανάπτυξη των υποδομών στο σύνολο της, υποστηρίζονται από τα ευρωπαϊκά Διαρθρωτικά Ταμεία και το Ταμείο Συνοχής. Επίσης, έχουν συσταθεί μια σειρά από ειδικά ταμεία (Phare, Προενταξιακό Διαρθρωτικό Μέσο (ΠΔΜ), Μέσο Προενταξιακής Γεωργικής Πολιτικής (SAPARD)) τα οποία παρέχουν επείγουσα βοήθεια στα κράτη-μέλη που το έχουν ανάγκη καθώς και υποστήριξη για τα υποψήφια κράτη έτσι ώστε να μπορέσουν να συμμορφωθούν με τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την ένταξή τους.

Δύο από τους κυριότερους στόχους της πρώην ΕΟΚ, τους οποίους επίσης κληρονόμησε η ΕΕ με αποστολή την ολοκλήρωσή τους, ήταν η εγκαθίδρυση μιας ενιαίας αγοράς για τα μέλη της καθώς και η πλήρης τελωνειακή τους ένωση. Η ενιαία αγορά εξασφαλίζει την ελεύθερη κυκλοφορία ανθρώπων, εμπορευμάτων, κεφαλαίων και υπηρεσιών εντός της ΕΕ ενώ με την τελωνειακή ένωση όλα τα κράτη-μέλη οφείλουν να υιοθετήσουν ενιαίους τελωνειακούς δασμούς για τα εξωτερικά προϊόντα που εισέρχονται στην ενιαία αγορά. Η Ισλανδία, το Λίχτενσταϊν, η Νορβηγία και η Ελβετία, αν και εκτός ΕΕ συμμετέχουν επίσης στην ενιαία αγορά ως μέλη της ΕΖΕΣ, αλλά όχι και στην τελωνειακή ένωση.

Η ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων είναι απαραίτητη για την ενίσχυση των επενδύσεων εντός της ΕΕ, όπως π.χ.. η αγορά ακινήτων και μετοχών. Η Συνθήκη του Μάαστριχτ καθώς και η ίδρυση της νομισματικής ένωσης (Ευρωζώνη) ενίσχυσαν και προώθησαν σημαντικά αυτό το προνόμιο, το οποίο είναι το μοναδικό που μπορεί να χορηγηθεί σε κράτη-μέλη και εταιρείες εκτός ΕΕ, για την εξωτερική προσέλκυση επενδύσεων.

Με την ίδρυση της ΕΕ το 1993 θεσπίστηκε επισήμως η ευρωπαϊκή ιθαγένεια, η οποία συμπληρώνει την εθνική ιθαγένεια των κρατών-μελών της. Η θέσπιση μιας κοινής ιθαγένειας κρίθηκε απαραίτητη για την προώθηση της ελεύθερης μετακίνησης των ανθρώπων που την κατέχουν, εντός της ΕΕ. Έτσι, οι κάτοχοι της ευρωπαϊκής ιθαγένειας μπορούν ελεύθερα να μετακινούνται εντός της Ένωσης για εργασία, σπουδές, μόνιμη κατοίκηση ή ακόμα και να συνταξιοδοτηθούν σε κάποια άλλη χώρα. Επίσης, συμφωνήθηκε η πλήρης αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων ως απαραίτητη προϋπόθεση για τα παραπάνω προνόμια.

Η ελευθερία δημιουργίας και διακίνησης υπηρεσιών επιτρέπει σε ιδιώτες επιχειρηματίες την απρόσκοπτη παροχή υπηρεσιών σε προσωρινή ή και μόνιμη βάση, εντός της κοινής αγοράς. Παρ' όλο που η παροχή υπηρεσιών απαρτίζει το 60 - 70% του ΑΕΠ, η νομοθεσία ήταν ελλιπής σε αυτόν τον τομέα μέχρι προσφάτως. Το νομοθετικό αυτό κενό καλύφθηκε με την ΟΔΗΓΙΑ 2006/123/ΕΚ σχετικά με τις υπηρεσίες στην εσωτερική αγορά , η οποία τέθηκε σε πλήρη εφαρμογή στις 28 Δεκεμβρίου 2009.

Η ΕΕ εξασφαλίζει τον ανόθευτο ανταγωνισμό εντός της ενιαίας της αγοράς. Η Κομισιόν, ως ρυθμιστική αρχή του δίκαιου του ανταγωνισμού, εργάζεται για την φιλελευθεροποίηση της αγοράς και την πάταξη των οικονομικών καρτέλ ενώ επίσης είναι υπεύθυνη για την επιβολή κυρώσεων σε περιπτώσεις μονοπωλιακής συμπεριφοράς και την έγκριση συγχωνεύσεων. Έχουν υπάρξει διάφορες περιπτώσεις, μεγάλης δημοσιότητας, όπου ο Επίτροπος ανταγωνισμού έχει επιβάλει πρόστιμα ή έχει απορρίψει συγχωνεύσεις εταιρειών κολοσσών. Μια από αυτές ήταν η επιβολή προστίμου στη Microsoft, το 2007, συνολικού ύψους 777 εκατομμυρίων ευρώ για την κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της στην αγορά και την επιβολή αθέμιτων πρακτικών αδειοδότησης των προϊόντων της. Ένα ακόμα πιο βαρύ και πρωτοφανές πρόστιμο επιβλήθηκε στην ίδια εταιρεία το 2013, ύψους 561 δισ. ευρώ, για την μη τήρηση εθελοντικού συμφώνου.

Η θέσπιση μιας κοινής συναλλαγματικής μονάδας είχε αποτελέσει επίσημα στόχο της ΕΟΚ, ήδη από το 1969. Δέκα χρόνια αργότερα, θεσπίστηκε η Ευρωπαϊκή λογιστική μονάδα η οποία αποτελούσε μια κοινή συναλλαγματική συνισταμένη μεταξύ των χωρών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Με την υπογραφή της Συνθήκης του Μάαστριχτ το 1992, εκτός από την ίδρυση της ΕΕ, θεσπίστηκαν επίσης νομικά η δομή της νομισματικής ένωσης και τα κριτήρια πληρότητας ενός κράτους για την επιτυχή προσχώρησή του σε αυτή. Το κοινό νόμισμα της Ένωσης πήρε το όνομα Ευρώ και η νομισματική ένωση επικράτησε να αποκαλείται ως Ευρωζώνη. Για την προσχώρησή του στην Ευρωζώνη, ένα κράτος θα πρέπει να αποτελεί επίσης και μέλος της ΕΕ.

Η νομισματική ένωση ξεκίνησε το 1999, με 11 χώρες να λαμβάνουν μέρος αρχικώς. Το ευρώ έκανε επίσης την πρώτη του επίσημη εμφάνιση τότε, αλλά μόνο σε λογιστική μορφή. Η φυσική του έκδοση και διάθεση στις χώρες της ευρωζώνης (συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας), ξεκίνησε τη 1η Ιανουαρίου 2002. Από τότε και στο εξής, καταργήθηκαν τα εθνικά νομίσματα των κρατών της ευρωζώνης, η οποία σήμερα αριθμεί 19 μέλη. 

Το ευρώ αποτελεί σήμερα το δεύτερο ισχυρότερο αποθεματικό νόμισμα στον πλανήτη, καθώς περίπου το 1/4 των αποθεματικών των διεθνών χρηματιστηρίων είναι σε ευρώ. Ο έλεγχος του κοινού νομίσματος και των πολιτικών της νομισματικής ένωσης, εκπορεύεται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Η ΕΚΤ βρίσκεται στο επίκεντρο του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών (το οποίο περιλαμβάνει όλες τις εθνικές τράπεζες των μελών της ΕΕ) και ελέγχεται από το Γενικό Συμβούλιό της, το οποίο περιλαμβάνεται από τον Πρόεδρο και τον Αντιπρόεδρο της ΕΚΤ και τους διοικητές των κεντρικών εθνικών τραπεζών των 28 μελών της ΕΕ.

Το Ευρωπαϊκό Σύστημα Χρηματοπιστωτικής Εποπτείας (ESFS) αποτελεί το θεσμοθετημένο οικονομικό σύστημα εποπτείας της ΕΕ για την διασφάλιση της οικονομικής της σταθερότητας. Αποτελείται από τρεις επιμέρους αρχές: την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΑΤ), την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων και την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών. Οι αρχές αυτές συμπληρώνονται από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικών Κινδύνων το οποίο τελεί υπό την άμεση εποπτεία της ΕΚΤ.

Όλα τα κράτη που επιθυμούν να γίνουν μέλος της Ευρωζώνης, δεσμεύονται από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ για τη λήψη σημαντικών οικονομικών μέτρων, που αφορούν κυρίως την αποφυγή υπερβολικών δημοσιονομικών ελλειμμάτων και την βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους τους.

Ως απόρροια της Παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης του 2008, ξέσπασε και η οικονομική κρίσης της Ευρωζώνης στις αρχές του 2009. Η απόκλιση από τους δημοσιονομικούς στόχους του Μάαστριχτ σε συνδυασμό με την ευρωπαϊκή κρίση χρέους, έκανε πολύ δύσκολο ή ακόμα και αδύνατο για κάποιες χώρες της Ευρωζώνης να εξοφλήσουν ή να αναχρηματοδοτήσουν το δημόσιο χρέος τους. Οι χώρες που επηρεάστηκαν περισσότερο ήταν η Ελλάδα, η Ιρλανδία, η Ισπανία, η Κύπρος και η Πορτογαλία. Η Συνθήκη του Μάαστριχτ απαγόρευε κράτη της Ευρωζώνης να αναλάβουν την χρηματοδότηση των χρεών των άλλων κρατών. Παρ’ όλα αυτά, βρέθηκαν νομικές δικλείδες για τη σύσταση διάφορων ταμείων διάσωσης των συγκεκριμένων κρατών, έτσι ώστε να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις σε πρώτη φάση και να μπορέσουν να κερδίσουν πλήρως την χαμένη αξιοπιστία και ανταγωνιστικότητά τους σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Η ΕΕ είναι μια παραδοσιακή δύναμη στον τομέα της ενεργειακής πολιτικής για πολλά έτη, μια παράδοση που ξεκίνησε και εξελίσσεται από την εποχή της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα. Η εισαγωγή μιας υποχρεωτικής και περιεκτικής ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής εγκρίθηκε στη συνεδρίαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου τον Οκτώβριο του 2005 και δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 2007.

Η ενεργειακή πολιτική της ΕΕ θέτει πέντε στόχους:

Η ΕΕ εισάγει 82% του πετρελαίου και 57% του αερίου που καταναλώνει καθώς και το 97,5% των απαιτήσεων της σε ουράνιο, παραμένοντας ο κύριος παγκόσμιος εισαγωγέας αυτών. Για τον λόγο αυτό, υπάρχουν ακόμα ανησυχίες ότι η ενεργειακή επάρκεια της ΕΕ εξαρτάται κατά ένα μεγάλο μέρος από τη Ρωσία. Αυτή η ανησυχία έχει γίνει ιδιαίτερα οξεία μετά από μια σειρά διαφωνιών μεταξύ Ρωσίας και γειτονικών κρατών, όταν η Ρωσία αύξησε την τιμή του εξαγωγικού ενεργειακού της πλούτου. Ως αποτέλεσμα η ΕΕ προσπαθεί να διαφοροποιήσει την ενεργειακή της πολιτική σχετικά με τον ανεφοδιασμό της.

Η ΕΕ εργάζεται για τη συνεχή βελτίωση και αναβάθμιση των διασυνοριακών υποδομών της, μέσω του Διευρωπαϊκού Δικτύου Υποδομών (ΔΔΥ). Υπό την αιγίδα του δημιουργήθηκαν τα μεγαλύτερα έργα στην ΕΕ, όπως είναι η σήραγγα της Μάγχης, ο ευρωπαϊκός αυτοκινητόδρομος ταχείας κυκλοφορίας Παρίσι – Μόναχο, η γέφυρα της Μεσσήνης, η γέφυρα Έρεσουντ μεταξύ Δανίας – Σουηδίας κ.ά.

Ένα πολύ μεγάλο εγχείρημα στα πλαίσια της ανάπτυξης των υποδομών της ΕΕ, είναι το «Πρόγραμμα Galileo», προϋπολογισμού 5 δις ευρώ. Ο «Γαλιλαίος» είναι ένα προτεινόμενο παγκόσμιο δορυφορικό σύστημα εντοπισμού θέσεως, που κατασκευάζεται από την ΕΕ, με τη συμμετοχή και βοήθεια της Ευρωπαϊκής Διαστημικής Υπηρεσίας (ESA). Δημιουργήθηκε για να ανταγωνισθεί τα ήδη υπάρχοντα συστήματα της Αμερικής και της Ρωσίας (GPS και GLONASS αντίστοιχα), ενώ έχει δεχθεί αρκετές επικρίσεις κατά καιρούς λόγω των υπέρογκων δαπανών εν μέσω κρίσης, των καθυστερήσεων και της γενικότερης αντίληψης ότι είναι περιττό λόγω του υπάρχοντος συστήματος GPS.

Στην Ελλάδα, η συμβολή των Διευρωπαϊκών δικτύων σε συνδυασμό με τα προγράμματα του ΕΣΠΑ υπήρξε καθοριστικός παράγοντας στην ανάπτυξη των υποδομών της. Ίσως το μεγαλύτερο αναπτυξιακό έργο της τελευταίας δεκαπενταετίας αποτέλεσε η κατασκευή της Εγνατίας Οδού, η οποία αποτελεί τμήμα της συνολικής Ευρωπαϊκής Οδού Ε90. Ο συνολικός προϋπολογισμός του έργου, συνολικού μήκους 670 χλμ (βασικός άξονας Ηγουμενίτσα – Κήποι Έβρου), ανήλθε στα 6 δις ευρώ σημαντικό μέρος του οποίου προήλθε από κοινοτικά κονδύλια. Η κατασκευή του δικτύου μετρό Αθηνών, το οποίο συνεχίζει να επεκτείνεται μέχρι και σήμερα, αποτέλεσε επίσης ένα από τα μεγαλύτερα έργα που υλοποίησε ποτέ η χώρα, κάτι που θα ήταν πολύ δύσκολο χωρίς τη συμβολή των ευρωπαϊκών αναπτυξιακών προγραμμάτων. Τα μεγαλύτερα έργα που βρίσκονται αυτή τη στιγμή υπό κατασκευή και στα οποία σημαντικό μερίδιο του κόστους συνεισφέρεται από τα ταμεία των δικτύων υποδομών της ΕΕ, είναι η κατασκευή του δικτύου μετρό της Θεσσαλονίκης και ο εκσυγχρονισμός του σιδηροδρομικού άξονα Π.Α.ΘΕ.Π. (Πάτρα-Αθήνα-Θεσ/νίκη-Προμαχώνας) με πλήρη ηλεκτροκίνηση.

Η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) είναι μια από τις παλαιότερες και σημαντικότερες πολιτικές της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Η πολιτική έχει ως στόχους, την αυξανόμενη γεωργική παραγωγή παρέχοντας βέβαιη αυτάρκεια στις προμήθειες τροφίμων και την εξασφάλιση υψηλής ποιότητας ζωής για τους αγρότες σταθεροποιώντας τις αγορές και εξασφαλίζοντας λογικές τιμές για τους καταναλωτές . Μέχρι προσφάτως η πολιτική αυτή λειτουργούσε μέσω ενός συστήματος γεωργικών επιχορηγήσεων και παρεμβάσεων στην αγορά.

Η άσκηση όμως της παραπάνω πολιτικής, οδήγησε σε σημαντική υπερπαραγωγή. Η πλεονάζουσα παραγωγή αγοράζονταν από την Κοινότητα η οποία την προωθούσε στις διεθνείς αγορές σε τιμές σημαντικά μειωμένες από αυτές που εγγυόταν για τους αγρότες η ίδια η Κοινότητα. Στους αγρότες προσφέρθηκαν επιδοτήσεις, ίσες με τη διαφορά τιμών ανάμεσα σε αυτές που εγγυόταν η Κοινότητα και στις διεθνείς τιμές, έτσι ώστε να εξάγουν τα προϊόντα τους εκτός της Κοινότητας. Το σύστημα αυτό δέχθηκε δριμεία κριτική με τη κατηγορία της υπονόμευσης του ανταγωνισμού των αγροτών εκτός Ευρώπης, και ιδιαίτερα του αναπτυσσόμενου κόσμου. Η ώθηση αυτή προς την υπέρογκη παραγωγή κατηγορήθηκε και για την ενθάρρυνση μεθόδων καλλιέργειας εχθρικών για το περιβάλλον. Οι υποστηρικτές της ΚΑΠ υπερασπίζονταν το σύστημα των τακτικών επιχορηγήσεων με το επιχείρημα ότι έτσι εξασφαλίζονταν ένα άριστο βιοτικό επίπεδο για το σύνολο των αγροτών. Στη πραγματικότητα ωστόσο, μόλις το 8% του συνόλου των επιχορηγήσεων έφθανε στους μικρούς τοπικούς αγρότες.

Με βάση αυτά τα δεδομένα, η Κοινή Γεωργική Πολιτική υποβλήθηκε σε μια σειρά μεταρυθμίσεων. Οι γεωργικές δαπάνες της Ένωσης κινήθηκαν μακριά από το κατεστημένο σύστημα των τακτικών επιχορηγήσεων, το οποίο μετασχηματίστηκε σε ένα σύστημα άμεσης χρηματοδότησης των καλλιεργειών με βάση το μέγεθός τους. Αυτό έχει ως στόχο να μπορεί η ίδια η αγορά να καθορίζει τα επιθυμητά επίπεδα παραγωγής, διατηρώντας παράλληλα τα επίπεδα των αγροτικών εισοδημάτων.

Ο πληθυσμός της ΕΕ των 27, εκτιμήθηκε τη 1η Ιανουαρίου 2019 γύρω στα 446,8 εκατομμύρια (με το νούμερο αυτό να υπόκειται σε ορισμένες αποκλίσεις). Πρόκειται για τον τρίτο μεγαλύτερο πληθυσμό στον κόσμο μετά την Κίνα και την Ινδία. Ο πληθυσμός της ΕΕ δεν είναι ομοιόμορφα κατανεμημένος στην ευρωπαϊκή ήπειρο καθώς ορισμένες χώρες (και περιοχές μέσα σε αυτές) είναι πιο πυκνοκατοικημένες σε σχέση με άλλες.

Πολυπληθέστερη χώρα της ΕΕ είναι η Γερμανία με 83 εκατομμύρια κατοίκους. Ακολουθούν η Γαλλία (67 εκατ.), η Ιταλία (60,4 εκατ.) και η Ισπανία (46,9). Η χώρα με τον μικρότερο πληθυσμό στην ΕΕ είναι η Μάλτα με μόλις 0,5 εκατ. κατοίκους.

Η μεγαλύτερη πόλη της ΕΕ είναι το Παρίσι, με τον πληθυσμό του συνολικού μητροπολιτικού συγκροτήματος να ξεπερνά τα 13,6 εκατομμύρια. Εκτός όμως από τις πολυάριθμες μεγάλες πόλεις, σε αρκετές χώρες έχουν δημιουργηθεί ευρύτερες μητροπολιτικές περιοχές χωρίς κάποιο διακριτό πυρήνα-κέντρο, οι οποίες δημιουργήθηκαν από τη σταδιακή συνένωση κοντινών πόλεων. Οι μεγαλύτερες είναι, η Κοιλάδα του Ρουρ (Έσσεν - Μπόχουμ - Ντόρτμουντ και λογίζεται ως ένα ενιαίο πολεοδομικό συγκρότημα), το Ράντσταντ (Άμστερνταμ, Ρότερνταμ, Χάγη, Ουτρέχτη), η Μητροπολιτική Περιοχή της Κεντρικής Ρηνανίας-Φρανκφούρτης (Φρανκφούρτη, Μάιντζ, Βίζμπαντεν, Όφενμπαχ), η Μητροπολιτική Περιοχή της Άνω Σιλεσίας (Κατόβιτσε, Οστράβα) και η περιοχή Έρεσουντ (Κοπεγχάγη-Μάλμε, η μοναδική που απλώνεται ανάμεσα σε δύο χώρες).

Στη συνέχεια παρατίθεται ο πίνακας με τις μεγαλύτερες πόλεις της ΕΕ:

Η αυξανόμενη τάση του πληθυσμού της Ευρώπης έρχεται ως αποτέλεσμα του συνδυασμού φυσικής αύξησης (ο αριθμός των γεννήσεων υπερβαίνει τον αριθμό των θανάτων) και καθαρής μετανάστευσης (ο αριθμός των ατόμων που εγκαθίστανται στην ΕΕ υπερβαίνει τον αριθμό εκείνων που την εγκαταλείπουν). Σήμερα η αύξηση του πληθυσμού της ΕΕ οφείλεται κυρίως στην καθαρή μετανάστευση.

Η Ευρώπη αποτέλεσε επί σειρά ετών, εστία φιλοξενίας και παροχής ασύλου σε οικονομικούς μετανάστες και ανθρώπους που προσπαθούν να ξεφύγουν από τον πόλεμο ή τις πολιτικές διώξεις σε περιοχές του κόσμου όπου υπάρχουν συγκρούσεις. Ο αριθμός εκείνων που ζητούν άσυλο αυξάνεται σε περιόδους πολέμου, όπως στη διάρκεια των συγκρούσεων στα Βαλκάνια στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Από τότε, ο αριθμός των αιτήσεων ασύλου στην ΕΕ μειώθηκε και το 2006 ήταν χαμηλότερος από οποιοδήποτε άλλο διάστημα των τελευταίων 15 ετών.

Ωστόσο, μείζον ζήτημα σε ευρωπαϊκό επίπεδο αποτελεί η συστηματική παράνομη μετανάστευση και η αντιμετώπισή της, με κύριες πύλες εισόδου τις νότιες-νοτιοανατολικές χώρες (Ιταλία, Ελλάδα, Βουλγαρία) και κυρίως την Ελλάδα η οποία βρίσκεται στο σταυροδρόμι των ηπείρων. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σήμερα υπάρχουν τουλάχιστον 4,5 εκατομμύρια παράνομοι μετανάστες στα κράτη-μέλη της Ένωσης, αριθμός ο οποίος αυξάνεται χρόνο με τον χρόνο. Οι περισσότεροι από αυτούς βρίσκονται εγκατεστημένοι στη Γερμανία, την Ισπανία, τη Γαλλία και την Ιταλία. Οι περισσότεροι προέρχονται από το Ιράν, το Ιράκ, τη Συρία, την Τουρκία, το Αφγανιστάν και την Κίνα, αλλά και από χώρες της Αφρικής, της Ασίας, της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Ένα μεγάλο ποσοστό των παράνομων μεταναστών που συλλαμβάνονται, κρατείται σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους φιλοξενίας με σκοπό να απελαθούν στις χώρες καταγωγής τους ή να επαναπροωθηθούν στη χώρα μέσω της οποίας εισήλθαν στην ΕΕ.

Οι επίσημες γλώσσες της Ε.Ε είναι 24: Αγγλικά, Βουλγαρικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Δανικά, Ελληνικά, Εσθονικά, Ιρλανδικά, Ισπανικά, Ιταλικά, Κροατικά, Λεττονικά, Λιθουανικά, Μαλτεζικά, Ολλανδικά, Ουγγρικά, Πολωνικά, Πορτογαλικά, Ρουμανικά, Σλοβακικά, Σλοβενικά, Σουηδικά, Τσεχικά και Φινλανδικά. Όλα τα σημαντικά έγγραφα που εκδίδονται (όπως π.χ. ευρωπαϊκά κοινοβουλευτικά πρακτικά, νομοθετικά διατάγματα, Συνθήκες κλπ) μεταφράζονται σε όλες τις επίσημες γλώσσες της Ένωσης.

Εκτός των 24 επίσημων γλωσσών, υπολογίζεται ότι πάνω από 50 εκατομμύρια άνθρωποι εντός της ΕΕ ομιλούν περίπου 150 περιφερειακές και μειονοτικές γλώσσες. Από αυτές, έχουν αναγνωρισθεί για την χρήση με την ευρωπαϊκούς θεσμούς, μόνο οι 3 ισπανικές περιφερειακές (Καταλανικά, Γαλικιανά, Βασκικά), η Σκωτική Γαελική και τα Ουαλικά.

Η διατήρηση των τοπικών γλωσσικών ιδιαιτεροτήτων αποτελεί αποκλειστικό ζήτημα κάθε κράτους ξεχωριστά, ωστόσο προωθείται ανελλιπώς η εκμάθηση τουλάχιστον των περισσότερο ομιλούμενων γλωσσών της ΕΕ. Περίπου το 56% των ευρωπαίων πολιτών μπορούν να συζητήσουν και να συνεννοηθούν σε γλώσσες πέραν της μητρικής τους. Τα Αγγλικά είναι η περισσότερο ομιλούμενη γλώσσα στην ΕΕ με ποσοστό 51% επί των κατοίκων (13% ως μητρική και 38% ως επίκτητη). Λαμβάνοντας υπόψη μόνο τις μητρικές γλώσσες, η Γερμανική έρχεται πρώτη με ποσοστό 16%. Οι περισσότερες επίσημες γλώσσες ανήκουν στην Ινδοευρωπαϊκή οικογένεια. Εξαίρεση αποτελούν τα Εσθονικά, Φινλανδικά και Ουγγρικά που ανήκουν στην Ουραλική οικογένεια και τα Μαλτέζικα που ανήκουν στην Σημιτική. Το αλφάβητο που χρησιμοποιεί η πλειοψηφία των χωρών είναι το Λατινικό, με εξαίρεση την Ελλάδα και την Κύπρο που χρησιμοποιούν το Ελληνικό αλφάβητο. Και τα δύο αποτελούν επίσημα αλφάβητα της ΕΕ, ενώ με την ένταξη της Βουλγαρίας το 2007 προστέθηκε και το Κυριλλικό.

Η ΕΕ αποτελεί ένα κοσμικιστικό σώμα χωρίς να συνδέεται επίσημα με καμιάς μορφής θρησκεία. Ωστόσο, το Άρθρο 17 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ ορίζει ότι η Ένωση σέβεται και δεν θίγει το καθεστώς που έχουν σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο οι εκκλησίες και οι θρησκευτικές ενώσεις ή κοινότητες στα κράτη μέλη.

Σύμφωνα με δημοσκοπικά στοιχεία του Ευρωβαρόμετρου το 2012, η πιο διαδεδομένη θρησκεία της ΕΕ είναι ο Χριστιανισμός απαρτίζοντας το 72% του πληθυσμού (48% Καθολικοί, 12% Προτεστάντες, 8% Ορθόδοξοι και 4% άλλες μορφές χριστιανισμού). Ο Μουσουλμανισμός απαρτίζει μόλις το 2%, ενώ ένα συνολικό ποσοστό του 3% συγκεντρώνουν άλλες θρησκείες, όπως ο Βουδισμός, ο Ινδουϊσμός, ο Σιχισμός και ο Ιουδαϊσμός. Το υπόλοιπο 23% του πληθυσμού δηλώνει άθεος ή Αγνωστικιστής.

Το γεγονός ότι ο Χριστιανισμός αποτελεί πυλώνα της Ευρώπης αποτελεί η δήλωση του Προέδρου της Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλου τον Σεπτέμβρη του 2015, ο οποίος ανέφερε σχετικά: «Το αέτωμα της ΕΕ στηρίζεται σε τρεις πυλώνες: στην αρχαία Ελλάδα, με το πνεύμα και την ελευθερία, στη Ρώμη που αποτελεί τη βάση του κρατικού οικοδομήματος, και στο χριστιανισμό που είναι η βάση της αλληλεγγύης».

Ο ρόλος της ΕΕ στον τομέα της εκπαίδευσης είναι περιορισμένος στην υποστήριξη και ενθάρρυνση των πολιτικών που ασκούν οι εθνικές κυβερνήσεις. Ωστόσο στον τομέα της ανώτατης (πανεπιστημιακής) εκπαίδευσης, η ΕΕ έχει αναλάβει πρωτοβουλίες με τον καταρτισμό προγραμμάτων για την προώθηση και την ενίσχυση της κινητικότητας μεταξύ των φοιτητών των διαφόρων ακαδημαϊκών ιδρυμάτων. Τα προγράμματα αυτά έχουν σχεδιαστεί στοχεύοντας στην ευρύτερη γνωριμία με την κουλτούρα και το εκπαιδευτικού σύστημα των άλλων χωρών, καθώς και στη διάδοση των ορθών πρακτικών εκπαίδευσης και κατάρτισης. Το πιο διαδεδομένο από αυτά είναι το Πρόγραμμα Erasmus, ένα ευρωπαϊκό σύστημα ανταλλαγής φοιτητών το οποίο ξεκίνησε το 1987. Το πρόγραμμα αυτό αποτέλεσε συνώνυμο της φοιτητικής ζωής με εκατομμύρια ακαδημαϊκούς και κολεγιακούς φοιτητές να παίρνουν μέρος από τότε.

Η ΕΕ υποστηρίζει και συντονίζει την επιστημονική και τεχνολογική έρευνα και ανάπτυξη, μέσω πολλών αναπτυξιακών προγραμμάτων. Το ανεξάρτητο Ευρωπαϊκό Ερευνητικό Συμβούλιο διαχειρίζεται τα προγράμματα αυτά και κατανέμει τα κονδύλια της ΕΕ σε ευρωπαϊκά ή εθνικά ερευνητικά κέντρα.

Η ΕΕ προωθεί την εκπαίδευση και κατάρτιση, έχοντας αναπτύξει ένα συγκεκριμένο . Η πολιτική της ΕΕ υποστηρίζει τις δράσεις κάθε χώρας και βοηθά στην αντιμετώπιση κοινών προβλημάτων, όπως , οι  και η .

Η υγειονομική και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στην ΕΕ παρέχεται κυρίως από τα πολυάριθμα συστήματα υγείας που λειτουργούν στα κράτη-μέλη. Τα συστήματα αυτά είναι κυρίως δημόσια, χρηματοδοτούμενα μέσω αντίστοιχης φορολογίας ενώ εξίσου ισχυρή είναι και η παρουσία του ιδιωτικού τομέα ο οποίος εξαρτάται εξ' ολοκλήρου από ιδιωτικά κεφάλαια.

Μέσα στο γενικότερο πλαίσιο συνεργασίας στο οποίο λειτουργεί η ΕΕ και συναισθανόμενη την απαραίτητη παροχή βασικής ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, προσφέρει το δικαίωμα δωρεάν έκδοσης της Ευρωπαϊκής Κάρτας Ασφάλισης Ασθενείας σε όλους τους πολίτες της. Η κάρτα αυτή παρέχει βασική ασφάλιση υγείας στους πολίτες που επισκέπτονται άλλες χώρες της Ένωσης. Έτσι εξασφαλίζεται η άμεση ιατροφαρμακευτική φροντίδα και θεραπεία σε επείγουσες καταστάσεις.

Επίσημος ιστοχώρος της ΕΕ, europa.eu.int, στις επίσημες γλώσσες.

Μερικοί από τους υπο-χώρους:




#Article 17: Κατάλογος κωδικών κλήσεων χωρών (531 words)


Εδώ ένας κατάλογος των κωδικών κλήσεων των χωρών που απαιτούνται για να έχουν πρόσβαση στις διεθνείς τηλεφωνικές υπηρεσίες. Οι αριθμοί τίθενται από την Διεθνή Ένωση Τηλεπικοινωνιών στα πρότυπα E.164. Τα προθέματα επιτρέπουν τη διεθνή άμεση κλήση (IDD) και αναφέρονται επίσης ως κωδικοί διεθνούς κλήσης συνδρομητών (ISD).

Οι κωδικοί χωρών αποτελούν μέρος του διεθνούς τηλεφωνικού αριθμητικού σχεδίου και είναι απαραίτητες μόνο όταν καλείτε έναν αριθμό τηλεφώνου για να πραγματοποιήσετε κλήση σε άλλη χώρα. Οι κωδικοί χωρών καλούνται πριν από τον εθνικό τηλεφωνικό αριθμό. Κατά σύμβαση, οι διεθνείς αριθμοί τηλεφώνου αντιπροσωπεύονται από την προσθήκη του κωδικού χώρας με ένα σύμβολο συν (+), το οποίο επίσης υποδεικνύει στον συνδρομητή ότι πρέπει πρώτα να καλείται το τοπικό διεθνές πρόθεμα κλήσης. Για παράδειγμα, το διεθνές πρόθεμα κλήσης σε όλες τις χώρες που ανήκουν στο Βορειοαμερικανικό Πρόγραμμα Αριθμοδότησης είναι 011, ενώ είναι το 00 στις περισσότερες ευρωπαϊκές, ασιατικές και αφρικανικές χώρες. Σε δίκτυα GSM (κυψελοειδή), το πρόθεμα μπορεί να εισαχθεί αυτόματα όταν ο χρήστης προθέτει έναν αριθμό κλήσης με το σύμβολο συν.

Περιοχές μέσα στην Περιοχή Σχεδίου Αριθμοδότησης Βορείου Αμερικής (NANPA) έχουν οριστεί με κωδικούς περιοχής σαν να βρίσκονταν εντός των Ηνωμένων Πολιτειών και του Καναδά. Οι παρακάτω κωδικοί με μορφή +1-XXX αντιπροσωπεύουν κωδικό περιοχής εντός του NANPA (+1) - Όχι ξεχωριστό κωδικό χώρας. Για παράδειγμα ο κωδικός χώρας του Γκουάμ είναι +1 ακολουθούμενος από τον κωδικό περιοχής 671 - όχι +671.

Περιλαμβάνει γεωγραφικά τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και τις κτήσεις της, τον Καναδά, και πολλά έθνη της Καραϊβικής που μοιράζονται τεχνικά το διεθνές χώρα κώδικα 1, με κάθε κράτος (ή μέρη των κρατών), επαρχία, έδαφος, ή νησί απέκτησε το δικό του τριψήφιο κωδικό περιοχής. Η παρακάτω λίστα περιλαμβάνει τους κωδικούς περιοχής για τις εν λόγω χώρες εκτός των ΗΠΑ και του Καναδά, καθώς και εκείνες των κτήσεων των ΗΠΑ έξω από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

(Περιλαμβάνει γεωγραφικά ολόκληρη την Αφρική και τέσσερις ακόμη χώρες που βρίσκονται γεωγραφικά σε άλλες ηπείρους: Αρούμπα, Βρετανικό Έδαφος Ινδικού Ωκεανού, Γροιλανδία και Νησιά Φερόες.)

Περιλαμβάνει γεωγραφικά ολόκληρη την Ευρώπη (εκτός από την Ρωσία και τις Νήσους Φερόε), και διηπειρωτικά κράτη, όπως η Αρμενία και η Κύπρος, αν και το μεγαλύτερο μέρος του εδάφους τους είναι γεωγραφικά εκτός της ηπειρωτικής Ευρώπης (ανήκει στην Ασία).

Περιλαμβάνει γεωγραφικά την Κεντρική και Νότια Αμερική, από τις οποίες τα περισσότερα κράτη είναι ισπανόφωνα και ορισμένες ακόμη χώρες της Βόρειας Αμερικής και της Καραϊβικής.

Περιλαμβάνει γεωγραφικά σχεδόν ολόκληρη την Ωκεανία και ορισμένες ακόμη χώρες που βρίσκονται γεωγραφικά στην Ασία: Ανατολικό Τιμόρ, Μαλαισία, Μπρουνέι, Σιγκαπούρη, Φιλιππίνες και Ταϊλάνδη. Η Ινδονησία είναι διηπειρωτική χώρα, και ανήκει γεωγραφικά κατά το μεγαλύτερο μέρος της στην Ασία.

Σήμερα ο Σοβιετικός κωδικός κλήσεων +7 χρησιμοποιείται αποκλειστικά από την Ρωσία και το Καζακστάν. Ανάμεσα στο 1993 και το 1997, πολλές από τις νέες ανεξάρτητες δημοκρατίες δημιούργησαν τους δικούς τους κωδικούς κλήσεων όπως η Λευκορωσία (+375) και η Ουκρανία (+380). (βλέπε πάνω Ζώνες 3  4 - Ευρώπη).

Περιλαμβάνει γεωγραφικά ορισμένες χώρες της Ανατολικής Ασίας (Ιαπωνία, Βιετνάμ, Κίνα, Καμπότζη, Λάος, Νότια Κορέα, Μπαγκλαντές κ.α.) και φάσμα διεθνών τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών.

Περιλαμβάνει γεωγραφικά την Μέση Ανατολή, την Κεντρική Ασία (εκτός του Καζακστάν), το Αφγανιστάν, το Ιράν, την Μογγολία, μεγάλο μέρος της Ινδικής Υποηπείρου (Ινδία, Πακιστάν, Νεπάλ, Μπουτάν και Σρι Λάνκα) και μεγάλο μέρος της Καυκασίας (Αζερμπαϊτζάν και Γεωργία).




#Article 18: Μουσική (1897 words)


Ως μουσική ορίζεται η τέχνη που βασίζεται στην οργάνωση ήχων με σκοπό τη σύνθεση, εκτέλεση και ακρόαση/λήψη ενός έργου. Με τον όρο  μουσική εννοείται επίσης και το σύνολο ήχων από το οποίο απαρτίζεται ένα μουσικό κομμάτι. Το Oxford Universal Dictionary δίνει τον παρακάτω ορισμό: «μία«μία από τις καλές τέχνες που ασχολείται με το συνδυασμό ήχων με σκοπό την ομορφιά της μορφής και της έκφρασης της σκέψης ή συναισθήματος».  Η παγκόσμια ημέρα μουσικής καθιερώθηκε το 1982 με πρωτοβουλία του τότε Γάλλου υπουργού πολιτισμού Jack Lang  και υπό την αιγίδα του δήμου του Παρισιού. Γιορτάζεται στις 21 Ιουνίου 

Γνωστή και ως Απολλώνια Τέχνη, η μουσική παίρνει το όνομά της από τις εννέα Μούσες της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας. Καθ' αυτή την έννοια, η μουσική διέφερε σημασιολογικά της σημερινής χρήσης του όρου, και περιελάβανε το σύνολο των τεχνών που βρίσκονταν υπό την προστασία των Μουσών. Στην Αρχαία Ελλάδα, ο όρος μουσική εννοούσε την Ποίηση, το Μέλος και τον Χορό ως μια αδιάσπαστη ενότητα τεχνών η οποία καλλιεργήθηκε ιδιαίτερα στο Θέατρο, ενώ τη θεωρία της Μουσικής εξέφραζε ο κλάδος της Αρμονικής. Ο διαχωρισμός αυτός υιοθετήθηκε και αναπτύχθηκε από τον δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό. Έτσι σήμερα μπορούμε να πούμε ότι η μουσική ως τέχνη, έρχεται να καλύψει την ανάγκη του ανθρώπου να εκφράσει με τους ήχους, τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις ψυχικές του καταστάσεις. 

Τόσο ο ορισμός της μουσικής, όσο και σχετικά με τη μουσική θέματα όπως η εκτέλεση, η σύνθεση και η σπουδαιότητά της, διαφέρουν από πολιτισμό σε πολιτισμό και ανάλογα με το κοινωνικό πλαίσιο. Η ερώτηση 'τι είναι μουσική;' έχει γίνει θέμα συζητήσεων - μεταξύ λογίων και μη -, έχει δεχτεί πληθώρα απαντήσεων, όμως καμία δεν ερμηνεύει το φαινόμενο της εν λόγω τέχνης σε καθολικό, διαπολιτισμικό επίπεδο. Μεταξύ άλλων, λεξικοί ορισμοί ορίζουν τη μουσική ως 'τέχνη και επιστήμη των ήχων' ενώ το Βρετανικό Λεξικό της Οξφόρδης εξηγεί πως πρόκειται για μια από τις καλές τέχνες που ασχολείται με το συνδυασμό ήχων με σκοπό την ομορφιά ως προς τη φόρμα και την έκφραση των σκέψεων και συναισθημάτων.  Ωστόσο, ο Αμερικανός εθνομουσικολόγος Μπρούνο Νετλ αναφέρει πως πολύ λίγοι λαοί έχουν έννοιες αντίστοιχες με αυτή της Ευρωπαϊκής 'μουσικής'.

Η μουσική χρονολογεί και εξελίσσει την ιστορία της ως παράλληλη μ' εκείνη της Γλώσσας, κατ' ουσίαν ως παράλληλη με την ανθρώπινη εξέλιξη. Καθώς ο έναρθρος λόγος ως ηχητικό μέσο δεν δύναται να αποδώσει το φάσμα των αποχρώσεων των κειμενικών, προσωπικών ανθρώπινων σκέψεων και συναισθημάτων ο άνθρωπος ανέπτυξε ένα νέο ηχητικό μέσο έκφρασης: τον Μουσικό Λόγο. Καθώς η Γλώσσα χρησιμοποιείται στην έκφραση παραστάσεων και εννοιών, στην ονομασία των πραγμάτων, έτσι, και η Μουσική, αποδεικνύεται ως απαραίτητη ανάγκη της ζωής στη διερμηνεία της ανθρώπινης ύπαρξης στο σύνολο των εκφάνσεων της. 

Εικασίες για τη μουσική αυτής της εποχής βασίζονται σε ευρήματα που προέρχονται από διάφορους παλαιολιθικούς αρχαιολογικούς χώρους, όπως οστά με επιμήκεις τρύπες - αυτά έχουν θεωρηθεί ως αυλοί που παίζονται με τρόπο παρόμοιο με αυτό του Ιαπωνικού οργάνου shakuhachi. Μουσικά όργανα, όπως αυλοί με επτά τρύπες και έγχορδα όργανα έχουν βρεθεί σε αρχαιολογικούς χώρους του πολιτισμού της κοιλάδας Ίντους. Η Ινδία έχει μία από τις παλαιότερες μουσικές παραδόσεις του κόσμου - αναφορές στην ινδική κλασσική μουσική (μάργκα) μπορούν να βρεθούν σε αρχαίες ιερές γραφές της Ινδουιστικής παράδοσης. Οι αρχαιότερες συλλογές προϊστορικών μουσικών οργάνων έχουν βρεθεί στην Κίνα και χρονολογούνται μεταξύ των 7000 και 6600 π.Χ.

Κατά την αρχαϊκή και κλασική εποχή, ο όρος μουσική εννοούσε τον μουσικά προκαθορισμένο στίχο, όπως εμφανιζόταν στα διάφορα ποιητικά είδη και κυρίως στη λυρική ποίηση. Με τη σημερινή σημασία του όρου, η ενότητα μουσικής και λόγου άρχισε να κλονίζεται κατά το δεύτερο μισό του 5ου αιώνα π.Χ. και σε αυτό συνέτειναν διάφοροι παράγοντες όπως η εισαγωγή καινοτομιών στη σύνθεση του μέλους, η εκτεταμένη ανάπτυξη της δεξιοτεχνικής οργανικής εκτέλεσης, οι μεταβολές στον τρόπο εκφοράς της γλώσσας και η μετέπειτα απώλεια της προσωδίας της.

Η μουσική της Αρχαίας Ελλάδας ήταν ένα μείζον κομμάτι του αρχαιοελληνικού θεάτρου - μεικτές χορωδίες τραγουδούσαν για διασκεδαστικά, εορταστικά και πνευματικά δρώμενα. Χρησιμοποιούνταν μουσικά όργανα όπως, μεταξύ άλλων, ο αυλός, η λύρα, και ιδιαίτερα η κιθάρα. Η μουσική ήταν σημαντικό μέρος της αρχαιοελληνικής παιδείας, όπου τα αγόρια ξεκινούσαν μουσικές σπουδές από έξι χρονών. Η αρχαιοελληνική μουσική θεωρία περιελάμβανε τους τρόπους, οι οποίοι αποτέλεσαν βάση για τη δυτική θρησκευτική και κλασσική μουσική, κι επίσης χρησιμοποιούνται εκτενώς στη τζαζ. Αργότερα, η αρχαιοελληνική μουσική δέχτηκε επιρροές από τη Ρωμαϊκή και Βυζαντινή αυτοκρατορία, καθώς και από τη μουσική της ανατολικής Ευρώπης.

Η Ινδική κλασσική μουσική είναι μια από τις παλαιότερες μουσικές παραδόσεις του κόσμου. Από τον πολιτισμό της κοιλάδας Ίντους (Indus) έχουν διασωθεί γλυπτά που αναδεικνύουν χορευτικές δραστηριότητες, καθώς και μουσικά όργανα όπως το φλάουτο με επτά τρύπες. Διαφόρων ειδών έγχορδα όργανα και τύμπανα έχουν βρεθεί σε ανασκαφές που έχουν γίνει στα Harrapa και Mohenjo Daro από τον Μόρτιμερ Ουίλερ. Το ιερό κείμενο Rigveda περιέχει στοιχεία που βρίσκονται στη σημερινή Ινδική μουσική, με μουσική σημειογραφία που υποδηλώνει το μέτρο και τον τρόπο της ψαλμωδίας. Η Ινδική κλασσική μουσική (ή μάργκα) είναι μονοφωνική και βασίζεται σε μια μελωδική γραμμή - ή ράγκα - που οργανώνεται ρυθμικά μέσω των τάλα. Η ινδουιστική μουσική επηρεάστηκε από περσικές πρακτικές εκτέλεσης των Αφγανών Mughal.

Η Κινέζικη κλασσική μουσική - η παραδοσιακή τέχνη ή αλλιώς αυλική μουσική της Κίνας - έχει ιστορία με εύρος περίπου τριών χιλιάδων χρόνων. Περιλαμβάνει αυτούσια συστήματα μουσικής σημειογραφίας, μουσικές τονικότητες και τονικά ύψη, όργανα, μουσικά είδη και στυλ. Η κινέζικη μουσική είναι πεντατονική-διατονική και έχει κλίμακες με δώδεκα φθόγγους, όπως οι αντίστοιχες του δυτικοευρωπαϊκού συστήματος.

Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα (500 – 1400), το μοναδικό ευρωπαϊκό ρεπερτόριο που διασώζεται και χρονολογείται πριν τις αρχές του 8ου αιώνα είναι το μονοφωνικό λειτουργικό τραγούδι της Ρωμαϊκής Καθολικής Εκκλησίας, της οποίας η κύρια παράδοση ονομάζεται Γρηγοριανό Μέλος. Παράλληλα με τις εκκλησιαστικές και ιερές παραδόσεις, υπήρχε μια ζωντανή παράδοση λαϊκών τραγουδιών με μη-θρησκευτικού χαρακτήρα (αγγλ., secular song).

Κατά την Αναγεννησιακή περίοδο (1400 - 1600), ένα μεγάλο μέρος της διασωθείσας μουσικής της Ευρώπης του 14ου αιώνα είναι λαϊκά τραγούδια. Από τα μέσα του 15ου αιώνα, η πολυφωνία χρησιμοποιούταν από συνθέτες και τραγουδιστές σε θρησκευτικές συνθέσεις. Διακεκριμένοι συνθέτες της περιόδου θεωρούνται οι Παλεστρίνα, Τόμας Μόρλεϋ (Thomas Morley) και Ορλάντο ντι Λάσσο.

Τον ενδέκατο αιώνα, ο Βενεδικτίνος μοναχός Γκουίντο ντ' Αρέτσο,(Guido d'Arezzo,(995 - 1050) καθιέρωσε ένα σύστημα καταγραφής της μουσικής, βασιζόμενο σε οριζόντιες γραμμές και τετράγωνα σύμβολα τα οποία σημείωναν τη σχέση της εκάστοτε νότας με μια κεντρική. Το σύστημα αυτό θεωρείται ως ο πρόδρομος του πενταγράμμου που επικρατεί στη Δυτική μουσική σημειογραφία μέχρι σήμερα.

Στη δυτική Ευρώπη, η μουσική εξελίχθηκε από τη μονοφωνία ως την πολυφωνία και την ομοφωνία, από την εξάρτησή της στο ποιητικό - κυρίως θρησκευτικού αρχικά περιεχομένου - κείμενο, έως την ανεξαρτητοποίηση της από τη γλώσσα μέσω της ενόργανης μουσικής, από τις πρώτες προσπάθειες για δημιουργία ενός ορθολογικού συστήματος σημειογραφίας από τον Βοήθιο κατά τον 5ο αιώνα, μέχρι την τονική μουσική και από εκεί στην ατονικότητα στις αρχές του 20ου αιώνα. Στον δυτικοευρωπαϊκό χώρο επινοήθηκε επίσης και τελειοποιήθηκε σειρά από συστήματα Μουσικής Σύνθεσης, όπως η Αντίστιξη ή Κοντραπούντο, η Φούγκα, η Αρμονία, ο Δωδεκαφθογγισμός ή Σειραϊσμός.

Τα μουσικά όργανα είναι μηχανικές κατασκευές που αποσκοπούν πρωτίστως στη δημιουργία ήχων. Τα μουσικά όργανα κατηγοριοποιούνται με διάφορους τρόπους, όπως ανάλογα με τη μέθοδο παραγωγής ήχου (χορδόφωνα, μεμβρανόφωνα, αερόφωνα), είτε με τον τρόπο παιξίματος (κρουστά, πνευστά, νυκτά) είτε  βάσει του υλικού κατασκευής (ξύλινα, χάλκινα κλπ).  Υπάρχουν πολλές μέθοδοι κατηγοριοποίησης, με πιο διαδεδομένη αυτή των Χόρνμποστελ και Σακς () . Κριτήρια της κατηγοριοποίησης των οργάνων με αυτή την μέθοδο, είναι, πρωτίστως, ο τρόπος παραγωγής του ήχου και, δευτερευόντως, ο τρόπος παιξίματος και η κατασκευή του οργάνου.

Οι πέντε βασικές κατηγορίες οργάνων κατά Χόρνμποστελ και Σακς, είναι οι εξής:

Στα ιδιόφωνα (αυτόφωνα) (ομάδα κρουστών) ο ήχος παράγεται μέσω της δόνησης του ίδιου του σώματός τους λ.χ. μεταλλόφωνο

Τα μεμβρανόφωνα (ομάδα κρουστών) φέρουν στρογγυλές μεμβράνες προς κρούση λ.χ. τύμπανο

Στα χορδόφωνα ο ήχος δημιουργείται θέτοντας τεντωμένες χορδές σε ταλάντωση, λ.χ. βιολοντσέλο
Χωρίζονται σε τέσσερις επιμέρους κατηγορίες, βάση του τρόπου παιξίματος τους:

Στα αερόφωνα ο ήχος δημιουργείται από αέρα που ταξιδεύει μέσα σε όργανο με σωληνοειδές σχήμα, π.χ. κλαρινέτο.

Τα ηλεκτρόφωνα παράγουν ήχο μέσω ηλεκτρονικού κυκλώματος λ.χ. συνθετητές.

Ο κλάδος της μουσικής επιστήμης που ασχολείται με τη μελέτη των μουσικών οργάνων ονομάζεται οργανολογία.

Υπό τις ως άνω θεωρήσεις, τα ηχητικά στοιχεία γίνονται μουσική μόνον χάρη στην οργάνωσή τους από κάποιον άνθρωπο  να αποφασίσει ως προς την οργάνωση κάποιων συγκεκριμένων ή μη ήχων που θα επιλέξει, μέσα σε ένα δεδομένο χρονικό διάστημα.

Ο τρόπος με τον οποίον οργανώνει ο άνθρωπος το ηχητικό υλικό ούτως ώστε να παραγάγει μουσική, εξαρτάται από την αλληλεπίδρασή του με το φυσικό, κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον, από φυσικούς νόμους όπως η συμμετρία, η περιοδικότητα, η επανάληψη, η ταλάντευση, η ηχώ, και πιθανόν από ποικίλους άλλους αστάθμητους παράγοντες.

Η μουσική γίνεται αντιληπτή μέσω της ακοής, η οποία εκτείνεται στον άνθρωπο από τα 20 έως και 20.000 (Hertz). Αυτό σημαίνει πως ένας συνθέτης έχει στη διάθεσή του για τη σύνθεση ενός κομματιού, ήχους που ταλαντώνονται σε συχνότητες εντός αυτού του φάσματος.

Δεν λείπουν, ωστόσο, και κομμάτια μουσικής που χρησιμοποιούν υπέρηχους (άνω των 20 KHz) αλλά και υπόηχους (κάτω των 20 Hz) - ειδικά οι δε γίνονται αισθητοί με το σώμα του ακροατή και χρησιμοποιούνται πολύ συχνά σε σύγχρονα κομμάτια ηλεκτρονικής χορευτικής μουσικής.

Η στενή σχέση που είχε και διατηρεί ο άνθρωπος με τη μουσική επιβεβαιώνεται από το πλήθος καταγεγραμμένων ιστορικά συνθέσεων που εκφράζουν την κάθε περίσταση της ζωής: θρησκευτικοί ύμνοι, χοροί, τραγούδια φυσιολατρικού περιεχομένου, μοιρολόγια, νανουρίσματα, εμβατήρια, πολιτικά τραγούδια, τραγούδια της τάβλας, του γλεντιού, αναφερόμενα στις χαρές και στις λύπες από τη γέννηση ως το θάνατο του ανθρώπου, έως μνημειώδη παγκόσμια έργα υψηλής διανοητικής σύλληψης. Την αξία της Μουσικής αντελήφθησαν και εξύμνησαν μεγαλοφυΐες του πνεύματος όπως ο Σωκράτης, ο Πλάτωνας, ο Πυθαγόρας, ο Ρομαίν Ρολάν, ο Καρτέσιος, ο Γκαίτε, ο Μπετόβεν, ο Βάγκνερ, ο Στραβίνσκι κ.α., καθώς φυσικά και οι λαοί μέσω της παραδοσιακής τους τραγουδοποιίας. Ενώ προαπαιτείται η κατάκτηση ειδικών γνώσεων προκειμένου να μελετηθεί, να αναλυθεί και, κατ' επέκταση, να κατανοηθεί ένα μουσικό έργο, εντούτοις, το μόνο που χρειάζεται για την αισθητική απόλαυσή της είναι η διάθεση για ακρόασή του. Η τέρψη αυτή που εξάγει ο ακροατής από το μουσικό έργο εξαρτάται, σε μεγάλο βαθμό, από τον μουσικό και ευρύτερο καλλιτεχνικό πολιτισμό της ιδιαίτερης καταγωγής και διαμονής του καθώς και από τα μουσικά ύφη και είδη με τα οποία είναι προσωπικά εξοικειωμένος. Δύο ακροατές με διαφορετικό μουσικό και πολιτισμικό υπόβαθρο, επί παραδείγματι ένας Γερμανός και ένας Ινδός, θεωρείται δύσκολο να εξάγουν τα ίδια αισθητικά συμπεράσματα ακούγοντας την 9η Συμφωνία του Μπετόβεν ή μια ινδική ράγκα. 

Ως τέχνη, η μουσική δεν ανήκει πλέον μόνο σε υψηλά κοινωνικά στρώματα. Κάθε άνθρωπος μπορεί και δικαιούται να αναπτύξει το μουσικό του αισθητήριο αρκεί, να στρέψει το ενδιαφέρον του και να αφιερώσει τον απαιτούμενο χρόνο και διάθεση να ακούσει συγκεντρωμένος μια απ' τις σπουδαιότερες κατακτήσεις της ανθρώπινης εξέλιξης, τη Μουσική.

Η μουσική εκπαίδευση, τόσο στο περιεχόμενό της όσο και στον τρόπο διδασκαλίας, ποικίλει ευρέως σε μορφή - από ιδιαίτερα μαθήματα, βιβλία και μεθόδους, μέχρι πανεπιστημιακές σπουδές και διαδικτυακά σεμινάρια, ο ενδιαφερόμενος έχει στη διάθεσή του μια πληθώρα επιλογών.

Ενδεικτικά, ορισμένοι πανεπιστημιακοί κλάδοι της μουσικής επιστήμης είναι οι:

Αναφέρεται στη σχέση που έχει η μουσική με ορισμένους τομείς της τεχνολογίας. Η πιο συνηθισμένη σχέση όταν μιλάμε για μουσική τεχνολογία είναι η χρήση των υπολογιστών. Από τις πολλές εφαρμογές των ηλεκτρονικών υπολογιστών στη μουσική ξεχωρίζουν οι παρακάτω: σύνθεση έργων, δημιουργία καινούριων ηχοχρωμάτων, επεξεργασία πληροφοριών, επεξεργασία ηχητικού υλικού, επεξεργασία γραφών και εκτύπωση.

Ενδεικτικά, ορισμένες υπολογιστικές εφαρμογές παρατίθενται παρακάτω με βάση τη λειτουργία τους:

Michels, Ulrich: Άτλας της Μουσικής, εκδ. Φίλιππος Νάκας, 2000-2001, σελ. 25




#Article 19: Ελληνικός κινηματογράφος (5345 words)


Ο ελληνικός κινηματογράφος  περιλαμβάνει ταινίες γυρισμένες στην Ελλάδα, από Έλληνες ή ξένους σκηνοθέτες. Χρονολογικά αλλά και υφολογικά, διακρίνεται στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο (μέχρι τη δεκαετία του 1960), το νέο ελληνικό κινηματογράφο (δεκαετίες του 1970 και 1980) και τον σύγχρονο (1990 και μετά).

Οι πρώτες απόπειρες έγιναν στις αρχές του 20ού αιώνα και στη διάρκεια του Μεσοπολέμου εμφανίστηκαν οι πρώτες ώριμες ταινίες, όπως η Δάφνις και Χλόη (1931). Κατά την περίοδο 1955-1967, στη λεγόμενη «Χρυσή Εποχή», γυρίστηκαν μερικές από τις γνωστότερες ταινίες, συμπεριλαμβανομένων των Στέλλα (1955) του Μιχάλη Κακογιάννη, Ιστορία μιας κάλπικης λίρας (1955) του Γιώργου Τζαβέλλα, Ο Δράκος (1956) του Νίκου Κούνδουρου, Ποτέ την Κυριακή (1960) του Ζυλ Ντασέν, Τα Κόκκινα Φανάρια (1963) του Βασίλη Γεωργιάδη και των κωμωδιών του Αλέκου Σακελλάριου (Ο Ηλίας του 16ου – 1959, Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο – 1959, Τα κίτρινα γάντια – 1960 κ.ά.).

Εν μέσω της δικτατορίας των ετών 1967-1974, το εμπορικό σινεμά των προηγούμενων ετών παρήκμασε και ταυτόχρονα εμφανίστηκε το ρεύμα του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου, που αναζωογόνησε τη σκηνή με την Μεταπολίτευση. Κεντρικές μορφές αυτής της περιόδου είναι ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, ίσως ο πλέον καταξιωμένος Έλληνας σκηνοθέτης, ο Αλέξης Δαμιανός, ο Παντελής Βούλγαρης και ο Νίκος Νικολαϊδης. Σύντομα όμως, η τάση για πιο καλλιτεχνικές ταινίες μείωσε δραματικά το ενδιαφέρον του κοινού. Στα φιλμ που ξεχώρισαν τη δεκαετία του 1980 ανήκουν τα Ρεμπέτικο (1983) και Λούφα και παραλλαγή (1984) των Κώστα Φέρρη και Νίκου Περάκη αντίστοιχα.  

Η δεκαετία του 1990 σημαδεύτηκε τόσο από τη βράβευση του Θόδωρου Αγγελόπουλου στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών για την ταινία Μία αιωνιότητα και μία μέρα (1998), όσο και από την τεράστια εισπρακτική επιτυχία του Safe Sex (1999) των Μιχάλη Ρέππα και Θανάση Παπαθανασίου. Λίγα χρόνια αργότερα ξεχώρισαν πολλοί νέοι σκηνοθέτες, όπως ο Γιάννης Οικονομίδης με το Σπιρτόκουτο (2002) και ο Τάσος Μπουλμέτης με την Πολίτικη κουζίνα (2003). Στα τέλη της δεκαετίας του 2000 δημιουργήθηκε το Greek Weird Wave, που εκπροσωπείται από τα διεθνώς αναγνωρισμένα Κυνόδοντας (2009) του Γιώργου Λάνθιμου, Attenberg (2010) της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγγάρη και Miss Violence (2013) του Αλέξανδρου Αβρανά.

Η πρώτη κινηματογραφική προβολή σε ελληνικό έδαφος πραγματοποιήθηκε στις 29 Νοεμβρίου 1896 στην Αθήνα, από τον Αλεξάντρ Προμιό, εκπρόσωπο των αδελφών Λυμιέρ. Οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης, τότε ακόμα υπό Οθωμανική κατοχή, ήρθαν σε επαφή με το νέο αυτό μέσο τον Ιούλιο του 1897, ενώ τον Ιούλιο του 1900 οργανώθηκαν στη Σύρο οι πρώτες τακτικές προβολές.Οι πρώτες κινηματογραφικές λήψεις στον ελλαδικό χώρο θεωρούνται εκείνες που πραγματοποίησαν κατά τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 ο Βρετανός δημοσιογράφος Φρέντρικ Βίλλιερς και ο καινοτόμος Γάλλος κινηματογραφιστής Ζωρζ Μελιές. Στις αρχές του 1900 εμφανίστηκαν και οι πρώτοι Έλληνες κινηματογραφιστές. Επρόκειτο για τους Γιαννάκη και Μίλτο Μανάκη, οι οποίοι αρχής γενομένης το 1905 κατέγραφαν τη ζωή καθημερινών ανθρώπων από την ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας και σήμερα θεωρούνται πρωτοπόροι του σινεμά στα Βαλκάνια. Πάντως, οι πρώτες τεκμηριωμένες κινηματογραφικές λήψεις εντός του τότε ελληνικού κράτους είναι αυτές που έγιναν στη Μεσολυμπιάδα του 1906, από τον Λεόν ή Λεόνς, πιθανότατα αντιπρόσωπο γαλλικών κινηματογραφιστικών εταιρειών. Ακολούθως, ο ουγγρικής καταγωγής Γιόζεφ Χεπ γύρισε τις ταινίες Η εορτή του Βασιλέως Γεωργίου Α΄ (1907), Η επιστροφή του διαδόχου Κωνσταντίνου (1908) και Από τη ζωή των μικρών πριγκίπων (1911), όλες με θέμα τη ζωή της βασιλικής οικογένειας.

Το 1910 ιδρύθηκε η Αθήνη, η πρώτη εταιρεία παραγωγής. Από αυτήν γυρίστηκαν οι μικρού μήκους κωμωδίες Κβο Βάντις Σπυριντιών (1911), Ο Σπυριντιών χαμαιλέων (1911), Ο Σπυριντιών μπέμπης (1911) και Οι δύο τυχεροί (1914), με πρωταγωνιστή τον Σπυρίδωνα Δημητρακόπουλο. Το 1914 ο Κωνσταντίνος Μπαχατώρης γύρισε το κωμειδύλλιο Γκόλφω, που αποτελεί την πρώτη ελληνική μεγάλου μήκους ταινία. Η προβολή της χαρακτηρίστηκε από την εφημερίδα Εστία «πολύ επιτυχής» και έκανε ιδιαίτερα δημοφιλή τα βουκολικά δράματα. Άλλες αξιοπρόσεκτες ταινίες της εποχής αυτής είναι οι Η κερένια κούκλα (1916) του Μιχάλη Γλυτσού, βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Κωνταντίνου Χρηστομάνου, Η προίκα της Αννούλας (1918) του Δήμου Βρατσάνου και η μικρού μήκους κωμωδία Ο Βιλλάρ στα γυναικεία λουτρά του Φαλήρου (1920) του Γιόζεφ Χεπ, που γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία.

Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ανέκοψε την εξέλιξη του ελληνικού κινηματογράφου, αν και γυρίστηκαν σημαντικά ντοκιμαντέρ από τους Αχιλλέα Μαδρά, Γεώργιο Προκοπίου και Δημήτριο Γαζιάδη, με θέμα τον πόλεμο και την Μικρασιατική εκστρατεία. Σταδιακά, ωστόσο, η παραγωγή ολοένα και αυξανόταν. Στα πρώτα χρόνια του Μεσοπολέμου, μεγάλη εισπρακτική επιτυχία είχαν το μελόδραμα Της μοίρας τ' αποπαίδι (1925) του Δήμου Βρατσάνου και οι σύντομες κωμωδίες στις οποίες πρωταγωνιστούσε ο Μιχαήλ Μιχαήλ (Ο Γάμος του Μιχαήλ και της Κοντσέττας – 1923, Ο Μιχαήλ δεν έχει ψιλά – 1923, Το όνειρο του Μιχαήλ – 1923 κ.ά.). Γνωστός ως ο «Έλληνας Τσάρλι Τσάπλιν», ο Μιχαήλ Μιχαήλ αποτέλεσε ίσως τον πρώτο σταρ του ελληνικού σινεμά. Γενικά, το διάστημα μέχρι το 1926 θεωρείται μια μεταβατική περίοδος για το ελληνικό σινεμά, καθώς η εδαφική επέκταση του κράτους προσέφερε περισσότερες προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης για τους τομείς διανομής και προβολής.

Η κινηματογραφική παραγωγή έφτασε στο απόγειό της την επταετία 1927-1933, όταν δραστηριοποιήθηκαν πολλές εταιρείες παραγωγής (DAG Film, Άστρο Φιλμ, Ακροπόλ Φιλμ, Άγιαξ Φιλμ κ.ά.). Πρόκειται για την πιο παραγωγική περίοδο πριν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς παρουσιάστηκαν 32 ταινίες. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι Έρως και κύματα (1927), η μεγαλύτερη έως τότε εμπορική επιτυχία, Αστέρω (1929), Μαρία Πενταγιώτισσα (1929) Τα Γαλάζια Κεριά (1930), Η μπόρα (1930) και Κοινωνική σαπίλα (1932). Το αριστούργημα της εποχής του βωβού ελληνικού κινηματογράφου θεωρείται το Δάφνις και Χλόη (1931), σε σκηνοθεσία του Ορέστη Λάσκου. Η ταινία αυτή χαρακτηρίζεται από αρκετές τεχνικές καινοτομίες και περιέχει την πρώτη σκηνή γυμνού στην ιστορία του ευρωπαϊκού κινηματογράφου.

Παράλληλα με τις βωβές ταινίες, έγιναν και οι πρώτες προσπάθειες για ενσωμάτωση ήχου. Στις ΗΠΑ, η πρώτη ομιλούσα ταινία προβλήθηκε το 1927 και μέχρι το 1930 όλες οι παραγόμενες αμερικανικές ταινίες ήταν ομιλούσες. Μολαταύτα, η απαιτούμενη τεχνολογία άργησε να έρθει στην Ελλάδα. Με τις ταινίες Οι απάχηδες των Αθηνών (1930) και Φίλησέ με Μαρίτσα (1930), η DAG Film των αδελφών Γαζιάδη προσπάθησε να συγχρονίσει την εικόνα με μουσική προερχόμενη από δίσκους γραμμοφώνου. Οι πρώτες ομιλούσες ταινίες, όπως το Λαγιαρνί (1930) και το εξαιρετικά επιτυχημένο Ο Αγαπητικός της βοσκοπούλας (1932), χρειάστηκε να σταλούν σε εργαστήρια του εξωτερικού, καθώς στην Ελλάδα δεν υπήρχε ο κατάλληλος εξοπλισμός.

Η αδυναμία των ελληνικών κινηματογραφικών εταιρειών να ανταγωνιστούν τις αμερικανικές ηχητικές ταινίες, οδήγησε στην κατάρρευση του εγχώριου στερεώματος το 1935. Κατά συνέπεια, οι επόμενες ελληνικές ταινίες (Δόκτωρ Επαμεινώνδας – 1937, Αρραβών μετ' εμποδίων – 1938 κ.ά.) γυρίστηκαν στην Αίγυπτο, όπου υπήρχαν στούντιο με σύγχρονα μηχανήματα. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει Η Προσφυγοπούλα (1938), στην οποία πρωταγωνιστούσε η Σοφία Βέμπο. Πάντως, παρά τα σημαντικά ελαττώματα των ταινιών αυτών, η μεγάλη ζήτηση του ελληνικού κοινού για ομιλούσες ταινίες εξασφάλισε την εμπορική τους επιτυχία.

Το δικτατορικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου, που εγκαθιδρύθηκε το 1936, επέβαλε λογοκρισία και φόρο 70% στα «δημόσια θεάματα». Αυτός ο νόμος αποδυνάμωσε ακόμα περισσότερο τον ελληνικό κινηματογράφο. Το βάρος της παραγωγής έπεσε σε σύντομα ντοκιμαντέρ, που πρόβαλλαν τον Μεταξά ως «Πατέρα του Έθνους» και προπαγάνδιζαν τη δράση της ΕΟΝ. Υπολογίζεται ότι κατά την τετραετία 1936-1941, γυρίστηκαν περίπου 450 τέτοια φιλμ. Το τραγούδι του χωρισμού (1939), σε συμπαραγωγή της Σκούρας Φιλμ και του Φιλοποίμενος Φίνου, ήταν η πρώτη ομιλούσα ταινία με εξ ολοκλήρου επεξεργασία στην Ελλάδα. Πρόκειται για τη μοναδική ταινία που σκηνοθέτησε ο Φιλοποίμην Φίνος, στην οποία μάλιστα πρωταγωνιστούσε ο μετέπειτα διάσημος ηθοποιός Λάμπρος Κωνσταντάρας. Με το γεγονός αυτό κλείνει συμβολικά η περίοδος του πρώιμου ελληνικού κινηματογράφου.

Οι συνθήκες της Κατοχής σχεδόν εκμηδένισαν την παραγωγή, παρότι ορισμένοι κινηματογράφοι, τουλάχιστον τον πρώτο καιρό, συνέχισαν να προβάλλουν ξένες ταινίες. Ο γερμανικός στρατός κατάσχεσε τα στούντιο και τον τεχνικό εξοπλισμό, καταστρέφοντας ουσιαστικά τις εταιρείες παραγωγής.

Το 1943 η νεοϊδρυθείσα τότε Φίνος Φιλμ παρουσίασε την πρώτη κατοχική ταινία, ονόματι Η φωνή της καρδιάς του Δημήτρη Ιωαννόπουλου, στην οποία έπαιζαν μεταξύ άλλων οι Αιμίλιος Βεάκης, Καίτη Πάνου, Δημήτρης Χορν και Λάμπρος Κωνσταντάρας. Πάντως, από τις ελάχιστες ταινίες που γυρίστηκαν το διάστημα αυτό ξεχωρίζουν τα Χειροκροτήματα (1944), με πρωταγωνιστή τον Αττίκ. Τα Χειροκροτήματα ήταν το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Γιώργου Τζαβέλλα, μιας από τις σημαντικότερες μορφές του μεταπολεμικού σινεμά.

Παρά την δυσχερή οικονομική κατάσταση που επικρατούσε στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωση, οι κινηματογραφικές παραγωγές αυξήθηκαν σε μεγάλο βαθμό, καθώς ιδρύθηκαν πολλές νέες εταιρείες (Ανζερβός, Σπέντζος Φιλμ, Μήλλας Φιλμ κ.ά.). Την πρώτη κιόλας μεταπολεμική χρονιά, το 1945, ο Ορέστης Λάσκος σκηνοθέτησε τις Ραγισμένες καρδιές, ένα ρομαντικό δράμα με φόντο τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο. Ήταν η πρώτη από τις πολλές μεταγενέστερες μελοδραματικές και ρομαντικές ταινίες που εκτυλίσσονταν στο εν λόγω ιστορικό πλαίσιο.Ακολούθησαν αρκετά αξιοσημείωτα έργα, μεταξύ των οποίων τα Μαντάμ Σουσού (1948), Μαρίνος Κονταράς (1948), Ο κόκκινος βράχος (1949) και Τελευταία αποστολή (1949), η πρώτη ελληνική ταινία που συμμετείχε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών. Από το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1950 ξεχωρίζουν οι ταινίες Ένα βότσαλο στη λίμνη (1952), Το ξυπόλυτο τάγμα (1953), Σάντα Τσικίτα (1953), Κυριακάτικο ξύπνημα (1954), Μαγική Πόλη (1954) και Το ποντικάκι (1954).

Πάντως οι δύο σημαντικότερες ταινίες αυτής της περιόδου είναι Οι Γερμανοί ξανάρχονται (1948) του Αλέκου Σακελλάριου και Ο Μεθύστακας (1950) του Γιώργου Τζαβέλλα. Η καλλιτεχνική και εισπρακτική τους επιτυχία αποτέλεσε το εναρκτήριο γεγονός για την περαιτέρω εξέλιξη του ελληνικού κινηματογράφου και την είσοδο στην Χρυσή Εποχή του.

Μέσα από όλες αυτές τις ταινίες συστήθηκαν στο κοινό μερικά από τα γνωστότερα ονόματα του χώρου, όπως οι σκηνοθέτες-σεναριογράφοι Μιχάλης Κακογιάννης, Νίκος Τσιφόρος, Γρηγόρης Γρηγορίου και Νίκος Κούνδουρος και οι ηθοποιοί Ορέστης Μακρής, Βασίλης Λογοθετίδης, Βασίλης Διαμαντόπουλος, Ειρήνη Παππά, Διονύσης Παπαγιαννόπουλος, Έλλη Λαμπέτη, Ίλυα Λιβυκού και Αλίκη Βουγιουκλάκη.

Η Χρυσή Εποχή του ελληνικού κινηματογράφου χαρακτηρίζεται από τη συστηματική παραγωγή, διανομή σε βιομηχανική κλίμακα και τη δημιουργία ενός ισχυρού σταρ σύστεμ, βασισμένου σε ξένα πρότυπα. Στο διάστημα αυτό, ιδιαίτερα τη δεκαετία του 1960, η Ελλάδα παρήγαγε τις περισσότερες ταινίες κατά κεφαλήν σε παγκόσμιο επίπεδο ή, κατά άλλους, βρισκόταν στη δεύτερη θέση πίσω από το Μπόλυγουντ. Ο ρυθμός αυξανόταν διαρκώς και από το 1960, όταν προβλήθηκαν 57 ταινίες, ο αριθμός έφτασε τις 196 το 1967. Η Φίνος Φιλμ αναδείχθηκε στη μεγαλύτερη εταιρεία παραγωγής. Οι βασικότεροι ανταγωνιστές της ήταν οι Ανζερβός, κυρίως τη δεκαετία του 1950, Δαμασκηνός-Μιχαηλίδης και Καραγιάννης-Καρατζόπουλος.

Τυπικά, η έναρξη της Χρυσής Εποχής ορίζεται το 1955, όταν προβλήθηκαν τα Ιστορία μιας κάλπικης λίρας και Στέλλα. Η Ιστορία μιας κάλπικης λίρας, σε σκηνοθεσία του Γιώργου Τζαβέλλα, ήταν η πρώτη ελληνική ταινία που είχε τόσο μεγάλη διεθνή απήχηση, αφού προβλήθηκε σε περίβλεπτα φεστιβάλ, όπως αυτά της Βενετίας και του Κάρλοβι Βάρι. Η Στέλλα, η δεύτερη ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη και το ντεμπούτο της Μελίνας Μερκούρη, προκάλεσε επίσης ιδιαίτερη αίσθηση στο εξωτερικό, καθώς προτάθηκε για το Χρυσό Φοίνικα στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών και τιμήθηκε με Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας. Οι επόμενες ταινίες του Κακογιάννη (Το κορίτσι με τα μαύρα – 1956, Το τελευταίο ψέμα – 1958, Ερόικα – 1962, Ηλέκτρα – 1962) διακρίθηκαν επανειλημμένως σε ξένα φεστιβάλ και βραβεία.

Το 1956 προβλήθηκε Ο Δράκος του Νίκου Κούνδουρου, μια ταινία-σταθμός. Αντιμετωπίστηκε με εχθρότητα από κοινό και κριτικούς, αλλά απέσπασε θετικά σχόλια στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας και σήμερα θεωρείται ευρέως ένα από τα αριστουργήματα της ελληνικής κινηματογραφίας. 

Τη δεκαετία του 1960 γυρίστηκαν μερικές από τις διασημότερες συμπαραγωγές με ξένες εταιρείες. Το Ποτέ την Κυριακή (1960) του Ζυλ Ντασέν κέρδισε το Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Τραγουδιού για τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, ενώ η Μελίνα Μερκούρη βραβεύτηκε με το Βραβείο Γυναικείου ρόλου στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών. Το 1964 ο Αλέξης Ζορμπάς του Μιχάλη Κακογιάννη ήταν μια μεγάλη εισπρακτική επιτυχία, επίσης με διακρίσεις στα Όσκαρ. Η συγκεκριμένη ταινία επηρέασε σε μεγάλο βαθμό την εικόνα της Ελλάδας στο εξωτερικό, μια επιρροή που είναι ευδιάκριτη ακόμα και σήμερα.

Αν και στις αρχές της δεκαετίας του 1950 υπήρχε ένα σχετικά ευρύ φάσμα ειδών, με το χρόνο κυριάρχησαν οι κωμωδίες. Παρά την κοινωνική και πολιτιστική τους σημασία, οι περισσότερες από αυτές χαρακτηρίζονται από αφέλεια και τυποποίηση στην αφήγηση.Κεντρικές προσωπικότητες του κωμικού σινεμά αποτέλεσαν οι Αλέκος Σακελλάριος και Γιάννης Δαλιανίδης. Ο Σακελλάριος σκηνοθέτησε και έγραψε, συχνά μαζί με τον Χρήστο Γιαννακόπουλο, πολλές από τις πλέον αγαπητές κωμωδίες της εποχής, συμπεριλαμβανομένων των Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο (1955), Η θεία απ' το Σικάγο (1957), Ο Ηλίας του 16ου (1959), Τα κίτρινα γάντια (1960), Το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο (1960) και Υπάρχει και φιλότιμο (1965). Η φιλμογραφία του Δαλιανίδη περιλαμβάνει πληθώρα γνωστών κωμωδιών (Ζητείται ψεύτης – 1961, Η Χαρτοπαίχτρα – 1964, Φωνάζει ο κλέφτης – 1965 κ.ά.), ενώ κάποιες εξ αυτών (Μερικοί το προτιμούν κρύο... – 1962, Κορίτσια για φίλημα – 1965 κ.ά.) θεωρούνται τα καλύτερα δείγματα εγχώριου μιούζικαλ. Παράλληλα συνέδεσε το όνομά του με τα επιτυχημένα δράματα Ο Κατήφορος (1961) και Νόμος 4000 (1962).

Άλλες δημοφιλείς κωμωδίες είναι οι Της κακομοίρας (1963) του Ντίνου Κατσουρίδη και Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα (1965) του Γιώργου Τζαβέλλα. Ο Ντίνος Δημόπουλος, ασχολήθηκε κυρίως με την κωμωδία (Δεσποινίς διευθυντής – 1964, Μια τρελλή τρελλή οικογένεια – 1966 κ.ά.), όμως σκηνοθέτησε επίσης τις επιτυχημένες δραματικές ταινίες Λόλα (1964), Κοινωνία ώρα μηδέν (1966) και Κατηγορώ τους ανθρώπους (1966).

Παράλληλα, ιδιαίτερα λαοφιλείς αναδείχτηκαν οι μελοδραματικές ταινίες, σαν τον Λουστράκο (1962) της Μαρίας Πλυτά και το Με πόνο και με δάκρυα (1965) του Απόστολου Τεγόπουλου.

Αρκετές ταινίες αυτής της περιόδου υπέστησαν λογοκρισία. Η Συνοικία του όνειρο (1961) του Αλέκου Αλεξανδράκη αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα κατά τη διάρκειά της παραγωγής, αλλά και στην πρεμιέρα, καθώς σύμφωνα με την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, αποτελούσε δυσφήμηση για την εικόνα της χώρας. Ορισμένες σκηνές της ταινίας κόπηκαν, αλλά ακόμα κι έτσι θεωρείται πλέον μια από τις σπουδαιότερες ελληνικές ταινίες. Ο Αδελφός Άννα (1963) του Γρηγόρη Γρηγορίου λογοκρίθηκε λόγω των αναφορών στα θέματα της παιδοφιλίας και της σεξουαλικής κακοποίησης, ενώ το Αμόκ (1963) του Ντίνου Δημόπουλου θεωρήθηκε πολύ τολμηρό, λόγω του σεξουαλικού περιεχομένου ορισμένων σκηνών.
Τα υπόλοιπα είδη τύχαιναν γενικά μικρότερης προσοχής, αν και ορισμένα είχαν αξιοπρόσεκτη παρουσία στο εξωτερικό. Για παράδειγμα, το ιστορικό δράμα Το χώμα βάφτηκε κόκκινο (1966) του Βασίλη Γεωργιάδη προτάθηκε για Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας. Το Κοντσέρτο για πολυβόλα (1967) του Ντίνου Δημόπουλου αποτελεί ένα αξιόλογο πολεμικό δράμα. Όσον αφορά το νουάρ και το θρίλερ έγιναν λίγες, αλλά αξιόλογες προσπάθειες, όπως το Έγκλημα στα παρασκήνια (1960) του Ντίνου Κατσουρίδη, ένα από τα πλέον άρτια ελληνικά νουάρ, ο Εφιάλτης (1961) του Ερρίκου Ανδρέου και Ο θάνατος θα ξανάρθει (1961) του Ερρίκου Θαλασσινού. Ο Φόβος (1966) του Κώστα Μανουσάκη ήταν μια πρωτοποριακή ταινία με στοιχεία θρίλερ, που παρότι προβλήθηκε σε αρκετές χώρες της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής, έμεινε για πολλά χρόνια στην αφάνεια.Ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της δεκαετίας του 1960 ήταν η διοργάνωση της Εβδομάδας Ελληνικού Κινηματογράφου στην Θεσσαλονίκη, που μετεξελίχθηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου. Παρά τα προβλήματα που κατά καιρούς έχει αντιμετωπίσει, η συνεισφορά του στα κινηματογραφικά πράγματα της Ελλάδας, αλλά και των Βαλκανίων γενικότερα, θεωρείται αξιοσημείωτη.

Στα πρώτα χρόνια από την επιβολή της Χούντας των Συνταγματαρχών, ο ελληνικός κινηματογράφος δεν άλλαξε σε μεγάλο βαθμό. Οι  κωμωδίες και τα μιούζικαλ απολάμβαναν της προτίμησης του μεγαλύτερου μέρους του κοινού και τα πρόσωπα που πρωταγωνίστησαν την προηγούμενη περίοδο, συνέχισαν να δημιουργούν επικερδείς ταινίες, όπως οι Κάτι κουρασμένα παλικάρια (1967), Ένας ιππότης για τη Βασούλα (1968), Μια κυρία στα μπουζούκια (1968), Η αρχόντισσα κι ο αλήτης (1968), Η νεράιδα και το παλικάρι (1969), Η θεία μου η χίπισσα (1970) και Μια Ελληνίδα στο χαρέμι (1971).

Η δημοτικότητα του μελοδράματος έφτασε στο απόγειο με τις ταινίες της Κλακ Φιλμ, που χαρακτηρίζονταν από υπερβολικό συναισθηματισμό και έλλειψη πρωτοτυπίας. Η διλογία Ξεριζωμένη γενιά  (1968) και Η Οδύσσεια ενός ξεριζωμένου (1969) με πρωταγωνιστή το Νίκο Ξανθόπουλο, μακράν το διασημότερο ηθοποιό του είδους, ήταν η πλέον επιτυχημένη.

Το δικτατορικό καθεστώς επέβαλε έντονη λογοκρισία και προώθησε ενεργά ταινίες με πατριωτικό και αντικομμουνιστικό περιεχόμενο. Πράγματι, γυρίστηκαν πολυάριθμες ταινίες με θέμα τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, την Αντίσταση (Όχι – 1969, Οι γενναίοι του Βορρά – 1969, Στη Μάχη της Κρήτης – 1970 κ.ά.) και την Επανάσταση του 1821 (Μαντώ Μαυρογένους – 1971, Παπαφλέσσας – 1971 κ.ά.). Το Υπολοχαγός Νατάσσα (1970) του Νίκου Φώσκολου παραμένει έως σήμερα μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του ελληνικού σινεμά. Ο Ελληνοαμερικανός Τζέιμς Πάρις υπήρξε ο παραγωγός των περισσοτέρων, με μεγάλη τεχνική και οικονομική ενίσχυση από τη Χούντα.

Παράλληλα όμως με αυτές, προβλήθηκαν οι Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση (1971) και Θανάση, πάρε τ' όπλο σου (1972) του Ντίνου Κατσουρίδη, που επίσης διαδραματίζονται στα χρόνια της Κατοχής, αλλά έχουν εμφανή αντιφασιστικά μηνύματα. Και οι δύο ταινίες γνώρισαν μεγάλη εισπρακτική και κριτική επιτυχία, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις στη Χούντα, που λογόκρινε την ταινία και προέβαλε εμπόδια στην παραγωγή.

Από τα μέσα του 1960, η παραγωγή των μεγάλων εταιρειών είχε διογκωθεί σε τέτοιο βαθμό, που η μικρή ελληνική αγορά δεν κατάφερε να την στηρίξει. Ελάχιστες ταινίες εξάγονταν και η αύξηση των πωλήσεων ήταν δυσανάλογη με την προσφορά νέων ταινιών, με αποτέλεσμα η μέση θεαματικότητα να πέσει σε ασύμφορα επίπεδα. Επιπροσθέτως, ο κορεσμός ανάγκασε κριτικούς και κοινό να στρέψουν το βλέμμα τους στο σινεμά του εξωτερικού, που παρουσίαζε μεγαλύτερη πρωτοτυπία. Αυτοί οι παράγοντες, μαζί με την είσοδο της τηλεόρασης στα σπίτια, οδήγησαν στην κατάρρευση του συστήματος που κυριαρχούσε μέχρι τότε. Η συνολική παραγωγή μειωνόταν διαρκώς από το 1967 και από τις 196 ταινίες που προβλήθηκαν το έτος αυτό, ο αριθμός είχε πέσει κάτω από τις 100 το 1971. Ομοίως, ο αριθμός των εισιτηρίων έφτασε στην κορυφή το 1968 και μετά ακολούθησε καθοδική πορεία.

Προς το τέλος της Χούντας, οι Αλέκος Σακελλάριος και Γιάννης Δαλιανίδης ήταν ίσως οι πιο επιτυχημένοι σκηνοθέτες των μεγάλων στούντιο, με ταινίες όπως Η κόμησσα της Κέρκυρας (1972), Το κοροϊδάκι της πριγκηπέσσας (1972) και Η Μαρία της σιωπής (1973).

Από το 1970 εμφανίστηκαν οι πρώτες ταινίες που εντάσσονται στον Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο, ο οποίος γενικά χαρακτηρίζεται από την έμφαση στην καλλιτεχνική πτυχή των ταινιών και το πολιτικό περιεχόμενο. Παρά τη λογοκρισία, οι σκηνοθέτες του ρεύματος αυτού κατάφεραν να θίξουν θέματα όπως ο Εμφύλιος Πόλεμος και η πολιτική καταπίεση. 

Το 1970 προβλήθηκε η Αναπαράσταση (1970), η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Διακρίθηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου και σηματοδότησε την έναρξη του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου. Η Ευδοκία (1971) του Αλέξη Δαμιανού είναι επίσης μια από τις σημαντικότερες ταινίες του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου και συγκαταλέγεται στις κορυφαίες του ελληνικού σινεμά γενικώς.

Οι προαναφερθείσες ταινίες, μαζί με τις Μέρες του '36 (1972) του Αγγελόπουλου, Το προξενιό της Άννας (1972) του Παντελή Βούλγαρη, Ιωάννης ο βίαιος (1973) της Τώνιας Μαρκετάκη και Η φόνισσα (1974) του Κώστα Φέρρη, αποτέλεσαν την αιχμή του δόρατος για τη νέα πραγματικότητα του ελληνικού κινηματογράφου.

Ο ενθουσιασμός του κοινού οφειλόταν εν μέρει και στο γεγονός ότι οι νέοι αυτοί σκηνοθέτες ερευνούσαν σημαντικά ζητήματα, αντιμετωπίζοντας παράλληλα τη λογοκρισία της δικτατορίας. Από αισθητικής άποψης, εισήγαγαν νέες γωνίες λήψεις, μείωσαν τη συμμετοχή της μουσικής και μετέφεραν τα γυρίσματα σε εξωτερικούς χώρους. Ο σκηνοθέτης αντικατέστησε τον ηθοποιό ως την κινητήρια δύναμη της ταινίας, ενώ παράλληλα απεικόνισαν πιο σύνθετους χαρακτήρες. Επιπλέον, η νοοτροπία σε ό,τι αφορά την οικονομική πλευρά του σινεμά παραγωγή ήταν διαφορετική. Η χρηματοδότηση γινόταν από μικρές εταιρείες, όπως επίσης και η διανομή. Η επίδραση του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου στο εγχώριο σινεμά αντικατοπτρίζεται και στην παραδοχή του 1970 ως το έτος που διαχωρίζει το «παλιό» και το «καινούργιο» ελληνικό σινεμά.

Η Μεταπολίτευση έφερε ριζικές αλλαγές στο σύνολο της κοινωνίας και αυτό είχε άμεσο αντίκτυπο στην πολιτιστική ζωή της χώρας. Στο χώρο του κινηματογράφου, το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, που είχε ιδρυθεί το 1970, πέρασε στη δικαιοδοσία του Υπουργείου Πολιτισμού και άρχισε να παίζει μεγαλύτερο ρόλο στη χρηματοδότηση των ταινιών. Παρόλα αυτά, η ελευθερία και κατ' επέκταση η κατάργηση της λογοκρισίας, σήμαινε ότι πλέον ήταν πιο δύσκολο για έναν σκηνοθέτη να είναι «τολμηρός». Ταυτόχρονα, η αυξανόμενη διείσδυση της τηλεόρασης στα νοικοκυριά άλλαξε τις ψυχαγωγικές συνήθειες του πληθυσμού, με συνέπεια να μειωθούν δραματικά οι αίθουσες προβολής. Αυτά τα δύο γεγονότα αποδυνάμωσαν μερικώς το καλλιτεχνικό σινεμά της εποχής, που ωστόσο επικράτησε στην εγχώρια σκηνή. 

Ο Θίασος (1975), που διακρίθηκε σε αρκετά διεθνή φεστιβάλ, αποτελεί μια από τις πλέον φημισμένες ταινίες του ελληνικού σινεμά και καθιέρωσε τον Θόδωρο Αγγελόπουλο ως έναν σκηνοθέτη παγκοσμίου φήμης. Οι τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας (1978) του Νίκου Παναγιωτόπουλου, Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα (1979) του Νίκου Νικολαΐδη, Παραγγελιά! (1980) του Παύλου Τάσιου και Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο (1980) του Νίκου Τζίμα αποτελούν ορισμένες άλλες σημαντικές ταινίες της νέας εποχής.

Ως τα μέσα της δεκαετίας του 1970, το αντίβαρο του καλλιτεχνικού σινεμά ήταν οι ερωτικές ταινίες (Μιρέλλα, η σάρκα της ηδονής – 1973, Διεστραμμένοι από την γέννα τους – 1974, Λεσβιακός Αύγουστος – 1974 κ.ά.). Έχοντας ξεκινήσει ήδη από τα τέλη του 1960, το ερωτικό σινεμά γνώρισε αξιοσημείωτη επιτυχία. Προοδευτικά, ο ελληνικός κινηματογράφος γινόταν ολοένα και πιο εσωστρεφής. Ειδικά μετά το 1981, όταν εκλέχθηκε η σοσιαλιστική κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, δινόταν υπέρμετρη έμφαση στην καλλιτεχνική πλευρά των ταινιών και ο εμπορικός κινηματογράφος εξοβελίστηκε. Ωστόσο, πολλές σημαντικές ταινίες προβλήθηκαν αυτή την περίοδο, όπως η Γλυκιά Συμμορία (1983) του Νίκου Νικολαΐδη, Ρεμπέτικο (1983) του Κώστα Φέρρη, Ταξίδι στα Κύθηρα (1984) του Θόδωρου Αγγελόπουλου και Η τιμή της αγάπης (1984) της Τώνιας Μαρκετάκη.
Σε διαφορετική κατηγορία ανήκουν οι χιουμοριστικές ταινίες των Θόδωρου Μαραγκού και Νίκου Περάκη. Ο Μαραγκός με το Μάθε παιδί μου γράμματα (1981), τη μεγαλύτερη επιτυχία της χρονιάς, σατίριζε τα προβλήματα της παιδείας. Η Λούφα και παραλλαγή (1984) του Περάκη ήταν η πιο επικερδής ταινία της δεκαετίας του 1980 και θεωρείται μια από τις πλέον εμβληματικές κωμωδίες του νεότερου ελληνικού κινηματογράφου.

Η γενικευμένη εσωστρέφεια των Ελλήνων σκηνοθετών έκανε τις ταινίες αδιάφορες προς το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού. Αυτή η τάση είχε ως συνέπεια τη μεγάλη μείωση της προσέλευσης του κοινού στις κινηματογραφικές αίθουσες: από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 μέχρι το 1980 είχαν απολέσει το 50% των θεατών. Ο αριθμός των παραγόμενων ταινιών, που πλέον χρηματοδοτούνταν αποκλειστικά από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, επίσης μειωνόταν ραγδαία, με μόλις 20 ταινίες να προβάλλονται το 1989.

Ο κύκλος του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου έκλεισε το 1985 με την ταινία Πέτρινα χρόνια του Παντελή Βούλγαρη, που είχε αξιόλογη πορεία στα ταμεία. Γενικά, ο πολιτικός κινηματογράφος, που κούρασε το κοινό, είχε εκλείψει μέχρι το 1985, δίνοντας τη θέση του σε ταινίες με κοινωνικό περιεχόμενο. Ωστόσο, η άνοδος των ταινιών σε βιντεοκασέτες την περίοδο αυτή είχε ως συνέπεια την επιμήκυνση της απουσίας του κοινού από τους κινηματογράφους. Έτσι, ενώ υπήρξαν σημαντικές ταινίες, πολλές με διακρίσεις σε διεθνές επίπεδο, όπως οι Μανία (1985) του Γιώργου Πανουσόπουλου, Η Φωτογραφία (1986) του Νίκου Παπατάκη, Πρωινή Περίπολος (1987) του Νίκου Νικολαΐδη, Ο Μελισσοκόμος (1986) και Τοπίο στην ομίχλη (1988) του Θόδωρου Αγγελόπουλου, το κοινό αδιαφορούσε.

Μια από τις πιο ανορθόδοξες μορφές του κινηματογράφου αυτής της περιόδου ήταν ο Σταύρος Τορνές. Τα Καρκαλού (1984), Ντανίλο Τρέλες (1986) και Ένας ερωδιός για την Γερμανία (1987) διαφέρουν υφολογικά από τις ταινίες των συγχρόνων του, λόγω του σουρεαλισμού και παραλογισμού που τις διέπουν.

Το διάστημα μεταξύ 1990 και 1994 χαρακτηρίζεται από έντονες αλλαγές κοινωνικοπολιτικές αλλαγές. Η βιομηχανία του κινηματογράφου είχε σχεδόν καταρρεύσει, με το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου να είναι σχεδόν ο αποκλειστικός χρηματοδότης. Η παραγωγή συνέχισε την καθοδική της πορεία και το 1991 βγήκαν μόλις 14 μεγάλου μήκους ταινίες, από τις οποίες ξεχωρίζουν οι Ήσυχες μέρες του Αυγούστου του Παντελή Βούλγαρη και Το Μετέωρο βήμα του πελαργού του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Το 1993, το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, στην προσπάθειά του να αναζωογονήσει το χώρο, οργάνωσε ένα πρόγραμμα χρηματοδότησης για νέους σκηνοθέτες.

Η βραβευμένη ταινία Απ' το χιόνι (1993) του Σωτήρη Γκορίτσα θεωρείται πρόδρομος ενός νέου στυλ στον ελληνικό κινηματογράφο. Άλλες αξιόλογες ταινίες αυτής της τετραετίας είναι οι  (1992) του Νίκου Κούνδουρου, Κρυστάλλινες νύχτες (1992) της Τώνιας Μαρκετάκη, Παρακαλώ γυναίκες, μην κλαίτε (1992) του Σταύρου Τσιώλη, Τα δελφινάκια του Αμβρακικού (1993), η τελευταία ταινία του Ντίνου Δημόπουλου, Η εποχή των δολοφόνων (1993) του Νίκου Γραμματικού, Καβάφης (1994) του Γιάννη Σμαραγδή, Ο κήπος του Θεού (1994) του Τάκη Σπυριδάκη και Τέλος εποχής (1994) του Αντώνη Κόκκινου.

Το 1995 αποτέλεσε έτος-ορόσημο για το ελληνικό σινεμά, λόγω της ταινίας Το βλέμμα του Οδυσσέα του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Λίγα χρόνια αργότερα, η βράβευση του Αγγελόπουλου με τον Χρυσό Φοίνικα για το Μία αιωνιότητα και μία μέρα (1998) αποτέλεσε επίσης ένα καθοριστικό γεγονός για τον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο.
Η πτώση του κομμουνισμού, η μεγάλη εισροή μεταναστών από το πρώην Ανατολικό Μπλοκ και οι μεταβολές στη δημογραφία της χώρας είχαν ολοένα και μεγαλύτερη επίδραση στον ελληνικό κινηματογράφο. Ως εκ τούτου, το ενδιαφέρον μετατοπίστηκε από τη διερεύνηση της νεοελληνικής ιστορίας σε μια ποικίλη θεματολογία (μετανάστευση, ΛΟΑΤ κ.ά.), η οποία αποτυπώθηκε με ρεαλισμό από πολλούς νέους σκηνοθέτες. Όσον αφορά τον οικονομικό τομέα, η χρηματοδότηση γινόταν συχνά από τηλεοπτικά κανάλια και η έλευση των multiplex κινηματογράφων είχε ως αποτέλεσμα την κατακόρυφη αύξηση των εισπράξεων των δημοφιλέστερων ταινιών.Το Από την άκρη της πόλης (1998) του Κωνσταντίνου Γιάνναρη θεωρείται μια ιδιαίτερα σημαντική ταινία, καθώς έθεσε τις βάσεις για ένα νέο είδος αστικού δράματος. Ο Νίκος Γραμματικός μέσα από τους Απόντες (1996) απεικόνισε τις αλλαγές της ελληνικής κοινωνίας στο διάστημα 1986-1994. Στη συνέχεια, με την ταινία Ο βασιλιάς (2002) καταπιάστηκε με ένα από τα κυρίαρχα θέματα της τότε κινηματογραφίας, τη φυγή από την Αθήνα και την επιστροφή στην επαρχία. Το 2002 προβλήθηκε το Σπιρτόκουτο, η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Γιάννη Οικονομίδη. Αυτή, αλλά και Η ψυχή στο στόμα (2006), δίχασαν το κοινό λόγω της πρωτόγνωρης λεκτικής βίας. Παράλληλα, σημειώθηκε ανανέωση της κωμωδίας. Το Βαλκανιζατέρ (1997) του Σωτήρη Γκορίτσα, ένα εύστοχο σχόλιο πάνω στη νεοελληνική πραγματικότητα, ήταν και η πρώτη σύγχρονη ελληνική ταινία που έφτασε σε εξαψήφιο νούμερο εισιτηρίων (περίπου 180.000), ενώ Η εαρινή σύναξις των αγροφυλάκων (1999) του Δήμου Αβδελιώτη βραβεύθηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου. Άξιο αναφοράς είναι και το Ας περιμένουν οι γυναίκες (1998), που τοποθέτησε τον Σταύρο Τσιώλη στους καλύτερους σκηνοθέτες του είδους. 
Ένα πιο εμπορικό είδος κωμωδίας είναι αυτό που συνδέεται με τα Ο οργασμός της αγελάδας (1997) της Όλγας Μαλέα και το Safe Sex (1999) των Μιχάλη Ρέππα και Θανάση Παπαθανασίου, που αναφέρονται στο θέμα της σεξουαλικότητας με έναν άγνωστο για την εποχή τρόπο. Μάλιστα, το Safe Sex υπήρξε μια πρωτοφανής εισπρακτική επιτυχία, καθώς έφτασε το 1,5 εκατομμύριο εισιτήρια. Η επιτυχία του έδωσε ώθηση σε ανάλογου ύφους κωμωδίες, οι οποίες προσέλκυσαν πολλούς θεατές (Ένας κι Ένας – 2000, Στάκαμαν – 2001, Ο καλύτερός μου φίλος – 2001, Το κλάμα βγήκε απ' τον Παράδεισο – 2001 κ.ά.). Το 2005, η  του Νίκου Περάκη ξεπέρασε το 1 εκατομμύριο εισιτήρια. 

Σταδιακά, και οι δραματικές ταινίες έφερναν περισσότερο κόσμο στους κινηματογράφους. Το 2003, η Πολίτικη Κουζίνα του Τάσου Μπουλμετή έσπασε κάθε ρεκόρ, αγγίζοντας το 1,6 εκατομμύριο εισιτήρια, και αποτελεί μέχρι σήμερα την πιο επικερδή ταινία του ελληνικού σινεμά. Πλέον, αρκετές επιτυχημένες ταινίες, όπως οι Νύφες (2004) του Παντελή Βούλγαρη και το Ελ Γκρέκο (2007) του Γιάννη Σμαραγδή, ήταν συμπαραγωγές με ξένες εταιρείες, αλλά και με τηλεοπτικά κανάλια. Αυτές, μαζί με τον Όμηρο (2005) του Κωνσταντίνου Γιάνναρη, άνοιξαν τον δρόμο για την αναγέννηση του ανεξάρτητου σινεμά, που δε θα βασιζόταν εξ ολοκλήρου στην κρατική στήριξη.

Στα πρώτα χρόνια της οικονομικής κρίσης, οι εισπράξεις ήταν αρκετά υψηλές, με ταινίες όπως οι Νήσος (2009) του Χρήστου Δήμα, Ψυχή Βαθιά (2009) του Παντελή Βούλγαρη και I Love Karditsa (2010) του Στράτου Μαρκίδη. Μάλιστα, σε αρκετές περιπτώσεις, οι ελληνικές ταινίες ξεπερνούσαν σε εισπράξεις μεγάλες παραγωγές του εξωτερικού. Ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης αναδείχθηκε στον πλέον επιτυχημένο σκηνοθέτη της περιόδου, καθώς το Ένας άλλος κόσμος (2015) έκοψε περισσότερα εισιτήρια από κάθε άλλη ελληνική ταινία τη δεκαετία του 2010, ενώ το Αν... (2012) ξεπέρασε και αυτή τα 500.000 εισιτήρια. Άλλες σημαντικές επιτυχίες της δεκαετίας είναι οι Το τανγκό των Χριστουγέννων (2011) του Νίκου Κουτελιδάκη, Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι (2012) του Γιάννη Σμαραγδή, Μικρά Αγγλία (2013) του Παντελή Βούλγαρη, Η Ρόζα της Σμύρνης (2016) του Γιώργου Κορδέλλα και Ευτυχία (2019) του Άγγελου Φραντζή.

Το 2009 προβλήθηκε ο Κυνοδόντας του Γιώργου Λάνθιμου. Είχε μεγάλη επιτυχία σε παγκόσμιο επίπεδο, καθώς μεταξύ άλλων βραβεύτηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών και ήταν υποψήφιο για Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας. Η επόμενη ταινία του Λάνθιμου, Άλπεις (2011) είχε επίσης σημαντική φεστιβαλική πορεία. Μαζί με το εξίσου πολυβραβευμένο Attenberg (2010) της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγγάρη, τα έργα του Λάνθιμου δημιούργησαν ένα σύνολο που πολλοί ξένοι κριτικοί ονόμασαν Greek Weird Wave. Με κοινά στοιχεία την εμμονή στη βία, συχνά με ακατάληπτους διαλόγους και αφύσικες ερμηνείες, το συγκεκριμένο ρεύμα περιλαμβάνει επίσης τις ταινίες Χώρα προέλευσης (2010) του Σύλλα Τζουμέρκα, Το αγόρι τρώει το φαγητό του πουλιού (2012) του Έκτορα Λυγίζου και Miss Violence (2013) του Αλέξανδρου Αβρανά. Ο Αστακός (2015), η πρώτη αγγλόφωνη ταινία του Λάνθιμου, σηματοδότησε το τέλος του Greek Weird Wave.

Με το Μαχαιροβγάλτη (2010) και Το μικρό ψάρι (2014), ο Γιάννης Οικονομίδης καθιερώθηκε ως ένας από τους σημαντικότερους δημιουργούς του σύγχρονου ελληνικού σινεμά. Το μικρό ψάρι, υποψήφιο για τη Χρυσή Άρκτο, βρίσκεται ανάμεσα σε πολλές άλλες ταινίες, όπως οι Στρέλλα (2009) και Ξενία (2014) του Πάνου Κούτρα, Chevalier (2015) της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγγάρη,  (2016) του Αλέξη Αλεξίου και Suntan (2016) του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου, που απέσπασαν βραβεία και θετικές κριτικές σε εγχώρια και διεθνή φεστιβάλ.

Στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο πολλές ταινίες, ιδίως οι κωμωδίες, περιείχαν μουσικές σκηνές. Πολλοί κορυφαίοι μουσικοί και τραγουδιστές του λαϊκού ερμήνευσαν κομμάτια στις ταινίες αυτές, εμφανιζόμενοι στην οθόνη. Ανάμεσά τους συμπεριλαμβάνονται ο Μανώλης Χιώτης με τη Μαίρη Λίντα (Ο ατσίδας – 1962, Ο φίλος μου ο Λευτεράκης – 1963 κ.ά.), ο Γιώργος Ζαμπέτας (Τα κόκκινα φανάρια – 1963, Λόλα – 1964, Πατέρα κάτσε φρόνιμα – 1967 κ.ά.), ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης (Ζητείται ψεύτης – 1961, Συνοικία το Όνειρο – 1961 κ.ά.) και η Βίκυ Μοσχολιού (Περάστε την πρώτη του μηνός – 1965, Κατηγορώ τους ανθρώπους – 1966 κ.ά.).

Ένας από τους συνθέτες που έχει συνδέσει περισσότερο το όνομά του με τον ελληνικό κινηματογράφο, είναι ο Μίμης Πλέσσας. Ο Πλέσσας έχει γράψει τραγούδια για περισσότερες από 100 ταινίες, ιδίως των δεκαετιών 1960 και 1970. Έγινε γνωστός κυρίως μέσα από τα μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη (Μερικοί το προτιμούν κρύο... – 1962, Κάτι να καίει – 1964, Κορίτσια για φίλημα – 1964, Οι θαλασσιές οι χάντρες – 1966, Μια κυρία στα μπουζούκια – 1967, Μαριχουάνα stop! – 1971 κ.ά.), όπου εμπνεόμενος από το λαϊκό τραγούδι συνεργάστηκε με τον στιχουργό Λευτέρη Παπαδόπουλο και με μερικούς από τους διασημότερους τραγουδιστές της εποχής, όπως η Μαρινέλλα και ο Γιάννης Πουλόπουλος. Αντιθέτως, στα νουάρ Έγκλημα στα παρασκήνια (1960) και Πυρετός στην άσφαλτο (1967), ανέμειξε την τζαζ με την ροκ.

Ιδιαίτερα παραγωγικός ήταν και ο Μάνος Χατζιδάκις, καθώς έγραψε μουσική για 80 περίπου ταινίες, ελληνικές και ξένες. Ανάμεσα σε αυτές είναι οι Ιστορία μιας κάλπικης λίρας (1955), Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο (1955), Ο Δράκος (1956), Μια ζωή την έχουμε (1958), Το ξύλο βγήκε από τον Παράδεισο (1959), Μανταλένα (1960) και Η Αλίκη στο ναυτικό (1961). Τα πιο γνωστά του τραγούδια ερμήνευσε η Μελίνα Μερκούρη στις ταινίες Στέλλα (1955) και Ποτέ την Κυριακή (1960). Ειδικά η μουσική του Ποτέ την Κυριακή έκανε δημοφιλή την ελληνική μουσική στο διεθνές κοινό και του χάρισε το Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Τραγουδιού.

Ο Μίκης Θεοδωράκης, ένας από τους πιο αναγνωρισμένους Έλληνες συνθέτες, έχει επίσης γράψει μουσική για περισσότερες από 40 ταινίες, πολλές εκ των οποίων ξένες. Όσον αφορά τον ελληνικό κινηματογράφο, μουσική του ακούγεται μεταξύ άλλων στις Το ξυπόλυτο τάγμα (1953), Ποια είναι η Μαργαρίτα (1961), Συνοικία το Όνειρο (1961), Ηλέκτρα (1962), Το μπλόκο (1965) και Ο άνθρωπος με το γαρύφαλλο (1980). Με το «Συρτάκι» από την ταινία Αλέξης Ζορμπάς (1964), ο Θεοδωράκης έγινε γνωστός σε παγκόσμιο επίπεδο.

Άλλοι σημαίνοντες συνθέτες, του παλιού κυρίως κινηματογράφου, είναι ο Γιώργος Κατσαρός (Κραυγή – 1964, Τα 201 καναρίνια – 1964, Η κόμησσα της Κέρκυρας – 1972 κ.ά.), ο Νίκος Μαμαγκάκης (Παρένθεση – 1968, Η νεράιδα και το παλικάρι – 1969, Λούφα και παραλλαγή – 1984 κ.ά.), ο Σταύρος Ξαρχάκος (Λόλα – 1964, Κορίτσια στον ήλιο – 1968, Ρεμπέτικο – 1983 κ.ά.), ο Αργύρης Κουνάδης (Τζο ο τρομερός – 1955, Αντιγόνη – 1961 κ.ά.), ο Γιάννης Μαρκόπουλος (Μικρές Αφροδίτες – 1963, Κοινωνία ώρα μηδέν – 1966 κ.ά.) και ο Χρήστος Λεοντής (Η ώρα της οργής – 1968, Τα δελφινάκια του Αμβρακικού – 1994).

Με την έλευση του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου, η μουσική έλαβε έναν πιο μινιμαλιστικό ρόλο. Ωστόσο, υπάρχουν πολλές σημαντικές συνεργασίες. Για παράδειγμα, ο Διονύσης Σαββόπουλος τιμήθηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για τη μουσική της ταινίας Happy Day (1976) του Παντελή Βούλγαρη και η Ελένη Καραΐνδρου έχει συνθέσει τη μουσική για όλες τις ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου, από το Ταξίδι στα Κύθηρα (1984) και μετά. Το «Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας» του Μάνου Λοΐζου, που γράφτηκε για την ταινία Ευδοκία (1971), έχει αναδειχθεί σε ένα από τα διασημότερα ζεϊμπέκικα.

Από τη σύγχρονη περίοδο του ελληνικού σινεμά ξεχωρίζουν οι βραβευμένοι Νίκος Κυπουργός (Ο δραπέτης – 1991,  – 2017), Παναγιώτης Καλατζόπουλος (Peppermint – 1999), Σταμάτης Κραουνάκης (Αυτή η νύχτα μένει – 2000), Γιάννης Αγγελάκας (Ο χαμένος τα παίρνει όλα – 2002, Ψυχή βαθιά – 2009), Ευανθία Ρεμπούτσικα (Πολίτικη κουζίνα – 2003), Σταμάτης Σπανουδάκης (Νύφες – 2004), Felizol (Νορβηγία – 2014,  – 2015) και The Boy (Οι αισθηματίες – 2014, Winona – 2019). 

Ελληνική

Ξενόγλωσση




#Article 20: Ελληνική φιλοσοφία (301 words)


Με τον όρο ελληνική φιλοσοφία εννοείται ο φιλοσοφικός στοχασμός που αναπτύχθηκε στο ελλαδικό χώρο ή στις επικράτειές του ανά τους αιώνες έως τη σύγχρονη εποχή. Το κυριότερο κριτήριο συνέχειας για την εξέλιξη της ελληνικής φιλοσοφικής σκέψης είναι η πολιτισμική συνέχεια, η κοινή γλώσσα, η υποκειμενική αίσθηση της κοινής καταγωγής -ειδικά στην Ελληνιστική εποχή- το κοινό γεωγραφικό και ιστορικό πλαίσιο αναφοράς. Εκτός των παραπάνω υφίστανται και κριτήρια θεματικής συνάφειας και κοινών προβλημάτων που χαρακτηρίζουν συγκεκριμένα γνωρίσματα των διακριτών περιόδων του ελληνόφωνου φιλοσοφικού στοχασμού.

Βάσει των παραπάνω απαιτείται περιοδολόγηση αυτού που ονομάζεται ελληνική φιλοσοφία, χωρίς την οποία δεν είναι δυνατή η παρακολούθηση της εξέλιξης του φιλοσοφικού στοχασμού και του τρόπου με τον οποίο αναπτύχθηκε εκτός των γεωγραφικών ορίων της ελληνικής επικράτειας κατά την αρχαιότητα. Η αρχαιοελληνική περίοδος μέχρι τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες αποτελεί αναμφίβολα τον κορμό αυτού που αποκαλείται διεθνώς ελληνική φιλοσοφία. Ακολουθεί η βυζαντινή περίοδος μέχρι την Άλωση, η οποία ενδιαφέρει τόσο για την διάσωση, την επεξεργασία και την μετάδοση της αρχαίας φιλοσοφικής σκέψης, όσο και για τη σύνθεσή της με τον Χριστιανισμό. Τον κύκλο κλείνει η νεότερη και η σύγχρονη φιλοσοφία, η οποία δεν ενδιαφέρει τόσο για την πρωτοτυπία της σε θέματα στοχασμού, αλλά ως ιστορική αποτύπωση της συνειδητοποίησης του νέου ελληνισμού με την οικειοποίηση του αρχαιοελληνικού παρελθόντος και την παράλληλη πρόσληψη της δυτικής φιλοσοφικής σκέψης.

Ιδρυτής ο Αρίστιππος του Σωκρατικού κύκλου ή Αρίστιππος ο Σωκρατικός

Μενέδημος ο Ερετρικός ιδρυτής

Οι σχέσεις της θρησκείας και της θεολογίας με τη φιλοσοφία και την επιστημονική σκέψη κατά τη βυζαντινή περίοδο και την περίοδο της τουρκοκρατίας είναι μια θεματική που απασχολεί ιδιαίτερα τον χώρο της έρευνας για το Βυζάντιο. Tο ερώτημα αν στη συγκεκριμένη περίοδο υπήρξε καλλιέργεια αυτόνομης φιλοσοφικής σκέψης ή η φιλοσοφία παρέμεινε «θεραπαινίς» της θεολογίας ερμηνεύεται κυρίως από τη στάση της πατερικής παράδοσης και των βυζαντινών λογίων απέναντι στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία.




#Article 21: Άλμπερτ Αϊνστάιν (977 words)


Ο Άλμπερτ Αϊνστάιν (γερμανική γλώσσα: Albert Einstein, ορθός τονισμός Άινσταϊν, Ουλμ, 14 Μαρτίου 1879 – Πρίνστον, 18 Απριλίου 1955) ήταν Γερμανός φυσικός εβραϊκής καταγωγής, ο οποίος βραβεύτηκε με το Νόμπελ Φυσικής το 1921 για τις υπηρεσίες του στην θεωρητική φυσική. Είναι ο θεμελιωτής της Θεωρίας της Σχετικότητας και από πολλούς θεωρείται ο σημαντικότερος επιστήμονας του 20ού αιώνα και όλων των εποχών. Εξέδωσε πάνω από 300 επιστημονικές δημοσιεύσεις, καθώς και 151 συγγράμματα για το ευρύ κοινό.

Η επίδραση των ανακαλύψεων του Αϊνστάιν σχετικά με την φύση του χώρου και του χρόνου, εξακολουθεί να αποτελεί κεντρικό αντικείμενο της επιστημονικής έρευνας σε φυσική, κοσμολογία, και μαθηματικά, ενώ το επώνυμο του χρησιμοποιείται συχνά ως χαρακτηρισμός για να δηλώσει πως κάποιος έχει υψηλή ευφυΐα.

Γεννήθηκε στο Ουλμ (Ulm) της Γερμανίας. Σπούδασε στo ETH Ζυρίχης (Πολυτεχνική Ακαδημία της Ζυρίχης) στην Ελβετία όπου ολοκλήρωσε με επιτυχία τέσσερα χρόνια σπουδών στη Φυσική. Μετά την αποφοίτησή του, το 1900, πήρε την ελβετική υπηκοότητα, εργάστηκε για δύο μήνες ως καθηγητής μαθηματικών και το 1902 προσλήφθηκε ως εξεταστής στο Ελβετικό Γραφείο Ευρεσιτεχνιών στη Βέρνη. Το 1921 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ «για τη συμβολή του στη θεωρητική φυσική, και για την εξήγηση του φωτοηλεκτρικού φαινομένου». Το 1940 πολιτογραφήθηκε Αμερικανός.

Το 1952 του προτάθηκε η προεδρία του νεοσύστατου τότε κράτους του Ισραήλ, την οποία αρνήθηκε για διάφορους λόγους.

Απεβίωσε στο Πρίνστον του Νιού Τζέρσεϊ στις 18 Απριλίου του 1955. 

Στα πρώτα 15 χρόνια του 20ού αιώνα, ο Άλμπερτ Αϊνστάιν ανέπτυξε μια σειρά από θεωρίες που διακήρυξαν, για πρώτη φορά, την ισοδυναμία της μάζας προς την ενέργεια ενώ ταυτόχρονα έδωσαν εντελώς νέο περιεχόμενο στις έννοιες του χώρου, του χρόνου και της βαρύτητας. Οι θεωρίες αυτές ήταν κατ' ουσίαν μια βαθιά αναθεώρηση της παλαιάς Νευτώνειας Φυσικής και αποτέλεσαν επανάσταση για την επιστημονική αλλά και φιλοσοφική έρευνα.

Το 1905 δημοσίευσε τέσσερα άρθρα στο γερμανικό επιστημονικό περιοδικό Χρονικά της Φυσικής (Annalen der Physik) (τόμος 17) καθώς και τη διατριβή με την οποία απέκτησε το διδακτορικό του δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης. Στο πρώτο από τα τέσσερα άρθρα έδωσε την εξήγηση του φωτοηλεκτρικού φαινομένου, για την οποία του απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ το 1921.

Στηρίχθηκε στην υπόθεση της κβάντωσης η οποία είχε εισαχθεί μερικά χρόνια νωρίτερα από τον Τομ το Τρενάκι για τη ερμηνεία της ακτινοβολίας του μέλανος σώματος.

Οι δύο αυτές εργασίες των Πλανκ και Αϊνστάιν αποτέλεσαν την αρχή της κβαντικής μηχανικής.

Αργότερα ο Αϊνστάιν εναντιώθηκε στη θεωρία των κβάντων, γιατί δεν μπορούσε να πιστέψει ότι οι νόμοι της φυσικής μπορούν να εμπεριέχουν τυχαιότητα. Με τα δικά του λόγια: «Δεν μπορώ να πιστέψω ότι ο Θεός παίζει ζάρια με τον κόσμο».

Στο δεύτερο άρθρο του ασχολήθηκε με την κίνηση Μπράουν. Η κίνηση Μπράουν είναι η τυχαία κίνηση μικροσκοπικών κόκκων στερεού σε ένα σώμα υγρού (π.χ. γύρη σε νερό). Ο Αϊνστάιν υποστήριξε ερμηνεύοντας από στατιστικής πλευράς τα πειραματικά δεδομένα ότι αυτή η κίνηση οφείλεται σε συγκρούσεις των κόκκων με τα μόρια του υγρού.

Στο τρίτο από τα άρθρα που δημοσίευσε το 1905 διατύπωσε την θεωρία του για την κίνηση του φωτός. Υποστήριξε ότι η ταχύτητα της κίνησης είναι ανεξάρτητη από την κίνηση του πομπού και του δέκτη και σταθερή για δεδομένο μέσο διάδοσης (π.χ. κενό, νερό, γυαλί). Στο τέταρτο έδειξε ότι από αυτό συνάγεται η ισοδυναμία μάζας και ενέργειας, δίνοντας τον διάσημο τύπο . Τα δύο αυτά άρθρα αποτελούν τον πυρήνα της ειδικής θεωρίας της σχετικότητας. Από πλευράς φυσικών φαινομένων, η ισοδυναμία μάζας και ενέργειας δηλώνει ότι η μάζα είναι δυνατόν να μετατραπεί σε ενέργεια και το αντίστροφο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η περίπτωση της πυρηνικής ενέργειας όπου έχουμε μείωση ή αύξηση μάζας στους πυρήνες των ατόμων και ανάλογη έκλυση ή απορρόφηση ενέργειας από αυτούς μέσω των φαινομένων της πυρηνικής διάσπασης και της πυρηνικής σύντηξης.

Τον Νοέμβριο του 1915, ο Αϊνστάιν παρουσίασε τη γενική θεωρία της σχετικότητας σε μία σειρά διαλέξεων ενώπιον της Πρωσικής Ακαδημίας Επιστημών. Σύμφωνα με αυτήν η ελκτική δύναμη της βαρύτητας διαδίδεται στο χώρο με την ταχύτητα του φωτός και επηρεάζει οτιδήποτε υπάρχει στο χώρο, ακόμα και τις ακτινοβολίες. Το τελευταίο καθιστά δυνατή την ύπαρξη μελανών οπών, φαινόμενο που παρατηρήθηκε πολύ αργότερα. Το 1919, κατά τη διάρκεια μίας ηλιακής έκλειψης, ο σερ Άρθουρ Έντινγκτον (Eddington) παρακολούθησε το φως αστέρων καθώς αυτοί περνούσαν κοντά από τον ήλιο. Αυτό ήταν βεβαίως δυνατό γιατί η σελήνη κάλυπτε το φως του ήλιου, με αποτέλεσμα ο ουρανός να είναι αρκετά σκοτεινός. Οι μετρήσεις του έδειχναν απόκλιση της θέσης των αστεριών όταν βρισκόταν κοντά στον ήλιο, σε σχέση με τη θέση που είχαν τη νύχτα. Η απόκλιση αυτή συμφωνούσε με την προβλεπόμενη από τη γενική θεωρία της σχετικότητας απόκλιση λόγω καμπύλωσης του φωτός των αστεριών από το ισχυρό βαρυτικό πεδίο του ήλιου. Αυτό απετέλεσε την πρώτη πειραματική επιβεβαίωση της καινούργιας θεωρίας για τη βαρύτητα και έκανε τον Αϊνστάιν παγκοσμίως γνωστό.

Το 2016 επιβεβαιώθηκε επιτυχώς μέσω επιστημονικών πειραμάτων η ύπαρξη των βαρυτικών κυμάτων τα οποία προβλέπονται από τη θεωρία της σχετικότητας.

Το 1903 παντρεύτηκε την συμφοιτήτριά του Μίλεβα Μάριτς, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά, τον Χανς Άλμπερτ και τον Έντουαρτ, ενώ είχε αποκτήσει με την ίδια και μια κόρη τη Λίζερλ, η τύχη της οποίας αγνοείται. Το 1919, μετά το διαζύγιό του με την Μίλεβα, παντρεύτηκε την ξαδέλφη του, Έλσα. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Άλμπερτ Αϊνστάιν στο συμφωνητικό του διαζυγίου είχε υποσχεθεί στην πρώτη σύζυγό του, Μίλεβα Μάριτς, ότι θα της έδινε τα χρήματα που θα εξασφάλιζε από το βραβείο Νόμπελ, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν γι' αυτήν και για την ανατροφή των παιδιών τους. 

Εκτός από την αγάπη του για τη φυσική, αγαπούσε επίσης και τη μουσική καθώς έπαιζε βιολί.

Ο Αϊνστάιν υπήρξε υπέρμαχος του σοσιαλισμού και φανατικός επικριτής του καπιταλισμού. Στο βιβλίο του Γιατί Σοσιαλισμός; εκφράζει τις πολιτικές του πεποιθήσεις.

Όταν ο Αϊνστάιν πέθανε το 1955, οι επιστήμονες θέλησαν να μάθουν τι ήταν αυτό που τον έκανε τόσο έξυπνο. Επομένως αφαίρεσαν τον εγκέφαλο του, για να τον μελετήσουν και ανακάλυψαν πως το τμήμα του εγκεφάλου που ευθύνεται για τα μαθηματικά ήταν ασυνήθιστα μεγάλο στο δικό του μυαλό.




#Article 22: Βιολογία (3010 words)


Η βιολογία είναι η φυσική επιστήμη που μελετά τη ζωή και τους ζωντανούς οργανισμούς, δηλαδή τις φυσικές δομές, χημικές διεργασίες, μοριακές αλληλεπιδράσεις, φυσιολογικούς μηχανισμούς, την ανάπτυξη και την εξέλιξη. H Βιολογία αναγνωρίζει το κύτταρο ως δομική μονάδα της ζωής, τα γονίδια ως βασικούς φορείς της κληρονομικότητας και την εξέλιξη ως μηχανισμό που επηρεάζει την δημιουργία και εξαφάνιση των ειδών. Οι ζωντανοί οργανισμοί είναι ανοικτά συστήματα που καταναλώνουν ενέργεια για να ζήσουν και περιορίζουν την εντροπία του περιβάλλοντος για να εξασφαλίσουν ομοιόσταση σε ένα σταθερό περιβάλλον. Η διεθνής σήμερα ονομασία της, ως όρος, είναι ελληνογενής και προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις βίος (= ζωή) +  λογία (= διήγηση, έρευνα, ερμηνεία). Πρώτος που χρησιμοποίησε αυτόν τον όρο ήταν ο Γερμανός φυσιοδίφης Γκότφριντ Ράινχολντ στο ομώνυμο έργο του Biologie το 1802. Στη σύγχρονη ελληνική γραμματεία πρωτοαναφέρθηκε από τον Δημήτριο Μαυροκορδάτο το 1836.

Οι κλάδοι της βιολογίας ορίζονται από τις ερευνητικές μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν και το είδος του συστήματος που μελετήθηκε: η θεωρητική βιολογία χρησιμοποιεί μαθηματικές μεθόδους για να διατυπώσει ποσοτικά πρότυπα, ενώ η πειραματική βιολογία διεξάγει πειραματικές δοκιμασίες για να εξετάσει την εγκυρότητα των προτεινόμενων θεωριών και να διερευνήσει τους υποκείμενους μηχανισμούς της ζωής όπως εμφανίστηκε και εξελίχθηκε από άβια ύλη προ 4 δισεκατομμυρίων χρόνων μέσω σταδιακής αύξησης στην πολυπλοκότητα του συστήματος.

Ο όρος βιολογία προέρχεται από την ελληνική λέξη βίος που σημαίνει ζωή και την κατάληξη -λογία που σημαίνει μελέτη. Ο όρος πρωτοεμφανίστηκε στα λατινικά το 1736μ.Χ. όταν ο Σουηδός επιστήμονας Κάρολος Λινναίος (Carl von Linné) έγραψε biologi στο Bibliotheca botanica (Βοτανική Βιβλιοθήκη). Το 1766 μ.Χ. επανεμφανίστηκε στη δημοσίευση με τίτλο Philosophiae naturalis sive physicae: tomus III, continens geologian, biologian, phytologian generalis (Φυσική και Φυσική φιλοσοφία: 3ος τόμος, περιέχει γεωλογία, βιολογία, γενική φυτολογία) από τον Μάικλ Κρίστοφ Χάνοβ, έναν μαθητή του Christian Wolff. Η πρώτη γερμανική χρήση της λέξης Biologie ήταν σε το 1771 σε μια μετάφραση έργου του Λινναίου. Το 1797, ο Θεοντορ Γκέοργκ Αουγκαστ Ρους χρησιμοποίησε τον όρο στον πρόλογο του βιβλίου, Grundzüge der στρατηγική  lehre van der Lebenskraft. Ο Καρλ Φρίντριχ Μπούρνταχ χρησιμοποίησε τον όρο το 1800 εννοώντας τη μελέτη των ανθρώπων από μορφολογική, φυσιολογική και ψυχολογική άποψη (Propädeutik Studien zum der gesammten Heilkunst). Ο όρος εκσυγχρονίστηκε στην εξάτομη έκδοση Biologie, oder Philosophie der lebenden Natur (Βιολογία, ή φιλοσοφία της ζωντανής φύσης)(1802-22) από τον Γκότφριντ Ρέινχολντ Τρεβιράνους, ο οποίος δήλωσε:

Παρόλο που η σύγχρονη βιολογία είναι ένα σχετικά νέο πεδίο, οι επιστήμες με τις οποίες σχετίζεται και περιλαμβάνει έχουν μελετηθεί από την αρχαιότητα. Η Φυσική φιλοσοφία συνυπάρχει με τους αρχαίους πολιτισμούς της Μεσοποταμίας, της Αιγύπτου, της Ινδίας και της Κίνας. Ωστόσο, η προέλευση της σύγχρονης βιολογίας και η προσέγγιση στη μελέτη της φύσης συχνά αναζητείται στην αρχαία Ελλάδα. Ενώ η συστηματική μελέτη της ιατρικής χρονολογείται από τον Ιπποκράτη (ca. 460-370 π. Χ.), η μέγιστη συνεισφορά την ανάπτυξη της βιολογίας αποδίδεται στον Αριστοτέλη (384-322 π.Χ.). Ιδιαίτερης σημασίας είναι η Ιστορία των Ζώων και άλλα έργα στα οποία έδειξε νατουραλιστικές τάσεις, και μεταγενέστερα πιο εμπειρικά έργα που εστιάστηκαν σε βιολογικές αιτιολογήσεις και την ποικιλομορφία της ζωής. Ο διάδοχος του Αριστοτέλη στο Λύκειο, ο Θεόφραστος, έγραψε μια σειρά από βιβλία για τη βοτανική που διατηρήθηκαν ως κειμήλια της αρχαιότητας, ακόμη και στο Μεσαίωνα.

Στους λόγιους του μεσαιωνικού Ισλαμικού κόσμου που έγραψαν για θέματα βιολογίας περιλαμβάνονται οι Αλ-Τζαχίζ (781-869), Αλ-Ντιναχουάρι (828-896) για βοτανική, και ο Ραζής (865-925) που έγραψε για ανατομία και φυσιολογία. Η Ιατρική μελετήθηκε από Ισλαμικούς λόγιους παράλληλα με τους παραδοσιακούς ελληνικούς φιλοσόφους, ενώ η φυσική ιστορία συσχετίζεται με την Αριστοτέλεια σκέψη ιδιαίτερα για τη συγκροτημένη ιεραρχία της ζωής.

Η Βιολογία αναπτύχθηκε τάχιστα κατόπιν της βελτίωσης που επέτυχε ο  Άντον βαν Λέβενχουκ στο μικροσκόπιο. Στη συνέχεια οι ερευνητές ανακάλυψαν τα σπερματοζωάρια, τα βακτήρια, τα εγχυματικά και την ποικιλομορφία της μικροσκοπικής ζωής. Οι έρευνες του Τζαν Σουάμμερνταμ στην εντομολογία ήταν ενδιαφέρουσες και εξέλιξαν τις βασικές τεχνικές μικροσκοπικής ανατομής και χρώσης.

Τα επιτεύγματα της μικροσκοπίας επηρέασαν σημαντικά τη βιολογική σκέψη. Στις αρχές του 19ου αιώνα πολλοί βιολόγοι επεσήμαναν την σημαντικότητα του κυττάρου. Το 1838 οι Schleiden και Schwann προώθησαν τις καθολικές αλήθειες ότι (1) η δομική μονάδα των οργανισμών είναι το κύτταρο και (2) κάθε μεμονωμένο κύτταρο έχει όλα τα χαρακτηριστικά της ζωής, αλλά εσφαλμένα αντέκρουσαν την άποψη ότι (3) όλα τα κύτταρα προέρχονται από τη διαίρεση άλλων κυττάρων. Περί το 1860, με τη συνεισφορά των Ρομπερτ Ρεμακ και Ρούντολφ Βίρχοβ, οι περισσότεροι βιολόγοι αποδέχτηκαν τα τρία θεμελιώδη δόγματα της κυτταρικής θεωρίας.

Εν τω μεταξύ, οι φυσικοί ιστορικοί ασχολήθηκαν με την ταξινομία και την ταξινόμηση. Ο Κάρολος Λινναίος δημοσίευσε μία βασική ταξινόμηση για το φυσικό κόσμο το 1735 (που επανεκδόθηκε πολλάκις), και περί το 1750 εισήγαγε επιστημονικές ονομασίες για όλα τα είδη. Οι Τζεόρτζες-Λουις Λεκλερκ και Κομτε ντε Μπουφον, θεώρησαν τα είδη ως τεχνητές κατηγορίες και τις μορφές ζωής ως εύπλαστες—και πιθανολόγησαν κοινή καταγωγή. Ο Μπουφόν δεν αποδέχτηκε την εξελικτική θεωρία αλλά αποτέλεσε σημαντική μορφή στην ιστορία της εξελικτικής σκέψης, και το έργο του επηρέασε τις εξελικτικές θεωρίες των δύο Λαμάρκ και του Δαρβίνου.

Ο Ζαν Μπατίστ Λαμάρκ ήταν ο πρώτος που παρουσιάσε μια εμπεριστατωμένη θεωρία της εξέλιξης. Υποστήριξε ότι η εξέλιξη ήταν αποτέλεσμα της περιβαλλοντικής επίδρασης στα χαρακτηριστικά των ζώων, που σημαίνει ότι με συχνότερη και καλύτερη χρήση ενός οργάνου αυτό αναβαθμίζεται σε πολυπλοκότητα και αποτελεσματικότητα, και έτσι το ζώο προσαρμόζεται στο περιβάλλον του. Ο Λαμάρκ πίστευε ότι αυτά τα επίκτητα χαρακτηριστικά θα κληρονομηθούν από τους απογόνους του ζώου, όπου θα συνεχίσουν να βελτιώνονται. Ο Βρετανός νατουραλιστής Κάρολος Δαρβίνος συνδύασε τη βιογεωγραφική προσέγγιση του Χούμπολτ, την ενιαία γεωλογία του Λάιελ, τις μελέτες του Μάλθους για την αύξηση του πληθυσμού, με τις δική του μορφολογική τεχνογνωσία και εκτεταμένες φυσικές παρατηρήσεις, και διαμόρφωσε μια πιο επιτυχημένη εξελικτική θεωρία που βασίζεται στην φυσική επιλογή. Με παρόμοια λογική και τεκμήρια ο Άλφρεντ Ράσελ Γουάλας κατέληξε ανεξάρτητα στα ίδια συμπεράσματα. Μολονότι συχνά αμφισβητήθηκε, η θεωρία του Δαρβίνου διαδόθηκε γρήγορα στην επιστημονική κοινότητα και αποτέλεσε ένα κεντρικό αξίωμα για τη ραγδαία ανάπτυξη της βιολογικής επιστήμης.

Η εξάρτηση της φυσικής μορφής από την κληρονομικότητα διερευνήθηκαν με εξελικτικες αρχές και πληθυσμιακή γενετική. Τις δεκαετίες 1940-1950 από έρευνες διαπιστώθηκε ότι το DNA που είναι συστατικό των χρωμοσωμάτων όπου βρίσκονται οι κληρονομικές μονάδες που ονομάστηκαν γονίδια. Με τη μελέτη νέων πρότυπων μικροοργανισμών όπως ιοί και βακτήρια και την ανακάλυψη της διπλής ελικοειδούς δομής του DNA το 1953, σηματοδοτήθηκε η μετάβαση στην εποχή της μοριακής γενετικής. Από το 1950 έως σήμερα η βιολογία έχει αναπτυχθεί εκτεταμένα στο μοριακό τομέα. Ο γενετικός κώδικας μελετήθηκε από τους Χαρ Γκομπίντ Χοράνα, Ρομπερτ Ηολλευ και Μάρσαλ Γουόρεν Νίρενμπεργκ κατόπιν ανάλυσης του DNA  στα κωδόνια. Το 1990 εκκινήθηκε το Πρόγραμμα Ανθρώπινου Γονιδιώματος με αντικείμενο την χαρτογράφηση του γονιδιώματος, που ουσιαστικά ολοκληρώθηκε το 2003 και αναμένονται περαιτέρω δημοσιεύσεις αναλύσεων. Επρόκειτο για το πρώτο βήμα μιας παγκοσμιοποιημένης προσπάθειας για ενσωμάτωση συσσωρευμένων γνώσεων βιολογίας σε ένα λειτουργικό, μοριακό ορισμό για το ανθρώπινο σώμα και τα σώματα των άλλων οργανισμών.

Η Βιολογία είναι η μελέτη όλων των ζωντανών οργανισμών. Δεν είναι σαν τη Φυσική γι' αυτό και δεν περιγράφει συνήθως βιολογικά συστήματα σε σχέση με αντικείμενα τα οποία υπακούουν σε αμετάβλητους φυσικούς νόμους που περιγράφουν τα μαθηματικά, παρ' όλα αυτά χαρακτηρίζονται από διάφορες σημαντικές αρχές και σκέψεις όπως: η παγκοσμιότητα, η εξέλιξη, η ποικιλία, η κοινή καταγωγή, η ομοιοστασία και οι αλληλεπιδράσεις. Δεν επικαλείται αιτιοκρατικές εξηγήσεις όπως η Φυσική, παρά αναζητά ολιστική και ρεαλιστική ερμηνεία των παρατηρούμενων βιολογικών φαινομένων.

Όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί αποτελούνται από κύτταρα, τα οποία διαδοχικά, έχουν ένα μοντέλο που βασίζεται στον  άνθρακα.  Όλοι οι οργανισμοί μεταφέρουν την κληρονομικότητα τους μέσω του γενετικού υλικού το οποίο είναι βασισμένο πάνω στα νουκλεϊκά οξέα όπως είναι το DNA χρησιμοποιώντας έναν παγκόσμιο γενετικό κώδικα. Στην  εξελικτική βιολογία το στοιχείο της παγκοσμιότητας των διαδικασιών είναι επίσης παρών, για παράδειγμα στους περισσότερους μεταζωικούς οργανισμούς η βασική πορεία της ανάπτυξης του πρώιμου εμβρύου μοιράζεται πανομοιότυπα μορφολογικά χαρακτηριστικά και περιλαμβάνει αντίστοιχα γονίδια (σε αυτό συμπεριλαμβάνεται και η τρισωμία).

Μία από τις κεντρικές, θεμέλιες αρχές της βιολογίας είναι ότι όλοι οι οργανισμοί έχουν προέλθει ξεκινώντας από κοινή προέλευση μέσω μιας διαδικασίας της εξέλιξης.  Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που οι οργανισμοί εμφανίζουν εντυπωσιακές ομοιότητες σε μονάδες και διαδικασίες που είδαμε στην προηγούμενη ενότητα.  Ο Κάρολος Δαρβίνος καθιέρωσε την εξέλιξη σαν μια βιώσιμη θεωρία διευκρινίζοντας το βασικό της θεμέλιο, την φυσική επιλογή. Ο Άλφρεντ Ράσελ Γουάλας (Alfred Russell Wallace) αναγνωρίζεται γενικώς ως συνεπίκουρος στην ανακάλυψη τούτης της ιδέας. Η Γενετική μετατόπιση με τη σειρά της αντιμετωπίστηκε  ως επιπρόσθετος μηχανισμός στην αποκαλούμενη σύγχρονη σύνθεση. Η εξελικτική ιστορία των ειδών- η οποία αναφέρει τα χαρακτηριστικά από τα οποία προήλθαν τα διάφορα είδη με τη γενεαλογική τους σχέση με άλλα είδη φυλογονία.

Οι διάφορες προσεγγίσεις στη βιολογία παράγουν πληροφορίες για την φυλογονία. Σε αυτές συμπεριλαμβάνονται οι συγκρίσεις αλληλουχιών DNA με τις οποίες ασχολείται η μοριακή βιολογία ή genomics, και συγκρίσεις απολιθωμάτων ή άλλων δειγμάτων αρχαίων οργανισμών στην  παλαιοντολογία. Οι βιολόγοι οργανώνουν και αναλύουν τις εξελικτικές σχέσεις χρησιμοποιώντας διάφορες μεθόδους, όπως την φυλογενετική, phenetics, και την κλαδιστική. Στην Ελλάδα, Εξελικτικοί Βιολόγοι με αναγνωρισμένο κύρος και σημαντική συγγραφική παρουσία είναι οι καθηγητές Κωνσταντίνος Καστρίτσης, Κωνσταντίνος Κριμπάς και Ελευθέριος Ζούρος.

Παραδοσιακά οι ζωντανοί οργανισμοί χωρίζονται σε πέντε βασίλεια:

Το σύστημα των πέντε βασιλείων θεωρείται πλέον ξεπερασμένο από τους περισσότερους επιστήμονες.

Σύμφωνα με τις σύγχρονες ταξινομικές μεθόδους οι οποίες βασίζονται στην ακολουθία διαφόρων γονιδίων (παραδοσιακά ριβοσωματικών RNA), οι οργανισμοί διακρίνονται σε τρεις επικράτειες:

Υπάρχει επίσης μια σειρά από υποχρεωτικώς ενδοκυτταρικά παράσιτα που στην σειρά που παρατίθενται μπορούν να θεωρηθούν λιγότερο ζωντανά.

Μια ομάδα οργανισμών θεωρείται ότι έχει κοινή καταγωγή αν έχει έναν κοινό πρόγονο. Όλοι οι οργανισμοί που υπάρχουν στη Γη κατάγονται από έναν κοινό πρόγονο ή από μια κοινή δεξαμενή γονιδίων.  Αυτός ο τελευταίος παγκόσμιος κοινός πρόγονος, δηλαδή, ο πιο πρόσφατος κοινός πρόγονος όλων των οργανισμών, πιστεύεται ότι εμφανίστηκε περίπου πριν από 3.5 δισεκατομμύρια χρόνια (δείτε: Αβιογένεση).

Η έκφραση «όλη η ζωή από ένα αυγό» (από την λατινική έκφραση Omne vivum ex ovo) η οποία αποτελεί θεμελιώδη ιδέα της σύγχρονης βιολογίας, φανερώνει την ύπαρξη μίας αδιάκοπης συνέχειας της ζωής από την εμφάνιση της μέχρι και σήμερα. 

Μέχρι τον 19ο αιώνα ήταν διαδεδομένη αντίληψη ότι μορφές ζωής μπορούσαν να εμφανιστούν ακαριαία υπό συγκεκριμένες συνθήκες. Η καθολικότητα του γενετικού κώδικα θεωρείται εν γένει από τους βιολόγους ως η οριστική απόδειξη υπέρ της θεωρίας της καθολικής κοινής καταγωγής όλων των βακτήριων, των αρχαίων και των ευκάρυων.

Ομοιοστασία είναι η ιδιότητα ενός ανοιχτού συστήματος να ρυθμίζει το εσωτερικό του περιβάλλον ώστε αυτό να διατηρείται σε μια σταθερή κατάσταση, μέσω πολλαπλών προσαρμογών δυναμικής ισορροπίας, που ελέγχονται από ενδοσυνδεόμενους μηχανισμούς ρύθμισης. Όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί, είτε μονοκύτταροι είτε πολυκύτταροι, παρουσιάζουν ομοιοστασία.  Η ομοιοστασία εκδηλώνεται σε κυτταρικό επίπεδο, μέσω της συντήρησης σταθερής εσωτερικής οξύτητας (pH). Σε επίπεδο οργανισμού, τα θερμόαιμα ζώα διατηρούν μια σταθερή εσωτερική θερμοκρασίας σώματος. Σε επίπεδο οικοσυστήματος, όταν για παράδειγμα, τα επίπεδα διοξειδίου του άνθρακα της ατμόσφαιρας ανεβαίνουν, τα φυτά έχουν, θεωρητικά, την ικανότητα υγιούς ανάπτυξης, κι έτσι μπορούν να απομακρύνουν μεγαλύτερη ποσότητα διοξειδίου του άνθρακα από την ατμόσφαιρα. Οι ιστοί και τα όργανα μπορούν επίσης να διατηρήσουν ομοιοστασία.

Κάθε ζωντανός οργανισμός αλληλεπιδρά με άλλους οργανισμούς και με το φυσικό περιβάλλον του.  Ένας από τους λόγους που τα βιολογικά συστήματα είναι δύσκολο να μελετηθούν είναι γιατί υπάρχουν πάρα πολλές διαφορετικές πιθανές αλληλεπιδράσεις με τους άλλους οργανισμούς και το περιβάλλον.

Οι καταστάσεις μπορεί να γίνουν περισσότερο πολύπλοκες όταν δύο ή περισσότερα διαφορετικά είδη επιδρούν σε ένα οικοσύστημα, και επηρεάζουν την οικολογία.

Η βιολογία έχει γίνει ένα τόσο εκτενές ερευνητικό πεδίο, που δεν μελετάται γενικά ως ενιαία επιστήμη αλλά ως διάφορα συγκεντρωμένα επιστημονικά υπο-πεδία. Εδώ εξετάζονται τέσσερις ευρείες ομαδοποιήσεις. Η πρώτη μεγάλη ομάδα αποτελείται από τα βιολογικά πεδία που μελετούν τις βασικές δομές των συστημάτων διαβίωσης: κύτταρα, γονίδια κ.λ.π. Μια δεύτερη ομαδοποίηση εξετάζει τη λειτουργία αυτών των δομών στο επίπεδο ιστών, οργάνων και οργανισμών. Μια τρίτη ομαδοποίηση εξετάζει τους οργανισμούς και την προϊστορία τους. Τέλος μια πλειάδα  βιολογικών πεδίων εστιάζει στις αλληλεπιδράσεις. Αυτά τα όρια, οι ομαδοποιήσεις και οι περιγραφές, είναι μια απλουστευμένη περιγραφή της βιολογικής έρευνας. Στην πραγματικότητα, τα όρια μεταξύ των βιολογικών πεδίων είναι πολύ ρευστά και οι περισσότεροι κλάδοι δανείζονται συχνά τεχνικές μεταξύ τους. Παραδείγματος χάριν, η εξελικτική βιολογία βασίζεται πολύ στις τεχνικές της μοριακής βιολογίας για να καθορίσει τις αλληλουχίες του DNA που βοηθούν στην κατανόηση της γενετικής παραλλαγής ενός πληθυσμού. Επίσης, η φυσιολογία δανείζεται πολλά στοιχεία από τη βιολογία κυττάρου για την περιγραφή της λειτουργίας των οργάνων.

Η Μοριακή βιολογία είναι η μελέτη της βιολογίας σε επίπεδο μορίου. Το πεδίο έρευνας της έχει κοινά χαρακτηριστικά με άλλα πεδία της βιολογίας, ιδιαίτερα με τη γενετική και τη βιοχημεία. Η μοριακή βιολογία ασχολείται κυρίως με την κατανόηση των αλληλεπιδράσεων μεταξύ των ποικίλων συστημάτων ενός κυττάρου, συμπεριλαμβανομένης και της αλληλοσυσχέτισης του  DNA, του RNA και της σύνθεσης πρωτεΐνης ερευνώντας τον τρόπο με τον οποίο αυτές οι αλληλεπιδράσεις συντονίζονται.

Η κυτταρική βιολογία μελετά τις ιδιότητες της φυσιολογίας των κυττάρων, όπως και τη συμπεριφορά, την αλληλεπίδραση, και το περιβάλλον, όλα αυτά σε μικροσκοπικό και μοριακό επίπεδο. Η κυτταρική βιολογία ερευνά τόσο τους μονοκυτταρικούς οργανισμούς όπως είναι τα  βακτήρια όσο και προσαρμοσμένα κύτταρα σε πολυκύτταρους οργανισμούς όπως είναι οι άνθρωποι.

Η κατανόηση της σύνθεσης και της λειτουργίας των κυττάρων είναι θεμελιώδης σε όλες τις βιολογικές επιστήμες. Η εκτίμηση των ομοιοτήτων και των διαφορών μεταξύ των διαφορετικών τύπων κυττάρων είναι ιδιαίτερα σημαντική στα πεδία του κυττάρου και της μοριακής βιολογίας. 

Η Γενετική είναι η επιστήμη των γονιδίων, της κληρονομικότητας, και των μεταλλάξεων των οργανισμών. Στις σύγχρονες έρευνες, η γενετική παρέχει σημαντικά εργαλεία στην εξέταση των λειτουργιών ιδιαίτερων γονιδίων, π.χ. ανάλυση της γενετικής αλληλεπίδρασης. Στους οργανισμούς οι γενετικές πληροφορίες μεταφέρονται μέσω των χρωματοσωμάτων, τα οποία απεικονίζονται στη χημική δομή συγκεκριμένων μορίων DNA.

Στα γονίδια βρίσκονται κωδικοποιημένες οι πληροφορίες που είναι απαραίτητες για τη σύνθεση πρωτεϊνών, οι οποίες με τη σειρά τους παίζουν μεγάλο ρόλο στη διαμόρφωση του τελικού φαινότυπου του οργανισμού, αν και σε πολλές περιπτώσεις δεν τον καθορίζουν ολοκληρωτικά.

Η αναπτυξιακή βιολογία μελετά τη διαδικασία με την οποία αναπτύσσονται οι οργανισμοί. Έχοντας ξεκινήσει από την εμβρυολογία, σήμερα η αναπτυξιακή βιολογία μελετά το γενετικό έλεγχο της κυτταρικής ανάπτυξης, της κυτταρικής διαφοροποίησης και της μορφογέννησης, δηλαδή της διαδικασίας που συντελεί στη δημιουργία ιστών, οργάνων και ανατομίας.
Οργανισμοί που αποτελούν πρότυπα συστήματα για την μελέτη της αναπτυξιακής βιολογίας περιλαμβάνουν τον νηματώδη Caenorhabditis elegans, τη μύγα των φρούτων Drosophila melanogaster, τον ιχθύ Brachydanio rerio (zebrafish), το ποντίκι Mus musculus, και το φυτό Arabidopsis thaliana.

Η Φυσιολογία μελετά τις μηχανικές, φυσικές και βιοχημικές διαδικασίες των ζωντανών οργανισμών,  προσπαθώντας να κατανοήσει τον τρόπο με τον οποίο όλες οι δομές λειτουργούν σαν σύνολο. 
Η μελέτη της φυσιολογίας συνήθως χωρίζεται στη φυσιολογία των φυτών και στη φυσιολογία των ζώων, αλλά οι αρχές της φυσιολογίας είναι καθολικές, όποιος και αν είναι ο συγκεκριμένος οργανισμός υπό μελέτη. Για παράδειγμα, όποιες γνώσεις αποκτούμε για την φυσιολογία των κυττάρων της μαγιάς μπορούν να εφαρμοστούν επίσης και στα ανθρώπινα κύτταρα.
Ο τομέας της φυσιολογίας των ζώων επεκτείνει τα εργαλεία και τις μεθόδους της ανθρώπινης φυσιολογίας σε είδη ζώων. Η φυσιολογία των φυτών επίσης δανείζεται τεχνικές και από τους δύο αυτούς τομείς.

Η Ανατομία είναι ένα βασικό κομμάτι της φυσιολογίας και μελετά πώς λειτουργούν και αλληλεπιδρούν τα οργανικά συστήματα των ζώων, όπως το νευρικό, το ανοσοποιητικό, το ενδοκρινικό, το αναπνευστικό και το κυκλοφορικό. Η μελέτη αυτών των συστημάτων γίνεται από κοινού με τους επιστημονικούς κλάδους της νευρολογίας, της ενδοκρινολογίας και των λοιπών.

Η εξελικτική βιολογία ασχολείται με την προέλευση και την καταγωγή των ειδών, όπως και με τις αλλαγές τους στο πέρασμα του χρόνου, δηλαδή με την εξέλιξη τους.  

Η εξελικτική βιολογία είναι ένα περιεκτικό πεδίο γιατί περιλαμβάνει επιστήμονες από πολλούς παραδοσιακούς επιστημονικούς κλάδους που ασχολούνται με την ταξινομία. Για παράδειγμα, συνήθως περιλαμβάνει επιστήμονες που μπορεί να έχουν μια ειδίκευση σε συγκεκριμένους οργανισμούς όπως ζωολογία, ορνιθολογία, ή ερπετολογία όμως χρησιμοποιούν τις γνώσεις τους για αυτούς τους οργανισμούς για να απαντήσουν σε γενικές ερωτήσεις που αφορούν την εξέλιξη.  Επίσης περιλαμβάνει συνήθως  παλαιοντολόγους που χρησιμοποιούν απολιθώματα για να απαντήσουν σε ερωτήσεις για τον τρόπο και το ρυθμό της εξέλιξης, καθώς και ειδικοί σε τομείς όπως γενετική των πληθυσμών και θεωρία της εξέλιξης. Στην δεκαετία του 1990 η αναπτυξιακή βιολογία συμπεριελήφθη ξανά στην εξελικτική βιολογία μετά τον αρχικό αποκλεισμό της από τη μοντέρνα σύνθεση, μέσω της μελέτης της εξελικτικής αναπτυξιακής βιολογίας. Σχετικά πεδία που συχνά θεωρούνται κομμάτια της εξελικτικής βιολογίας είναι η φυλογενετική, η συστηματική και η ταξινομία.

Τα δύο κύρια παραδοσιακά συστήματα ταξινόμησης είναι η βοτανική και η ζωολογία.

Η βοτανική είναι η επιστημονική μελέτη των φυτών.  Η Βοτανική καλύπτει μεγάλη κλίμακα των επιστημονικών κλάδων που μελετούν την ανάπτυξη, την αναπαραγωγή, το μεταβολισμό, την ανάπτυξη, τις ασθένειες, και την εξέλιξη των φυτών.

Η ζωολογία είναι η επιστημονική μελέτη των ζώων, και περιλαμβάνει την φυσιολογία των ζώων που μελετά ποικίλα πεδία όπως η ανατομία και η εμβρυολογία. Η κοινή γενετική και οι μηχανισμοί ανάπτυξης των ζώων και των φυτών μελετώνται στη μοριακή βιολογία, στη μοριακή γενετική και στην αναπτυξιακή βιολογία.  Η οικολογία των ζώων καλύπτεται από την οικολογία της συμπεριφοράς και άλλους κλάδους.

Το κύριο σύστημα ταξινόμησης ονομάζεται ταξινομία του Λινναίου, και περιλαμβάνει κατατάξεις και διώνυμη ονοματολογία. Η ονοματοδοσία των οργανισμών κατευθύνεται από διεθνείς συμφωνίες όπως είναι η International Code of Botanical Nomenclature (ICBN), η International Code of Zoological Nomenclature (ICZN), και η International Code of Nomenclature of Bacteria (ICNB). A fourth Draft BioCode δημοσιεύτηκε το 1997 σε μια προσπάθεια να ομαλοποιηθεί η ονοματοδοσία σε αυτούς τους τρεις τομείς, αλλά ακόμα δεν έχει υιοθετηθεί επισήμως. 

Η οικολογία μελετά τη διανομή και την αφθονία των ζωντανών οργανισμών, καθώς και την αλληλεπίδραση μεταξύ των οργανισμών και του φυσικού περιβάλλοντος. Το περιβάλλον ενός οργανισμού περιλαμβάνει το βιότοπο του που μπορεί να περιγραφεί ως ένα σύνολο τοπικών αβιοτικών παραγόντων όπως το κλίμα και τα γεωλογικά χαρακτηριστικά, καθώς και των βιοτικών παραγόντων όπως είναι οι υπόλοιποι οργανισμοί που μοιράζονται το ίδιο ενδιαίτημα.  
Τα οικολογικά συστήματα μελετώνται σε πολλά διαφορετικά επίπεδα, από το άτομο και τους πληθυσμούς στα οικοσυστήματα και το επίπεδο της βιόσφαιρας. Η οικολογία είναι μια πολύ-πειθαρχική επιστήμη, σχεδιασμένη από πολλά παρακλάδια άλλων επιστημών.

Η Ηθολογία μελετά τη συμπεριφορά των ζώων (ιδιαίτερα των κοινωνικών ζώων όπως είναι τα πρωτεύοντα και τα σαρκοφάγα), και μερικές φορές αντιμετωπίζεται ως παρακλάδι της ζωολογίας. Οι ηθολόγοι ενδιαφέρονται κυρίως για την εξέλιξη της συμπεριφοράς και την κατανόηση της συμπεριφοράς σε σχέση με τη θεωρία της  φυσικής επιλογής.  Με άλλα λόγια ο πρώτος σύγχρονος ηθολόγος ήταν ο Κάρολος Δαρβίνος, που το βιβλίο του με τίτλο The expression of the emotions in animals and men επηρέασε πολλούς ηθολόγους.




#Article 23: Χημεία (2293 words)


Η χημεία είναι μία από τις επιστήμες που μελετούν την ύλη και τις ιδιότητές της (η άλλη επιστήμη είναι, κυρίως, η Φυσική). Ειδικότερα, η χημεία ως επιστήμη ενδιαφέρεται για τη σύνθεση και τη δομή της ύλης, ενώ έχοντας επίγνωση των δύο αυτών χαρακτηριστικών ενός υλικού προσπαθεί να ερμηνεύσει τις ιδιότητές του και ιδιαίτερα τις μεταβολές της σύστασής του, δηλαδή τις χημικές αντιδράσεις στις οποίες αυτό μπορεί να συμμετάσχει.

Η χημεία προσεγγίζει την ύλη κυρίως στο επίπεδο των ατόμων εξετάζοντας τις αλληλεπιδράσεις τους με άλλα άτομα και μόρια, και ιδιαίτερα ασχολείται με το σχηματισμό και με τις ιδιότητες των χημικών δεσμών. Αν και στη φύση δεν υπάρχουν πολύ περισσότερα από 100 διαφορετικά είδη ατόμων (στοιχεία) οι διάφοροι τρόποι με τους οποίους μπορούν αυτά να συνδυαστούν μεταξύ τους δίνει μια τεράστια ποικιλία μορίων (ενώσεων), καθιστώντας τη χημεία μια συναρπαστική επιστήμη.

Επίσης, η χημεία αποκαλείται, συχνά, ως η «κεντρική θετική επιστήμη» γιατί παρεμβάλλεται και συνδέει τη φυσική (μέσω της φυσικοχημείας) με τη γεωλογία (μέσω της γεωχημείας) και αυτή με τη βιολογία και τις βιολογικές επιστήμες (μέσω της βιοχημείας).

Κατά τα άλλα, η χημεία είναι ένας κλάδος των θετικών επιστημών αλλά είναι διαφορετική από τη Φυσική, η οποία ασχολείται με φαινόμενα στα οποία η σύσταση και η δομή των υλικών σωμάτων δε μεταβάλλεται (φυσικές μεταβολές). Πάντως υπάρχουν τμήματα των δύο επιστημών που επικαλύπτονται. 

Η χημεία προήλθε από το την αλχημεία, που αποτελούσε σειρά αρχαίων πρακτικών γνώσεων και ερευνών που εφαρμόζονταν εδώ και χιλιετίες σε πολλά μέρη του κόσμου και ιδιαίτερα στη Μέση Ανατολή, αλλά διαφοροποιήθηκε αρκετά από αυτήν, αφού έθεσε ως βασικό κριτήριο τη λογική και τις πειραματικές αποδείξεις των διαφόρων υποθέσεων.

Οι πρώτοι άνθρωποι που ασχολήθηκαν με την χημεία θεωρείται ότι ήταν δύο γυναίκες από την Μεσοποταμία, η Ταπούτι και η (-)νινού (το πρώτο τμήμα του ονόματός της δεν είναι γνωστό) που κατασκεύαζαν αρώματα και έζησαν γύρω στο 2.000 π.Χ..

Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι πρωτοπόρησαν στην τέχνη της «υγρής» συνθετικής χημείας, πάνω από 4.000 χρόνια πριν. Μέχρι το 1000 π.Χ. οι γνωστοί αρχαίοι πολιτισμοί χρησιμοποιούσαν τεχνολογίες που αποτέλεσαν τις βάσεις για διάφορους κλάδους της χημείας, όπως η μεταλλουργία, δηλαδή η εξαγωγή μετάλλων από τα ορυκτά τους, παράγοντας κεραμικά, πορσελάνες, ζυμώνοντας μπύρα και κρασί, φτιάχνοντας χρωστικές ουσίες για διακοσμητικά και βαφές, εκχυλίζοντας χημικές ουσίες από φυτά για παραγωγή φαρμάκων και αρωμάτων, φτιάχνοντας τυρί, βυρσοδεψία δερμάτων, μετατρέποντας λίπη σε σαπούνια, παράγοντας γυαλί αλλά φυσικά και κράματα μετάλλων, όπως ο ορείχαλκος.

Η γένεση της χημείας μπορεί να εντοπιστεί στην ευρύτερη παρατήρηση του φαινομένου της καύσης που οδήγησε στη μεταλλουργία, την τέχνη και επιστήμη της μετατροπής των ορυκτών σε χρήσιμα μέταλλα. Η απληστία για χρυσό οδήγησε στην ανακάλυψη της διεργασίας του καθαρισμού του, ακόμη κι αν οι αρχές των χρησιμοποιούμενων τεχνικών δεν ήταν κατανοητές, αφού θεωρούσαν ότι μετέτρεπαν άλλες ουσίες σε χρυσό, ενώ απλώς καθάριζαν τον υπάρχοντα χρυσό. Πολλοί μελετητές της εποχής αυτής θεωρούσαν λογικό να πιστεύουν ότι υπάρχουν μέσα για τη μετατροπή φθηνών ουσιών (συνήθως άλλων μετάλλων) σε χρυσό. Ωστόσο, αυτή η λαθεμένη προσδοκία έδωσε την απαραίτητη ώθηση στην αλχημεία, με την αναζήτηση της «φιλοσοφικής λίθου», που πίστευαν ότι μπορεί να καταλύσει την μετατροπή με απλή επαφή.

Παραδοσιακά, η επιστήμη της αλχημείας κάποτε θεωρούνταν ότι προήλθε από την μεγάλη αιγυπτιακή μορφή που οι Έλληνες ονόμαζαν Ερμής ο Τρισμέγιστος, που τιμούνταν ταυτόχρονα ως ιερέας, βασιλιάς και ερευνητής, ιδρυτής της τέχνης της αλχημείας (και όχι μόνο). Πιστεύεται ότι έζησε γύρω στο 1900 π.Χ., και τον τιμούσαν ευρύτατα για τη σοφία του και για τις γνώσεις του σε θέματα του φυσικού κόσμου. Το 1614 ο Ισαάκ Κασομπόν (Isaac Casaubon) επέδειξε έργα που αποδίδονταν στον Ερμή τον Τρισμέγιστο, αλλά που στην πραγματικότητα γράφτηκαν με ψευδώνυμα κατά τους τρεις πρώτους αιώνες μ.Χ.  Οι αλχημικές θεωρίες που σχετίζονται με τον Ερμή τον Τρισμέγιστο, μοιάζει να αποτελούν συγκριτισμό μετάξύ του αρχαίου ελληνικού θεού Ερμή και του αρχαίου Αιγυπτιακού θεού Θωθ. 

Ο Πάρτιγκτον (J. R. Partington), στο τετράτομο έργο του «Ιστορία της χημείας» (1969) γράφει ότι «...ως αρχαιότερες εφαρμογές χημικών διεργασιών πρέπει να θεωρηθούν η εξόρυξη και κατεργασία μετάλλων και ιδιαίτερα η κατασκευή κεραμικών, που είναι μορφές τεχνικών που χρησιμοποιούνταν πολλούς αιώνες πριν από την Εποχή του Χαλκού από τους πολιτισμούς της Αιγύπτου και της Μεσοποταμίας». Έτσι, σύμφωνα με τον ερευνητή, η αλχημεία πρωτοεμφανίστηκε στην Αίγυπτο και τη Μεσοποταμία.

Στην Αρχαία Ελλάδα αναπτύχθηκε το φιλοσοφικό ρεύμα του ατομικισμού από το 440 π.Χ., όπως δείχνει το βιβλίο De Rerum Natura (Η Φύση των πραγμάτων) που γράφηκε από τον Ρωμαίο Λουκρήτιο το 50 π.Χ.. Επίσης είχαν αναπτυχθεί μέθοδοι καθαρισμού ουσιών, όπως περιγράφεται από τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο στο έργο του Naturalis Historia (Φυσική Ιστορία).

Τα κείμενα κάποιων από τους πρώτους Έλληνες φιλοσόφους μπορούν να θεωρηθούν οι πρώτες χημικές θεωρίες. Η θεωρία αυτή προχώρησε κατά τον 5ο αιώνα π.Χ. από τον Εμπεδοκλή, που διατύπωσε ότι «όλα αποτελούνται από τον αέρα, τη γη, τη φωτιά και το νερό». Η θεωρία αυτή άσκησε μεγάλη επιρροή στη μετέπειτα αλχημεία.

Ενώ στην Αλεξάνδρεια η αλχημεία άρχισε να ανθίζει κατά την Ελληνιστική περίοδο, μια άλλη σχολή αλχημείας αναπτυσσόταν στην Κίνα.

Οι πρωτοπόροι της χημείας και εφευρέτες της σύγχρονης επιστημονικής μεθόδου ήταν μεσαιωνικοί Άραβες και Πέρσες μελετητές. Καινοτόμησαν στην ακριβή παρατήρηση και τον ελεγχόμενο πειραματισμό στο πεδίο της χημείας ανακαλύπτοντας πολλές χημικές ουσίες:

Η χημεία είναι ως επιστήμη σχεδόν αποκλειστικά δημιούργημα των Μωαμεθανών: Το όνομα του πεδίου ήταν ελληνικό (απ' όσο μέχρι στιγμής γνωρίζουμε), οι Έλληνες όμως περιορίζονταν στη βιομηχανική εμπειρία και στην ασαφή υπόθεση. Οι Σαρακηνοί παρουσίασαν την ακριβή παρατήρηση, τον ελεγχόμενο πειραματισμό, και στην προσεκτική καταγραφή σχετικών αρχείων. Ανακάλυψαν και ονόμασαν την αλεμβική (al-anbiq), χημικά ανέλυσαν αμέτρητες ουσίες, συνέθεσαν λαπιδαρίες, διαχώρησαν βάσεις και οξέα, ερεύνησαν τις συγγένειές τους, μελέτησαν και παρασκεύασαν εκατοντάδες φαρμάκων. Η Αλχημεία, που οι Μουσουλμάνοι κληρονόμησαν από την Αίγυπτο, μετατράπηκε σε χημεία με μια χιλιάδα ενδιάμεσες ανακαλύψεις, και με τη μέθοδό της, που ήταν η πιο επιστημονική από όλα τα μεσαιωνικά εγχειρήματα.

Οι μουσουλμάνοι χημικοί με τη μεγαλύτερη επιρροή ήταν οι ακόλουθοι:

Το έργα του Τζαμπίρ έγιναν γνωστά στην Ευρώπη μέσω των λατινικών μεταφράσεών τους από τον ψευδο-Γκεμπέρ 14ο αιώνα στην Ισπανία, που επίσης έγραψε κάποια από τα δικά του βιβλία κάτω από την ονομασία «Γκεμπέρ». Η συνεισφορά των Ινδών αλχημιστών και μεταλλουργών στην ανάπτυξη της χημείας ήταν επίσης αρκετά σημαντική.

Η ταχεία μεταφορά της χημείας στην Ευρώπη έγινε κυρίως λόγω της Μαύρης πανώλους. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε από μεγάλη ζήτηση φαρμάκων. Έτσι το «ελιξήριο της ζωής», που υποτίθεται ότι θα θεράπευε κάθε ασθένεια, προστέθηκε στην ήδη αναζητούμενη φιλοσοφική λίθο. Και τα δυο ποτέ δεν βρέθηκαν.  Ωστόσο με τον καιρό, κάποιοι αλχημιστές όρισαν ανεξάρτητους στόχους, τους οποίους πλησίασαν περισσότερο. Για παράδειγμα ο Παράκελσος (1493-1541),  απέρριψε την επικρατούσα θεωρία των τεσσάρων στοιχείων και, με μόνο οδηγό τα χημικά και τα φάρμακά του, δημιούργησε ένα υβρίδιο ανάμεσα στην αλχημεία και την επιστήμη το οποίο ονομάστηκε «ιατροχημεία». Ομοίως, κάτω από την επήρεια κάποιας φιλοσοφίας, ο Σερ Φράνσις Μπέικον (1561-1626) και ο Ρενέ Ντεκάρτ (1596-1650), που απαίτησαν περισσότερη εμβάθυνση στα Μαθηματικά και αφαίρεση των προκαταλήψεων από τις επιστημονικές παρατηρήσεις, οδήγησαν τελικά σε μια πραγματική επανάσταση. Η χημεία άρχισε, ουσιαστικά, μαζί με τον Ρόμπερτ Μπόιλ και την ομώνυμη εξίσωσή του (Νόμος του Μπόιλ) για τα χαρακτηριστικά της αέριας κατάστασης.

Η χημεία ενηλικιώθηκε στ' αλήθεια όταν ο Λαβουαζιέ (1743-1794), ανακάλυψε τη θεωρία διατήρησης της ύλης το 1783, και την ανάπτυξη της ατομικής θεωρίας από τον Τζον Ντάλτον γύρω στο 1800.  Ο νόμος διατήρησης της ύλης κατέληξε στην τυποποίηση της χημείας πάνω στον νόμο αυτό και τη θεωρία της κατανάλωσης του οξυγόνου, που βασίστηκε πολύ στο έργο του Λαβουαζιέ. Η συνεισφορά του Λαβουαζιέ αποτέλεσε το θεμέλιο της χημείας και ήταν αποτέλεσμα συνεχούς προσπάθειας να ταιριάξουν όλα τα πειραματικά του δεδομένα σε μια μοναδική θεωρία. Εγκαινίασε τη χημική ισορροπία, χρησιμοποίησε το οξυγόνο για να καταρρίψει τη θεωρία του «φλογιστού», καθιέρωσε νέο σύστημα χημικής ονοματολογίας και είχε συνεισφορά στο σύγχρονο μετρικό σύστημα. Ο Λαβουαζιέ εργάστηκε ακόμη στη μετάφραση της αρχαϊκή και τεχνικής γλώσσα της αλχημείας στη σύγχρονη και επιστημονική της χημείας, που γίνεται πιο εύκολα κατανοητή από το ευρύτερο κοινό, οδηγώντας το σε μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την επιστήμη αυτή. Όλα αυτά τα βήματα αποτέλεσαν αυτό που ονομάστηκε «χημική επανάσταση.» Η συνεισφορά του Λαβουαζιέ έφερε τη χημεία σε θέση να μπορεί να ενταχθεί στα εκπαιδευτικά συστήματα όλου του κόσμου. Για όλα τα παραπάνω συχνά αναφέρεται ως ο «πατέρας της σύγχρονης χημείας». Αργότερα, η ανακάλυψη του Φρέντριχ Βόχλερ ότι πολλές φυσικές ουσίες, και ιδιαίτερα οι οργανικές ενώσεις, μπορούν κι αυτές να συνθεθούν με εργαστηριακές χημικές μεθόδους, επίσης βοήθησαν τη σύγχρονη χημεία να βγει από τα σπάργανά της.

Οι ανακαλύψεις των χημικών στοιχείων έχουν μακρά ιστορία, αρχίζοντας από τον καιρό της αλχημείας, αλλά συστηματοποιήθηκαν με την δημιουργία του Περιοδικού Πίνακα των χημικών στοιχείων από τον Ντμίτρι Μεντελέγιεφ το 1869, για να κορυφωθούν με τις σταδιακές ανακαλύψεις των τεχνητών στοιχείων, αργότερα, αναζήτηση που μάλλον δεν έχει τελειώσει ακόμη.

 

Χρωματικός κώδικας για τους ατομικούς αριθμούς:

Στην Ιστορία της επιστήμης, η ετυμολογία της λέξης «χημεία» (chemistry) είναι αμφιλεγόμενο ζήτημα. Είναι συμφωνημένο ότι η λέξη προέρχεται από τη λέξη «αλχημεία» (alchemy), ευρωπαϊκή λέξη που είναι με τη σειρά της παράγωγο της αραβικής «al-kīmīā» (الكيمياء). Επίσης θεωρείται δεκτό ότι ο αραβικός όρος προήλθε από την ελληνική λέξη «χημία» ή «χημεία». Ωστόσο, η αρχική προέλευση της ρίζας της λέξης, δηλαδή το «χημ-», είναι αβέβαιη.

Υπάρχουν δύο βασικές απόψεις για την προέλευση της λέξης «αλχημεία», που συμφωνούν στο σημείο ότι έχει αραβική καταγωγή, καθώς το πρόθεμα «αλ-» είναι το αραβικό άρθρο. Σύμφωνα με το Oxford English Dictionary, η επικρατούσα θεωρία είναι ότι η λέξη «al-kīmīā» προήλθε από την ελληνική «χημία», που προήλθε από το αρχαίο Αιγυπτιακό «khem», «khame», ή «khmi», που σήμαινε «μαύρη γη», σε αντίθεση με την γύρω έρημο. Γι' αυτό η αλχημεία (πάντα σύμφωνα με το παραπάνω αναφερόμενο λεξικό) είναι «αιγυπτιακή τέχνη». Ωστόσο, θεωρείται επίσης πιθανό ότι η λέξη «al-kīmīā» προήλθε από την ελληνική «χημεία», με την έννοια «ανάμειξη» και έγχυση, που χρησιμοποιούνται σε συνάρτηση με τη μελέτη των χυμών των φυτών, και από εκεί επεκτάθηκε σε όλους τους χειρισμούς χημικών εν γένει. Αυτή έγινε αργότερα χημία (μεταστοιχείωση), από το 300, και στη συνέχεια, al-khemia στο αραβικό κόσμο, μετά alchemia στο Μεσαίωνα, έπειτα chymistry το 1661 με τη δημοσίευση του Μπόυλ (Boyle), και τώρα πια «χημεία» (chemistry). Αυτή η άποψη αντιπροσωπεύει παλιές ορθογραφίες όπως «Chymist» και chymistry.

Τα πρώτα κείμενα αλχημείας γράφηκαν στα Αρχαία Ελληνικά, γύρω στα 800 π.Χ., πάνω από 1.000 χρόνια αργότερα από την αιγυπτιακή λογοτεχνία. Έτσι οι Έλληνες αλχημιστές μάλλον υιοθέτησαν την αιγυπτιακή ορολογία. Άλλες πιθανές πηγές περιλαμβάνουν την αρχαία περσική λέξη kimiya, που σημαίνει χρυσός.

Η πρώτη εμφάνιση της λέξης «αλχημεία» βρίσκεται σε πραγματεία του Ιούλιους Φίρμικους (Julius Firmicus), συγγραφέα αστρολογίας του 4ου αιώνα, αλλά το πρόθεμα «al» πρέπει να είναι προσθήκη μεταγενέστερου αντιγραφέα. Στα αγγλικά, ο Πιερς Πλόουμαν (Piers Plowman) (1362) παρέχει τη φράση experimentis of alconomye (δηλαδή πειράματα αλχημείας), με παραλλαγές «alkenemye» και «alknamye». Το πρόθεμα «al» άρχισε να κόβεται γύρω στα μέσα του 16ου αιώνα.

.

Η παραδοσιακή χημεία ξεκινά με τη μελέτη των στοιχειωδών μονάδων της ύλης που διατηρούν τις χημικές τους ιδιότητες, δηλαδή με τα άτομα και τα μόρια, και ασχολείται με τους τρόπους που αυτά μπορούν να διαταχθούν στις διάφορες ενώσεις, όπως για παράδειγμα στους κρυστάλλους. Αφού γίνει διεξοδική μελέτη της σύστασης και της δομής των διαφόρων ενώσεων, έπειτα μελετώνται οι μεταξύ τους αλληλεπιδράσεις και οι οποίες μπορεί να είναι φυσικές (π.χ. διαλυτότητα, πτητικότητα, χρώμα, οσμή και άλλα) ή και χημικές (χημικές αντιδράσεις).

Πιο συγκεκριμένα:

Η μελέτη της δομής είναι ένα από τα βασικά προβλήματα της χημείας και για την επίλυσή του επιστρατεύονται θεωρητικά, αλλά και πειραματικά μέσα. Η θεωρητική προσέγγιση στηρίζεται στην μέχρι τώρα εμπειρία των χημικών ή σε μαθηματικά μοντέλα που παρέχονται από τη Φυσική και εφαρμόζονται στα χημικά συστήματα με τη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών (βλέπε Κβαντική χημεία). Στον αντίποδα, και επειδή κάθε θεωρητική τεχνική απαιτεί και πειραματική επαλήθευση, η σύσταση και η δομή μιας χημικής ένωσης μπορούν να προσδιοριστούν με διάφορες πειραματικές τεχνικές, οι οποίες μπορεί να είναι πιο κλασικές (χρήση γυάλινων σκευών) ή πιο σύγχρονες (χρήση εξειδικευμένων οργάνων), ενώ σε κάθε περίπτωση απαιτείται η εξαγωγή κατάλληλων και λογικών συμπερασμάτων.

Το δεύτερο μεγάλο θέμα ενασχόλησης της χημείας είναι οι χημικές αντιδράσεις. Κατά τις χημικές αντιδράσεις έχουμε πάντα μεταβολή της δομής και συνήθως μεταβολή και της σύστασης των αρχικών ενώσεων, που συμμετέχουν στην αντίδραση. Κατά μία το όλο πρόβλημα ανάγεται και πάλι στη μελέτη των χημικών δομών. Υπάρχει όμως και μια σημαντική διαφορά, αφού οι αντιδράσεις δεν είναι στατικές αλλά μεταβάλλονται με το χρόνο, ενώ έχουμε και μεταβολή του ενεργειακού περιεχομένου των μορίων, οπότε και έκλυση ή απορρόφηση θερμότητας. 

Βάσει των παραπάνω θα έλεγε κανείς ότι η επιστήμη της χημείας είναι πολλή προβλέψιμη και επαναληπτική, ωστόσο η αλήθεια είναι πως είναι τόσο μεγάλο το εύρος των ενώσεων και των αντιδράσεων, αλλά και τόσο απρόβλεπτα ορισμένα φαινόμενα που τελικά μάλλον το αντίθετο συμβαίνει.

Οι βασικοί δύο πυλώνες της χημείας είναι η ανόργανη και η οργανική χημεία, οι οποίες μελετούν τη δομή και τη δραστικότητα των ανόργανων και των οργανικών ενώσεων αντίστοιχα (δηλαδή ολόκληρο τον περιοδικό πίνακα και τις ιδιότητές του). Ωστόσο, πολλοί θεωρούν πως στον κορμό της χημείας πρέπει να συμπεριληφθούν και η φυσικοχημεία και η αναλυτική χημεία. Η μεν φυσικοχημεία διότι ασχολείται με τις γενικές αρχές των χημικών φαινομένων, η δε αναλυτική χημεία επειδή διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην εξαγωγή συμπερασμάτων σχετικά με τη σύσταση (και κάποιες φορές με τη δομή) των ενώσεων, πράγμα που αποτελεί έναν από τους βασικούς στόχους της χημείας ως επιστήμης. Να σημειωθεί πως βάσει άλλων απόψεων η αναλυτική χημεία δεν ανήκει στους βασικούς κλάδους της χημείας μιας και χρησιμοποιεί κατά κόρον γνώσεις από τους άλλους τρεις κλάδους, προκειμένου να προσδιορίσει τη σύσταση της ύλης (με αυτήν την προσέγγιση οι βασικοί κλάδοι μπορούν να θεωρηθούν ως τρεις).

Συμβατικά, λοιπόν, μπορούμε να θεωρήσουμε πως οι βασικοί κλάδοι είναι τέσσερις, όπως φαίνεται παρακάτω:

Κάθε ένας από τους κλάδους αυτούς μπορεί να χωριστεί σε επιμέρους τμήματα, όπως φαίνεται στη συνέχεια:

Συνδυάζοντας κανείς γνώσεις από τους βασικούς κλάδους της χημείας μπορεί να προχωρήσει σε πιο εφαρμοσμένα θέματα οπότε προκύπτουν πολλοί νέοι κλάδοι όπως, για παράδειγμα, είναι οι εξής:




#Article 24: Ελία Καζάν (425 words)


Ο Ελία Καζάν (Καισάρεια, 7 Σεπτεμβρίου 1909 - Νέα Υόρκη, 28 Σεπτεμβρίου 2003) ήταν Έλληνας σκηνοθέτης του θεάτρου και του κινηματογράφου με καριέρα στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής.

Το κανονικό του όνομα ήταν Ηλίας Καζαντζόγλου. Ήταν ο σκηνοθέτης που ανέδειξε τον Μάρλον Μπράντο και τον Γουόρεν Μπίτι. Συνέβαλε στην καθιέρωση της προσέγγισης του ηθοποιού με βάση τη μέθοδο, που είχε αναπτύξει ο Κωνσταντίν Στανισλάβσκι. Οδήγησε 21 ηθοποιούς στις υποψηφιότητες των Όσκαρ. Ξεκίνησε την καριέρα του ως ηθοποιός στο θέατρο Group Theatre όπου παρέμεινε στη περίοδο 1932-1939. Το 1934 εγγράφεται στο Κομμουνιστικό Κόμμα Αμερικής, στο οποίο παραμένει για περίπου 1,5 χρόνο.  Το 1942 μεταπήδησε στη σκηνοθεσία παρουσιάζοντας τη πρώτη του παράσταση Με τα δόντια του Θόρντον Γουάιλντερ. Έκτοτε άρχισε ν΄ ανεβάζει με αυξανόμενη επιτυχία έργα διάσημων αμερικανών συγγραφέων. Εν τω μεταξύ το 1945 άρχισε να «γυρίζει» κινηματογραφικές ταινίες όπου και έγινε διάσημος στο Broadway, σκηνοθετώντας, ανάμεσα σε άλλα, τα έργα «Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν» (1945), «Το μεγάλο κατηγορώ» (1946), «Συμφωνία Κυρίων» (1947), «Λεωφορείον ο πόθος» (1951), «Βίβα Ζαπάτα» (1952), «Το λιμάνι της αγωνίας» (1954), «Ένα πρόσωπο στο πλήθος» (1957), «Λάσπη στ' αστέρια» (1960), «ο Θάνατος του Εμποράκου», «Ανατολικά της Εδέμ»,το «Αμέρικα, Αμέρικα» και «Λυσσασμένη Γάτα». Τιμήθηκε με δύο βραβεία Όσκαρ σκηνοθεσίας για τα έργα Συμφωνία Κυρίων και Το Λιμάνι της Αγωνίας, ενώ ήταν τρεις φορές υποψήφιος για τα έργα Λεωφορείο ο πόθος, Ανατολικά της Εδέμ και Αμέρικα, Αμέρικα, αντίστοιχα. Το 1999 η Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου του απένειμε Τιμητικό Όσκαρ για το σύνολο του έργου του.

Ο Ηλίας Καζάν μαζί με τον Ρόμπερτ Λιούις και την Τσέριλ Κρόφορντ ίδρυσαν το περίφημο Actors studio, μια λέσχη επαγγελματιών ηθοποιών στην οποία καλλιτεχνικός διευθυντής και δάσκαλος υπήρξε ο Λι Στράζμπεργκ.

Το όνομα του Ελία Καζάν έχει συνδεθεί με τον σκηνοθέτη που ανέδειξε τον Μάρλον Μπράντο και τον Γουόρεν Μπίτι, με τον καλλιτέχνη που σκηνοθετούσε με βάση τη διδασκαλία του Στανισλάφσκι. Με καταγωγή από την Καισάρεια της Μικράς Ασίας, γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη στις 7 Σεπτεμβρίου του 1909, μετανάστευσε με την οικογένειά του στις ΗΠΑ και έγινε σκηνοθέτης, παραγωγός, συγγραφέας και ηθοποιός.

Ο Καζάν κατακρίθηκε για τη συνεργασία του το 1952 με την Επιτροπή Αντιαμερικανικών Δραστηριοτήτων, μέσω της οποίας κατέδωσε στις αρχές συναδέλφους του ως κομμουνιστές (βλ. Μαύρη Λίστα του Χόλυγουντ). Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι όταν είχε καταδώσει τον Αριστερό σκηνοθέτη Ζυλ Ντασέν ως Κομμουνιστή, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να καταφύγει τελικά στην Ευρώπη. Όταν η Ακαδημία προσέφερε το 1999 το τιμητικό βραβείο για το σύνολο της καριέρας του στον Καζάν, πολλοί συνάδελφοι του και ηθοποιοί αντέδρασαν και αποχώρησαν από την απονομή, ως ένδειξη διαμαρτυρίας καθώς δεν μπορούσαν να ξεχάσουν την προδοσία του.




#Article 25: Ευρωπαϊκή σημαία (162 words)


H σημαία της Ευρώπης, όπως αποκαλείται σήμερα από τους περισσότερους, είναι μια σημαία με μπλε φόντο επί της οποίας φέρονται δώδεκα χρυσοί αστέρες σε κυκλική διάταξη. Αποτελεί, σε επίσημο επίπεδο, τη σημαία και το έμβλημα του Συμβουλίου της Ευρώπης (ΣτΕ) και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). 

Η σημαία σχεδιάστηκε από τους Αρσέν Εΐτζ και Πωλ Λεβύ το 1955 για το Συμβούλιο της Ευρώπης ως σύμβολο του, και το Συμβούλιο της Ευρώπης παρότρυνε να θεσπιστεί και από άλλους οργανισμούς. Το 1985, η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία ονομαζόταν τότε Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ), την υιοθέτησε ως σημαία της (δεν είχε δική της σημαία πριν) με πρωτοβουλία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Η σημαία δεν αναφέρεται στις συνθήκες της ΕΕ, ενώ η ενσωμάτωση της συνέπεσε μαζί με το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα, αλλά έχει επισήμως υιοθετηθεί στη νομοθεσία.

Ο αριθμός των δώδεκα αστέρων συμβολίζει τα ιδανικά της Ευρώπης: ενότητα, αλληλεγγύη και αρμονία ανάμεσα στους λαούς της.
Δεν υπάρχει καμία συσχέτιση ανάμεσα στον αριθμό των αστεριών και στον αριθμό των κρατών-μελών. 




#Article 26: Πρέβεζα (4668 words)


Η Πρέβεζα είναι πόλη και λιμάνι της Ηπείρου. Βρίσκεται στο νοτιότερο άκρο της Ηπείρου, παρά την είσοδο του Αμβρακικού κόλπου. Είναι έδρα του Δήμου Πρέβεζας και πρωτεύουσα του Νομού Πρέβεζας. Στην απογραφή του 2011 ο πληθυσμός της πόλης ήταν 19.042 κάτοικοι, ενώ ο πληθυσμός της Δημοτικής Κοινότητας Πρέβεζας ήταν 20.795 κάτοικοι.

Η  πόλη της Πρέβεζας βρίσκεται στο νοτιότερο άκρο της Ηπείρου και στο μέσον περίπου της βορειοδυτικής ακτογραμμής της Ελλάδας. Είναι κτισμένη στη βόρεια πλευρά του πορθμού της Πρέβεζας, ο οποίος συνδέει τον Αμβρακικό κόλπο με το Ιόνιο πέλαγος. Απέναντί της και σε απόσταση μόλις 600 μέτρων βρίσκεται το επίπεδο και αμμώδες ακρωτήριο του Ακτίου, γνωστό από τη φημισμένη ομώνυμη ναυμαχία του 31 π.Χ. Η θαλάσσια περιοχή κοντά στην Πρέβεζα αποτέλεσε για μια ακόμη φορά το επίκεντρο της παγκόσμιας ιστορίας κατά τη ναυμαχία της Πρέβεζας του 1538 μ.Χ., επιβεβαιώνοντας τη στρατηγική θέση στην οποία βρίσκεται η πόλη.

Βόρεια της Πρέβεζας και σε απόσταση επτά χιλιομέτρων από αυτή βρίσκεται ο εκτεταμένος ερειπιώνας της αρχαίας Νικόπολης, η οποία κτίστηκε από τον Οκταβιανό περί το 30 π.Χ., σε ανάμνηση της νίκης του επί των αντιπάλων του, Μάρκου Αντωνίου και Κλεοπάτρας, μετά τη ναυμαχία του Ακτίου. Αν και η Πρέβεζα είναι κτισμένη κοντά στο μεγαλύτερο λιμάνι της αρχαίας Νικόπολης, το οποίο ήταν στον όρμο Βαθύ, και παρά το γεγονός ότι τα ερείπια της Νικόπολης ήταν από τον 17ο αιώνα γνωστά ως Παλαιοπρέβεζα, δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η Πρέβεζα αποτελεί συνέχεια της αρχαίας Νικόπολης, καθώς υπάρχει ένα μεγάλο χρονικό κενό μεταξύ των ιστορικών πορειών των δύο πόλεων.

Παρά τις τρεις διαφορετικές απόψεις που έχουν διατυπωθεί σχετικά με την ετυμολογία του ονόματος Πρέβεζα, η ευρύτερα αποδεκτή άποψη των ερευνητών είναι ότι Πρέβεζα σημαίνει Πέρασμα και ότι η λέξη έφτασε στη μορφή αυτή από τη σλαβική γλώσσα, μέσω της αλβανικής. 

Στην περιοχή του Νομού Πρέβεζας υπάρχουν αρχαιολογικά ευρήματα που αποδεικνύουν την κατοίκηση του χώρου από τα παλαιολιθικά χρόνια. Πολλαπλά ευρήματα στη Βραχοσκεπή του Ασπροχάλικου Πρέβεζας και στη θέση Κοκκινόπηλος, κοντά στο χωριό Άγιος Γεώργιος Πρέβεζας, μαρτυρούν την κατοίκηση στα βόρεια του Νομού ήδη από το 100.000 π.Χ. Στη χερσόνησο του Αγίου Θωμά, απέναντι από την πόλη της Πρέβεζας, έχουν εντοπισθεί τόσο παλαιοντολογικά όσο και αρχαία ευρήματα της εποχής του χαλκού.

Στην περιοχή του Νομού Πρέβεζας σώζονται, επίσης, ερείπια πολλών αρχαίων πόλεων, όπως της Κασσώπης, πρωτεύουσας των Κασσωπαίων, του Ορράου, πόλης των Μολοσσών, των Βατιών, του Βουχετίου και της Πανδοσίας, αποικιών των αρχαίων Ηλείων, του Τρικάστρου, της Ελάτρειας, της Εφύρας και της Νικόπολης, αποδεικνύοντας τη διαχρονική κατοίκηση της περιοχής.

Στις 2 Σεπτεμβρίου του έτους 31 π.Χ., έγινε στη θαλάσσια περιοχή δυτικά της σημερινής Πρέβεζας η περίφημη Ναυμαχία του Ακτίου μεταξύ των δυνάμεων του Μάρκου Αντώνιου και της Κλεοπάτρας από τη μία πλευρά και του Οκταβιανού από την άλλη. Μετά τη νικηφόρα για τον Οκταβιανό ναυμαχία του Ακτίου, ο μονοκράτορας πλέον της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, διέταξε την ανέγερση πόλης εις ανάμνηση της νίκης του, που θα έφερε το όνομα Νικόπολις, τα ερείπια της οποίας σώζονται περί τα έξι χιλιόμετρα βόρεια της Πρέβεζας.

Οι ιστορικές περίοδοι της Πρέβεζας, από την ίδρυσή της μέχρι και σήμερα, μπορούν επιγραμματικά να συνοψισθούν στον ακόλουθο πίνακα:(Οι χρονολογίες που δίνονται στον ακόλουθο πίνακα είναι οι de facto και όχι οι de jure χρονολογίες κατοχής της Πρέβεζας.)

Ο Πέτρος Φουρίκης, κατά την ώριμη επιστημονική του φάση, επεσήμανε πρώτος, το 1924, την αναφορά του ονόματος «Πρέβεζα» στο Χρονικόν του Μορέως. Το όνομα «Πρέβεζα» εμφανίζεται στην εξιστόρηση της αμφίβιας επιχείρησης ανακατάληψης του Δεσποτάτου της Ηπείρου από συμμαχικές προς τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β΄ Παλαιολόγο δυνάμεις. Οι επιχειρήσεις αυτές τοποθετούνται χρονικά στο έτος 1290 μ.Χ. ή κατ' άλλους το 1292 μ.Χ. Η σχετική περιγραφή του Χρονικού έχει ως εξής: Ἐκείνη γὰρ ἡ ὑποδρομή, τῶ κούρσω  ὄπου σᾶς λέγω, οὐδὲν ἐδιήρκησεν πολλά, ἄνευ καὶ ἡμέραις δύο, ἐπὴν μαντᾶτα ἠφέρασιν ἐτότε τοῦ δεσπότου, τὸ πῶς ἐκεταλάβασιν εἰς τὸν κορφὸν τῆς Ἄρτας, κάτεργα ἑξῆντα ἤλθασιν, κ’ εἶναι τῶν Γενουβίσων· ἐπέζευσαν εἰς τὴν Πρέβεσαν, κουρσεύγουν τὰ χωρία, ὡρμήσασιν νὰ ἔρχονται ὁλόρθα εἰς τὴν Ἄρταν,
και μια σελίδα παρακάτω επαναλαμβάνονται τα εξής: ... καὶ ἐπέζευσαν εἰς τὴν Πρέβεζαν, κουρσεύουν τὰ χωρία, καὶ ὡρμήσασιν καὶ ἐρχόντησαν ὁλόρθα εἰς τὴν Ἄρταν. Ο Φουρίκης στηριζόμενος μόνον σε αυτή την αναφορά του ονόματος Πρέβεζα, προβαίνει σε μια θεωρητική κατασκευή, σύμφωνα με την οποία μετά την ερήμωση της αρχαίας Νικόπολης ένα νέο λιμάνι ήταν αναγκαίο. Θεωρεί ότι το λιμάνι αυτό θα είχε μια οικιστική εξέλιξη την οποία πρέπει να φανταστούμε ως εξής: «εμπορικός σταθμός (σκάλα), συνοικισμός, χωρίδιον, χωρίον, κώμη, κωμόπολη». Υποστηρίζει επιπλέον ότι αυτή η εξέλιξη πρέπει να είχε ολοκληρωθεί τουλάχιστον 100 χρόνια πριν το 1292 (χρόνο κατά τον οποίο έγινε η επιχείρηση ανακατάληψης του Δεσποτάτου της Ηπείρου) και, έτσι, συμπεραίνει ότι η Πρέβεζα ιδρύθηκε κατά τον 12ο αιώνα και είναι οικιστική συνέχεια της αρχαίας Νικόπολης, μετά την ερήμωση της τελευταίας. Οι απόψεις του Φουρίκη επέδρασαν καθοριστικά στη μετέπειτα ιστορική έρευνα για την ίδρυση και την πορεία της Πρέβεζας.

Νεότερες ιστορικές έρευνες, όμως, υποστηρίζουν ότι η Πρέβεζα ιδρύθηκε, ως οικισμός, στο δεύτερο μισό του 15ου αιώνα, μετά την κατασκευή από τους Οθωμανούς, το 1478, του Κάστρου της Μπούκας. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η πόλη αποτελεί την οικιστική συνέχεια της αρχαίας Νικόπολης.

Πρόσφατες δημοσιεύσεις σε επιστημονικά συμπόσια υποστηρίζουν ότι η κατάληψη της περιοχής της Πρέβεζας από τους Οθωμανούς πραγματοποιήθηκε το 1463 και ότι την εποχή εκείνη το διοικητικό κέντρο της περιοχής ήταν πιθανότατα η Ρηνιάσσα, ενώ δεν υφίστατο ακόμη οικισμός με το όνομα Πρέβεζα. Λίγα χρόνια μετά την κατάληψη της περιοχής, οι Οθωμανοί οχύρωσαν τη βόρεια πλευρά του πορθμού που οδηγεί από το Ιόνιο Πέλαγος στον Αμβρακικό κόλπο, ανεγείροντας το Κάστρο της Μπούκας, το 1478. Με την κατασκευή του κάστρου αυτού, οι Οθωμανοί έλεγχαν ολόκληρο τον Αμβρακικό κόλπο, τον οποίο μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν ως φυσικό ναύσταθμο στα δυτικά όρια της αυτοκρατορίας τους και να εκστρατεύσουν από εκεί για τη σχεδιαζόμενη κατάκτηση της Ρώμης, το 1480. Στη διάρκεια της πρώτης Οθωμανικής Περιόδου της Πρέβεζας έγιναν τέσσερις, τουλάχιστον, προσπάθειες κατάληψής της από τις δυτικές χριστιανικές δυνάμεις, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα: η πρώτη το 1481, η δεύτερη το 1501, η τρίτη το 1538 και η τέταρτη το 1605.

Στις αρχές Ιουλίου του 1500, οθωμανικός στολίσκος ο οποίος αποτελείτο από 28 ιστιοφόρα πλοία που είχαν ναυπηγηθεί στα νεωλκεία της Πρέβεζας, συνενώθηκε με τον οθωμανικό στόλο που είχε καταπλεύσει στη Λευκάδα και από κοινού απέπλευσαν για την Πελοπόννησο με σκοπό την κατάληψη της Μεθώνης και της Κορώνης. Οι Ενετοί, αντιδρώντας στην κατάληψη των δύο Πελοποννησιακών καστρουπόλεων, επιχείρησαν εφόδους σε διάφορα νησιά του Αιγαίου και παράλιες πόλεις του Ιονίου.
Στην ιστοριογραφία της Πρέβεζας και στο παραπάνω ιστορικό πλαίσιο, αναφέρεται συχνά μια επιδρομή του ενετικού στόλου εναντίον της πόλης, υπό τον αρχιναύαρχο Μπενεντέτο Πέζαρο. Η επιδρομή αυτή χρονολογείται μάλιστα από τους ιστοριογράφους άλλοτε το 1500 και άλλοτε το 1499, μεσούντος του Β΄ Βενετοτουρκικού Πολέμου. Νέες ιστορικές μελέτες υποστηρίζουν βάσιμα, πειστικά και αυταπόδεικτα ότι η επιδρομή αυτή έγινε στα τέλη Ιανουαρίου του 1501 εναντίον της Βόνιτσας και όχι της Πρέβεζας. Οι ενετικές δυνάμεις, στη διάρκεια της εν λόγω επιδρομής, λαφυραγώγησαν έντεκα οθωμανικές γαλέρες που βρίσκονταν στο λιμάνι της Βόνιτσας, αλλά είχαν ναυπηγηθεί στην Πρέβεζα. Στις 29 Ιανουαρίου 1501 ο ενετικός στολίσκος εξήλθε από τον Αμβρακικό κόλπο, υπό τα πυρά του κάστρου της Μπούκας της οθωμανοκρατούμενης Πρέβεζας, και συναντήθηκε στο Ιόνιο με τον υπόλοιπο στόλο.

Στις 28 Σεπτεμβρίου 1538, στον θαλάσσιο χώρο βορειοδυτικά της νήσου Λευκάδας, έγινε η περίφημη Ναυμαχία της Πρέβεζας, μεταξύ του οθωμανικού στόλου υπό τον Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα και του συνασπισμένου Χριστιανικού στόλου του Ιερού Συνασπισμού υπό τον Αντρέα Ντόρια. Παρά τη ναυτική υπεροπλία των Χριστιανικών Δυνάμεων, οι Οθωμανοί ήταν οι νικητές της ναυμαχίας, που έμελλε να γίνει γνωστή στην ιστορία με το όνομα της νεοσύστατης τότε Πρέβεζας. Η ημέρα της διεξαγωγής της ναυμαχίας είναι εθνική γιορτή για την Τουρκία.

Το βράδυ της 2ας προς 3η Μαΐου 1605, στρατιωτικές δυνάμεις του Τάγματος των Ιπποτών του Αγίου Στεφάνου της Πίζας, υπό τον συνταγματάρχη Φεντερίκο Γκισλιέρι (ιταλικά: ), αποβιβάστηκαν στη δυτική ακτή της χερσονήσου της Πρέβεζας, κοντά στη σημερινή παραλία «Αλωνάκι», και επιτέθηκαν κατά του κάστρου της Μπούκας, το οποίο υπερασπιζόταν από οθωμανική δύναμη 80-100 ανδρών. Με την αυγή, οι γαλέρες του σώματος, υπό τον αντιναύαρχο Ιάκοπο Ινγκιράμι (ιταλικά: Iacopo Inghirami), έφτασαν σε απόσταση βολής από το κάστρο της Μπούκας, το οποίο κανονιοβολούσαν συνεχώς και υποχρέωσαν, έτσι, τους Οθωμανούς να συνθηκολογήσουν. Ακολούθησε λεηλασία και πυρπόληση των αποθηκών και κτηρίων του κάστρου, καθώς και του οικισμού της Πρέβεζας από τους Φλωρεντινούς, οι στρατιώτες των οποίων αιχμαλώτισαν περί τους 250 κατοίκους της Πρέβεζας, μωαμεθανούς και χριστιανούς, και πήραν αρκετά λάφυρα. Όταν ο στολίσκος έφτασε στους Αντίπαξους, ελευθερώθηκαν οι χριστιανοί αιχμάλωτοι. Η μονοήμερη δήωση της Πρέβεζας από τους Φλωρεντινούς δεν μπορεί να θεωρηθεί και κατάληψή της από αυτούς, καθώς οι Οθωμανοί φαίνεται ότι επανήλθαν στο κάστρο της Μπούκας λίγες ημέρες αργότερα.

Στο ξεκίνημα του 6ου Βενετοτουρκικού Πολέμου οι ενετικές δυνάμεις και άλλες συμμαχικές με αυτές δυνάμεις, υπό την ηγεσία του αρχιναυάρχου Φραντσέσκο Μοροζίνι, κατέλαβαν αρχικά τη Λευκάδα και στη συνέχεια το Ξηρόμερο και την Πρέβεζα, μετά από ολιγοήμερη επίθεση που ολοκληρώθηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 1684. Με την κατάληψη του κάστρου της Μπούκας το οθωμανικό τέμενος, που υπήρχε σε αυτό, μετατράπηκε σε καθολικό ναό του αρχαγγέλου Μιχαήλ, καθώς η κατάληψη της Πρέβεζας συνέπεσε με την εορτή του στην Καθολική Εκκλησία.

Η Πρέβεζα θα έμενε στα χέρια των Ενετών για λίγο περισσότερο από 16 χρόνια, καθώς στο τέλος του Πολέμου και με την υπογραφή της Συνθήκης του Κάρλοβιτς τον Ιανουάριο του 1699, η Βενετία κατόρθωσε μεν να διατηρήσει την Πελοπόννησο και τη Λευκάδα, αλλά υποχρεώθηκε να επιστρέψει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, μεταξύ άλλων οχυρών θέσεων, την Πρέβεζα, τη Ναύπακτο και το Αντίρριο. Στην περίπτωση της Πρέβεζας, η υλοποίηση των συμφωνηθέντων στη Συνθήκη του Κάρλοβιτς πραγματοποιήθηκε δυόμισι χρόνια μετά την υπογραφή της, με την ανατίναξη εκ μέρους των Ενετών του κάστρου της Μπούκας και την παράδοση της Πρέβεζας στους Οθωμανούς, το καλοκαίρι του 1701.

Η Συνθήκη του Κάρλοβιτς, τον Ιανουάριο του 1699, καθόρισε την επιστροφή της περιοχής της Πρέβεζας στους Οθωμανούς και η διμερής Συμφωνία της Κωνσταντινούπολης, της 12 Ιουνίου 1700, επέλυσε τα θέματα συνόρων των περιοχών που θα περιέρχονταν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η παράδοση, όμως, της Πρέβεζας στους Οθωμανούς έγινε περί τα τέλη Αυγούστου του 1701, μετά την ανατίναξη του κάστρου της Μπούκας, που ήλεγχε την είσοδο του Αμβρακικού κόλπου, όπως οριζόταν από την προαναφερθείσα συνθήκη. Η ανατίναξη του κάστρου από του Ενετούς διήρκεσε τριάντα ημέρες και είχε ολοκληρωθεί στις 22 Αυγούστου 1701.

Σύμφωνα με τους όρους της Συνθήκης του Κάρλοβιτς, οι Οθωμανοί δεν μπορούσαν να οχυρώσουν τη θέση του ανατιναχθέντος κάστρου. Οχύρωσαν, όμως, πολύ σύντομα την Πρέβεζα κατασκευάζοντας, βορειότερα του κατεδαφισθέντος κάστρου της Μπούκας, ένα μεγάλο σε έκταση νέο κάστρο, το οποίο σε έγγραφα της εποχής εκείνης αναφέρεται ως «το κάστρο στο κυπαρίσσι» και το οποίο μετά από αρκετές αλλαγές και βελτιώσεις είναι το σημερινό κάστρο του αγίου Αντρέα. Το νέο αυτό οχυρό συνετέλεσε στη μετατόπιση του οικιστικού ιστού της Πρέβεζας βορειότερα, ώστε να βρίσκεται πιο κοντά στο νέο κάστρο.

Όταν η Πρέβεζα περιήλθε για δεύτερη φορά στους Οθωμανούς, 78 Πρεβεζάνικες οικογένειες ζήτησαν να μετοικήσουν στη βενετοκρατούμενη γειτονική Λευκάδα και με απόφαση του Ενετού Γενικού Προβλεπτή της Θάλασσας Ντανιέλ Ντολφίν (ιταλικά: Daniel Dolfin) 300 περίπου Πρεβεζάνοι πήραν γαίες και μετοίκησαν στο Καλλιγόνι και τη Βασιλική Λευκάδας.

Η δεύτερη Οθωμανική Περίοδος της Πρέβεζας διήρκεσε λίγο περισσότερο από 16 χρόνια, καθώς τον Οκτώβριο του 1717 ενετικές δυνάμεις κατέλαβαν το «κάστρο στο κυπαρίσσι» και εκδίωξαν τις οθωμανικές δυνάμεις από την Πρέβεζα.

Παρά την ανεπιτυχή προσπάθεια των Ενετών να καταλάβουν την Πρέβεζα τον Οκτώβριο του 1716, οι δυνάμεις του ναυάρχου Αντρέα Πιζάνι (ιταλικά: Andrea Pisani) κατέλαβαν το φρούριο της Πρέβεζας στις 22 Οκτωβρίου 1717. Η πόλη θα περιερχόταν και επίσημα στους Ενετούς μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Πασάροβιτς μεταξύ Αψβούργων, Βενετών και Οθωμανών, στις 21 Ιουλίου 1718, η οποία επισφράγισε τον τελευταίο Βενετοτουρκικό Πόλεμο. Ξεκίνησε, ἐτσι, η ογδοντάχρονη δεύτερη ενετοκρατία της Πρέβεζας, που θα αποδεικνυόταν περίοδος ανάπτυξης και ευημερίας. Πολλές Πρεβεζάνικες οικογένειες που είχαν εγκαταλείψει την πόλη το 1701 επέστρεψαν στην πατρώα τους γη.

Τον Δεκέμβριο του 1718, αμέσως μετά την επιστροφή των Βενετών, 77 οικογένειες Πρεβεζάνων, οι οποίες κατοικούσαν σε διάφορες περιοχές της κοντινής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, απηύθυναν αίτημα στον προβλεπτή των Ιονίων νήσων Αντόνιο Λορεντάν (ιταλικά: Antonio Loredan), προκειμένου να τους επιτρέψει να εγκατασταθούν και πάλι στην Πρέβεζα. Οι τόποι που είχαν καταφύγει ήταν τα χωριά Ανέζα και Γιανίτσαρι (Γενίτσαρη), η Άρτα και το Φανάρι. Ο προβλεπτής έκανε δεκτό το αίτημά τους, όρισε ως εκπροσώπους τους τούς Ιωάννη Θάνο, Αναστάση Μανέτα και Κώστα Αυγερινό, παραχώρησε σε κάθε οικογένεια χώρο για να μπορέσει να κατασκευάσει το σπίτι της, καθώς και γη στην περιοχή της Βόνιτσας για να την καλλιεργούν. Τέλος, τους έδωσε την άδεια να εκκλησιάζονται στον ναό του Αγίου Νικολάου. Στην πόλη εγκαταστάθηκαν, επίσης, Χριστιανοί έποικοι από τον Μωριά, ο οποίος με τη λήξη του πολέμου περιήλθε στους Οθωμανούς, καθώς και από τη γειτονική Ακαρνανία. Η Βενετική διοίκηση αντάμειψε τους Έλληνες συμμάχους της οπλαρχηγούς με φέουδα στην περιοχή της Πρέβεζας. Μεταξύ αυτών ήταν οι οικογένειες των οπλαρχηγών Μπότσαρη από το Σούλι, Τσαβαλά, Διγώνη, Γερογιάννη, Καραβέλα, Τσουμάνη, Χάιδα ή Τριανταφύλλη, Σκέφερη, Τσαρλαμπά, Μαλτέζου, Παπαδόπουλου, κλπ.

Με την ενσωμάτωση της Πρέβεζας στο κράτος της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου έφθασαν στην πόλη Ενετοί αξιωματούχοι, στους οποίους ανατέθηκε η διοίκηση και η φύλαξη της περιφέρειας της Πρέβεζας (ιταλικά: territorio di Prevesa). Οι αξιωματούχοι αυτοί καλούνταν να ασκήσουν καθήκοντα διοικητικά, διαχειριστικά αλλά και δικαστικά. Οι πράξεις τους διέπονταν από το βενετικό δίκαιο, παράλληλα όμως επιτρεπόταν στους κατακτημένους να διατηρήσουν και να χρησιμοποιούν τους προϋπάρχοντες στον τόπο κανόνες δικαίου. Η Διοίκηση αποτελούνταν από τον προβλεπτή και δύο συμβούλους του. Και οι τρεις ήταν Ενετοί, και εκλέγονταν από το Μείζων Συμβούλιο με διετή θητεία. Το τριμελές αυτό όργανο πλαισίωνε ένας γραμματέας και ένας αξιωματούχος υπεύθυνος για τον τοπικό ναύσταθμο. Αρωγοί στο έργο τους ήταν ο ταμίας της διοίκησης, ο οποίος εισέπραττε τα έσοδα από φόρους και οι γραφείς στις υπηρεσίες που ασχολούνταν με τις αστικές, ποινικές και οικονομικές υποθέσεις.

Την περίοδο αυτή ανεγέρθηκαν στην πόλη της Πρέβεζας δεκατέσσερις νέοι ιεροί ναοί. Πρόκειται για τους ναούς του αγίου Νικολάου του νέου, του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, του αγίου Δημητρίου, του αγίου Χαραλάμπους, της κοίμησης της Θεοτόκου, των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, του αγίου Αθανασίου, των αγίων Αποστόλων, του αγίου Ανδρέα, του προφήτη Ηλία, του αγίου Βασιλείου, της αγίας Παρασκευής, του αγίου Γεωργίου και του αρχαγγέλου Μιχαήλ. Στα πρώτα χρόνια της περιόδου αυτής βελτιώθηκε αμυντικά το κάστρο του αγίου Αντρέα και η έκτασή του μειώθηκε στη μισή περίπου της αρχικής. Την ίδια περίοδο δημιουργήθηκε ο λεγόμενος σήμερα Ενετικός Ελαιώνας, ο οποίος, παρά τα όσα έχουν γραφεί για την έκτασή του και το μέγεθός του, σε επίσημη απογραφή των Ενετών του 1770 περίπου, καταγράφεται να αριθμεί 4.000 ελαιόδενδρα και έτσι η έκτασή του να περιορίζεται σε 400 περίπου στρέμματα. Προς το τέλος της βενετοκρατίας της Πρέβεζας, το 1792, κτίστηκε ο πύργος του ρολογιού, δίπλα στον ναό του αγίου Χαραλάμπους, και τοποθετήθηκε σε αυτόν βενετσιάνικος μηχανισμός ρολογιού και καμπάνα.

Η Πρέβεζα και οι υπόλοιπες Βενετικές κτήσεις θα περιέλθουν αυτοδικαίως στους Γάλλους, τον Μάιο του 1797, μετά την κατάλυση της Δημοκρατίας της Βενετίας από τον Ναπολέοντα Α΄ και κατά τα οριζόμενα, αργότερα, στη Συνθήκη του Κάμπο Φόρμιο. Ενάμιση μήνα μετά, στις 29 Ιουνίου 1797, αποβιβάζεται στην Κέρκυρα ο Γάλλος στρατηγός Ζεντιγί (γαλλικά: Gentilli), με τα στρατεύματά του. Όλα τα Επτάνησα και οι παράλιες Ηπειρωτικές κτήσεις των Ενετών, μεταξύ των οποίων και η Πρέβεζα, τέθηκαν υπό τις διαταγές του και μετά την αναχώρησή του, τον Ιούλιο του 1797, υπό τις διαταγές του στρατηγού Σαμπώ (γαλλικά: Chabot). Ο Γάλλος ταγματάρχης Ιωσήφ Γκες (γαλλικά: Gues) ορίσθηκε διοικητής της Λευκάδας, στην οποία υπαγόταν και η Πρέβεζα. Οι Σουλιώτες της περιοχής, με υπόμνημά τους προς τον Γάλλο υποστράτηγο Ρόουζ (γαλλικά: Rose), ζήτησαν να τεθούν υπό την προστασία τους.

Ο Μέγας Ναπολέων έστειλε ως πολιτικούς εκπροσώπους του στην Πρέβεζα τους επιφανείς Έλληνες της Κορσικής αδελφούς Στεφανόπολι. Ο στρατηγός Λα Σαλσέτ (γαλλικά: La Salcette) με 280 Γάλλους Γρεναδιέρους στρατιώτες (κατ' άλλη άποψη με 700) φτάνει με πλοία, ειρηνικά, στην Πρέβεζα. Οι Πρεβεζάνοι υποδέχονται με χαρά τους Γάλλους και το Γαλλικό Ημερολόγιο υιοθετείται στα δημόσια έγγραφα της πόλης.

Ο ιστοριογράφος με το ψευδώνυμο Κάδμιος γράφει το 1900 σχετικά με την άφιξη των Γάλλων στην Πρέβεζα: Τῷ 1798, ὅτε ὑψώθη ἡ Γαλλικὴ σημαία ἐπὶ τῶν δῆθεν ἐπάλξεων τοῦ ἐρειπωμένου φρουρίου τῆς Πρεβέζης, δὲν ὑπῆρχον ἐπ’ αὐτοῦ ἢ τρία σιδηρᾶ τηλεβόλα, ἡ δὲ Γαλλικὴ Δημοκρατία ἀπὸ πολλῶν μεριμνῶν περισπωμένη ἐλάχιστον ἐφρόντιζε περὶ τῆς σπουδαίας ταύτης θέσεως. Ἡ ἄμυνα αὐτῆς, μετὰ τῆς περιοχῆς τῆς Νικοπόλεως εἶχεν εμπιστευθῇ εἰς διακοσίους ὀγδοήκοντα Γρεναδιέρους, ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ Στρατηγοῦ La Salcette. Μόλις οὗτος ὥπλισε καὶ ὠργάνωσε τὴν Ἐθνοφυλακὴν τῆς Πρεβέζης καὶ ἀπέστειλε πολεμοφόδια εἰς τοὺς Σουλιώτας, τοὺς προσφερθέντας να ταχθῶσιν ὑπό τὴν Γαλλικὴν σημαίαν καὶ συμπράξωσι πρὸς ἀπόκρουσιν τοῦ Ἀλῆ Πασσᾶ, ἐσκέφθη διὰ τὴν ἄμυναν τῆς προκεχωρημένης θέσεως Νικοπόλεως.

Η βραχύβια Γαλλική κατοχή της Πρέβεζας θα επισφραγιστεί το επόμενο έτος, 1798, με την άνιση σε αριθμό αντίπαλων δυνάμεων και αιματηρή Μάχη της Νικοπόλεως και τον επακόλουθο Χαλασμό της Πρέβεζας από τον Αλή Πασά Τεπελενλή. Στις 12/23 Οκτωβρίου 1798, δυνάμεις 7.000 έφιππων και πεζών Τουρκαλβανών επιτέθηκαν κατά της Γαλλικής Φρουράς της Πρέβεζας, που είχε οχυρωθεί στα ερείπια της αρχαίας Νικόπολης και αποτελούταν από 280 Γάλλους γρεναδιέρους, 60 Σουλιώτες πολεμιστές υπό τον καπετάν Χριστάκη και 200 Πρεβεζάνους πολιτοφύλακες. Η μάχη διήρκεσε ολόκληρη τη μέρα και περιγράφεται λεπτομερώς στα απομνημονεύματα του στρατηγού Λ. Α. Καμύ ντε Ρισμώντ (γαλλικά: Louis Auguste Camus de Richemont), ο οποίος πήρε μέρος στη μάχη και τραυματίστηκε σοβαρά. Της Μάχης της Νικοπόλεως ακολούθησαν αψιμαχίες μέσα στην πόλη της Πρέβεζας, με σφαγές αμάχων και λεηλασίες, που έμειναν γνωστές στην ιστορία ως ο Χαλασμός της Πρέβεζας. Σημαντικός αριθμός Πρεβεζάνων σφαγιάστηκε λίγες ημέρες αργότερα στο τελωνείο της Σαλαώρας. Ο Αλή πασάς εγκατέστησε στην πόλη ευνοούμενούς του. Αναγκάστηκε, όμως, να εγκαταλείψει την πόλη μετά από ενάμισι περίπου χρόνο, τον Μάρτιο του 1800, σε υλοποίηση Ρωσοτουρκικής συνθήκης.

Με τη Ρωσοτουρκική Συνθήκη της 21ης Μαρτίου 1800 συστήθηκε αφενός μεν η Επτάνησος Πολιτεία, αφετέρου δε η «Συμπολιτεία των Ηπειρωτικών Πόλεων» (Πρέβεζας, Πάργας, Βόνιτσας και Βουθρωτού). Οι πόλεις αυτές, ως πρώην εξαρτήματα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας απολάμβαναν προνομιακό καθεστώς μέχρι την κατάλυσή της, το 1797, και το 1800 αυτονομήθηκαν, σύμφωνα με τα άρθρα 8, 9 και 10 της παραπάνω Συνθήκης. Η Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης επικυρώθηκε με σουλτανικό φιρμάνι την 21η Απριλίου 1800 και την 25η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους υπογράφηκε κοινή απόφαση των Ηπειρωτικών Πόλεων και της Επτανήσου Πολιτείας. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε από τον εκπρόσωπο του σουλτάνου στη Συμπολιτεία των πόλεων, Αβδουλάχ μπέη, και αποτέλεσε τον Καταστατικό Χάρτη βάση του οποίου ασκήθηκε η διοίκηση στις πόλεις αυτές. Αποτέλεσμα της Συνθήκης αυτής ήταν η άριστη λειτουργία των τριών εξουσιών, Νομοθετικής, Εκτελεστικής και Δικαστικής, που συνιστούν και αποτελούν τις βάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Η αυτοδιοίκηση των πόλεων αυτών είναι γνωστή και ως «Συμπολιτεία του Ακρωτηρίου» (Ακτίου), ή απλώς «Συμπολιτεία», η οποία διοικούταν από Γερουσία (Κογκλάβιο) αποτελούμενη από εκπροσώπους των πόλεων της Συμπολιτείας. Πρωτεύουσά της ορίσθηκε η Πρέβεζα. Της εκτελεστικής εξουσίας προΐστατο ο εκπρόσωπος του σουλτάνου, Αβδουλάχ μπέης, ο οποίος διορίστηκε με σουλτανικό φιρμάνι της 3 Απριλίου 1803 και διέμενε εκτός των ορίων της αυτονόμου Πρέβεζας, βόρεια αυτής.

Στις 25 Νοεμβρίου του 1806 ο Βελή πασάς, γιος του Αλή πασά, με δύναμη 1.200 Αλβανών κατευθύνθηκε από την Άρτα προς την Πρέβεζα, με πρόφαση ότι κατευθυνόταν προς το Μεσολόγγι για να κυνηγήσει του κλέφτες. Σκοπός του, όμως, ήταν να καταλάβει το κάστρο της Πρέβεζας. Σκοπό τον οποίον και επέτυχε την ίδια ημέρα, με πολύ αθόρυβο και αναίμακτο τρόπο, παντελώς αντίθετα με την κατάληψη και Χαλασμό της Πρέβεζας από τον πατέρα του και αδελφό του Μουχτάρ, το 1798. Έτσι, η πόλη ήταν και πάλι στα χέρια του Αλή πασά των Ιωαννίνων, ο οποίος ξεκίνησε αμέσως την αμυντική της θωράκιση και την οχύρωσή της με κατασκευή περιμετρικής τάφρου, κάστρων και πυροβολείων.

Τα κυριότερα οχυρωματικά και άλλα έργα που έγιναν την περίοδο αυτή στην πόλη της Πρέβεζας είναι τα εξής:

Η Πρέβεζα της περιόδου αυτής έγινε η πύλη εισόδου πολλών ευρωπαίων περιηγητών, οι οποίοι ήθελαν να συναντήσουν τον δυναμικό πασά της Ηπείρου, Αλή, και να φιλοξενηθούν από αυτόν. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται ο λόρδος Βύρων, ο Τσαρλς Κόκρελ, ο Ουίλλιαμ Ληκ, κ.ά.

Το 1820 ο Αλή πασάς έπεσε σε δυσμένεια από τον Σουλτάνο Μαχμούτ Β΄ και αναγκάστηκε να περιοριστεί στην πρωτεύουσα του πασαλικιού του, τα Γιάννενα. Ο γιος του, Βελή πασάς, πυρπόλησε το σεράι του στην Πρέβεζα και πήρε τους θησαυρούς του. Οι σουλτανικές δυνάμεις εισήλθαν στην Πρέβεζα και ξεκίνησε η Γ´ Οθωμανική περίοδος, η οποία θα κατέληγε με την απελευθέρωση της πόλης από τον Ελληνικό Στρατό την 21η Οκτωβρίου 1912.Μετά  τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1877-78, το Συνέδριο του Βερολίνου καθόρισε το μεγαλύτερο μέρος των συνόρων των νέων Βαλκανικών κρατών. Η οροθετική γραμμή μεταξύ Ελλάδος και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας παρέμεινε, όμως, ασαφής. Οι διαπραγματεύσεις για τον προσδιορισμό της γραμμής αυτής πραγματοποιήθηκαν στην Πρέβεζα στις αρχές του 1879.Το έτος 1897 η Πρέβεζα αποτέλεσε θέατρο πολλών επιχειρήσεων του αποτυχημένου πολέμου του 1897, που έληξε άδοξα.

Τα ξημερώματα της 21ης Οκτωβρίου 1912, μετά τη μάχη της Νικόπολης μεταξύ του Ελληνικού Στρατού και της τουρκικής φρουράς της Πρέβεζας, η πόλη παραδόθηκε στον ελληνικό στρατό. Η συμβολή των προξένων της Αγγλίας, της Ρωσίας και της Αυστρο-Ουγγαρίας, που είχαν έδρα τους την Πρέβεζα, ήταν αποφασιστική για την αναίμακτη παράδοση της πόλης. Ο Οθωμανός διοικητής της Πρέβεζας δέχθηκε να παραδώσει την πόλη υπό τον όρο να μην εισέλθουν σε αυτήν σώματα ατάκτων που αποτελούνταν κυρίως από Ηπειρώτες και Κρήτες εθελοντές. Η παράδοση έγινε στον ταγματάρχη του ελληνικού επιτελείου, Παναγιώτη Σπηλιάδη.

Η σύγχρονη ιστορία της Πρέβεζας, από την απελευθέρωσή της μέχρι σήμερα, γίνεται ολοένα και περισσότερο αντικείμενο έρευνας των νεότερων μελετητών, ενώ έχει συνδεθεί με σπουδαία γεγονότα, όπως η κατάληψή της από τις δυνάμεις της Αντάντ το 1917 κατά τον A΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ατυχής σύνδεσή της με την αυτοκτονία του νεοέλληνα ποιητή Κώστα Καρυωτάκη που έδωσε τραγικό τέλος στη ζωή του στην παραλιακή τοποθεσία του αγίου Σπυρίδωνα στο Βαθύ, στις 21 Ιουλίου του 1928, μόλις ένα μήνα μετά τη δυσμενή του μετάθεση στην πόλη, εξαιτίας της συνδικαλιστικής του δράσης.

Αμέσως μετά της Ιταλική εισβολή στην Ελλάδα, στα τέλη Οκτωβρίου 1940, η Πρέβεζα δέχθηκε βομβαρδισμούς από Ιταλικά αεροπλάνα με σκοπό να εμποδίσουν τη μεταφορά εφοδίων από το λιμάνι προς τα Ελληνοαλβανικά σύνορα. Υπολογίζεται ότι έγιναν σχεδόν εκατό αεροπορικές επιδρομές με πολλές καταστροφές σε κτήρια και αρκετούς νεκρούς και τραυματίες. Το έτος 2016 έγιναν τα αποκαλυπτήρια μαρμάρινης επιγραφής με όλα τα ονόματα των φονευθέντων, έμπροσθεν του Φρουρίου Αγίου Ανδρέα.  Ένα από τα κτίρια που υπέστη ζημιές ήταν το Οθωμανικό τέμενος Εσκί Τζαμί, στο οποίο τότε στεγαζόταν το Αρχαιολογικό Μουσείο Πρέβεζας. Οι ανελέητοι βομβαρδισμοί της πόλης συνεχίστηκαν τόσο από τη γερμανική αεροπορία όσο και από τη συμμαχική κατά τη διάρκεια της κατοχής.

Μετά την αποχώρηση των Γερμανών ναζί από την Πρέβεζα, τον Σεπτέμβριο 1944, οι αντίπαλες ανταρτικές δυνάμεις του Ε.Λ.Α.Σ. και του ΕΔΕΣ κατέλαβαν ταυτόχρονα την Πρέβεζα. Στα τέλη του μήνα ξέσπασε «πολυαίμακτη σύγκρουση που επισφραγίσθηκε με μαζικές εκτελέσεις μελών του ΕΑΜ και της ΕΠΟΝ από το εδεσίτικο τμήμα του Δ. Γαλάνη. Η κατάσταση σταθεροποιήθηκε μετά την αποχώρηση των ελασίτικων τμημάτων».

Ο τερματισμός του Εμφυλίου βρήκε την Πρέβεζα τραυματισμένη αλλά και αποφασισμένη να ορθοποδήσει. Από τη δεκαετία του 1950 άρχισε η γεωργική, βιοτεχνική και οικονομική της ανάπτυξη που τα τελευταία χρόνια ενισχύεται σημαντικά από τον τουρισμό. Παράλληλα στα τελευταία χρόνια παρατηρείται αξιόλογη πολιτιστική δραστηριότητα.

Η μεταπολεμική Πρέβεζα χαρακτηρίζεται από σταδιακή παρακμή αφ' ενός μεν γιατί η αστική τάξη έφυγε στην Αθήνα ή στο εξωτερικό, και αφ' ετέρου γιατί το λιμάνι έπεσε σε παρακμή λόγω της κατασκευής οδικού δικτύου. Η ανάκαμψη ήρθε επί Δικτατορίας των Συνταγματαρχών οπότε έγιναν σημαντικότατα έργα ανάπτυξης όπως επαρχιακή οδός Πρέβεζας-Ηγουμενίτσας, Ναυτικές Σχολές Πρέβεζας, Νοσοκομείο Πρέβεζας, Λιμάνι Πρέβεζας, Κλωστήρια Πρέβεζας, Γυμνάσια, Λύκεια, Σχολεία, κλπ. Μετά το 1983 η Πρέβεζα εντάχθηκε στον ενιαίο πολεοδομικό σχεδιασμό (Ε.Π.Α.). Σήμερα η πόλη διαθέτει πλήρη κοινωνική και τεχνική υποδομή και λειτουργίες Νομαρχιακού και Περιφερειακού επιπέδου: Διοίκηση, Νοσοκομείο, Εκπαίδευση και λοιπή κοινωνική υποδομή, αθλητικές εγκαταστάσεις, κεντρικές λειτουργίες πόλης, Λιμεναρχείο, Τελωνείο κλπ. Σε επίπεδο παραγωγικής υποδομής αναφέρουμε τη Βιομηχανική Ζώνη Πρέβεζας, περιοχή στην περιφέρεια της πόλης, καθώς και τις μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας και ιχθυογένεσης στον Αμβρακικό. Σημαντικός παράγων οικονομίας της πόλης είναι τα Θερμοκήπια Πρέβεζας, με κύριο προϊόν τη ντομάτα και άλλα οπωροκηπευτικά. Στη μεταφορική υποδομή σημαντική είναι η ύπαρξη του Λιμανιού και της Μαρίνας, το Διεθνές Αεροδρόμιο του Ακτίου σε απόσταση 8 χιλιομέτρων περίπου και της έδρας ΚΤΕΛ για τα λεωφορεία του Νομού. Μεγάλο άλμα για τη σύνδεση της Πρέβεζας με την υπόλοιπη Ελλάδα έγινε αφ' ενός μεν με την Υποθαλάσσια σήραγγα Πρέβεζας - Ακτίου (2003) και αργότερα με την αποπεράτωση της Εγνατίας Οδού.
Ο ιστορικός πυρήνας (Ιστορικό Κέντρο) της πόλης, διαμορφώθηκε το 19ο αιώνα και διασώζει τα πολεοδομικά χαρακτηριστικά της περιόδου εκείνης (πυκνός οικιστικός ιστός με στενούς δρόμους-καλντερίμια, Σεϊτάν Παζάρ, περιορισμένους κοινόχρηστους χώρους κλπ). Το υπόλοιπο πολεοδομικό συγκρότημα της πόλης είναι αποτέλεσμα διαδοχικών επεκτάσεων μετά το 1920.

Τα στοιχεία που περιέχονται στον παρακάτω πίνακα αναφέρονται στη Δημοτική κοινότητα Πρέβεζας, η οποία έχει έκταση 31,5 τ.χλμ. και περιλαμβάνει την πόλη της Πρέβεζας και τους οικισμούς: Παντοκράτορας, Άγιος Θωμάς, Καλαμίτσι, Νεοχώρι και Ψαθάκι.  Τα διοικητικά όρια του Δήμου Πρέβεζας διευρύνθηκαν με τα σχέδια ανασυγκρότησης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης Καποδίστριας (το έτος 1998) και Καλλικράτης (το έτος 2010). Οι απογραφές των ετών 1940 έως και 1981 αναφέρονται σε πραγματικό πληθυσμό, ενώ οι επόμενες σε μόνιμο πληθυσμό.

Η Πρέβεζα φιλοξενεί το Τμήμα Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Το Τμήμα αυτό ήταν μέχρι το 2018 ενταγμένο στο πρώην Τ.Ε.Ι. Ηπείρου, το οποίο, σύμφωνα με τον νόμο 4559/2018, απορροφήθηκε από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. 

Στην Πρέβεζα λειτουργεί, από το 1991, Σχολή Πλοιάρχων της Ακαδημίας Ναυτικού Πρέβεζας, η οποία αποτελεί συνέχεια της Δημόσιας Σχολής Προπαιδεύσεως Εμπορικού Ναυτικού Πρεβέζης που ιδρύθηκε το 1969 και της Σχολής Αξιωματικών Ασυρμάτου Εμπορικού Ναυτικού που ιδρύθηκε το 1974.

Τα τελευταία χρόνια με τη δημιουργία της γέφυρας του Ρίου - Αντίριου (2004), της υποθαλάσσιας Σήραγγας Πρέβεζας - Ακτίου (2002), της Εγνατίας Οδού (2009) και της Ιονίας Οδού (2017), έχει διευκολυνθεί η πρόσβαση τουριστών στην Πρέβεζα. Υπολογίζεται ότι ετησίως επισκέπτονται το Δήμο Πρέβεζας τουλάχιστον 500 τουριστικά λεωφορεία και άλλοι τόσοι επισκέπτες με ΙΧΕ.. Η σταδιακή τουριστική ανάπτυξη κλινών στην Ιόνια παραθαλάσσια περιοχή και η πρόσφατη ανάδειξη των αρχαιολογικών χώρων συνέβαλε τα μέγιστα σε αυτό.

Επίσης σε απόσταση 5 χιλιομέτρων από την πόλη της Πρέβεζας βρίσκεται το αεροδρόμιο του Ακτίου, το οποίο διοικητικά μεν ανήκει στην Αιτωλοακαρνανία εξυπηρετεί δε και τις πόλεις της Πρέβεζας και της Λευκάδας.

Με απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Πρέβεζας ο Δήμος Πρέβεζας αδελφοποιήθηκε, το 1990, με τη γαλλική πόλη της Γκρανβίλ. Η αδελφοποίηση αυτή ήταν η απαρχή της δημιουργίας ενός δικτύου αδελφοποιημένων πόλεων με την επωνυμία Δωδεκάδα-Ντουζλάζ. Η ιδέα ξεκίνησε από τη γαλλική πόλη Γκρανβίλ, το Σέρμπορν της Βρετανίας και την ολλανδική πόλη του Μήρσεεν. H Douzelage ήταν το πνευματικό τέκνο των Γκρανβίλ και Σέρμπορν της Αγγλίας που αδελφοποιήθηκαν το 1989. Η πρώτη επαφή με τον Δήμο Πρέβεζας έγινε στα τέλη του 1990 μέσω του Οργανισμού Ηνωμένων Πόλεων. Η απάντηση του τότε Δημάρχου Νικολάου Γιαννούλη ήταν θετική κι έτσι η πόλη της Πρέβεζας συμμετέχει στο Δίκτυο αυτό από τα 1991. Οι εκπρόσωποι των δώδεκα ιδρυτικών πόλεων μελών ένα για κάθε κράτος μέλος της τότε Ευρωπαϊκής Κοινότητας, συναντήθηκαν το 1991 στη Γκρανβίλ. Το όνομα είναι ένας συνδυασμός Douze για δώδεκα και jumelage για την αδελφοποίηση, και παρόλο που ο αριθμός των κρατών μελών και του αριθμού των πόλεων μελών έχει από τότε αυξηθεί, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση εμμένει στα δώδεκα αστέρια της, έτσι παραμένει και η ονομασία Douze. Όλες οι πόλεις της Δωδεκάδας, για τη συμμετοχή τους στο δίκτυο αλλά και τις ανταλλαγές των προγραμμάτων τους, βραβεύτηκαν από την Ε.Ε. με το βραβείο ΟΣΚΑΡ αδελφοποιημένων πόλεων. Η βράβευση έγινε κατά τη διάρκεια του 6ου Συνεδρίου Αδελφοποιημένων Ευρωπαϊκών Πόλεων που έγινε στη Λωζάνη της Ελβετίας από 3-5 Οκτωβρίου 1991. Στην τελετή απονομής των βραβείων, από τον Δήμο Πρέβεζας παρευρέθηκαν ο τότε Δήμαρχος κ. Νίκος Δ. Γιαννούλης και η Αντιδήμαρχος κ. Μιράντα Παπαδημητρίου. Στο δίκτυο μετέχει μία μόνο πόλη από κάθε χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι πόλεις συνεδρίαζαν παλαιότερα δύο φορές τον χρόνο, Φθινόπωρο και Άνοιξη, εκ περιτροπής. Από το 2006 οι Γενικές Συναντήσεις της Δωδεκάδας πραγματοποιούνται μία φορά τον χρόνο, την Άνοιξη. Αυτό στην ουσία ήταν πάγιο αίτημα της Πρέβεζας που τελικά πέρασε στην Ολομέλεια της Δωδεκάδας.

Η Πρέβεζα συμμετέχει, επίσης, στο Δίκτυο αδελφοποιημένων πόλεων της Πάφου της Κύπρου.

Είναι επίσης αδελφοποιημένη με την πόλη Σπίσκα Νόβα Βες της Σλοβακίας από το 1986, το Κάλμαρ της Σουηδίας το 1987 και με την Οπάβα της Τσεχίας.

Ενδεικτικός κατάλογος με αλφαβητική σειρά




#Article 27: CNN (231 words)


To CNN (Cable News Network, Καλωδιακό Ειδησεογραφικό Δίκτυο) είναι ένα αμερικανικό καλωδιακό και δορυφορικό ενημερωτικό τηλεοπτικό δίκτυο που ανήκει στην Turner Broadcasting System, τμήμα της Warner Media. To CNN ιδρύθηκε το 1980 από τον Αμερικανό ιδιοκτήτη μέσων μαζικής ενημέρωσης Τεντ Τέρνερ ως 24ωρο ειδησεογραφικό τηλεοπτικό κανάλι. Από το ξεκίνημά του, ήταν το πρώτο που παρείχε 24ωρη ειδησεογραφική κάλυψη στις ΗΠΑ.

Μολονότι το CNN έχει πολυάριθμα θεματικά κανάλια, το συγκεκριμένο μεταδίδεται κυρίως, από το κτήριο της Time Warner Center στη Νέα Υόρκη και από τα στούντιο του στην Ουάσινγκτον και το Λος Άντζελες, ενώ η έδρα του, στο κτήριο του CNN Center στην Ατλάντα, στεγάζει τα στούντιο των ειδήσεων και των εκπομπών που μεταδίδονται τα Σαββατοκύριακα. Στις ΗΠΑ το κανάλι αναφέρεται ως CNN / US (ή CNN Domestic) για να ξεχωρίσει από το ομότιτλο διεθνές τηλεοπτικό κανάλι CNN International που μεταδίδεται παγκοσμίως.

Από τον Αύγουστο του 2010, το CNN είναι διαθέσιμο σε περισσότερα από 100 εκατομμύρια νοικοκυριά στις ΗΠΑ, ενώ η κάλυψή του επεκτείνεται σε πάνω από 890.000 αμερικάνικα δωμάτια ξενοδοχείων. Παράλληλα, το σήμα του μεταδίδεται σε πολλούς καλωδιακούς και δορυφορικούς τηλεοπτικούς παρόχους, στον Καναδά.

Από τον Ιούλιο του 2015, το CNN είναι επίσης διαθέσιμο σε περίπου 96.374.000 νοικοκυριά (82.8% των νοικοκυριών με τουλάχιστον μία τηλεόραση) στις Ηνωμένες Πολιτείες ενώ σε παγκόσμιο επίπεδο, το πρόγραμμά του μεταδίδεται μέσω του ομότιτλου CNN International το οποίο εκπέμπει σε περισσότερες από 212 χώρες στην υφήλιο.




#Article 28: Πι (141 words)


Το γράμμα πι (κεφαλαίο Π, πεζό π ή ϖ(δευτεροκαλληγραφικό Π) είναι το δέκατο έκτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου. Τόσο στα νέα όσο και στα αρχαία ελληνικά συμβολίζει το άηχο διχειλικό κλειστό φώνημα /p/ που πραγματώνεται είτε με τον αντίστοιχο φθόγγο. Συμμετέχει επίσης στο δίγραφο  που συμβολίζει το ηχηρό διχειλικό κλειστό φώνημα /b/ και φθόγγο. To πι αντιστοιχεί στο γράμμα P, p του λατινικού αλφαβήτου που προέρχεται από το αλλόγραφο του πι στο δυτικό ελληνικό αλφάβητο που χαρακτηριζόταν από μια μικρότερη δεξιά κεραία που σταδιακά έκλεισε προς την αριστερή κάθετο.

Την επόμενη αξία την έχει το Κόππα Ϟ´=90 (ϟ´=90). Προήλθε από το φοινικικό γράμμα pe, που στα φοινικικά σήμαινε στόμα.

Στο ελληνικό σύστημα αρίθμησης έχει αριθμητική αξία π´=80.

Το πεζό  χρησιμοποιείται ως σύμβολο για:

Το κεφαλαίο  συμβολίζει:

Το  επίσης συμβόλιζε το πέντε σε ένα αρχαιότερο ελληνικό σύστημα αρίθμησης, το ακροφωνικό σύστημα αρίθμησης.




#Article 29: Ύψιλον (158 words)


Το γράμμα ύψιλον (κεφαλαίο Υ, πεζό υ) είναι το εικοστό γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου.

Στο ελληνικό σύστημα αρίθμησης έχει αριθμητική αξία υ´ = 400

Ως γράμμα χρησιμοποιήθηκε και για τον ρόλο του δίγαμμα (Ϝ, ϝ) το οποίο είναι ημίφωνο και όχι φωνήεν αλλά απαρχαιώθηκε ήδη από την αρχαιότητα. Στη νέα ελληνική έχει αυτόν τον ρόλο αποκλειστικά όταν βρίσκεται μετά από τα α, ε, η (και εφόσον δεν έχει διαλυτικά).

Στην αρχαία ελληνική κάθε λέξη που ξεκινούσε από ύψιλον γράφεται σήμερα με δασεία, εκτός από την Αιολική διάλεκτο όπου γράφεται με ψιλή (Herbert W. Smyth Greek Grammar, 1956, σελ. 10): «Τὸν δὲ κέρναντα τὸ χρύσιον ὐπόδικον» (το παράδειγμα από πέτρα του 4ου π.Χ. αιώνα στη Λέσβο, δίνει ο Jean Humbert Histoire de la langue grecque, 1972, σελ. 51).

Σχετίζεται άμεσα ή έμμεσα με τα γράμματα U, u, v, v, w, w, Y, y άλλων αλφαβήτων.

Το όνομα Ύψιλον μπορεί επίσης να αναφέρεται στην ομώνυμη ελληνική σειρά κόμικς Ύψιλον (κόμικς).




#Article 30: Χι (191 words)


Το γράμμα χι (κεφαλαίο Χ, πεζό χ) είναι το εικοστό δεύτερο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου. Στα αρχαία ελληνικά συμβόλιζε το δασύ υπερωικό κλειστό φώνημα /kh/ ενώ στα νέα ελληνικά αντιστοιχεί με το άηχο υπερωικό τριβόμενο σύμφωνο /x/ που πραγματώνεται είτε με τον αντίστοιχο φθόγγο [x] (χάνω) είτε ως ουρανικός [ç] έναντι εμπρόσθιων φωνηέντων (π.χ. έχει). Όπως το Φ και το Ψ, το Χ προστέθηκε στο αλφάβητο από τους Έλληνες και δεν έχει κάποιο αντίστοιχο στο φοινικικό αλφάβητο. Προήλθε είτε από το  (αναπαριστάμενο ως ), είτε από το .

Στα δυτικά ελληνικά αλφάβητα χρησιμοποιείτο για την αναπαράσταση της ακολουθίας /ks/, κάτι που συνεχίστηκε στο αντίστοιχο λατινικό γράμμα X, x. Από την άλλη, για τη μεταγραφή στο λατινικό αλφάβητο ελληνικών λέξεων που το περιέχουν χρησιμοποιείται, ως επί το πλείστον, το διπλό γράμμα  ή εναλλακτικώς ως . Στα κυριλικά αλφάβητα αντιστοιχεί στα σύμφωνα /k/ ή /h/ ενώ στο Διεθνές Φωνητικό Αλφάβητο μια παραλλαγή του, γνωστή ως λατινικό χι αντιπροσωπεύει το άηχο σταφυλικό τριβόμενο σύμφωνο /χ/.

Στο ελληνικό σύστημα αρίθμησης έχει αριθμητική αξία χ´=600. Σε παλαιότερο ελληνικό αριθμητικό σύστημα, το ακροφωνικό σύστημα αρίθμησης, συμβόλιζε τον αριθμό χίλια.

Στα μαθηματικά δηλώνει έναν άγνωστο παράγοντα ή μεταβλητή.




#Article 31: Ωμέγα (133 words)


Το γράμμα ωμέγα (παλαιά ονομασία: ὦ μέγα‧ κεφαλαίο Ω,  πεζό ω) είναι το εικοστό τέταρτο και τελευταίο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου. Στα νέα ελληνικά αναπαριστά τον φθόγγο /  / (βλ. ΔΦΑ), π.χ. κώμα, όπως και το όμικρον. Στα αρχαία ελληνικά η προφορά του ήταν διαφορετική: αναπαριστούσε τον φθόγγο //, δηλ. προφερόταν σε διπλάσιο χρόνο, περίπου σαν διπλό όμικρον, γι' αυτό και ονομάζεται μακρό (ή μακρόχρονο) φωνήεν όπως και το ήτα.

Στο ελληνικό σύστημα αρίθμησης έχει αριθμητική αξία ω´=800. Την επόμενη αριθμητική αξία (στην κλίμακα των εκατοντάδων) την έχει το δίσιγμα ( Ϡ ϡ) ϡ´=900 και την προηγούμενη το ψ (700).

Στο λατινικό αλφάβητο αντιστοιχεί στο O o. Στο πρώιμο κυριλλικό αλφάβητο υιοθετήθηκε ως  Ѡ, ѡ αλλά σταδιακά η χρήση του περιορίστηκε.

Το κεφαλαίο Ω χρησιμοποιείται ως σύμβολο:

Το πεζό ω χρησιμοποιείται ως σύμβολο:




#Article 32: Άλφα (654 words)


Το γράμμα άλφα () είναι το πρώτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου. Παρέμεινε σε αυτή τη θέση σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας του. Κατά την επικρατέστερη θεωρία προήλθε από το φοινικικό γράμμα άλεφ, που στα φοινικικά σήμαινε βόδι. Στην αρχαία ελληνική γλώσσα το γράμμα Α είχε τρεις υποστάσεις ως πρώτο γράμμα του αλφαβήτου, ως το πρώτο αριθμητικό και ως πρώτη νότα στη μουσική.
Στο ελληνικό σύστημα αρίθμησης έχει αριθμητική αξία α´ = 1 και ˏα = 1.000

Το γράμμα 'Α' σχετίζεται άμεσα με το γράμμα 'A','a' άλλων αλφαβήτων.

Το γράμμα Α, α ως σύμβολο το συναντούμε σε διάφορες περιπτώσεις:

Το Α χαρακτηρίζεται δίχρονο φωνήεν.
(Δηλαδή άλλοτε μακρόχρονο και άλλοτε βραχύχρονο, χαρακτηρισμός κυρίως της αρχαίας προφοράς).

Το Α παρέμεινε επικεφαλής του αλφαβήτου, σε όλη τη διάρκεια και τις φάσεις της ιστορίας του. Προήλθε από το πρώτο σύμβολο του φοινικικού αλφαβήτου, που είχε το γραμμικό σχήμα , δηλαδή περίπου το σχήμα της κεφαλής του ταύρου και ονομαζόταν άλεφ, δηλαδή ταύρος. Μερικοί επιστήμονες δεν αποκλείουν το φοινικικό αυτό σύμβολο να ήταν τύπος παλαιότερης ελληνικής γραφής, από την οποία οι Φοίνικες διαμόρφωσαν το δικό τους αλφάβητο, για να το μεταδώσουν έπειτα, με φοινικικά πλέον σχήματα και ονόματα, στους Έλληνες των ιστορικών χρόνων, τον 9o αι. π.Χ. Είναι πάντως βέβαιο ότι από τη φοινικική αυτή παράσταση και ονομασία προήλθε το αντίστοιχο γράμμα των άλλων αλφαβήτων, όπως π.χ. το άλφα της ελληνικής, το αλίφ της αραβικής, το άλεφ της εβραϊκής (σημιτικής). Αυτό φυσικά δεν εμπόδισε να δημιουργηθεί ποικιλία σχημάτων του γράμματος, ανάλογα με τις εποχές και τις διαλέκτους.
Ο ελληνικός τύπος του Α πέρασε στους Ετρούσκους και ύστερα στους Ρωμαίους, παραμένει δε και σήμερα ως κεφαλαίο Α στα περισσότερα αλφάβητα.

To φοινικικό Α δεν ήταν φωνήεν αλλά σύμφωνο. Ο ήχος του ήταν ελαφρά λαρυγγικός και διαμορφωνόταν από την εκπνοή που γίνεται με ανοιχτά χείλη. Οι Έλληνες συνετέλεσαν να γίνει το Α φωνήεν, με καθαρότατο ήχο. Η διαμόρφωση του ήχου αυτού οφείλεται στο ότι τα χείλη ανοίγουν τόσο, ώστε να περνά ο αέρας της εκπνοής όσο το δυνατόν πιο ελεύθερα.

H τόσο εύκολη και φυσική προφορά του συνετέλεσε ώστε ο ήχος αυτός να είναι από τους πιο παλαιούς που έχουν διατηρηθεί. Πραγματικά, στις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες το γράμμα Α υπάρχει στις λέξεις που εκφράζουν θεμελιώδεις έννοιες της ζωής, όπως π.χ. η λέξη πατήρ, pater (λατινικά), Vater (γερμανικά), father (αγγλικά), padre (ιταλικά, ισπανικά).

Στη νεοελληνική γλώσσα το Α είναι πιο ισχυρό απ’ όλα τα φωνήεντα, απλά ή δίψηφα. Γι’ αυτό και μπορεί να αφομοιώσει οποιοδήποτε από αυτά βρίσκεται κοντά του, στην ίδια ή σε διπλανή λέξη: π.χ. τα έντερα - τα άντερα, βαθρακός - βάθρακας, παρονυχίδα - παρανυχίδα, Ιωάννης - Γιάννης, ιχνάρι - αχνάρι, έμπορος - έμπορας, αειπάρθενη - απάρθενη, Νικόλαος - Νικόλας, ακόμη - ακόμα, του αλόγου – τ’ αλόγου, σιαγόνι - σαγόνι, καλώς - καλά, απλώς - απλά και πολλά άλλα.

Πολύ συχνά το Α μπαίνει στο τέλος μιας λέξης κι αλλάζει την κατάληξή της. Λέμε π.χ. καθόμουνα αντί καθόμουν, βρισκόσουνα αντί βρισκόσουν κλπ. Άλλες φορές βάζουμε το α στο τέλος μιας λέξης, για να της προσδώσουμε μια μεγεθυντική απόχρωση, όπως κλουβί - κλούβα, σταμνί - στάμνα, βρακί - βράκα κλπ. Αρκετές λέξεις παίρνουν στην αρχή ένα α, το οποίο λέγεται προθεματικό και δεν αλλάζει καθόλου την έννοιά τους. Έτσι έχουμε: αψηλός αντί ψηλός, απαλάμη αντί παλάμη. Σε μερικές λέξεις γίνεται το αντίθετο· το αρχικό α χάνεται όταν υπάρχει άλλο Α στο τέλος της προηγούμενης λέξης: λέμε, μία γελάδα αντί μία αγελάδα, τα μύγδαλα αντί τα αμύγδαλα κλπ.

Τέλος έχουμε το στερητικό Α, που μπαίνει πάντοτε στην αρχή μιας λέξης και της δίνει το αντίθετο νόημα από αυτό που έχει, όπως π.χ. στις λέξεις άγνωστος, ακατόρθωτο, αδιαφορώ. Πολλές φορές, αντί για Α προφέρουμε Ε. Πιο συχνά αυτό γίνεται όταν κοντά στο Α υπάρχει ένα σύμφωνο, που προφέρεται με τη γλώσσα ή με τη μύτη, π.χ. αρρεβωνιαστικός αντί αρραβωνιαστικός, βελανιδιά αντί βαλανιδιά, ευτού αντί αυτού (εδώ ευ=φ). Σε άλλες περιπτώσεις, αντί Α λέμε Ο, όπως π.χ. αποσχολημένος αντί απασχολημένος, αποσβολώνω αντί απασβολώνω.




#Article 33: Βήτα (144 words)


Το βήτα (παλαιά γραφή: βῆτα· κεφαλαίο Β, πεζό β και ϐ) είναι το δεύτερο γράμμα του Ελληνικού αλφαβήτου. Στη νέα ελληνική αναπαριστά το ηχηρό τριβόμενο διχειλικό σύμφωνο /v/ και το αντίστοιχο αλλόφωνο ενώ στην αρχαία ελληνική αναπαριστούσε το κλειστό /b/. Η σημερινή προφορά του ανάγεται στα ελληνιστικά χρόνια. 

Το Β αντιστοιχεί στο γράμμα B, b του λατινικού αλφαβήτου και στα В, в και Б, б του κυριλλικού, τα οποία προήλθαν από το ελληνικό βήτα το οποίο με τη σειρά του ανάγεται στο φοινικικό γράμμα μπεθ, που στα φοινικικά σήμαινε σπίτι. Το όνομα του γράμματος είναι η ελληνική απόδοση της φοινικικής λέξης. Στο Διεθνές Φωνητικό Αλφάβητο συμβολίζει το ηχηρό διχειλικό τριβόμενο σύμφωνο /β/ και σε ορισμένες γλώσσες όπως τα ισπανικά το διχειλικό προσεγγιστικό [β̞]. 

Στο ελληνικό σύστημα αρίθμησης έχει αριθμητική αξία β´=2 και ˏβ =2.000

Το γράμμα β ως σύμβολο το συναντούμε σε διάφορες περιπτώσεις:




#Article 34: Γάμμα (203 words)


Το γράμμα γάμμα (κεφαλαίο Γ,  πεζό γ) είναι το τρίτο γράμμα του Ελληνικού αλφαβήτου. Στα αρχαία ελληνικά αντιπροσώπευε το υπερωικό κλειστό σύμφωνο /g/ ενώ στα νέα ελληνικά, με την μετατροπή του από κλειστό σε τριβόμενο /ɣ/, πραγματώνεται σε δύο φθόγγους, τον τριβόμενο υπερωικό [ɣ] (γάλα) και τον τριβόμενο ουρανικό [ʝ] (γέλιο) ενώ σε περιορισμένες περιπτώσεις συμβολίζει και το έρρινο ουρανικό [ŋ] (άγχος). Επίσης χρησιμοποιείται στην αναπαράσταση των διπλών γραμμάτων  και  που πραγματώνονται ως κλειστά υπερωικά [g]. 

Μια παραλλαγή του, το «λατινικό γάμμα», εμφανίζεται στο Διεθνές Φωνητικό Αλφάβητο όπου αντιπροσωπεύει το ηχηρό τριβόμενο υπερωικό σύμφωνο και ως γράφημα σε αλφάβητα αφρικανικών γλωσσών όπως των βερβερικών και της έβε.

Στο ελληνικό σύστημα αρίθμησης έχει αριθμητική αξία γ´ = 3

Έχει άμεση σχέση με το γράμμα G, g άλλων αλφαβήτων. Προήλθε από το φοινικικό γράμμα γκίμελ που αντιπροσώπευε το φώνημα /g/ η μορφή του οποίου προέρχεται πιθανότατα από το ιερογλυφικό σύμβολο που αναπαριστούσε ένα ρόπαλο. Το αντίστοιχο γράφημα του χαλκιδικού αλφαβήτου υπήρξε ο πρόγονος του λατινικού  έχοντας αρχικά υιοθετηθεί από τους Ετρούσκους όπου λόγω της απουσίας ηχηρού υπερωικού /g/ ταυτίστηκε με το άηχο /k/. Στα κλασικά λατινικά εφευρέθηκε το γράφημα  για να αντιπροσωπεύσει το ηχηρό.

Το γράμμα Γ, γ ως σύμβολο το συναντούμε σε διάφορες περιπτώσεις:




#Article 35: Ζήτα (104 words)


Το γράμμα ζήτα (κεφαλαίο Ζ, πεζό ζ) είναι το έκτο γράμμα του νεότερου ελληνικού αλφαβήτου. Στα νέα ελληνικά αντιστοιχεί με το ηχηρό φατνιακό τριβόμενο σύμφωνο /z/ που πραγματώνεται με τον αντίστοιχο φθόγγο [z]. Επίσης συμμετέχει στο διπλό γράμμα  που συμβολίζει τον παρόμοιο προστριβόμενο φώνημα /d͡z/ και φθόγγο. Δεν είναι ξεκάθαρο το πώς προφερόταν στα αρχαία ελληνικά με τις πιθανότερες εκδοχές να είναι αυτές του προστριβόμενου [d͡z] και της ακολουθίας [zd].

Προέρχεται από το φοινικικό γράμμα ζαγίν   και χρησιμοποιήθηκε ως βάση για το λατινικό  και το κυριλικό .

Στο ελληνικό σύστημα αρίθμησης έχει αριθμητική αξία ζ´ = 7 ενώ στα μαθηματικά συμβολίζει τη συνάρτηση ζήτα.




#Article 36: Ιώτα (108 words)


Το γράμμα ιώτα (επίσης γιώτα) (κεφαλαίο Ι, πεζό ι) είναι το ένατο γράμμα του κλασσικού Ελληνικού αλφαβήτου.

Στο ελληνικό σύστημα αρίθμησης έχει αριθμητική αξία ι´ = 10.

Προήλθε από το φοινικικό γράμμα γιοδ, που στα φοινικικά σήμαινε χέρι.

Σε αρχαιότερο ελληνικό σύστημα αρίθμησης που ονομάζονταν ακροφωνικό είχε αριθμητική αξία I = 1.

Έχει άμεση σχέση με το γράμμα I,i αλλά και με το J, j άλλων αλφαβήτων.

Στο πολυτονικό σύστημα το συναντάμε και ως υπογεγραμμένη στους καταχρηστικούς διφθόγγους π.χ. Αι (ᾼ) ως ᾳ, Ηι ως ῃ (ῌ) και Ωι (ῼ) ως ῳ.

Το ι χαρακτηρίζεται δίχρονο φωνήεν.
(Δηλαδή άλλοτε μακρόχρονο και άλλοτε βραχύχρονο, χαρακτηρισμός κυρίως της αρχαίας προφοράς)




#Article 37: Λάμδα (139 words)


Το γράμμα λάμδα (επίσης λάμβδα και λάβδα) (κεφαλαίο Λ, πεζό λ) είναι το ενδέκατο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου. Στα νέα και τα αρχαιά ελληνικά συμβολίζει το πλάγιο φατνιακό /l/ που πραγματώνεται είτε με τον παρόμοιο φθόγγο [l] είτε, στην περίπτωση των νέων ελληνικών, ως ουρανικός [ʎ] σε περιπτώσεις ουρανικοποίησης (π.χ. ήλιος). Σε πολλές ελληνικές διαλέκτους και λαλιές ο ουρανικός φθόγγος εμφανίζεται στην επαφή του φωνήματος με το φωνήεν /i/. 

Προήλθε από το φοινικικό γράμμα λάμεδ, που στα φοινικικά σήμαινε αλέτρι. Η αρχαϊκή του μορφή εμφάνιζε διάφορα αλλόγραφα με ορισμένα να πλησιάζουν το λατινικό  (του οποίου αποτέλεσαν και τη βάση) και άλλα να τείνουν προς τη μορφή του .Στο ελληνικό γράμμα βασίστηκε και το κυριλλικο . BBC

Στο ελληνικό σύστημα αρίθμησης έχει αριθμητικη αξία λ´ = 30.

Το κεφαλαίο Λ είναι σύμβολο :

Το πεζό λ χρησιμοποιείται για να συμβολίζει:




#Article 38: Μι (107 words)


Το γράμμα μι (επίσης μυ) (κεφαλαίο Μ, πεζό μ) είναι το δωδέκατο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου. Στην νέα και αρχαία ελληνική γλώσσα αντιστοιχεί (είτε ως μονό είτε ως διπλό γράμμα) με το έρρινο διχειλικό σύμφωνο /m/ που πραγματώνεται είτε με τον παρόμοιο φθόγγο [m] (μητέρα) είτε ως χειλοδοντικός [ɱ] (εμφανίζω) έναντι χειλοδοντικών συμφώνων. Συμμετέχει επίσης στο δίγραφο  που συμβολίζει το ηχηρό διχειλικό κλειστό φώνημα /b/ και φθόγγο. Προήλθε από το φοινικικό γράμμα μεμ , που στα φοινικικά σήμαινε νερό. Αποτέλεσε τη βάση για τα ομόγραφα λατινικά και κυριλικά γράμματα.

Στο ελληνικό σύστημα αρίθμησης έχει αριθμητική αξία μ´=40.

Το κεφαλαίο Μ συμβολίζει:

Το πεζό μ χρησιμοποιείται για να συμβολίζει:




#Article 39: Νι (135 words)


Το γράμμα νι (επίσης νυ, κεφαλαίο Ν, πεζό ν) είναι το δέκατο τρίτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου. Στα νέα ελληνικά αντιστοιχεί, είτε ως μονό είτε ως διπλό γράμμα, με το έρρινο φατνιακό σύμφωνο /n/ που πραγματώνεται είτε με τον αντίστοιχο φθόγγο [n] είτε ως ουρανικό [ɲ] έναντι εμπρόσθιων φωνηέντων σε ορισμένες περιπτώσεις ουρανικοποίησης της νέας ελληνικής (π.χ. νιάτα). Πέραν τούτου, η ουρανική πραγμάτωση έναντι του ουρανικού φωνήεντος /i/ είναι ίδιον πολλών διαλέκτων και λαλιών της ελληνικής. Συμμετέχει επίσης στο δίγραφο  που αντιστοιχεί με το ηχηρό οδοντικό κλειστό φώνημα /d/ και φθόγγο. Προήλθε από το φοινικικό γράμμα Νουν, που στα φοινικικά σήμαινε ψάρι και αποτέλεσε βάση για το αντίστοιχο γράφημα των λατινικών και κυριλικών αλφαβήτων.

Στο ελληνικό σύστημα αρίθμησης έχει αριθμητική αξία ν´ = 50.

το κεφαλαίο N συμβολίζει:

Το πεζό ν χρησιμοποιείται για να συμβολίζει:




#Article 40: Ξι (150 words)


Το γράμμα ξι (ή ξει, κεφαλαίο Ξ, πεζό ξ) είναι το δέκατο τέταρτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου. Αναπαριστά την ακολουθία άηχου υπερωικού κλειστού και φατνιακού τριβόμενου [ks]. Η παρουσία δύο φθόγγων, ενός υπερωικού /ɣ, k, x/ και του συριστικού /s/, σε περιβάλλοντα όπως τους χρόνους ρημάτων (π.χ. διώκω) γεγονός που οδήγησε στη χρήση ενός γραφήματος για την αναπαράσταση της ακολουθίας.

Στο λατινικό αλφάβητο αντιστοιχεί με το X, x, καθώς σε κάποιες περιοχές κατά την αρχαιότητα το γράμμα Χ, χ του ελληνικού αλφαβήτου συμβόλιζε την παραπάνω ακολουθία /ks/ και όχι το υπερωικό φώνημα /x/. Έτσι, για τη μεταγραφή στο λατινικό αλφάβητο ελληνικών λέξεων που το περιέχουν χρησιμοποιείται παραδοσιακά το X, x, αλλά και το ks (πιο πρόσφατα). Το Ξ υιοθετήθηκε στο πρώιμο κυριλλικό αλφάβητο ως Ѯ, ѯ (ksi ή ксі ή кси), κυρίως για λέξεις δανεισμένες από τα ελληνικά. 

Στο ελληνικό σύστημα αρίθμησης έχει αριθμητική αξία ξ´=60.

Το κεφαλαίο Ξ συμβολίζει:

 




#Article 41: Ρω (297 words)


Το γράμμα ρω (επίσης ρο, κεφαλαίο Ρ,  πεζό ρ ή ϱ) είναι το δέκατο έβδομο γράμμα του Ελληνικού αλφαβήτου. Στη νέα ελληνική αντιστοιχεί με το παλλόμενο φατνιακό /r/ που παγματώνεται κατά πλειοψηφία ως μονοπαλλόμενο [ɾ] και ως προσεγγιστικό [ɹ], εμφανίζοντας επίσης τριβόμενες και πολυπαλλόμενες [r] πραγματώσεις.

Στην αρχαία ελληνική κάθε λέξη που ξεκινούσε από  έφερε δασεία και προφερόταν αντίστοιχα (π.χ. Ῥᾴδιον). Γι αυτό το λόγο στη λατινική μεταγραφή ελληνικών λέξεων που αρχίζουν από  το λατινικό , στην αρχή της λέξης, ακολουθείται πάντοτε από  το : λ.χ Ῥόδος - Rhodus, ῥαψῳδία - rhapsodia. Το  αντιστοιχεί στη δασεία που έφερε το γράμμα. Ο λόγος που το  στην αρχή των λέξεων έφερε δασεία ήταν ότι παλαιότερα πριν από το  προηγούνταν το αρχαϊκό γράμμα δίγαμμα (Ϝ), το οποίο καθώς βαθμιαία σιγήθηκε σημειώθηκε με τη δασεία, η οποία με τη σειρά της σιγήθηκε επίσης. Λέξεις που αρχίζουν από  και γίνονται δεύτερο συνθετικό λέξης, διπλασιάζουν το . Στο πρώτο ρ έμπαινε ψιλή, ενώ στο δεύτερο δασεία (Καλλιῤῥόη - Callirrhoe). Λόγω του ήχου του διπλού  [r], που έμοιαζε με τον ήχο που παράγει ο σκύλος όταν είναι θυμωμένος, οι Λατίνοι γραμματικοί ονόμαζαν το γράμμα littera canina (σκυλίσιο γράμμα).

Προήλθε από το φοινικικό γράμμα res, που στα φοινικικά σήμαινε κεφάλι.

To ρω έχει άμεση σχέση με το γράμμα R, r άλλων αλφαβήτων.

Στο ελληνικό σύστημα αρίθμησης έχει αριθμητική αξία ρ´ = 100.

Το πεζό ρ χρησιμοποιείται για:

Ο Σωκράτης στον πλατωνικό διάλογο Κρατύλο χαρακτηρίζει το ρω «το γράμμα που έλκει την ψυχή περισσότερο απ' οτιδήποτε άλλο» και πλέκει ένα μεγάλο μέρος της θεωρίας του γύρω από αυτό. Ασπαζόμενος το ηρακλείτειο δόγμα περί ροής, θεωρεί ότι το ρω είναι το γράμμα που προάγει τη ροή κι έτσι οι λέξεις που το περιέχουν αποκτούν θετική σημασία, σε αντιδιαστολή με το λάμδα που θεωρεί ότι ανακόπτει τη ροή.




#Article 42: Σίγμα (241 words)


Το γράμμα σίγμα (κεφαλαίο Σ, πεζό σ, πεζό τελικό ς) είναι το δέκατο όγδοο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου. 

Στα νέα ελληνικά αναπαριστά το άηχο τριβώμενο φατνιακό σύμφωνο /s/ και το αντίστοιχο αλλόφωνο (π.χ. πέρασα), έχοντας παράλληλα και ηχηρές πραγματώσεις [z] μπροστά από ηχηρά σύμφωνα (π.χ. Σμύρνη). Το φώνημα συμβολίζεται σε μερικές περιπτώσεις και με το διπλό σίγμα (π.χ. θάλασσα).

Σε άλλα ελληνικά αλφάβητα χρησιμοποιήθηκαν αλλόγραφα όπως το σαν ) και το σαμπί που ήταν αλλόγραφο του διπλού σίγμα. Το τελικό σίγμα  μοιάζει και εσφαλμένα ταυτίζεται με το  (στίγμα,  ή σίγμα ταυ), το οποίο όμως έχει αριθμητική αξία ´=6. Το τελικό σίγμα δεν χρησιμοποιείται ως αριθμητικό.

Το  αντλεί την καταγωγή το από το φοινικικό γράμμα  Σιν, ενώ αντιστοιχεί στο γράμμα S s του λατινικού αλφαβήτου, το οποίο προήλθε από το Σ.

Στο ελληνικό σύστημα αρίθμησης έχει αριθμητική αξία σ´=200. 

Στη βυζαντινή γραφή γραφόταν και ως Ϲ ϲ, το οποίο χρησιμοποιείται ακόμα στην αγιογραφία και σε κάποιες εκδόσεις. Παρά την ομοιότητα με το λατινικό C c (και το ότι συμβολίζουν τον ίδιο ήχο [s] σε κάποιες γλώσσες) δεν πρόκειται για το ίδιο γράμμα. Το λατινικό προήλθε από στρογγυλεμένη μορφή του Γ.

Στον διάλογο του Λουκιανού Δίκη συμφώνων το προσωποποιημένο σίγμα εμφανίζεται να κατηγορεί το ταυ για το ότι πολλές λέξεις της Αττικής διαλέκτου, που γράφονταν αρχικά με διπλό , βαθμιαία μετέβαλαν προφορά και γραφή και το διπλό  αντικαταστάθηκε από διπλό .

Το σ χρησιμοποιείται ως σύμβολο για:

Το Σ χρησιμοποιείται ως σύμβολο για:




#Article 43: Ταυ (125 words)


Το γράμμα ταυ (κεφαλαίο Τ, πεζό τ) είναι το δέκατο ένατο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου. Στη μονόγραφη και δίγραφη μορφή του  συμβολίζει το άηχο οδοντικό κλειστό σύμφωνο /t/ και το αντίστοιχο αλλόφωνο.

Στο ελληνικό σύστημα αρίθμησης έχει αριθμητική αξία τ´=300. Το τ είναι άφωνο οδοντικό σύμφωνο. Προήλθε από το φοινικικό γράμμα taw, που στα φοινικικά σήμαινε «σημάδι»· στο φοινικικό αλφάβητο αποτελούσε το τελευταίο γράμμα δεδομένου ότι τα  αποτελούν ελληνικές εφευρέσεις. Αποτέλεσε τη βάση για το γράμμα T t του λατινικού αλφαβήτου.

Στον διάλογο του Λουκιανού Δίκη συμφώνων το προσωποποιημένο σίγμα εμφανίζεται να κατηγορεί το ταυ για το ότι πολλές λέξεις της Αττικής διαλέκτου, που γράφονταν αρχικά με διπλό , βαθμιαία μετέβαλαν προφορά και γραφή και το διπλό  αντικαταστάθηκε από διπλό .

To πεζό τ συμβολίζει:




#Article 44: Al Jazeera (607 words)


Al Jazeera (αραβικά: الجزيرة , «το νησί» ή «η (αραβική) χερσόνησος») ονομάζεται το πρώτο αραβικό κανάλι δορυφορικής τηλεόρασης. Το στούντιό του βρίσκεται στην Ντόχα του Κατάρ.

Το όνομα «Αλ Τζαζίρα» είναι το αρχαιότερο στην αραβική γλώσσα όνομα για τη Μεσοποταμία, γι' αυτό και επιλέχθηκε τόσο κατά τόπο όσο και κατά κύριο αντικείμενο ειδησεογραφίας.

Η πρώτη του εκπομπή έγινε τον Νοέμβριο του 1996. Τα προγράμματά του είναι κυρίως παγκόσμιες ειδήσεις, ιστορικές διεθνείς αναφορές σε γεγονότα και πρόσωπα (κυρίως του Αραβικού κόσμου) με ελάχιστες διαφημίσεις. Από το καλοκαίρι του 2006 εκπέμπει και στην αγγλική καλύπτοντας όλο τον Ευρωπαϊκό χώρο.

Ως έμβλημα του σταθμού είναι η φράση Η γνώμη και η άλλη γνώμη. Στα θύματα των τελευταίων πολέμων του Ιράκ περιλαμβάνονται και δημοσιογράφοι του Αλ Τζαζίρα.

Το κανάλι Al Jazeera ξεκίνησε το 1996 με μια πράξη και ένα δάνειο 500 εκατομμυρίων Ριγιάλ του Κατάρ (137 εκατομμύρια Δολάρια ΗΠΑ) από τον εμίρη του Κατάρ, Σεΐχη Χαμάντ μπιν Χαλίφα αλ Θανί. Με την χρηματοδότησή του μέσω δανείων ή δωρεών παρά μέσω άμεσων κυβερνητικών επιχορηγήσεων, το κανάλι θεωρεί ότι διατηρεί την ανεξάρτηση πολιτική σύνταξης. Το κανάλι ξεκίνησε τις αναμεταδόσεις προς τα τέλη του 1996, με ένα μεγάλο μέρος του προσωπικού του να προέρχεται από τον τηλεοπτικό σταθμό της Παγκόσμιας Υπηρεσίας του BBC στην Αραβική γλώσσα και είχαν από κοινού με του Σαουδάραβες, και ο οποίος έκλεισε τον Απρίλιο του 1996 μετά από δύο χρόνια λειτουργίας και εξαιτίας των απαιτήσεων για λογοκρισία από την Κυβέρνηση της Σαουδικής Αραβίας. MSNBC; by Michael Moran; published 18 October 2001

Μετά την αρχική δωρεά από τον Εμίρη του Κατάρ, το Al Jazeera επεδίωξε να πετύχει την οικονομική του αυτονομία μέσω της διαφήμισης το  2001, αλλά όταν αυτό απέτυχε, ο Εμίρης συμφώνησε να χορηγήσει μια σειρά από διαδοδικά δάνεια σε μια ετήσια βάση (30 εκατομμύρια δολάρια το 2004 σύμφωνα με τον Αρνό ντε Μπορσγκρέιβ). Άλλες μεγάλες πηγές εσόδων για το κανάλι αποτελεί η διαφήμιση, οι συνδρομές, και οι συμφωνίες για αναμεταδόσεις ειδήσεων με άλλες εταιρίες, καθώς και οι πωλήσεις αποσπασμάτων.  Το 2000, η διαφήμιση απέφερε το 40% από τα έσοδα του σταθμού.

Το λογότυπο του Al Jazeera είναι μια διακοσμητική αναπαράσταση του ονόματος του δικτύου  γραμμένου με την χρήση της αραβικής καλλιγραφίας. Έχει επιλεγεί από τον ιδρυτή του σταθμού, εμίρη του Κατάρ Χαμάντ μπιν Χαλίφα αλ Θανί, ως η νικήτρια καταχώρηση μετά από σχεδιαστικό διαγωνισμό.

Ο επικεφαλής του Al Jazeera είναι ο Σεΐχης Χαμάντ μπιν Θαμέρ αλ Θανί, μακρινός ξάδερφος του εμίρη του Κατάρ Χαμάντ μπιν Χαλίφα αλ Θανί.

Το Al Jazeera πρόσφατα αναδιοργάνωσε τις επιχειρήσεις του για να σχηματίσει ένα Δίκτυο που περιέχει όλα τα κανάλια του. Ο Ουαντά Χανφάρ, ο διευθύνων σύμβουλος του Αραβικού Καναλιού ορίστηκε ως Γενικός Διευθυντής του Δικτύου. Εκτελεί επίσης χρέη Διευθύνοντος Συμβούλου του Αραβικού καναλιού. Υποστηρίζεται από τον Αρχισυντάκτη Αχμέντ Σεΐκχ και τον Αμέν Τζαμπαλλάχ.

Ο Αρχισυντάκτης της ιστοσελίδας στα Αραβικά είναι ο Αχμέντ Σεΐκχ, με προσωπικό περισσότερους από 100 συντάκτες.

Ο Αρχισυντάκτης της ιστοσελίδας στα Αγγλικά είναι ο Μοχάμεντ Ναναμπέϊ. Αντικατέστησε τον Μπιτ Γουίτσι, που είχε αναλάβει την ιστοσελίδα μετά τον Ράσελ Μέριμαν, τον προηγούμενο Αρχισυντάκτη, που μετακινήθηκε σε άλλο πόστο. Αντικατέστησε τον Ομάρ Μπεκ που είχε την φροντίδα της ιστοσελίδας μετά την αναχώρηση της Επικεφαλής Συντάκτριας Άλισον Μπαλχάρι. Στους πρώην επικεφαλής περιλαμβάνονται και οι Τζοάν Τάκερ και Αχμέντ Σεΐκχ.

Εξέχουσες τηλεοπτικές προσωπικότητες περιλαμβάνουν τους Φαΐσαλ αλ Κασσέμ, οικοδεσπότη του  talk show The Opposite Direction, τον Αχμέντ Μανσούρ, παρουσιαστή του σόου Unlimited (bi-la hudud) και τον Σάμι Χαντάντ.

Ο Γιούσρι Φούντα, παραγωγός και παρουσιαστής του προγράμματος ερευνητικής δημοσιογραφίας Top Secret ανακοίνωσε την παραίτησή του από το Al Jazeera τον Μάιο του 2009.

Το τοπική εμβέλειας Channel 9 πρόκειται μέχρι στιγμής για τον μοναδικό ελληνικό σταθμού που έχει προβάλλει ελληνόγλωσσα δελτία του δικτύου.




#Article 45: Air France (783 words)


H Air France (Compagnie Nationale Air France) αποτελεί θυγατρική εταιρεία της Air France-KLM. Πριν την εξαγορά της KLM, ήταν ο κρατικός αερομεταφορέας της Γαλλίας, με 71,654 άτομα προσωπικό (τον Ιανουάριο του 2005).

Τα κεντρικά γραφεία της εταιρείας (τώρα της Air France-KLM) βρίσκονται στο αεροδρόμιο Σαρλ ντε Γκωλ, κοντά στο Παρίσι. Η εταιρία μετέφερε 43.3 εκατομμύρια επιβάτες στο διάστημα μεταξύ Απριλίου 2001 και Μαρτίου 2002 και είχε έσοδα 12.53 δισεκατομμύρια Ευρώ. Η θυγατρική της Air France, Régional, εκτελεί πτήσεις σε περιφερειακά αεροδρόμια της Ευρώπης.

Τον Μάιο του 2004 η AF απέκτησε την πλειοψηφία των μετοχών της ολλανδικής KLM Royal Dutch Airlines και δημιούργησε την εταιρεία Air France-KLM. H Air France-KLM είναι η μεγαλύτερη εταιρεία του κόσμου από πλευράς εσόδων και η τρίτη μεγαλύτερη (μεγαλύτερη στην Ευρώπη) από πλευράς επιβατικής κίνησης.

Η Air France-KLM είναι κομμάτι της αεροπορικής συμμαχίας SkyTeam, μαζί με τις Delta Air Lines, CSA Czech Airlines, Aeroméxico, Alitalia, Aeroflot, Air Europa, China Airlines, China Eastern, China Southern, Kenya Airways, Korean Air,Tarom Air και Vietnam Airlines(Μάιος 2012) . Τόσο η Air France όσο και η KLM εξακολουθούν να πετούν χρησιμοποιώντας τα δικά τους χρώματα και εμπορικά σήματα. Είναι όμως πιθανό στο μέλλον αυτό να αλλάξει. 

Ιδρύθηκε στις 7 Οκτωβρίου του 1933, με τη συγχώνευση των Air Orient, Compagnie Générale Aeropostale, Societé Generale de Transport Aerien, Air Union και CIDNA (Compagnie Internationale de Navigation). Η νέα εταιρεία είχε πυκνό ευρωπαϊκό δίκτυο, ενώ πρόσθετοι προορισμοί ήταν και οι γαλλικές αποικίες στη Βόρεια Αφρική και αλλού. Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου μετέφερε τη λειτουργία της στην Καζαμπλάνκα, Μαρόκο.

Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η εταιρεία κρατικοποιήθηκε, και η νέα εταιρεία με το όνομα Societé Nationale Air France δημιουργήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1946. Η εταιρεία άλλαξε όνομα με ειδικό νομοσχέδιο στις 16 Ιουνίου 1948, οπότε και οριστικοποιήθηκε η σύνθεση των μετόχων της. H Compagnie Nationale Air France, όπως ονομάστηκε, ήταν κατά 70% κρατική, και το κράτος εξακολουθούσε να έχει ένα σημαντικό ποσοστό (54%) στην εταιρεία μέχρι του 2002. Στις 4 Αυγούστου 1948 ο νέος τότε πρόεδρος της εταιρείας, Μαξ Υμάνς (Max Hymans), ξεκίνησε ένα πρόγραμμα ανανέωσης και ανάπτυξης της εταιρείας, με τη χρήση μοντέρνων τζετ αεροσκαφών και συστημάτων, ειδικά των νέων αεροσκαφών Sud Aviation Caravelle και του νέου Boeing 707.

To 1949 η εταιρεία ήταν ιδρυτικό μέλος της SITA (Societé Internationale de Telecommunications Aeronautiques). Η εταιρεία χρησιμοποίησε το De Havilland Comet για σύντομο χρονικό διάστημα από το 1953 και το αντικατέστησε με το Vickers Viscount. Το 1959 η εταιρεία ξεκίνησε να χρησιμοποιεί το Sud Aviation Caravelle. Σύντομα ξεκίνησε τη χρήση αεροσκαφών Boeing, ενώ από το 1974 ως κρατική εταιρεία της Ευρώπης, προμηθεύεται κυρίως αεροσκάφη Airbus για το στόλο της.

Το 1976, η εταιρεία ξεκίνησε πτήσεις Παρίσι - Νέα Υόρκη με το νέο υπερηχητικό αεροσκάφος Concorde, αλλά χρησιμοποίησε αυτόν τον τύπο αεροσκάφους και σε άλλα δρομολόγια (τα οποία και εγκαταλείφθηκαν το 1982). Με τη χρήση αυτού του αεροσκάφους, η πτήση Παρίσι - Νέα Υόρκη, ολοκληρωνόταν σε 3 ώρες και 20 λεπτά, με ταχύτητα διπλάσια αυτής του ήχου.

Στις 12 Ιανουαρίου 1990, όλες οι αεροπορικές εταιρείες της Γαλλίας, οι Air France, Air Inter, Air Charter και UTA, συγχώνευσαν τις δραστηριότητές τους στον Όμιλο Air France.

Μια νέα εταιρεία συμμετοχών, η Groupe Air France, δημιουργήθηκε στις 25 Ιουλίου 1994. Είχε την πλειοψηφία των εταιρειών Air France και Air Inter (που μετονομάσθηκε σε Air France Europe). Το 1997 η Air France Europe απορροφήθηκε πλήρως από την Air France. Τον Φεβρουάριο του 1999, η γαλλική κυβέρνηση ιδιωτικοποίησε εν μέρει με μετοχές που διέθεσε στο χρηματιστήριο στο Παρίσι. Έγινε ιδρυτικό μέλος της συμμαχίας SkyTeam το 2000.

Τα πέντε Concorde της AF αποσύρθηκαν από την υπηρεσία στις 31 Μαΐου 2003 λόγω μειωμένης κίνησης μετά το ατύχημα του 2000 και λόγω του συνεχώς αυξανόμενου κόστους λειτουργίας. Λίγους μήνες αργότερα και η τελευταία εταιρεία που χρησιμοποιούσε ακόμη τα Concorde, η British Airways, απέσυρε αυτού του τύπου τα αεροσκάφη.

Στις 30 Σεπτεμβρίου 2003, η Air France και η ολλανδική KLM Royal Dutch Airlines ανακοίνωσαν την συγχώνευσή τους σε μία νέα εταιρεία με την ονομασία Air France - KLM. Η συγχώνευση ολοκληρώθηκε στις 5 Μαΐου 2004. Οι μέτοχοι της Air France κατέχουν το 81% της εταιρείας (το 44% η γαλλική κυβέρνηση, το 37% άλλοι ιδιώτες μέτοχοι). Το μερίδιο της γαλλικής κυβέρνησης μειώθηκε από 54,4% (στην πρώην AF) στο 44%, κάνοντας έτσι ιδιωτική την εταιρεία. Τον Δεκέμβριο του 2004, το γαλλικό κράτος αποφάσισε να πωλήσει το 18,4% του μεριδίου της στην Air France - KLM, κατέχοντας σήμερα ποσοστό κάτω του 20%.

Απο το Μάρτιο του 2018 ο στόλος της Air France περιλαμβάνει τα ακόλουθα αεροσκάφη:

Η Air France πετάει σε 20 προορισμούς εσωτερικού και 181 εξωτερικού, σε 83 χώρες σε Ευρώπη, Ασία, Αφρική, Αμερική και Ωκεανία.

Η Air France έχει κοινό κωδικό με τις ακόλουθες αεροπορικές εταιρείες:




#Article 46: Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδας (791 words)


Ο Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδας A.E. είναι όμιλος εταιρειών παροχής υπηρεσιών, διαχείρισης και εκμετάλλευσης της ελληνικής σιδηροδρομικής υποδομής, και εκτέλεσης των αναπτυξιακών έργων υποδομής.

Ιδρύθηκε την 1η Ιανουαρίου 1971 με το Νομοθετικό Διάταγμα 674/1970, ως μετεξέλιξη των Σιδηροδρόμων Ελληνικού Κράτους. Ανήκει 100% στο Ελληνικό Δημόσιο.

Ο σημερινός  που διαδέχτηκε τους ΣΕΚ συνιστά την ένωση όλων των παλαιοτέρων δικτύων που αναφέρονται παρακάτω με τη χρονολογική σειρά με την οποία άρχισαν τη λειτουργία τους:

Σήμερα η γραμμή δε λειτουργεί.

Το δίκτυο αποτελείται από τους παρακάτω σιδηροδρομικούς κλάδους

Η γραμμή άρχισε τη λειτουργία της το 1880 με την ονομασία: Εταιρεία των Ελληνικών Σιδηροδρόμων.

Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους (1912 - 1913) και την Απελευθέρωση της Μακεδονίας και της Θράκης γίνονται έργα επεκτάσεως της γραμμής από το Παπαπούλι μέχρι το Πλατύ (Μάρτιος 1918) και συνδέεται με τους Σιδηροδρόμους Μακεδονίας και Θράκης που κατασκευάσθηκαν και λειτούργησαν μεταξύ 1883 και 1892.

Και σε αυτήν την επέκταση, λαμβάνουν το όνομα Σιδηρόδρομοι Ελληνικού Κράτους (Σ.Ε.Κ.) και ακόμη κατασκευάζονται οι διακλαδώσεις:

Ο ΟΣΕ είναι ο όμιλος των παρακάτω εταιριών:

Τα τελευταία χρόνια ο Οργανισμός άρχισε να εκσυγχρονίζει το δίκτυό του προγραμματίζοντας την κατασκευή νέας διπλής σιδηροδρομικής γραμμής υψηλών ταχυτήτων, κανονικού εύρους, που θα ενώνει την Αθήνα και τον Πειραιά με το Αεροδρόμιο Αθηνών Ελ. Βενιζέλος, τη Θεσσαλονίκη και την Πάτρα και μονής γραμμής προς τα σύνορα σε Ειδομένη και Προμαχώνα.

Τα τρένα θα αναπτύσσουν ταχύτητα μέχρι 200 ή και 250 χλμ/ώρα σε ορισμένα σημεία, ενώ για την κίνησή τους θα χρησιμοποιούν ηλεκτρική ενέργεια. Το δίκτυο σήμερα είναι ολοκληρωμένο σε μεγάλο βαθμό, με εξαίρεση τα τμήματα Πολύκαστρο - Ειδομένη και Ροδοδάφνη - Πάτρα.

Βάσει του νόμου 4277/2014 για το νέο ΡΣΑ ορίζονται πολλές από τις βελτιώσεις στο δίκτυο. Στις 25 Μαρτίου 2021, με τα εγκαίνια του νέου τρένου της ΤΡΑΙΝΟΣΕ, γνωστό και ως Ασημένιο Βέλος [Freccia Argento E.T.R. 470] η απόσταση Αθήνας-Θεσσαλονίκης θα βελτιωθεί στις 3.20' με την ολοκλήρωση της παραλλαγής Τιθορέας-Δομοκού, ενώ αν γίνουν και άλλα απαραίτητα έργα στη γραμμή αυτή, ο χρόνος θα είναι γύρω στις 2.50' .

Επίσης, στα μέσα του 2021 θα είναι έτοιμη η ηλεκτροδοτούμενη γραμμή Λάρισα-Βόλος, και με τον ερχομό των υπερσύγχρονων υβριδικών τρένων το 2022, θα μπορεί κάποιος να πάει από τον Βόλο στη Θεσσαλονίκη ή την Αθήνα χωρίς να αλλάξει δύο τρένα.

Έχουν εκπονηθεί μελέτες για τα τμήματα Θριάσιο - Σφίγγα (συντόμευση κατά 30 χλμ της απόστασης Αθηνών - Θεσσαλονίκης), Παράκαμψη Αχαρνών, Αναβάθμιση από Αθήνα έως Οινόη και Αιγίνιο - Σίνδος (παράκαμψη Πλατέως), τα οποία θα συντομεύσουν περαιτέρω την απόσταση Αθήνας - Θεσσαλονίκης.

Το σημερινό δίκτυο ανέρχεται σε 2.552 χλμ. (γραμμές σε εκμετάλλευση), εκ των οποίων το 70% αφορά γραμμή κανονικού εύρους (1435 χιλιοστά).
Η ανώτατη ταχύτητα είναι σήμερα 160 χλμ/ώρα, η οποία εφαρμόζεται στο 18% του σιδηροδρομικού δικτύου. Στο 23% εφαρμόζεται ταχύτητα από 120 έως 159 χλμ/ώρα, στο 40% από 80 έως 119 χλμ/ώρα και στο 19% έως 79 χλμ/ώρα. 

Το τρενάκι του Πηλίου λειτουργεί μονάχα ως τουριστικό μέσο. Οι γραμμές έχουν εύρος 600 χιλιοστά. Έως το 2008 λειτουργούσε το τμήμα Άναυρος - Αγριά. Σύμφωνα με την ιστοσελίδα του Συλλόγου Φίλων Σιδηροδρόμου, ο ΣΦΣ το 1987 επαναλειτουργεί με εκδρομικό δρομολόγιο, ολόκληρη τη διαδρομή από τον Βόλο έως τις Μηλιές. Toν Φεβρουάριο του 2016 ενεκρίθη η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων για την εξ ολοκλήρου επαναλειτουργία του τμήματος Βόλος - Μηλιές.

 

Από το 2019 λειτουργεί μόνο το τμήμα Άνω Λεχώνια - Μηλιές. (Με μία μόνον στάση στην Άνω Γατζέα.)

Διασύνδεση του σιδηροδρομικού δικτύου με βιομηχανικές περιοχές και βιομηχανίες που οι περισσότερες είναι εγκαταλελειμμένες:

Υπάρχουσες:

Μελλοντικές:

Υπό σχεδιασμό:

Έμφαση στο ανενεργό δίκτυο Πελοποννήσου:

Ο Ο.Σ.Ε. έχει σημαντικά οικονομικά ελλείμματα, δεδομένου ότι εμφανίζει συστηματικά σημαντικές ζημιές. Κατά την οικονομική χρήση του 2007 ο όμιλος πραγματοποίησε πωλήσεις 103,7 εκ. ευρώ εκ των οποίων 65% περίπου προήλθε από τη μεταφορά επιβατών. Οι αμοιβές και τα έξοδα προσωπικού ξεπέρασαν τα 385 εκ. ευρώ, ενώ οι πληρωμές τόκων πλησίασαν τα 362 εκ.. Στην προβληματική εικόνα των οικονομικών του Οργανισμού ήρθε, το καλοκαίρι του 2008, να προστεθεί η αποκάλυψη κυκλώματος λαθρεμπορίας, που προσέθετε βαγόνια για ίδιον όφελος στις εμπορευματικές αμαξοστοιχίες. Το γεγονός αποκαλύφθηκε όταν σε σύγκρουση εμπορικής με επιβατική αμαξοστοιχία στις 14 Ιουλίου, διαπιστώθηκε ότι τα 14 από τα 34 βαγόνια της εμπορικής αμαξοστοιχίας δεν αναφέρονταν στα συνοδευτικά έγγραφα.

Η φωτογράφηση στους δημόσια προσβάσιμους χώρους του ΟΣΕ αλλά και του Προαστιακού σιδηρόδρομου (χώρος επιβατών στις αμαξοστοιχίες και στους σταθμούς) επιτρέπεται καθώς το δικαίωμα των φωτογράφων να φωτογραφίζουν εντός των χώρων του ΟΣΕ και του Προαστιακού καλύπτεται από το Σύνταγμα. Το θέμα είχε γίνει αντικείμενο διαμεσολάβησης του Συνήγορου του Πολίτη μεταξύ 2004 και 2008 με αφορμή τη προσπάθεια προσωρινής απαγόρευσης φωτογράφησης κατά τη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, και ο Συνήγορος του Πολίτη αποφάσισε πως η απαίτηση «άδειας φωτογράφησης» ισοδυναµεί πλήρως προς απαγόρευση και δεν υπάρχει εξουσιοδότηση νόµου για τη θέσπιση περιορισµών στο δικαίωµα φωτογράφησης χώρων και συρµών εξ ορισµού προσιτών στην κοινή θέα.




#Article 47: Sony (1314 words)


Η Sony (πλήρες όνομα: Sony Corporation, (, Sonī Kabushiki Gaisha, Σόνιι Καμπούσικι-Γκάισ'α) είναι ένας παγκόσμιος όμιλος επιχειρήσεων που ιδρύθηκε στις 7 Μαΐου 1946 από τους Μασάρου Ιμπούκα και Ακίο Μορίτα με έδρα το Τόκυο. Η εταιρία της Sony είναι η μητρική εταιρεία του ομίλου Sony και συμμετέχει στην επιχείρηση μέσω έξι λειτουργούντων τμημάτων της - ηλεκτρονική, μουσική, παιχνίδια, εικόνες, οικονομικές υπηρεσίες και άλλα. Σαν κατασκευαστής ημιαγωγών, η Sony είναι παγκοσμίως μεταξύ των 20 μεγαλύτερων πωλητών ημιαγωγών.Στην Ελλάδα η Sony δραστηριοποιείται από το 1992.

Είναι και επιχειρηματική μονάδα ηλεκτρονικών ειδών και δραστηριοποιείται στις τέσσερις λειτουργικές συνιστώσες της: ηλεκτρονικά (προϊόντα AV, πληροφορικής και επικοινωνιών, ημιαγωγοί, βιντεοπαιχνίδια, υπηρεσίες δικτύου και ιατρικές επιχειρήσεις), κινηματογραφικές ταινίες και τηλεοπτικές εκπομπές, μουσική (δισκογραφικές και μουσικές εκδόσεις) και χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες (τραπεζικές και ασφαλιστικές). Αυτά κάνουν τη Sony μία από τις πιο ολοκληρωμένες εταιρείες ψυχαγωγίας στον κόσμο. Η ομάδα αποτελείται από τις Sony Corporation, Sony Pictures, Sony Mobile, Sony Interactive Entertainment, Sony Music, Sony Financial Holdings και άλλα.

Η Sony είναι από τους ηγέτες των ημιαγωγών πωλήσεων και από το 2016, ο πέμπτος μεγαλύτερος κατασκευαστής τηλεόρασης στον κόσμο μετά τις Samsung Electronics, LG Electronics, TCL και Hisense.

Το σημερινό σύνθημα της εταιρείας είναι Be Moved. Τα προηγούμενα συνθήματά τους ήταν το One and Only (1980-1982), είναι μια Sony (1982-2002), όπως καμία αλλή (2005-2009) και make.believe (2009-2014).

Η Sony έχει μια στενή σχέση με την Sumitomo Mitsui Financial Group (SMFG) keiretsu, διάδοχο του Mitsui keiretsu.

Η Sony ξεκίνησε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το 1946, ο Masaru Ibuka ξεκίνησε ένα ηλεκτρονικό κατάστημα σε ένα πολυκατάστημα στο Τόκιο. Η εταιρεία ξεκίνησε με κεφάλαιο ύψους 190.000 και συνολικά οκτώ υπαλλήλους. Τον Μάιο του 1946, η Ibuka προσχώρησε από τον Akio Morita για να ιδρύσει μια εταιρεία που ονομάζεται Tokyo Tsushin Kogyo 東京 通信 工業 (Τεχνολογία Τηλεπικοινωνιών Τόκιο). Η εταιρεία δημιούργησε την πρώτη μαγνητοταινία της Ιαπωνίας, που ονομάζεται Type-G. Το 1958, η εταιρεία άλλαξε το όνομά της σε Sony.

Όταν η εταιρία Τόκιο Τσούσιν Κόγκιο αναζητούσε ένα ρομαντισμένο όνομα για να το χρησιμοποιήσει για να εμπορευθούν οι ίδιοι, σκεπτόταν να χρησιμοποιει τα αρχικά του, το TTK. Ο πρωταρχικός λόγος δεν ήταν ότι η σιδηροδρομική εταιρεία Tokyo Kyuko ήταν γνωστή ως TTK. Η εταιρεία χρησιμοποίησε περιστασιακά το ακρωνύμιο Totsuko στην Ιαπωνία, αλλά κατά την επίσκεψή του στις Ηνωμένες Πολιτείες, η Morita ανακάλυψε ότι οι Αμερικανοί είχαν πρόβλημα να προδώσουν αυτό το όνομα. Ένα άλλο πρώιμο όνομα που δοκιμάστηκε για λίγο ήταν το Tokyo Teletech μέχρι ο Akio Morita ανακάλυψε ότι υπήρχε μια αμερικανική εταιρεία που ήδη χρησιμοποιεί την Teletech ως εμπορικό σήμα.

Το όνομα Sony επιλέχθηκε για το εμπορικό σήμα ως μείγμα δύο λέξεων. Ο ένας ήταν η λατινική λέξη sonus, η οποία είναι η ρίζα της ηχητικής και ηχητικής, και η άλλη ήταν sonny, ένας κοινός όρος αργαλειού που χρησιμοποιήθηκε στην Αμερική το 1950 για να καλέσει ένα νεαρό αγόρι. Στη δεκαετία του 1950, η Ιαπωνία sonny boys ήταν μια δανέζικη λέξη στα ιαπωνικά, η οποία περιελάμβανε έξυπνους και ευφάνταστους νέους άνδρες, τους οποίους θεωρούσαν οι ίδιοι οι ιδρυτές της Sony Akio Morita και Masaru Ibuka.

Το πρώτο προϊόν με το εμπορικό σήμα Sony, το ραδιόφωνο τρανζίστορ TR-55, εμφανίστηκε το 1955, αλλά το όνομα της εταιρείας δεν άλλαξε στη Sony μέχρι τον Ιανουάριο του 1958.

Τη στιγμή της αλλαγής, ήταν εξαιρετικά ασυνήθιστο για μια ιαπωνική εταιρεία να χρησιμοποιεί ρωμαϊκές επιστολές για να γράψει το όνομά της αντί να την γράψει σε kanji. Η κίνηση δεν ήταν χωρίς αντιπολίτευση: η τράπεζα της TTK εκείνη την εποχή, ο Mitsui, είχε έντονα συναισθήματα για το όνομα. Παίρνουν ένα όνομα όπως η Sony Electronic Industries ή η Sony Teletech. Ωστόσο, ο Akio Morita ήταν σταθερός, καθώς δεν ήθελε το όνομα της εταιρείας να συνδέεται με κάποια συγκεκριμένη βιομηχανία. Τελικά, ο πρόεδρος της Ibuka και της Mitsui Bank έδωσε την έγκρισή τους.

Σύμφωνα με την Schiffer, το ραδιόφωνο TR-63 της Sony άνοιξε την αγορά των ΗΠΑ και ξεκίνησε τη νέα βιομηχανία μικροηλεκτρονικής καταναλωτών. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1950, Αμερικανοί έφηβοι είχαν αρχίσει να αγοράζουν φορητά ραδιόφωνα τρανζίστορ σε τεράστιους αριθμούς, συμβάλλοντας στην προώθηση της νεοσύστατης βιομηχανίας από περίπου 100.000 μονάδες το 1955 σε 5 εκατομμύρια μονάδες μέχρι τα τέλη του 1968.

Ο συνιδρυτής της Sony, Akio Morita, ίδρυσε τη Sony Corporation της Αμερικής το 1960. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, χτυπήθηκε από την κινητικότητα των εργαζομένων μεταξύ των αμερικανικών εταιρειών, κάτι που δεν ήταν γνωστό εκείνη την εποχή στην Ιαπωνία. Όταν επέστρεψε στην Ιαπωνία, ενθάρρυνε έμπειρους μεσήλικες υπαλλήλους άλλων εταιρειών να επανεκτιμήσουν τη σταδιοδρομία τους και να εξετάσουν τη συμμετοχή τους στη Sony. Η εταιρεία πλήρωσε πολλές θέσεις με αυτό τον τρόπο και ενέπνευσε άλλες ιαπωνικές εταιρείες να κάνουν το ίδιο. Επιπλέον, η Sony διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της Ιαπωνίας ως ισχυρού εξαγωγέα κατά τη δεκαετία του 1960, τη δεκαετία του 1970 και τη δεκαετία του '80. Βοήθησε επίσης να βελτιώσει σημαντικά τις αμερικανικές αντιλήψεις των προϊόντων made in Japan. Γνωστός για την ποιότητα παραγωγής της, η Sony μπόρεσε να χρεώσει τις τιμές της αγοράς για τα ηλεκτρονικά της καταναλωτικά προϊόντα και αντιστάθηκε στη μείωση των τιμών.

Το 1971, ο Masaru Ibuka παρέδωσε τη θέση του προέδρου στον συνιδρυτή του Akio Morita. Η Sony ξεκίνησε μια ασφαλιστική εταιρεία ζωής το 1979, μία από τις πολλές περιφερειακές της επιχειρήσεις. Σε μια παγκόσμια ύφεση στις αρχές της δεκαετίας του 1980, οι πωλήσεις ηλεκτρονικών ειδών μειώθηκαν και η εταιρεία αναγκάστηκε να μειώσει τις τιμές. Τα κέρδη της Sony μειώθηκαν δραματικά. «Έχει τελειώσει για τη Sony», κατέληξε ένας αναλυτής. Οι καλύτερες μέρες της εταιρείας είναι πίσω από αυτό. Την εποχή εκείνη, ο Norio Ohga ανέλαβε το ρόλο του προέδρου. Ενθάρρυνε την ανάπτυξη του Compact Disc στη δεκαετία του 1970 και του 1980 και του PlayStation στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Η Ohga συνέχισε να αγοράζει το CBS Records το 1988 και την Columbia Pictures το 1989, επεκτείνοντας σημαντικά την παρουσία των μέσων ενημέρωσης της Sony. Ο Ohga θα διαδεχτεί τη Morita ως διευθύνων σύμβουλος το 1989. Υπό το όραμα του συνιδρυτή Akio Morita και των διαδόχων του, η εταιρεία επεκτάθηκε επιθετικά σε νέες επιχειρήσεις. Μέρος των κινήτρων για κάτι τέτοιο ήταν η επιδίωξη της «σύγκλισης», η οποία συνδέει την ταινία, τη μουσική και την ψηφιακή ηλεκτρονική μέσω του Διαδικτύου. Αυτή η επέκταση αποδείχθηκε ασύμφορη και ασύμφορη, απειλώντας την ικανότητα της Sony να χρεώνει ένα τίμημα στα προϊόντα της καθώς και το εμπορικό της σήμα. Το 2005, ο Howard Stringer αντικατέστησε τον Nobuyuki Idei ως διευθύνοντα σύμβουλο, σημειώνοντας για πρώτη φορά ότι ένας αλλοδαπός διέθετε μια μεγάλη ιαπωνική εταιρεία ηλεκτρονικών. Η Stringer συνέβαλε στην αναζωογόνηση των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον τομέα των μέσων μαζικής ενημέρωσης, ενθαρρύνοντας τις μεγάλες επιτυχίες όπως το Spider-Man ενώ κόβουν 9.000 θέσεις εργασίας. Ελπίζει να πουλήσει περιφερειακές επιχειρήσεις.

Η Sony Corporation συμμετέχει ενεργά στο έργο EYE SEE της UNICEF. Τα εργαστήρια ψηφιακής φωτογραφίας EYE SEE διοργανώνονται για παιδιά στην Αργεντινή, την Τυνησία, το Μάλι, τη Νότια Αφρική, την Αιθιοπία, τη Μαδαγασκάρη, τη Ρουάντα, τη Λιβερία και το Πακιστάν.

Η Sony βοηθά την Πρωτοβουλία Υποστήριξης Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης της Νότιας Αφρικής (SAPESI) μέσω δωρεών από οικονομικούς πόρους και δωρεών βιβλίων για παιδιά στο Πρόγραμμα Κινητής Βιβλιοθήκης της Νότιας Αφρικής.

Το Φιλανθρωπικό Ίδρυμα Sony Canada (SCCF) είναι ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός που υποστηρίζει τρεις βασικές φιλανθρωπικές οργανώσεις. το Make-A-Wish τον Καναδά, την United Way του Καναδά και το πρόγραμμα EarthDay και ECOKIDS.

Μετά τις πλημμύρες του Κουίνσλαντ το 2011 και τις βικτοριανές πυρκαγιές της Βικτώριας, η Sony Music κυκλοφόρησε ωφέλιμα άλμπουμ με χρήματα που έθεσε το Sony Foundation. You Can είναι το πρόγραμμα καρκίνου για τη νεολαία του ιδρύματος Sony.

Η Sony ξεκίνησε το πρόγραμμα Open Planet Ideas Crowdsourcing, σε συνεργασία με το World Wildlife Fund και την ομάδα σχεδιασμού IDEO.

Με την ευκαιρία του Παγκόσμιου Κυπέλλου 2014 στη Βραζιλία, η Sony συνεργάστηκε με το streetfootballworld και ξεκίνησε το Street Stadium Stadium Project για την υποστήριξη εκπαιδευτικών προγραμμάτων που βασίζονται στο ποδόσφαιρο στις τοπικές κοινότητες της Λατινικής Αμερικής και της Βραζιλίας. Περισσότερα από 25 Στάδια Οδών αναπτύχθηκαν από την αρχή του έργου.




#Article 48: Μποζόνιο (279 words)


Ένα μποζόνιο είναι ένα σωμάτιο το οποίο ακολουθεί τη στατιστική Μποζέ-Αϊνστάιν ( Bose-Einstein). Τα μποζόνια από το θεώρημα σπιν-στατιστικής είναι σωματίδια που έχουν ακέραιο σπιν. Στη φύση υπάρχουν στοιχειώδη σωμάτια που είναι μποζόνια, αλλά και σύνθετα των οποίων το ολικό σπιν είναι ακέραιο.

Λόγω του ότι το σπιν των σωματιδίων αυτών είναι ακέραιο (και όχι ημιακέραιο όπως στα φερμιόνια), δεν περιορίζονται από την απαγορευτική αρχή του Πάουλι και μπορούν να βρίσκονται στην ίδια κατάσταση στην ίδια περιοχή του χώρου. Αυτό σε θεωρητικό επίπεδο σημαίνει ότι η κυματοσυνάρτησή δύο ή παραπάνω σωματιδίων είναι συμμετρική σε εναλλαγές των σωματιδίων σε αντιδιαστολή με αυτήν των φερμιονίων που είναι αντισυμμετρική.

Σε επίπεδο κβαντικής θεωρίας πεδίου κάθε θεμελιώδης αλληλεπίδραση έχει ένα σωματίδιο-φορέα με το οποίο πραγματοποιείται αυτή η αλληλεπίδραση. Τρεις από τις γνωστές μας αλληλεπιδράσεις, η ισχυρή, η ηλεκτρομαγνητική και η ασθενής συνδέονται με γνωστά μας στο καθιερωμένο πρότυπο στοιχειώδη σωμάτια με σπιν 1 (ανυσματικά μποζόνια). Η ισχυρή με τα γκλουόνια, η ηλεκτρομαγνητική με τα φωτόνια και η ασθενής με τα Z και W±. Η βαρύτητα εικάζεται ότι και αυτή αλληλεπιδρά με ένα τανυστικό μποζόνιο με σπιν 2 το βαρυτόνιο.

Στη φύση υπάρχουν και σύνθετα σωμάτια με ακέραιο σπιν, όπως τα μεσόνια, αλλά και ακόμη συνθετότερα όπως τα άτομα του ηλίου-4 () (σπιν 0) το οποίο λόγω ακριβώς αυτής της ιδιότητάς του αν ψυχθεί στους 2.17 °K παρουσιάζει το φαινόμενο της υπερρευστότητας.

Άλλα μποζόνια στη φύση είναι το βαθμωτό (σπιν 0) σωματίδιο Higgs το οποίο αποτελεί σωματίδιο του πεδίου που δίνει μάζα στα σωματίδια.
Επίσης υπάρχουν ψευδοσωματίδια όπως τα φωνόνια που είναι το κβάντο αλληλεπίδρασης των ταλαντώσεων ενός στερεού σώματος και υποθετικά σωματίδια (δεν έχουν ακόμη ανακαλυφθεί) που προκύπτουν από την θεωρία της υπερσυμμετρίας.




#Article 49: Υποατομικά σωματίδια (244 words)


Τα υποατομικά σωματίδια είναι στοιχειώδη ή σύνθετα σωματίδια μικρότερα από το άτομο. Αν και τα γνωστότερα συστατικά των ατόμων είναι το πρωτόνιο, το νετρόνιο και το ηλεκτρόνιο, ωστόσο δεν είναι τα μόνα. Μετά τα μέσα του εικοστού αιώνα ανακαλύφθηκε ότι τo πρωτόνιο και το νετρόνιο αποτελούνται κι αυτά από άλλα, πιο στοιχειώδη σωματίδια, τα κουάρκς. Ακόμα, η χρήση ολοένα ισχυρότερων επιταχυντών σωματιδίων για τη μελέτη της δομής της ύλης, αποκάλυψε την ύπαρξη ενός μεγάλου αριθμού ασταθών στοιχειωδών σωματιδίων.

Υπάρχουν δύο κατηγορίες υποατομικών σωματιδίων: τα στοιχειώδη σωμάτια (τα οποία δεν διαθέτουν εσωτερική δομή) και τα σύνθετα σωμάτια που είναι είτε αδρόνια είτε μεσόνια και αποτελούνται από στοιχειώδη σωματίδια.

Τα γνωστά στοιχειώδη σωμάτια είναι:

Για κάθε σωματίδιο ύλης υπάρχει ένα αντισωματίδιο αντιύλης (anti-matter) που έχει την ίδια μάζα και περιστροφή με το αντίστοιχο σωμάτιο, αλλά αντίθετο ηλεκτρικό φορτίο. Τα αντισωμάτια συμβολίζονται με μία γραμμή πάνω από το όνομα του αντίστοιχου σωματιδίου. Μερικά σωματίδια είναι τα ίδια το αντισωμάτιο του εαυτού τους, όπως το φωτόνιο γ, και το μποζόνιο Ζο. Όταν ένα σωμάτιο και ένα αντισωμάτιο αλληλεπιδράσουν εξαϋλώνονται δίνοντας το αντίστοιχο της μάζας τους σε ενέργεια με την μορφή φωτονίων. Γι αυτό το λόγο, δεν υπάρχει αντιύλη στο σύμπαν, εκτός αν αυτή προλάβει να ανιχνευθεί πριν να έρθει σε επαφή με την ύλη (π.χ. στο εσωτερικό των πρωτονίων και των νετρονίων δεν υπάρχουν μόνο κουαρκς αλλά και αντικουάρκ (κουάρκς της αντιύλης).

Τα αδρόνια είναι σύνθετα υποατομικά σωμάτια τα οποία αποτελούνται από κουάρκς και χωρίζονται σε δύο κατηγορίες:




#Article 50: Νιου Χάμσαϊρ (6256 words)


To Νέο Χάμσαϊρ  (Αγγλικά: State of New Hampshire) είναι Πολιτεία των Ηνωμένων Πολιτειών, βόρεια της Κοινοπολιτείας της Μασσαχουσέττης, στην περιοχή των Η.Π.Α πού είναι γνωστή και σαν Νέα Αγγλία. Ονομάστηκε έτσι λόγω της ομώνυμης περιοχής της Αγγλίας, Χάμσαϊρ, από τον καπετάνιο Τζων Μέισον (John Mason). Είναι γνωστή και σαν «Πολιτεία του Γρανίτη» (Granite State), λόγω των μεγάλων αποθεμάτων γρανίτη στα λατομεία της. Πολλά φημισμένα, κρατικά και μη, κτίρια παλαιοτέρων εποχών σε ολόκληρη την Αμερική είναι χτισμένα με γρανίτη από την πολιτεία του Νέου Χάμσαϊρ. Έγινε το ένατο μέλος των Ηνωμένων Πολιτειών τον Ιούνιο του 1788.

Είναι μια από τις μικρότερες πολιτείες των Ηνωμένων Πολιτειών, έχει έκταση 24.214 τ.χλμ. (46η σε σχέση μεγέθους) και πληθυσμό 1.356.458 κατοίκους (εκτίμηση 2018) (41η σε σχέση πληθυσμού).

Πρωτεύουσα είναι το Κόνκορντ (Concord). Η μεγαλύτερη λίμνη του Νέου Χάμσαϊρ είναι η λίμνη Γουινιπεσόκι (Winnipesaukee), και το υψηλότερο σημείο είναι στο όρος Ουάσινγκτον (1.917 μέτρα).

Όλες οι πινακίδες αυτοκινήτων του Νέου Χάμσαϊρ φέρουν την επιγραφή Live Free or Die, (Ζήσε Ελεύθερος ή Πέθανε).

Το Νέο Χάμσαϊρ είναι φημισμένο στο Ανατολικό μέρος των Ηνωμένων Πολιτειών για χειμερινά σπορ, καθώς και για τα άφθονα νερά του. Θεωρείται μία από τις πιο πλούσιες σε χλωρίδα πολιτείες των Ηνωμένων Πολιτειών, με εκατοντάδες είδη δέντρων, κ.τ.λ., και πολλοί επισκέπτες από άλλες πολιτείες, καταλύουν στο Νέο Χάμσαϊρ τον Σεπτέμβριο/Οκτώβριο κάθε χρόνο, μόνο και μόνο για να δουν και να φωτογραφίσουν τα φύλλα που αλλάζουν χρώματα, λίγο πριν πέσουν για τον χειμώνα.

Οι πρώτοι Έλληνες μετανάστες έφτασαν στο Νέο Χάμσαϊρ γύρω στο 1893, και συγκεντρώθηκαν ως επί το πλείστον στις πόλεις Μάντσεστερ (Manchester) και Νάσουα (Nashua). Οι πόλεις αυτές, έχουν μέχρι και σήμερα αρκετά σημαντικές Ελληνικές παροικίες, με Ελληνικές εκκλησίες, του Αγίου Φιλίππου στην Νάσουα και Αναλήψεως της Θεοτόκου, Αγίου Γεωργίου, και Αγίου Νικολάου στο Μάντσεστερ.

Το κράτος πήρε το όνομά του από το νότιο αγγλικό νομό Hampshire από τον καπετάνιο John Mason.

Το Νιου Χάμσαϊρ ανήκει στην περιοχή των έξι πολιτειών της Νέας Αγγλίας. Συνορεύει με το Κεμπέκ, τον Καναδά, στα βόρεια και βορειοδυτικά. Συνορεύει με το Μέιν και τον Ατλαντικό Ωκεανό προς τα ανατολικά, τη Μασαχουσέτη προς τα νότια και το Βερμόντ στα δυτικά. Οι κύριες περιοχές του Νιου Χάμσαϊρ είναι το Μεγάλο Βόρειο Δάσος, τα Λευκά Όρη, η Περιοχή των Λιμνών, η ακτή, η κοιλάδα Μέριμακ, η περιοχή Μόνατνοκ και η περιοχή Ντάρτμαουθ-Λίμνη Σουναπί. 

Η περιοχή των Λευκών Ορέων στο Νιου Χάμσαϊρ εκτείνεται στο βόρειο-κεντρικό τμήμα του κράτους. Η σειρά περιλαμβάνει το όρος Ουάσινγκτον, το ψηλότερο στην βορειοανατολική περιοχή των Η.Π.Α. - τη δεύτερη υψηλότερη ταχύτητα ανέμου που καταγράφηκε ποτέ [15] - καθώς και το Mount Adams και το Mount Jefferson. Με τους ανέμους των τυφώνων κάθε τρίτη μέρα κατά μέσο όρο, με πάνω από 100 καταγεγραμμένους θανάτους μεταξύ των επισκεπτών και με το περίεργο krumholtz (νάνος, δρυς που μοιάζει με χαλί μπονσάι), το κλίμα στις ανώτερες όχθες του Όρους Ουάσιγκτον έχει εμπνεύσει το παρατηρητήριο καιρού η κορυφή για να ισχυριστεί ότι η περιοχή έχει τον χειρότερο καιρό του κόσμου.  

Στην πιο επίπεδη νοτιοδυτική γωνία του Νιού Χάμσαϊρ, το οροπέδιο Mount Monadnock έχει δώσει το όνομά του σε μια τάξη γήινων μορφών - ένα monadnock - που σημαίνει, στη γεωμορφολογία, κάθε απομονωμένη κορυφή ανθεκτικής που ανέρχεται από μια λιγότερο ανθεκτική διαβρωμένη πεδιάδα.

Τα μεγάλα ποτάμια περιλαμβάνουν τον ποταμό Merrimack των 110 μιλίων, ο οποίος διχοτομεί το κατώτερο μισό του κράτους βορρά-νότου και καταλήγει στο Newburyport της Μασαχουσέτης. Οι παραπόταμοί του περιλαμβάνουν τον ποταμό Contoocook, τον ποταμό Pemigewasset και τον ποταμό Winnipesaukee. Ο ποταμός Connecticut μήκους 410 μιλίων (660 χλμ.), Ο οποίος ξεκινά από τις λίμνες του Κοννέκτικατ του Νιού Χάμσαϊρ και ρέει νότια στο Κοννέκτικατ, ορίζει τα δυτικά σύνορα με το Βερμόντ. Τα κρατικά σύνορα δεν βρίσκονται στο κέντρο αυτού του ποταμού, όπως συμβαίνει συνήθως, αλλά στο σημείο χαμηλού νερού στην πλευρά του Βερμόντ. πράγμα που σημαίνει ότι ολόκληρος ο ποταμός κατά μήκος των συνόρων του Βερμόντ (εκτός από περιοχές όπου η στάθμη του νερού έχει ανατραφεί από ένα φράγμα) βρίσκεται στο Νιου Χάμσαϊρ [17]. Μόνο μία πόλη - το Pittsburg - μοιράζεται ένα χερσαίο σύνορο με το Βερμόντ. Τα βορειοδυτικά ποτάμια του Κονέκτικατ ορίζουν επίσης τον Καναδά-ΗΠΑ. σύνορο.

Ο ποταμός Piscataqua και οι διάφοροι παραπόταμοί του αποτελούν το μοναδικό σημαντικό ωκεάνιο λιμάνι του κράτους, όπου εισέρχονται στον Ατλαντικό στο Πόρτσμουθ. Ο ποταμός Salmon Falls και το Piscataqua ορίζουν το νότιο τμήμα των συνόρων με το Maine. Το όριο του ποταμού Piscataqua αποτέλεσε το αντικείμενο μιας συνοριακής διαμάχης μεταξύ του Νιού Χάμσαϊρ και του Maine το 2001, με το Νιού Χάμσαϊρ να διεκδικεί κυριαρχία σε πολλά νησιά (κυρίως νησί του Seavey) που περιλαμβάνουν το Ναυτικό Ναυπηγείο Portsmouth. Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ απέρριψε την υπόθεση το 2002, αφήνοντας την κυριότητα του νησιού με το Maine. Το Νιού Χάμσαιρ εξακολουθεί να ισχυρίζεται την κυριαρχία της βάσης, ωστόσο. [18]

Η μεγαλύτερη λίμνη του Νιού Χάμσαϊρ είναι η λίμνη Winnipesaukee, η οποία καλύπτει 71 τετραγωνικά μίλια (184 km2) στο ανατολικό-κεντρικό τμήμα του Νιου Χάμσαϊρ. Η λίμνη Umbagog κατά μήκος των συνόρων του Maine, περίπου 12,3 τετραγωνικά μίλια (31,9 km2), είναι μια μακρινή δεύτερη. Η λίμνη Squam είναι η δεύτερη μεγαλύτερη λίμνη εξ ολοκλήρου στο Νιου Χάμσαϊρ.

Το Νιου Χάμσαϊρ έχει τις κοντινότερες ακτές των ακτών οποιουδήποτε κράτους στις Ηνωμένες Πολιτείες, μήκους περίπου 29 μίλια [19]. Το Hampton Beach είναι ένας δημοφιλής τοπικός καλοκαιρινός προορισμός. Περίπου 7 μίλια (11 χιλιόμετρα) είναι τα Isles of Shoals, εννέα μικρά νησιά (τέσσερα από τα οποία βρίσκονται στο Νιου Χάμσαϊρ) γνωστά ως τόπος μιας αποικίας τέχνης του 19ου αιώνα που ιδρύθηκε από τον ποιητή Celia Thaxter και την υποτιθέμενη τοποθεσία ενός από τα τους θαμμένους θησαυρούς του πειρατή Blackbeard.

Είναι το κράτος με το υψηλότερο ποσοστό ξυλείας στην χώρα [20]. Το Νιού Χάμσαϊρ βρίσκεται στα εύκρατα πλατύφυλλα και μικτά δάση biome. Μεγάλο μέρος του κράτους, ειδικότερα των Λευκών Ορέων, καλύπτεται από τα κωνοφόρα και τα βόρεια σκληρά δάση των δασών της Νέας Αγγλίας-Ακαδίας. Η νοτιοανατολική γωνία του κράτους και τμήματα του ποταμού Κοννέκτικα κατά μήκος των συνόρων του Βερμόντ καλύπτονται από τις μικτές βελανιδιές των βορειοανατολικών παράκτιων δασών.

Το βόρειο τρίτο του κράτους αναφέρεται τοπικά ως βόρεια χώρα ή βόρεια από τις εγκοπές, σε σχέση με το Λευκό βουνό περνά αυτό το κανάλι κυκλοφορίας. Περιέχει λιγότερο από το 5% του πληθυσμού του κράτους, πάσχει από σχετικά υψηλή φτώχεια και χάνει σταθερά τον πληθυσμό καθώς οι βιομηχανίες χλοοτάπητας και χάρτου μειώνονται. Ωστόσο, η τουριστική βιομηχανία, ιδίως οι επισκέπτες που ταξιδεύουν στο βόρειο Νιού Χάμσαϊρ για σκι, snowboard, πεζοπορία και ποδήλατο βουνού, βοήθησαν να αντισταθμιστούν οι οικονομικές απώλειες από το κλείσιμο των μονάδων.

Τα μήκη της χειμερινής περιόδου αναμένεται να μειωθούν στις περιοχές σκι του Νιού Χάμσαϊρ λόγω των επιπτώσεων της υπερθέρμανσης του πλανήτη, η οποία είναι πιθανό να συνεχίσει την ιστορική συρρίκνωση και παγίωση της βιομηχανίας σκι και να απειλήσει μεμονωμένες επιχειρήσεις σκι και κοινότητες που βασίζονται στον τουριστικό σκι.

Το Νιου Χάμσαϊρ αντιμετωπίζει ένα υγρό ηπειρωτικό κλίμα (κλιματική κλιματική ταξινόμηση Dfa σε ορισμένες νότιες περιοχές, Dfb στο μεγαλύτερο μέρος του κράτους και Dfc subarctic σε ορισμένες βόρειες ορεινές περιοχές), με ζεστά, υγρά καλοκαίρια και μακρινούς, κρύους και χιονισμένους χειμώνες. Οι κατακρημνίσεις κατανέμονται αρκετά ομοιόμορφα όλο το χρόνο. Το κλίμα της νοτιοανατολικής μερίδας μετριάζεται από τον Ατλαντικό Ωκεανό και κατά μέσο όρο σχετικά ήπιους χειμώνες (για το Νιου Χάμσαϊρ), ενώ οι βόρειες και οι εσωτερικές μερίδες παρουσιάζουν ψυχρότερες θερμοκρασίες και χαμηλότερη υγρασία. Οι χειμώνες είναι κρύοι και χιονισμένοι σε όλη την πολιτεία και ιδιαίτερα έντονες στις βόρειες και ορεινές περιοχές. Η μέση ετήσια χιονοστιβάδα κυμαίνεται από 60 ίντσες (150 cm) έως πάνω από 100 ίντσες (250 cm) σε όλη την πολιτεία. [23]

Οι μέσες ημερήσιες υψηλές θερμοκρασίες είναι στα μέσα της δεκαετίας του '70 έως τις χαμηλές θερμοκρασίες (περίπου 24-28 ° C) σε όλη την πολιτεία τον Ιούλιο, με τα χαμηλά χαμηλά στα μέσα της δεκαετίας του '50 έως τα 13-15 ° C . Οι θερμοκρασίες του Ιανουαρίου κυμαίνονται από τον μέσο όρο των 34 ° F (1 ° C) στην ακτή έως τις χαμηλές χαμηλές θερμοκρασίες κάτω από τους 0 ° F (-18 ° C) στα βόρεια και σε υψηλά υψόμετρα. Η μέση ετήσια βροχόπτωση σε όλη την επικράτεια είναι περίπου 40 ίντσες (100 εκατοστά), με κάποιες διακυμάνσεις που παρατηρούνται στα Λευκά Όρη λόγω διαφορών σε ύψος και ετήσια χιονόπτωση. Η υψηλότερη καταγραφείσα θερμοκρασία του New Hampshire ήταν 41 ° C στην Nashua στις 4 Ιουλίου 1911, ενώ η χαμηλότερη καταγραφείσα θερμοκρασία ήταν -47 ° F (-44 ° C) στην κορυφή του Mount Washington στις 29 Ιανουαρίου 1934. Το Mount Washington είδε μια ανεπίσημη ανάγνωση στις 22 Ιανουαρίου 1885, η οποία, αν γινόταν επίσημη, θα έδινε το χαμηλό ρεκόρ όλων των εποχών για τη Νέα Αγγλία (επίσης -50 ° F (-46 ° C) Big Black River, Maine, στις 16 Ιανουαρίου 2009 και Bloomfield, Βερμόντ στις 30 Δεκεμβρίου 1933).

Το άσχημο χιόνι συνδέεται συχνά με ένα nor'easter, όπως το Blizzard του '78 και το Blizzard του 1993, όταν πολλά πόδια συσσωρεύθηκαν σε τμήματα του κράτους σε διάστημα 24 έως 48 ωρών. Οι ελαφρύτερες χιονοπτώσεις μερικές ίντσες εμφανίζονται συχνά κατά τη διάρκεια του χειμώνα, που συχνά συνδέονται με ένα Alberta Clipper.

Το Νιού Χάμσαϊρ, μερικές φορές, επηρεάζεται από τυφώνες και τροπικές καταιγίδες, αν και από τη στιγμή που φτάνουν στο κράτος, είναι συχνά εξωρατροπικές, με τις περισσότερες καταιγίδες να χτυπούν τις νότιες ακτές της Νέας Αγγλίας και να κινούνται στο εσωτερικό ή να διέρχονται από την ανοικτή θάλασσα στον κόλπο του Maine. Οι περισσότεροι από New Hampshire κατά μέσο όρο λιγότερες από 20 ημέρες καταιγίδας ανά έτος και κατά μέσο όρο δύο ανεμοστρόβιλοι συμβαίνουν κάθε χρόνο σε όλη την πολιτεία.

Ο χάρτης της ζώνης ανθεκτικότητας των φυτών της Εθνικής Χορτοκοπής απεικονίζει τις ζώνες 3, 4, 5 και 6 που εμφανίζονται σε ολόκληρη την κατάσταση και υποδεικνύει τη μετάβαση από ένα σχετικά δροσερότερο σε θερμότερο κλίμα καθώς ταξιδεύει νότια κατά μήκος του Νιού Χάμσαϊρ. Οι ζώνες ανθεκτικότητας των φυτών USDA 1990 για το New Hampshire κυμαίνονται από τη ζώνη 3b στο βορρά έως τη ζώνη 5b στο νότο.

Διάφορες φυλές Αβενάκη που μιλούσαν Αλγκονκιάνοι, που ήταν σε μεγάλο βαθμό κατανεμημένες μεταξύ των εθνών Androscoggin και Pennacook, κατοικούσαν στην περιοχή πριν από τον ευρωπαϊκό διακανονισμό. Παρά την παρόμοια γλώσσα, είχαν μια πολύ διαφορετική κουλτούρα και θρησκεία από άλλους Αλγκονιανούς λαούς. Αγγλικοί και Γάλλοι εξερευνητές επισκέφθηκαν το Νιου Χάμσαϊρ το 1600-1605 και ο David Thompson εγκαταστάθηκε στο Odiorne's Point στην σημερινή σίκαλη το 1623. Ο πρώτος μόνιμος οικισμός ήταν στο Hilton's Point (σημερινό Dover). Μέχρι το 1631, η Άνω Φύτευση περιλάμβανε τη σύγχρονη Dover, Durham και Stratham. το 1679, έγινε η «βασιλική επαρχία». Ο πόλεμος του πατέρα Rale πολέμησε μεταξύ των αποίκων και της συνομοσπονδίας Wabanaki σε όλο το Νιού Χάμσαϊρ.

Το Νιου Χάμσαϊρ ήταν μία από τις δεκατρείς αποικίες που επαναστάτησαν κατά της βρετανικής κυριαρχίας κατά τη διάρκεια της Αμερικανικής Επανάστασης. Μέχρι τη στιγμή της Αμερικανικής Επανάστασης, το Νιου Χάμσαϊρ ήταν μια χωρισμένη επαρχία. Η οικονομική και κοινωνική ζωή της περιφέρειας της Seacoast περιστρέφεται γύρω από πριονιστήρια, ναυπηγεία, αποθήκες εμπόρων και εγκατεστημένα κέντρα χωριών και πόλεων. Οι πλούσιοι έμποροι έχτισαν σημαντικά σπίτια, τους προσέφεραν τις καλύτερες πολυτέλειες και επένδυσαν το κεφάλαιό τους στην κερδοσκοπία του εμπορίου και της γης. Στο άλλο άκρο της κοινωνικής κλίμακας, αναπτύχθηκε μια μόνιμη κλάση των ημερησίων εργάτων, των ναυτικών, των δούλων και ακόμη και των δούλων.

Η μόνη μάχη που διεξήχθη στο Νιου Χάμσαϊρ ήταν η επιδρομή στο Φορτ Γουίλιαμ και τη Μαίρη, 14 Δεκεμβρίου 1774, στο λιμάνι του Πόρτσμουθ, το οποίο συμπλήρωσε την επανάσταση μεγάλες ποσότητες πυρίτιδας, μικρών όπλων και πυροβόλων όπλων. (Ο στρατηγός Σουλιβάν, ηγέτης της επιδρομής, το περιέγραψε ως «το υπόλοιπο της σκόνης, τα μικρά όπλα, τα ξιφολόγχη και τα κιβώτια καρτών, μαζί με τα καταστήματα κανόνιων και πυρομαχικών») κατά τη διάρκεια δύο νυχτών. Αυτή η επιδρομή προηγήθηκε από μια προειδοποίηση στους τοπικούς πατριώτες την προηγούμενη μέρα, από τον Paul Revere στις 13 Δεκεμβρίου 1774, ότι το φρούριο έπρεπε να ενισχυθεί από στρατεύματα που πετούν από τη Βοστώνη. Σύμφωνα με μη επαληθευμένους λογαριασμούς, η πυρίτιδα χρησιμοποιήθηκε αργότερα στη Μάχη του Bunker Hill, που μεταφέρθηκε εκεί από τον Major Demerit, ο οποίος ήταν ένας από τους διάφορους πατριώτες του Νιού Χάμσαϊρ που αποθηκεύουν τη σκόνη στα σπίτια τους μέχρι να μεταφερθεί αλλού για χρήση σε επαναστατικές δραστηριότητες. Κατά τη διάρκεια της επιδρομής, οι βρετανοί στρατιώτες πυροβόλησαν τους αντάρτες με κανόνια και μουσκέτα. Παρόλο που προφανώς δεν υπήρξαν θύματα, αυτά ήταν μεταξύ των πρώτων πυροβολισμών στην Αμερικανική Επαναστατική περίοδο, που εμφανίστηκαν περίπου πέντε μήνες πριν από τις μάχες του Lexington και του Concord.

Το Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών επικυρώθηκε από το Νιου Χάμσαϊρ στις 21 Ιουνίου 1788, όταν το Νιού Χάμσαιρ έγινε το ένατο κράτος που το έπραξε.

Το Νιου Χάμσαϊρ ήταν ένα τζακουσένιο προπύργιο. το κράτος έστειλε τον Franklin Pierce στον Λευκό Οίκο στις εκλογές του 1852. Η εκβιομηχάνιση είχε τη μορφή πολυάριθμων κλωστοϋφαντουργικών ελαιοτριβείων, τα οποία με τη σειρά του προσέλκυσαν μεγάλες ροές μεταναστών από το Κεμπέκ (Γάλλοι Καναδοί) και την Ιρλανδία. Τα βόρεια τμήματα του κράτους παρήγαγαν ξυλεία και τα βουνά παρείχαν τουριστικά αξιοθέατα. Μετά το 1960, η κλωστοϋφαντουργία κατέρρευσε, αλλά η οικονομία ανέκαμψε ως κέντρο υψηλής τεχνολογίας και ως πάροχος υπηρεσιών.

Ξεκινώντας το 1952, το Νιού Χάμσαιρ κέρδισε εθνική και διεθνή προσοχή για το προεδρικό του αξίωμα που διεξήχθη νωρίς σε κάθε προεδρική εκλογική περίοδο. Έγινε αμέσως η πιο σημαντική βάση δοκιμών για τους υποψήφιους για Δημοκρατικούς και Δημοκρατικούς υποψηφίους. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης έδωσαν στο Νιου Χάμσαϊρ και την Αϊόβα περίπου το ήμισυ της προσοχής που δόθηκε σε όλα τα κράτη στην πρωτογενή διαδικασία, μεγεθύνοντας τις εξουσίες λήψης αποφάσεων του κράτους και προωθώντας τις επανειλημμένες προσπάθειες πολιτικών εκτός πολιτείας να αλλάξουν τους κανόνες.

Το Γραφείο Απογραφής των Ηνωμένων Πολιτειών εκτιμά ότι ο πληθυσμός του Νιου Χάμσαϊρ ήταν 1.356.458 την 1η Ιουλίου 2018, αύξηση 3,04% από την απογραφή των Ηνωμένων Πολιτειών του 2010. Το κέντρο του πληθυσμού του Νιου Χάμσαϊρ βρίσκεται στην κομητεία Merrimack, στην πόλη Pembroke. Το κέντρο του πληθυσμού έχει μετακινηθεί στα νότια 12 μίλια (19 χλμ.) Από το 1950, γεγονός που αντικατοπτρίζει το γεγονός ότι η ταχύτερη ανάπτυξη του κράτους υπήρξε κατά μήκος των νότιων συνόρων του, τα οποία βρίσκονται εντός της περιοχής μετακινήσεων της Βοστόνης και άλλων πόλεων της Μασαχουσέτης.

Οι πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές βρίσκονται γενικά σε απόσταση 80 χιλιομέτρων από τα σύνορα της Μασαχουσέτης και συγκεντρώνονται σε δύο περιοχές: κατά μήκος της κοιλάδας του ποταμού Merrimack που εκτείνεται από το Concord έως το Nashua και στην περιοχή Seacoast κατά μήκος ενός άξονα που εκτείνεται από το Ρότσεστερ στο Πόρτσμουθ . Εκτός από τις δύο αυτές περιοχές, μόνο μία κοινότητα, η πόλη Keene, έχει πληθυσμό άνω των 20.000 κατοίκων. Οι τέσσερις κομητείες που καλύπτουν αυτές τις δύο περιοχές αντιπροσωπεύουν το 72% του πληθυσμού του κράτους, και το ένα (Hillsborough) έχει σχεδόν το 30% του πληθυσμού του κράτους, καθώς και οι δύο πολυπληθέστερες κοινότητες, το Μάντσεστερ και η Nashua. Το βόρειο τμήμα του κράτους είναι πολύ αραιοκατοικημένο: ο μεγαλύτερος νομός ανά περιοχή, ο Coos, καλύπτει το βόρειο 1/4 του κράτους και έχει μόνο περίπου 31.000 ανθρώπους, περίπου το ένα τρίτο των οποίων ζει σε μια ενιαία κοινότητα (Βερολίνο). Οι τάσεις τις τελευταίες δεκαετίες ήταν για τον πληθυσμό να μετατοπιστεί προς νότο, καθώς πολλές βόρειες κοινότητες δεν έχουν την οικονομική βάση για να διατηρήσουν τον πληθυσμό τους, ενώ οι νότιες κοινότητες έχουν απορροφηθεί από τη μητρόπολη της Μεγάλης Βοστόνης.

Οι μεγαλύτερες αναφορές ομάδων προέλευσης στο Νιου Χάμσαϊρ από την πόλη από το 2013. Το σκούρο μοβ δείχνει ιρλανδικά, φως μοβ αγγλικά, ροζ γαλλικά, τυρκουάζ γαλλικά καναδικά, σκούρα μπλε ιταλικά και γαλάζια γερμανικά. Ο γκρι δείχνει δήμους χωρίς αναφερόμενα δεδομένα.
Από την απογραφή του 2010, ο πληθυσμός του Νιου Χάμσαϊρ ήταν 1.316.470. Το gender makeup του κράτους ήταν 49,3% άνδρες και 50,7% γυναίκες. Το 21,8% του πληθυσμού ήταν κάτω των 18 ετών. 64,6% ήταν μεταξύ 18 και 64 ετών. και το 13,5% ήταν 65 ετών και άνω.

Το φυλετικό μακιγιάζ του Νιού Χάμσαϊρ από την απογραφή του 2010 ήταν:

Ισπανικός ή Λατίνος οποιουδήποτε αγώνα ήταν το 2,8% του πληθυσμού το 2010: 0,6% ήταν μεξικάνικα, 0,9% Πουέρτο Ρίκο, 0,1% Κούβας και 1,2% άλλα ισπανικά ή λατίνικα.

Σύμφωνα με την αμερικανική έρευνα της Αμερικής 2010-2015, οι μεγαλύτερες ομάδες καταγωγής ήταν το Ιρλανδικό (21,0%), το αγγλικό (16,8%), το γαλλικό (14,9%), το ιταλικό (10,5% (8,7%) και Αμερικανών (5,6%). [39]

Το New Hampshire έχει το υψηλότερο ποσοστό (23,4%) κατοίκων με γαλλική / γαλλο-καναδική / ακαδημαϊκή καταγωγή οποιουδήποτε κράτους των ΗΠΑ. [40]

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του American Community Survey του Προεδρείου της Απογραφής από το 2015, το 2,1% του πληθυσμού ηλικίας 5 ετών και άνω μιλούν ισπανικά στο σπίτι, ενώ το 1,8% μιλούν γαλλικά [41]. Σε Coos County, 9,6% του πληθυσμού μιλά γαλλικά στο σπίτι, [42] κάτω από 16% το 2000.

Σημείωση: Τα ποσοστά στον πίνακα δεν προσθέτουν έως και 100, επειδή οι ισπανόφωνοι υπολογίζονται τόσο από την εθνικότητά τους όσο και από τη φυλή τους, δίνοντας μεγαλύτερο συνολικό αριθμό.

Μια έρευνα Pew έδειξε ότι οι θρησκευτικές πεποιθήσεις του λαού του Νιου Χάμσαϊρ ήταν οι εξής: Προτεστάντες 30%, Καθολικοί 26%, LDS (Μόρμον) 1%, Εβραίοι 1%, Μάρτυρας του Ιεχωβά 2% και μη θρησκευόμενοι στο 36%.

Μια έρευνα δείχνει ότι οι άνθρωποι στο Νιου Χάμσαϊρ και στο Βερμόντ είναι λιγότερο πιθανό από τους άλλους Αμερικανούς να παρακολουθούν εβδομαδιαίες υπηρεσίες και μόνο το 54% λένε ότι είναι «απολύτως βέβαιοι ότι υπάρχει Θεός» σε σύγκριση με το 71% στο υπόλοιπο έθνος. Το Νιου Χάμσαϊρ και το Βερμόντ βρίσκονται επίσης στα χαμηλότερα επίπεδα μεταξύ των κρατών με θρησκευτική δέσμευση. Το 2012, το 23% των κατοίκων του New Hampshire σε μια δημοσκόπηση του Gallup θεωρούνταν πολύ θρησκευόμενοι, ενώ το 52% θεωρούνταν μη θρησκευτικοί. Σύμφωνα με την Ένωση Αρχείων Δεδομένων Θρησκευτικών (ARDA), οι μεγαλύτερες ονομασίες είναι η Καθολική Εκκλησία με 311.028 μέλη. Η Ενωμένη Εκκλησία του Χριστού με 26.321 μέλη. και η Μεγάλη Εκκλησία Μεθοδιστών με 18.029 μέλη.

Το Γραφείο Οικονομικής Ανάλυσης εκτιμά ότι το συνολικό κρατικό προϊόν του Νιού Χάμσαϊρ το 2018 ήταν 86 δισεκατομμύρια δολάρια, καταλαμβάνοντας την 40η θέση στις Ηνωμένες Πολιτείες. [53] Μέσο εισόδημα των νοικοκυριών το 2017 ήταν $ 74.801, το τέταρτο υψηλότερο στη χώρα (συμπεριλαμβανομένης της Washington, DC). Τα γεωργικά προϊόντα της είναι γαλακτοκομικά προϊόντα, φυτώρια, βοοειδή, μήλα και αυγά. βιομηχανική έξοδοι του είναι μηχανήματα, ηλεκτρικό εξοπλισμό, καουτσούκ και πλαστικών υλών, και τον τουρισμό είναι ένα σημαντικό συστατικό της οικονομίας. [55]

Το Νιου Χάμσαϊρ γνώρισε σημαντική μετατόπιση της οικονομικής βάσης του κατά τον 20ό αιώνα. Ιστορικά, η βάση αποτελείται από παραδοσιακές κατασκευές της Νέας Αγγλίας από κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, είδη υποδηματοποιίας και μικρά καταστήματα μηχανουργικών κατεργασιών, που βασίζονται στη χαμηλή μισθολογική εργασία από κοντινά μικρά αγροκτήματα και από τμήματα του Κεμπέκ. Σήμερα, οι τομείς αυτοί συνεισφέρουν μόνο το 2% για τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, το 2% για τα δερμάτινα είδη και το 9% για τη μηχανική κατεργασία της συνολικής αξίας του αμερικανικού δολαρίου [56]. Έχουν βιώσει μια απότομη πτώση λόγω απαρχαιωμένων εγκαταστάσεων και το δέλεαρ των φθηνότερων μισθών στις νότιες Ηνωμένες Πολιτείες.

Το Νιου Χάμσαϊρ διαθέτει σήμερα μια ευρεία οικονομία με ρυθμούς ανάπτυξης του ΑΕγχΠ 2,2% το 2018. [53] Η μεγαλύτερη τομείς της οικονομίας του κράτους το 2018, με βάση την συνεισφορά στο ΑΕΠ, είναι οι εξής: 15% των ακινήτων και ενοικίασης και χρηματοδοτικής μίσθωσης? 13% επαγγελματικές επιχειρηματικές υπηρεσίες. 12% στην κατασκευή. Κυβερνητικές και κυβερνητικές υπηρεσίες 10% και 9% υγειονομική περίθαλψη και κοινωνικές υπηρεσίες. [57]

Ο προϋπολογισμός του κράτους για το οικονομικό έτος2018 ήταν 5,97 δισεκατομμύρια δολάρια, συμπεριλαμβανομένων των 1,79 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε ομοσπονδιακά κεφάλαια. [58] Το ζήτημα της φορολογίας είναι αμφιλεγόμενο στο Νιου Χάμσαϊρ, το οποίο έχει φόρο ακίνητης περιουσίας (υπό τον έλεγχο του δημοτικού συμβουλίου) αλλά δεν έχει ευρύ φόρο επί των πωλήσεων ή φόρο εισοδήματος. Η κατάσταση έχει στενό φόρους για τα γεύματα, διαμονή, τα οχήματα, τις επιχειρήσεις και τα έσοδα από επενδύσεις, και διόδια σε κατάσταση στους δρόμους.

Σύμφωνα με την Υπηρεσία Ενεργειακής Πληροφορίας, η κατανάλωση ενέργειας και η κατά κεφαλήν κατανάλωση ενέργειας του Νιού Χάμσαϊρ είναι από τα χαμηλότερα στη χώρα. Ο σταθμός πυρηνικής ενέργειας του Σταθμού Seabrook, κοντά στο Portsmouth, είναι ο μεγαλύτερος πυρηνικός αντιδραστήρας στη Νέα Αγγλία και παρείχε το 57% της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας του Νιού Χάμσαϊρ και το 27% της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας το 2017. Το 2016 και το 2017 το New Hampshire από την αιολική ενέργεια από τις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής με καύση άνθρακα. Περίπου το 32% της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας του Νιού Χάμσαϊρ προήλθε από ανανεώσιμους πόρους (συμπεριλαμβανομένων των πυρηνικών, υδροηλεκτρικών, αιολικών και άλλων ανανεώσιμων πόρων). Το Νιού Χάμσαϊρ ήταν καθαρός εξαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας, εξάγοντας 63 τρισεκατομμύρια BTU. [59]

Η χρήση οικιακής ηλεκτρικής ενέργειας από το New Hampshire είναι χαμηλή σε σύγκριση με τον εθνικό μέσο όρο, εν μέρει επειδή η ζήτηση για κλιματισμό είναι χαμηλή κατά τους γενικά ήπιους καλοκαιρινούς μήνες και επειδή λίγα νοικοκυριά χρησιμοποιούν την ηλεκτρική ενέργεια ως κύρια πηγή ενέργειας για θέρμανση στο σπίτι. Σχεδόν τα μισά νοικοκυριά του Νιού Χάμσαϊρ χρησιμοποιούν πετρέλαιο εσωτερικής καύσης για χειμερινή θέρμανση, η οποία είναι ένα από τα μεγαλύτερα μερίδια στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το Νιου Χάμσαϊρ έχει δυνατότητες για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας όπως η αιολική ενέργεια, η υδροηλεκτρική ενέργεια και τα καύσιμα από ξύλο. [59]

Το κράτος δεν έχει γενικό φόρο επί των πωλήσεων και δεν εισπράττει φόρο εισοδήματος από το κράτος (το κράτος φορολογεί με συντελεστή 5%, εισόδημα από μερίσματα και τόκους) και ο νομοθέτης άσκησε δημοσιονομικό περιορισμό. Οι προσπάθειες για διαφοροποίηση της γενικής οικονομίας του κράτους συνεχίζονται.

Η έλλειψη ενός ευρύτερου φορολογικού συστήματος από το Νιού Χάμσαϊρ είχε ως αποτέλεσμα οι τοπικές κοινότητες του κράτους να έχουν μερικούς από τους υψηλότερους φόρους ιδιοκτησίας του έθνους. Ωστόσο, η συνολική φορολογική επιβάρυνση του κράτους είναι σχετικά χαμηλή. το 2010 το Νιού Χάμσαιρ κατέλαβε την 44η θέση μεταξύ των κρατών με τη συνδυασμένη μέση κρατική και τοπική φορολογική επιβάρυνση [60].

Από τον Φεβρουάριο του 2010, το ποσοστό ανεργίας του κράτους ήταν 7,1%. [61] Μέχρι τον Οκτώβριο του 2010, το ποσοστό ανεργίας μειώθηκε στο 5,4%. [62] Το (προκαταρκτικό) ποσοστό εποχικής ανεργίας τον Απρίλιο του 2019 ήταν 2,4% με βάση εργατικό δυναμικό 767,500 ατόμων με 749.000 εργαζόμενους. Το εργατικό δυναμικό του Νιού Χάμσαϊρ ανέρχεται σε 90% στην απασχόληση χωρίς απασχόληση, με το 18% να απασχολείται στο εμπόριο, τις μεταφορές και τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας. 17% στην εκπαίδευση και την υγειονομική περίθαλψη. 12% στην κυβέρνηση. 11% στις επαγγελματικές και επιχειρηματικές υπηρεσίες. και 10% στον ελεύθερο χρόνο και στη φιλοξενία .

Σύμφωνα με μελέτη του Phoenix Marketing International το 2013, το New Hampshire είχε το όγδοο μεγαλύτερο ποσοστό νοικοκυριών εκατομμυριούχων στις Ηνωμένες Πολιτείες, στο 6,48% όλων των νοικοκυριών. Το 2013, το New Hampshire είχε επίσης το χαμηλότερο ποσοστό φτώχειας του έθνους σε μόλις 8,7% όλων των κατοίκων, σύμφωνα με το Γραφείο Απογραφής.  

Τον Μάρτιο του 2018, 86% του εργατικού δυναμικού του Νιού Χάμσαϊρ απασχολούνταν από τον ιδιωτικό τομέα, ενώ το 53% των εργαζομένων αυτών απασχολούνται σε επιχειρήσεις με λιγότερους από 100 εργαζομένους. Περίπου το 14% των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα απασχολούνται σε επιχειρήσεις με περισσότερους από 1.000 υπαλλήλους [66].

Σύμφωνα με έρευνες της κοινότητας του Γραφείου Πληροφοριών για την Οικονομία και την Αγορά Εργασίας της NH Employment Security, οι ακόλουθοι είναι οι μεγαλύτεροι ιδιωτικοί εργοδότες στο κράτος:

Η κρατική κυβέρνηση του Νιού Χάμσαϊρ απασχολεί περίπου 6.100 άτομα. Επιπλέον, το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ απασχολεί περίπου 1.600 άτομα στο Εθνικό Κέντρο Βίζας στο Πόρτσμουθ, το οποίο επεξεργάζεται αναφορές αμερικανικών μεταναστών.

Ο κυβερνήτης του Νιού Χάμσαϊρ, από τις 5 Ιανουαρίου 2017, είναι ο Chris Sununu (Ρεπουμπλικανός). Οι δύο γερουσιαστές των ΗΠΑ στο Νιου Χάμσαϊρ είναι οι Jeanne Shaheen και Maggie Hassan (και οι δύο Δημοκρατικοί), και οι δύο είναι πρώην κυβερνήτες. Οι δύο αντιπρόσωποι των Ηνωμένων Πολιτειών του Νέου Χαμπσάιρ από τον Ιανουάριο του 2019 είναι ο Chris Pappas και ο Ann McLane Kuster (και οι δύο Δημοκρατικοί).

Το Νιού Χάμσαϊρ είναι κράτος ελέγχου αλκοολούχων ποτών και μέσω της κρατικής επιτροπής για τα αλκοολούχα ποτά παίρνει 100 εκατομμύρια δολάρια από την πώληση και τη διανομή ποτού.

Το Νιου Χάμσαϊρ είναι το μόνο κράτος στις ΗΠΑ που δεν απαιτεί από τους ενήλικες να φορούν ζώνες ασφαλείας στα οχήματά τους.

Κύριο άρθρο: Νόμος του Νιου Χάμσαϊρ
Το Σύνταγμα του Νιού Χάμσαϊρ του 1783 είναι ο υπέρτατος νόμος του κράτους, ακολουθούμενος από το Αναθεωρημένο Νόμο του Χάμσαιρ και τον Κώδικα Διοικητικών Κανόνων του Νιού Χάμσαϊρ. Αυτές είναι σχεδόν ανάλογες με το ομοσπονδιακό Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών, τον Κώδικα των Ηνωμένων Πολιτειών και τον Κώδικα Ομοσπονδιακών Κανονισμών αντίστοιχα.

Το Νιού Χάμσαϊρ έχει ένα διχασμένο εκτελεστικό τμήμα, αποτελούμενο από τον κυβερνήτη και ένα πενταμελές εκτελεστικό συμβούλιο που ψηφίζει κρατικές συμβάσεις ύψους άνω των $ 5.000 και «συμβουλεύει και συναινεί» στις υποψηφιότητες του κυβερνήτη σε σημαντικές κρατικές θέσεις όπως οι επικεφαλής των τμημάτων και όλες οι δικαστικές αρχές αίτημα παραίτησης. Το Νιου Χάμσαϊρ δεν έχει υποδιοικητή κυβερνήτη. ο πρόεδρος της Γερουσίας υπηρετεί ως «κυβερνήτης που ενεργεί» κάθε φορά που ο κυβερνήτης δεν είναι σε θέση να εκτελέσει τα καθήκοντα.

Ο νομοθέτης ονομάζεται Γενικό Δικαστήριο. Αποτελείται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία. Υπάρχουν 400 αντιπρόσωποι, γεγονός που το καθιστά έναν από τους μεγαλύτερους εκλεγμένους οργανισμούς στον αγγλόφωνο κόσμο [69] και 24 γερουσιαστές. Οι περισσότεροι είναι ουσιαστικά εθελοντές, σχεδόν οι μισοί από τους οποίους είναι συνταξιούχοι. (Για λεπτομέρειες, δείτε το άρθρο σχετικά με την κυβέρνηση του New Hampshire.)

Το μοναδικό δευτεροβάθμιο δικαστήριο του κράτους είναι το Ανώτατο Δικαστήριο του Νιού Χάμσαϊρ. Το Ανώτατο Δικαστήριο είναι το δικαστήριο γενικής δικαιοδοσίας και το μόνο δικαστήριο που προβλέπει δίκες δικαστικών σε αστικές ή ποινικές υποθέσεις. Τα άλλα κρατικά δικαστήρια είναι το δικαστήριο δοκιμασίας, το περιφερειακό δικαστήριο και το τμήμα οικογένειας.

Το Νιού Χάμσαιρ έχει 10 κομητείες και 234 πόλεις.

Το Νιου Χάμσαϊρ είναι ένα κράτος κανόνα Dillon, που σημαίνει ότι το κράτος διατηρεί όλες τις εξουσίες που δεν χορηγούνται ειδικά στους δήμους. Ωστόσο, ο νομοθέτης ευνοεί έντονα τον τοπικό έλεγχο, ιδίως όσον αφορά τους κανονισμούς για τη χρήση γης. Οι δήμοι του Νιού Χάμσαϊρ ταξινομούνται ως πόλεις, οι οποίες διαφέρουν πρωτίστως από τη μορφή της κυβέρνησης. Οι περισσότερες πόλεις λειτουργούν γενικά στην πόλη που συναντά τη μορφή κυβέρνησης, όπου οι εγγεγραμμένοι ψηφοφόροι στην πόλη ενεργούν ως νομοθέτης της πόλης και ένα διοικητικό συμβούλιο επιλογής ενεργεί ως εκτελεστικό όργανο της πόλης. Οι μεγαλύτερες πόλεις και οι δεκατρείς πόλεις του κράτους λειτουργούν είτε σε ένα συμβούλιο-διευθυντή ή σε ένα συμβούλιο-δήμαρχο μορφή κυβέρνησης. Δεν υπάρχει διαφορά, από την άποψη της κρατικής κυβέρνησης, μεταξύ πόλεων και πόλεων εκτός από τη μορφή κυβέρνησης. Όλα τα καταστατικά σε επίπεδο κράτους αντιμετωπίζουν όλοι τους δήμους ταυτόσημα.

Το Νιου Χάμσαϊρ έχει ένα μικρό αριθμό μη ενσωματωμένων περιοχών που έχουν τίτλους ως επιχορηγήσεις, τοποθεσίες, αγορές ή δήμους. Αυτές οι τοποθεσίες περιορίζονται σε καμία αυτοδιοίκηση και οι υπηρεσίες τους παρέχονται γενικά από γειτονικές πόλεις ή από το νομό ή το κράτος όπου χρειάζεται. Από την απογραφή του 2000, 25 από αυτές παρέμειναν στο Νιου Χάμσαϊρ, αντιπροσωπεύοντας συνολικό πληθυσμό 173 ατόμων (από το 2000). αρκετοί ήταν απολυμένοι. Όλες εκτός από δύο από αυτές τις μη ενσωματωμένες περιοχές βρίσκονται στην κομητεία Coos.

 

Το Δημοκρατικό Κόμμα και το Δημοκρατικό Κόμμα είναι τα δύο μεγαλύτερα κόμματα του κράτους. Μια πλειάδα ψηφοφόρων καταγράφονται ως αδήλωτες και μπορούν να επιλέξουν είτε ψηφοφορία στην πρωτοβάθμια και στη συνέχεια να ανακτήσουν ξανά την αδήλωτη κατάστασή τους μετά την ψηφοφορία. [70] Το Ελευθεριακό Κόμμα είχε καθεστώς επίσημου κόμματος από το 1990 έως το 1996. Υπάρχει επίσης ένα πρόγραμμα γνωστό ως Σχέδιο Ελευθέρου Κράτους με στόχο να μετατραπεί το Νιού Χάμσαϊρ σε ένα ελευθεριακό προπύργιο υποδεικνύοντας ότι οι ελευθεριακοί κινούνται εκεί για να μπορέσουν να συγκεντρώσουν τη δύναμή τους. Το Ελευθεριακό Κόμμα ανέκτησε την πρόσβαση στις ψηφοφορίες μετά τις εκλογές του 2016 επειδή ο υποψήφιος της κυβέρνησης έλαβε το 4% των ψήφων.

Από τις 5 Φεβρουαρίου του 2016 υπήρχαν 882.959 εγγεγραμμένοι ψηφοφόροι, εκ των οποίων 389.472 (44.1%) δεν δήλωσαν πολιτικό κόμμα, 262.111 (29.7%) ήταν Δημοκρατικοί και 231.376 (26.2%) ήταν Δημοκρατικοί.

Το Νιου Χάμσαϊρ είναι διεθνώς γνωστό για το πρωτεύον του Νιού Χάμσαϊρ, το πρώτο πρωταρχικό στην τετραετία αμερικανική προεδρική εκλογική κύκλο. Το κρατικό δίκαιο απαιτεί από τον Υπουργό Εξωτερικών να προγραμματίσει αυτές τις εκλογές τουλάχιστον μια εβδομάδα πριν από οποιοδήποτε «παρόμοιο γεγονός». Εντούτοις, η προεδρία του Iowa προχώρησε στο πρωτεύον του Νιού Χάμσαϊρ. Αυτό το πρωταρχικό, ως ο πρώτος διαγωνισμός του έθνους που χρησιμοποιεί την ίδια διαδικασία με τις γενικές εκλογές, τραβάει περισσότερη προσοχή από εκείνους σε άλλα κράτη και έχει καθοριστική σημασία για τη διαμόρφωση του εθνικού διαγωνισμού.

Ο νόμος του κράτους επιτρέπει σε μια πόλη με λιγότερους από 100 κατοίκους να ανοίξουν τις δημοσκοπήσεις τα μεσάνυχτα και να κλείσει όταν οι εγγεγραμμένοι πολίτες έχουν ψηφίσει. Ως εκ τούτου, οι κοινότητες του Dixville Notch στην κομητεία Coos και η τοποθεσία του Hart στην κομητεία Carroll, μεταξύ άλλων, επέλεξαν να εφαρμόσουν αυτές τις διατάξεις. Το Dixville Notch και η τοποθεσία του Hart είναι παραδοσιακά οι πρώτες θέσεις τόσο στο Νιου Χάμσαϊρ όσο και στις Η.Π.Α. για να ψηφίσουν σε προεδρικές εκλογές και εκλογές.

Οι υποψηφιότητες για όλα τα άλλα κόμματα παρατάσσονται σε ξεχωριστές πρωτογενείς εκλογές. Στους κύκλους προεδρικών εκλογών, πρόκειται για τη δεύτερη κύρια εκλογή που πραγματοποιήθηκε στο Νιου Χάμσαϊρ.

Το κολλέγιο Saint Anselm στο Goffstown έχει γίνει ένα δημοφιλές σημείο εκστρατείας για τους πολιτικούς καθώς και αρκετές εθνικές προεδρικές συζητήσεις λόγω της εγγύτητάς του με το περιφερειακό αεροδρόμιο Μάντσεστερ-Βοστόνη.

Στο παρελθόν, το Νιού Χάμσαϊρ έχει συχνά ψηφιστεί Ρεπουμπλικανός. Μεταξύ του 1856 και του 1988, ο Νιού Χάμσαϊρ εκπόνησε τις εκλογές του για το δημοτικό προεδρικό εισιτήριο έξι φορές: ο Woodrow Wilson (δύο φορές), ο Franklin D. Roosevelt (τρεις φορές) και ο Lyndon B. Johnson (μία φορά).

Ξεκινώντας το 1992, το Νιου Χάμσαϊρ έγινε κράτος ταλάντωσης τόσο στις εθνικές όσο και στις τοπικές εκλογές. Το κράτος στήριξε τους Δημοκρατικούς Μπιλ Κλίντον το 1992 και το 1996, ο John Kerry το 2004, ο Μπαράκ Ομπάμα το 2008 και το 2012 και η Χίλαρι Κλίντον το 2016. Ήταν το μοναδικό κράτος στη χώρα για να αλλάξει από τον υποστηρικτή του Δημοκρατικού Τζορτζ Μπους στις εκλογές του 2000 να υποστηρίξει τον Δημοκρατικό αμφισβητία του στις εκλογές του 2004, όταν ο John Kerry, γερουσιαστής από τη γειτονική Μασαχουσέτη, κέρδισε το κράτος. Ο Ντόναλντ Τράμπ έχασε πολύ στενά το κράτος το 2016.

Οι δημοκράτες κυριάρχησαν στις εκλογές στο Νιου Χάμσαϊρ το 2006 και το 2008. Το 2006, οι Δημοκρατικοί κέρδισαν και τις δύο έδρες του Κογκρέσου (εκλέγοντας την Carol Shea-Porter στην 1η συνοικία και τον Paul Hodes στη 2η συνοικία), επανεκλέχτηκαν τον κυβερνήτη John Lynch και κέρδισαν πλειοψηφία για το Εκτελεστικό Συμβούλιο και για τα δύο σώματα του νομοθέτη για πρώτη φορά από το 1911. Οι δημοκράτες δεν κατείχαν τόσο τον νομοθέτη όσο και τον κυβερνήτη από το 1874. [76] Ούτε η έδρα της Γερουσίας των ΗΠΑ προηγήθηκε ψηφοφορίας το 2006. Το 2008, οι Δημοκρατικοί διατήρησαν τις πλειοψηφίες, τις κυβερνήσεις και τις έδρες του Κογκρέσου. και ο πρώην κυβερνήτης Jeanne Shaheen νίκησε τον κατεστημένο Ρεπουμπλικανικό John E. Sununu για τη Γερουσία των ΗΠΑ σε ένα ρεβάνς του διαγωνισμού του 2002.

Οι εκλογές του 2008 είχαν ως αποτέλεσμα οι γυναίκες να κατέχουν πλειοψηφία, 13 από τις 24 έδρες, στη Γερουσία του Νιού Χάμσαϊρ, πρώτη για κάθε νομοθετικό σώμα στις Ηνωμένες Πολιτείες [77].

Στις δημοκρατικές εκλογές του 2010, οι Ρεπουμπλικάνοι πραγματοποίησαν ιστορικά κέρδη στο Νιου Χάμσαϊρ, κατακτώντας πλειοψηφίες βέτο στην κρατική νομοθετική εξουσία, λαμβάνοντας και τις πέντε έδρες στο Εκτελεστικό Συμβούλιο, εκλέγοντας έναν νέο γερουσιαστή της Αμερικής, Kelly Ayotte, το περιθώριο νίκης του κυβερνήτη John Lynch σε σύγκριση με τις νίκες του 2006 και του 2008.

Στις δημοκρατικές βουλευτικές εκλογές του 2012, οι Δημοκρατικοί ανάπαυσαν τη Βουλή των Αντιπροσώπων του Νιού Χάμσαϊρ και μείωσαν τη δημοκρατική πλειοψηφία στη Σύνοδο του Νιού Χάμσαιρ στις 13-11 [78]. Το 2012, το Νιού Χάμσαϊρ έγινε το πρώτο κράτος στην ιστορία των ΗΠΑ για να εκλέξει μια γυναικεία ομοσπονδιακή αντιπροσωπεία: η Δημοκρατική Κογκρέσσια Carol Shea-Porter της Περιφέρειας Κογκρέσου 1 και η Ann McLane Kuster της Περιφέρειας Κογκρέσου 2 συνοδευόταν από τις Γερουσιαστές των ΗΠΑ Jeanne Shaheen και Kelly Ayotte το 2013. Περαιτέρω, το κράτος εξέλεξε τη δεύτερη γυναίκα κυβερνήτη του: Δημοκρατική Maggie Hassan.

Στις εκλογές του 2014, οι Ρεπουμπλικάνοι ανέλαβαν τη Βουλή των Αντιπροσώπων του Νιού Χάμσαϊρ με πλειοψηφία 239-160 και επέκτειναν την πλειοψηφία τους στη Γερουσία του Νιου Χάμσαϊρ σε 14 από τις 24 έδρες της Γερουσίας. Σε εθνικό επίπεδο, η καθιερωμένη δημοκρατική γερουσιαστής Ζαν Σάχεν νίκησε τον Ρεπουμπλικανικό αμφισβητία, τον πρώην γερουσιαστή της Μασαχουσέτης, Σκοτ ​​Μπράουν. Το New Hampshire εξέλεξε επίσης τον Frank Guinta (R) για τον πρώτο αντιπρόσωπο του Κογκρέσου και τον Ann Kuster (D) για τον δεύτερο αντιπρόσωπο του Κογκρέσου.

Στις δημοσκοπήσεις του 2016, οι Ρεπουμπλικάνοι κατείχαν τη Βουλή των Αντιπροσώπων του Νιου Χάμσαϊρ με πλειοψηφία 220-175 και κατέλαβαν τις 14 έδρες τους στη Γερουσία του Νιου Χάμσαϊρ. Στον κυβερνητικό αγώνα, ο συνταξιούχος κυβερνήτης Maggie Hassan διαδέχτηκε ο Ρεπουμπλικανός Chris Sununu, ο οποίος κατάφερε να νικήσει τον υποψήφιο Δημοκρατικό κ. Colin Van Ostern. Ο Sununu έγινε ο πρώτος Ρεπουμπλικανός κυβερνήτης από τον Craig Benson, ο οποίος έφυγε από το αξίωμα το 2005 μετά την ήττα του John Lynch. Οι Ρεπουμπλικανοί ελέγχουν το γραφείο του κυβερνήτη και τα δύο επιμελητήρια του κρατικού νομοθέτη, ένα κυβερνητικό trifecta στο οποίο οι Ρεπουμπλικάνοι έχουν πλήρη εξουσία. [79] Σε προεδρικό αγώνα, το κράτος ψήφισε υπέρ του δημοκρατικού υποψηφίου, πρώην υπουργού Εξωτερικών Χίλαρι Κλίντον, για τον υποψήφιο Ρεπουμπλικανού, Ντόναλντ Τράμπ, με περιθώριο 2.736 ψήφων ή 0,3%, ένα από τα πλησιέστερα αποτελέσματα που το κράτος έχει δει ποτέ προεδρικός αγώνας, ενώ ο υποψήφιος Λιβερτάρης Gary Johnson έλαβε το 4,12% των ψήφων. Οι Δημοκρατικοί κέρδισαν επίσης μια ανταγωνιστική κούρσα στη Δεύτερη Περιοχή Κογκρέσου, καθώς και μια ανταγωνιστική φυλή γερουσιαστών. Η αντιπροσωπεία του Κογκρέσου του Νιού Χάμσαϊρ αποτελείται σήμερα από αποκλειστικά δημοκράτες. Είναι ένα από τα επτά κράτη με απολυταρχική δημοκρατική αντιπροσωπεία, πέντε από τα οποία βρίσκονται στη Νέα Αγγλία (τα άλλα είναι το Delaware και η Χαβάη).

Το Νιου Χάμσαϊρ διαθέτει ένα καλά διατηρημένο, καλά υπογεγραμμένο δίκτυο διακρατικών αυτοκινητοδρόμων, αυτοκινητόδρομους των Η.Π.Α. και αυτοκινητόδρομους πολιτείας. Οι κρατικοί αυτοκινητόδρομοι εξακολουθούν να απεικονίζουν τον Γηραιό του Βουνό, παρά το θάνατο του rock formation το 2003. Αρκετοί αριθμοί διαδρομών ευθυγραμμίζονται με τους ίδιους αριθμούς διαδρομών στα γειτονικά κράτη. Η αρίθμηση των εθνικών οδών δεν δείχνει την κατεύθυνση της εθνικής οδού. Σημαντικές διαδρομές περιλαμβάνουν:

Η υπεραστική υπηρεσία μεταφοράς επιβατών σε μεγάλες αποστάσεις παρέχεται από τις γραμμές Vermont και Downeaster της Amtrak.

Το Greyhound, το Concord Coach, το Vermont Translines και το Dartmouth Coach παρέχουν όλες τις υπεραστικές συνδέσεις λεωφορείων προς και από τα σημεία στο Νιου Χάμσαϊρ και σε σημεία μεγάλου μήκους πέρα ​​και ενδιάμεσα.

Από το 2013, οι σιδηροδρομικές υπηρεσίες MBTA Commuter Rail της Βοστώνης φθάνουν μόνο μέχρι τη βόρεια Μασαχουσέτη. Η Αρχή Διαμετακόμισης Σιδηροδρόμων του Νιού Χάμσαϊρ εργάζεται για την επέκταση της υπηρεσίας Capital Corridor από το Lowell της Μασαχουσέτης στη Nashua, το Concord και το Μάντσεστερ, συμπεριλαμβανομένου του Περιφερειακού Αερολιμένα Μάντσεστερ-Βοστόνη. και υπηρεσία παράκτιου διαδρόμου από το Haverhill της Μασαχουσέτης έως το Plaistow του Νιου Χάμσαϊρ. Η νομοθεσία που θεσπίστηκε το 2007 δημιούργησε την Αρχή Διαμετακόμισης Σιδηροδρόμων του Νιού Χάμσαϊρ (NHRTA) με στόχο την επίβλεψη της ανάπτυξης του σιδηροδρομικού σταθμού στην πόλη του Νιου Χάμσαϊρ. Το 2011, ο κυβερνήτης John Lynch άσκησε βέτο στο HB 218, ένα νομοσχέδιο που ψήφισε οι Ρεπουμπλικανοί νομοθέτες, το οποίο θα περιόριζε δραστικά τις εξουσίες και τις ευθύνες του NHRTA [82]. [83] Η μελέτη διαμετακόμισης διαδρόμου I-93 πρότεινε μια σιδηροδρομική εναλλακτική λύση κατά μήκος της γραμμής υποκαταστημάτων Μάντσεστερ και Λόρενς, η οποία θα μπορούσε να παρέχει υπηρεσίες μεταφοράς εμπορευμάτων και επιβατών. [84] Αυτός ο σιδηροδρομικός διάδρομος θα έχει επίσης πρόσβαση στον περιφερειακό αερολιμένα Μάντσεστερ-Βοστόνη.

Έντεκα δημόσιες αρχές διέλευσης ασκούν τοπικές και περιφερειακές υπηρεσίες λεωφορείων σε όλη την πολιτεία και οκτώ ιδιωτικοί αερομεταφορείς εκτελούν τακτικά δρομολόγια λεωφορείων τα οποία συνδέονται με το εθνικό δίκτυο υπεραστικών λεωφορείων [85]. Το Τμήμα Μεταφορών του Νιου Χάμσαϊρ λειτουργεί μια κρατική υπηρεσία ανταλλαγής αγώνων, επιπρόσθετα με τα ανεξάρτητα προγράμματα οδήγησης που ταιριάζουν και εγγυώνται την οδήγηση. [85]

Οι τουριστικές σιδηροδρομικές γραμμές περιλαμβάνουν το Conway Scenic Railroad, το Hobo-Winnipesaukee Railroad και το Mount Washington Cog Railway.

Οι σιδηρόδρομοι εμπορευματικών μεταφορών στο Νιου Χάμσαϊρ περιλαμβάνουν τους σιδηροδρόμους Claremont  Concord (CCRR), τους σιδηροδρομικούς σταθμούς Pan Am μέσω θυγατρικών Σιδηροδρομικών Σιδηροδρόμων Springfield, του κεντρικού σιδηροδρόμου New England Central Station, του St. Lawrence και του Ατλαντικού Σιδηρόδρομου και του New Hampshire Northcoast Corporation (ΝΗΝ).

Για μια πληρέστερη λίστα, δείτε την λίστα των γυμνασίων στο Νιου Χάμσαϊρ.
Τα πρώτα δημόσια γυμνάσια του κράτους ήταν το Γυμνάσιο Αγόρι και το Γυμνάσιο Κοριτσιών του Πόρτσμουθ, που ιδρύθηκε είτε το 1827 είτε το 1830 ανάλογα με την πηγή.  

Το New Hampshire έχει περισσότερα από 80 δημόσια γυμνάσια, πολλά από τα οποία εξυπηρετούν περισσότερες από μία πόλη. Η μεγαλύτερη είναι η Ακαδημία Pinkerton στο Derry, η οποία ανήκει σε ιδιωτικό μη κερδοσκοπικό οργανισμό και χρησιμεύει ως δημόσιο γυμνάσιο σε ορισμένες γειτονικές πόλεις. Υπάρχουν τουλάχιστον 30 ιδιωτικά γυμνάσια στο κράτος.

Το Νιου Χάμσαϊρ είναι επίσης το σπίτι πολλών αριστοκρατικών πανεπιστημιακών σχολών, όπως η Ακαδημία Phillips Exeter, η Σχολή του Αγίου Παύλου, η Ακαδημία Proctor, η ακαδημία Brewster και η Kimball Union Academy.

Το 2008 το κράτος που συνδέθηκε με τη Μασαχουσέτη είχε τα υψηλότερα ποσοστά στις τυποποιημένες δοκιμασίες SAT και ACT που δόθηκαν σε μαθητές γυμνασίου.

 

Την άνοιξη, οι πολυσύχναστες κατοικίες του Νιού Χάμσαϊρ διατηρούν ανοιχτά σπίτια με ζάχαρη. Το καλοκαίρι και στις αρχές του φθινοπώρου, το Νιού Χάμσαϊρ φιλοξενεί πολλές εκθέσεις των κομητειών, το μεγαλύτερο είναι η έκθεση Hopkinton, στο Contoocook. Η περιοχή των λιμνών του Νιού Χάμσαϊρ φιλοξενεί πολλά καλοκαιρινά στρατόπεδα, ειδικά γύρω από τη λίμνη Winnipesaukee και είναι ένας δημοφιλής τουριστικός προορισμός. Οι παίκτες Peterborough πραγματοποίησαν κάθε καλοκαίρι στο Peterborough του Νιού Χάμσαϊρ από το 1933. Το θέατρο Barnstormers στο Tamworth του Νιου Χάμσαϊρ, που ιδρύθηκε το 1931, είναι ένα από τα μεγαλύτερα επαγγελματικά καλοκαιρινά θέατρα στις Ηνωμένες Πολιτείες.  

Το Σεπτέμβριο, το Νιού Χάμσαϊρ φιλοξενεί τους Αγώνες του Χάιλαντ του Νιου Χάμσαϊρ. Το Νιού Χάμσαϊρ έχει επίσης καταγράψει ένα επίσημο ταρτάν με τις αρμόδιες αρχές στη Σκωτία, που χρησιμοποιείται για να κάνει kilts φοριούνται από το αστυνομικό τμήμα του Λίνκολν, ενώ οι αξιωματικοί του υπηρετούν κατά τη διάρκεια των αγώνων. Τα φύλλα του φθινοπώρου κορυφώνονται στα μέσα Οκτωβρίου. Το χειμώνα, οι χιονοδρομικές πίστες του Νιού Χάμσαϊρ και τα μονοπάτια για snowmobile προσελκύουν επισκέπτες από μια μεγάλη περιοχή. Αφού οι λίμνες παγώσουν, γίνονται διακεκομμένες με παγοδρόμια πάγου, που είναι γνωστά σε τοπικό επίπεδο ως bobhouses.

Η Funspot, η μεγαλύτερη arcade του κόσμου στον κόσμο (τώρα αποκαλούμενο μουσείο), βρίσκεται στη Λακωνία.




#Article 51: Εσπεράντο (1279 words)


Η Εσπεράντο είναι η πλέον διαδεδομένη Διεθνής τεχνητή γλώσσα που κατασκευάστηκε το 1887 από τον πολωνοεβραίο γιατρό Λουδοβίκο Λάζαρο Ζάμενχοφ, (τον λεγόμενο Δόκτορα Εσπεράντο - εξ ου και το όνομα) από στοιχεία Ευρωπαϊκών γλωσσών. Σχεδιάστηκε με τρόπο τέτοιο ώστε να είναι εύκολη στην εκμάθηση από τους Ευρωπαίους ώστε να διευκολύνει την ενδοευρωπαϊκή επικοινωνία. Παρ' ότι δεν έχει αναγνωριστεί από διεθνείς οργανισμούς, χρησιμοποιείται στο εμπόριο, την αλληλογραφία, τις πολιτιστικές ανταλλαγές, τα συνέδρια, την λογοτεχνία, στην τηλεόραση και σε ραδιοφωνικές εκπομπές.

Η Εσπεράντο είχε μια συνεχόμενη χρήση από μια κοινότητα που υπολογίζεται μεταξύ 100.000 και 2 εκατομμυρίων ομιλητών για παραπάνω από έναν αιώνα, και κατά προσέγγιση χιλίων ανθρώπων που την έχουν ως μητρική γλώσσα. Αν και καμία χώρα δεν την έχει υιοθετήσει ως επίσημη γλώσσα. Τουλάχιστον μία μεγάλη μηχανή αναζήτησης, η Google, προσφέρει αναζήτηση για σχετικές ιστοσελίδες μέσω μιας πύλης στα Εσπεράντο. Η Βικιπαίδεια στα Εσπεράντο περιείχε πάνω από  280.500 λήμματα τον Μάιο 2020.

Υπάρχουν τεκμηριωμένα στοιχεία ότι μαθαίνοντας κάποιος την Εσπεράντο μπορεί να  του  προσφέρει μια καλή βάση για την εκμάθηση γλωσσών γενικότερα. Η Εσπεράντο είναι επίσης γλώσσα διδασκαλίας σε ένα πανεπιστήμιο, την Διεθνή Ακαδημία Επιστημών στο Σαν Μαρίνο.

Το όνομά της στην ίδια την γλώσσα είναι: Εσπεράντο = Internacia Lingvo (Ιν'τερνατσία Λίγγβο - Διεθνής Γλώσσα).

Πρόκειται για μια γλώσσα εξ ορισμού απλή, που διαθέτει όλα τα πλεονεκτήματα οποιασδήποτε εθνικής γλώσσας, χωρίς όμως ιδιωματισμούς και γραμματικές ανωμαλίες. 

Η Εσπεράντο βασίζεται κυρίως στο συντακτικό υλικό των λατινογενών γλωσσών. Χρησιμοποιεί το λατινικό αλφάβητο και έχει φωνητική προφορά ενώ όλες οι λέξεις τονίζονται στην παραλήγουσα. Είναι εύκολη, με γραμματική που περιλαμβάνει 16 κύριους κανόνες. Η εκμάθησή της είναι δυνατή μετά από σπουδή 12-18 μηνών, σε εβδομαδιαία μαθήματα της μιάμισης ώρας. θεωρείται απλή, προσιτή σε όλους τους ανθρώπους, ανεξαρτήτως ηλικίας και μόρφωσης, πλήρης και εκφραστική, όσο όλες οι γλώσσες του κόσμου, με πλούσια πρωτότυπη και μεταφρασμένη λογοτεχνία.

Η Εσπεράντο αναπτύχθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1870 και στις αρχές της δεκαετίας του 1880 από τον Λουδοβίκο Ζάμενχοφ, έναν Eβραίο οφθαλμίατρο από το Μπιάλιστοκ, που ήταν την εποχή εκείνη τμήμα της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Σύμφωνα με τον Ζάμενχοφ, αυτός δημιούργησε αυτή τη γλώσσα  για να προωθήσει την αρμονία μεταξύ ανθρώπων από διαφορετικές χώρες. Τα αισθήματά του για την επικρατούσα κατάσταση στο Μπιάλιστοκ μπορούν να σταχυολογηθούν από ένα απόσπασμα από το περίφημο γράμμα του στον Νικολάι Μπορόβκο:

Μετά από δέκα χρόνια ανάπτυξης, τα οποία ο Ζάμενχοφ πέρασε μεταφράζοντας λογοτεχνία στα Εσπεράντο αλλά και γράφοντας πρωτότυπη πρόζα και ποίηση, δημοσιεύθηκε το το πρώτο βιβλίο για την γραμματική της Εσπεράντο στην Βαρσοβία το Ιούλιο του 1887. Ο αριθμός των ομιλητών αυξήθηκε ραγδαία τις αμέσως επόμενες δεκαετίες, κατ΄ αρχάς κυρίως στην  Ρωσική Αυτοκρατορία και στην Ανατολική Ευρώπη, μετά στην Δυτική Ευρώπη, στην Αμερική, την Κίνα, και την Ιαπωνία. Στα πρώτα χρόνια, οι ομιλητές της Εσπεράντο διατηρούσαν επαφή κυρίως μέσω αλληλογραφίας και διαφόρων περιοδικών, αλλά το  1905 το πρώτο Παγκόσμιο συνέδριο για την Εσπεράντο πραγματοποιήθηκε στη Βουλώνη, στη Γαλλία. Από τότε τα παγκόσμια συνέδρια πραγματοποιούνται σε διαφορετικές χώρες κάθε χρόνο, εκτός της περιόδου που διήρκεσαν οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι. Από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, τα συνέδρια αυτά παρακολουθεί ένας αριθμός ανθρώπων κατά μέσον όρο από 2.000 έως 6.000.

Ως ένα εν δυνάμει μέσο για διεθνή κατανόηση, η Εσπεράντο τράβηξε τις υποψίες πολλών ολοκληρωτικών κρατών. Η κατάσταση ήταν ιδιαίτερα σαφής στην Ναζιστική Γερμανία, την Αυτοκρατορική Ιαπωνία και στην Σοβιετική Ένωση υπό τον Ιωσήφ Στάλιν.

Στην Γερμανία υπήρχε ένα επιπρόσθετο κίνητρο για την δίωξη της Εσπεράντο, επειδή ο Ζάμενχοφ ήταν Εβραίος. Στο έργο του Ο Αγών μου ο Αδόλφος Χίτλερ αναφερόταν στην Εσπεράντο ως παράδειγμα μιας γλώσσας που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από κάποια διεθνή Εβραϊκή συνωμοσία, μόλις θα πετύχαιναν την κοσμοκρατορία. Οι Εσπεραντιστές εκτελέστηκαν στο Ολοκαύτωμα, με την οικογένεια του Ζάμενχοφ να έχει ειδικά επιλεγεί για εκτέλεση.

Τα πρώτα χρόνια στην Σοβιετική Ένωση λήφθηκαν σε έναν βαθμό κυβερνητικά μέτρα υποστήριξης της Εσπεράντο και με επίσημη αναγνώριση δημιουργήθηκε η Σοβιετική Εσπεραντική Ένωση. Εντούτοις, το 1937, ο Στάλιν ανέκοψε αυτήν την πολιτική. Αποκήρυξε την Εσπεράντο ως «γλώσσα των κατασκόπων» και οδήγησε στην εξορία και στην εκτέλεση Εσπεραντιστές. Έτσι, η χρήση της Εσπεράντο είχε με αποτελεσματικό τρόπο απαγορευτεί μέχρι το 1956 στην Σοβιετική Ένωση.

Η Εσπεράντο ποτέ δεν υπήρξε επίσημη γλώσσα σε καμία αναγνωρισμένη χώρα, αν και υπήρχαν σχέδια, στις αρχές του 20ου αιώνα, να εγκαθιδρυθεί το Ουδέτερο Μόρεσνετ ως το πρώτο στον κόσμο κράτος της Εσπεράντο. Ο Τσιάν Σουαντόνγκ, ένας Κινέζος γλωσσολόγος, προώθησε την αντικατάσταση της Κινεζικής από την Εσπεράντο. Επιπλέον, το αυτοανακηρυχθέν τεχνητό νησί και μικροέθνος της Δημοκρατίας της Νήσου του Ρόδου χρησιμοποίησε την Εσπεράντο ως την επίσημη γλώσσα του από το 1968.

Ο στρατός των ΗΠΑ δημοσίευσε στρατιωτικά λεξικά εκφράσεων στα Εσπεράντο, για να χρησιμοποιηθούν σε πολεμικά παιχνίδια για παραπλάνηση των δυνάμεων του αντιπάλου. Το καλοκαίρι του 1924, η Αμερικανική Ομάδα Αναμεταδόσεων Ραδιοφώνου (American Radio Relay League) υιοθέτησε την Εσπεράντο ως την επίσημη  διεθνή βοηθητική γλώσσα της, με την ελπίδα ότι η γλώσσα θα χρησιμοποιηθεί από ραδιοερασιτέχνες στις διεθνείς επικοινωνίες, αλλά η πραγματική της χρήση για τις ραδιοεπικοινωνίες υπήρξε αμελητέα.

Η Εσπεράντο είναι η γλώσσα εργασίας για κάποιους μη κερδοσκοπικούς διεθνείς οργανισμούς όπως η Sennacieca Asocio Tutmonda και πολλούς άλλους ειδικούς Εσπεραντικούς οργανισμούς. Ο μεγαλύτερος από αυτούς, η Παγκόσμια Ένωση Εσπεράντο, έχει μία επίσημη συμβουλευτική σχέση με τον ΟΗΕ και την UNESCO. Η Εσπεράντο είναι επίσης η πρώτη γλώσσα διδασκαλίας και διοίκησης για ένα πανεπιστήμιο, την Διεθνή Ακαδημία Επιστημών του Σαν Μαρίνο.

Ως μια τεχνητή γλώσσα, η Εσπεράντο δεν είναι γενεαλογικά σε συσχέτιση με οποιαδήποτε εθνική γλώσσα. Έχει περιγραφθεί ως «μία γλώσσα λεξικολογικά κατά κύριο λόγο ως Ρομανική, μορφολογικά σε μεγάλο βαθμό ως συγκολλητική και σε έναν μεγάλο βαθμό απομονωμένη γλώσσα ως προς τον χαρακτήρα της». Η φωνολογία, η γραμματική, το λεξιλόγιο, και η σημασιολογία της βασίζονται στις δυτικές Ινδοευρωπαϊκές γλώσσες. Τα φωνηματικά στοιχεία της είναι κυρίως από τις Σλαβικές γλώσσες, όπως και ένα μεγάλο μέρος των σημασιολογικών της στοιχείων, ενώ το λεξιλόγιό της προέρχεται κυρίως από τις Ρομανικές γλώσσες, με μία μικρότερη συνεισφορά από τις Γερμανικές γλώσσες. Τα πραγματολογικά και άλλα στοιχεία της γλώσσας που δεν καθορίστηκαν από τα πρωτότυπα κείμενα του Ζάμενχοφ αλλά επηρεάστηκαν από τις φυσικές γλώσσες των πρώτων ομιλητών της Εσπεράντο, κυρίως από την Ρωσική, την Πολωνική, την Γερμανική, και την Γαλλική.

Τυπολογικά, η Εσπεράντο έχει προθετικές εκφράσεις και μια ελεύθερη συντακτική δομή (ως προς την αλληλουχία των λέξεων), που ως συνήθως είναι υποκείμενο-ρήμα-αντικείμενο. Τα επίθετα μπορούν ελεύθερα να τοποθετούνται  πριν ή μετά από τα ουσιαστικά τα οποία τροποποιούν, αν και η τοποθέτησή τους πριν από το ουσιαστικό είναι περισσότερο συνηθισμένη. Οι νέες λέξεις σχηματίζονται με την εκτεταμένη χρήση προθημάτων και επιθημάτων.

Η Εσπεράντο γράφεται με μία ελαφρώς διαφορετική εκδοχή του  Λατινικού αλφαβήτου, περιλαμβάνοντας έξι γράμματα με διακριτικά: ĉ, ĝ, ĥ, ĵ, ŝ (με περισπωμένη) και ŭ (με βραχεία). Το αλφάβητο αυτό δεν περιλαμβάνει τα γράμματα q, w, x, ή y, εκτός από τις περιπτώσεις που έχουμε μη ενσωματωμένα ξενικά ονόματα.

Το  28-γραμμάτων αλφάβητο είναι:

Η Εσπεράντο έχει 22 σύμφωνα, 5 φωνήεντα και 2 ημιφωνήεντα που συνδυάζονται με τα φωνήεντα για να σχηματίσουν 6 διφθόγγους. (Το σύμφωνο   και το ημιφωνήεν  γράφονται και τα δύο με το γράμμα j). Η τονικότητα δεν χρησιμοποιείται για την διάκριση της σημασίας των λέξεων. Ο τόνος μπαίνει πάντα στο φωνήεν της  παραλήγουσας σε πλήρεις λέξεις της Εσπεράντο εκτός και αν το τελικό φωνήεν o έχει υποστεί έκθλιψη, πρακτική που ακολουθείται κυρίως στην ποίηση. Για παράδειγμα η λέξη familio οικογένεια είναι , με τον τόνο στο i, αλλά όταν η λέξη χρησιμοποιείται χωρίς το τελικό o (famili’), ο τόνος παραμένει στο i: .

Παρακάτω ακολουθεί κατάλογος με κάποιες χρήσιμες φράσεις στα Εσπεράντο, μαζί με μεταγραφές σε ΔΦΑ:

Το ακόλουθο σύντομο απόσπασμα δίνει μια ιδέα του χαρακτήρα της Εσπεράντο. (Η προφορά παρατίθεται παραπάνω. Το κύριο που πρέπει να  θυμάται κανείς είναι ότι το Εσπεραντικό γράμμα j έχει τον ήχο του Αγγλικού γράμματος y.)




#Article 52: Τουρκία (6624 words)


Η Τουρκία επίσημα γνωστή ως Δημοκρατία της Τουρκίας ή Τουρκική Δημοκρατία (Τουρκικά: Türkiye Cumhuriyeti, μτγ: Τούρκιε Τζουμχούριετι, ), είναι μια χώρα. Η Τουρκία είναι επίσης μέλος του Συμβουλίου Συνεργασίας Τουρκόφωνων Κρατών (ιδρύθηκε το 2009), της Διεθνούς Οργάνωσης Τουρκικού Πολιτισμού (ιδρύθηκε το 1993), του Οργανισμού Ισλαμικής Διάσκεψης και του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας (ιδρύθηκε το 1995). Οι αυξανόμενες διπλωματικές και οικονομικές πρωτοβουλίες της Τουρκίας έχουν οδηγήσει στην αναγνώρισή της ως περιφερειακής δύναμης. Η σημερινή κυβέρνηση της χώρας του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν από το κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) έχει προβεί σε ενέργειες που αυξάνουν την επιρροή του Ισλάμ με ταυτόχρονη υπονόμευση της κεμαλικής πολιτικής και της ελευθερίας του Τύπου.
 

Το όνομα της Τουρκίας μπορεί να διαιρεθεί σε δύο συστατικά: το εθνώνυμο Τουρκ και την κατάληξη -ία, που σημαίνει «κάτοχος», «χώρα του» ή «σχετικό με». Η πρώτη καταγεγραμμένη χρήση του όρου Τουρκ ως ενδωνύμου περιλαμβάνεται στις Παλαιοτουρκικές επιγραφές των Γκέκτουρκ (Γαλάζιοι Τούρκοι) της Κεντρικής Ασίας (περ. 8ος αιώνας). Το όνομα Τουρκία χρησιμοποιήθηκε από το Βυζαντινό αυτοκράτορα και λόγιο Κωνσταντίνο Ζ΄ Πορφυρογέννητο στο βιβλίο του Προς τον ίδιον υιόν Ρωμανόν, αν και εκεί το Τούρκοι αναφερόταν επίσης στους Μαγυάρους (Ούγγρους). Παρομοίως η μεσαιωνική Αυτοκρατορία των Χαζάρων, Τουρκόφωνο κράτος στις βόρειες ακτές του Εύξεινου Πόντου και της Κασπίας θάλασσας, αναφερόταν ως Τουρκία (Χώρα των Τούρκων) σε Βυζαντινές πηγές. Ομως οι Βυζαντινοί άρχισαν αργότερα να χρησιμοποιούν το όνομα αυτό για να ορίσουν τα ελεγχόμενα από τους Σελτζούκους τμήματα της Μικράς Ασίας στους αιώνες που ακολούθησαν τη Μάχη του Μαντζικέρτ το 1071.

Το Αγγλικό όνομα Turkey πρωτοεμφανίστηκε στα τέλη του 14ου αιώνα και προέρχεται από το Μεσαιωνικό Λατινικό Turchia. Το Αραβικό συγγενές Τουρκίια (تركيا), με τη μορφή Ντάουλα΄αλ Τουρκίια (Κράτος των Τούρκων) χρησιμοποιείτο ιστορικά ως επίσημη ονομασία του μεσαιωνικού Σουλτανάτου των Μαμελούκων (1250 - 1517), που απλωνόταν στην Αίγυπτο, την Παλαιστίνη, τη Συρία, τη Χετζάζ και την Κυρηναϊκή.

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία αναφερόταν συχνά μεταξύ των συγχρόνων της ως Τουρκία ή Τουρκική Αυτοκρατορία.

Η χερσόνησος έχει σχήμα περίπου ορθογώνιου παραλληλόγραμμου, του οποίου το εσωτερικό μέρος είναι ένα οροπέδιο, με μέσο ύψος 1.000 μέτρων. Περιβάλλεται από συνεχείς οροσειρές, που αφήνουν μόνο μερικά ανοίγματα προς τη θάλασσα. Οι οροσειρές αυτές σχηματίστηκαν κατά την Αλπική Πτύχωση της Τριτογενούς Εποχής.

Στα βόρεια εκτείνονται παράλληλα με την παραλία οι Ποντιακές Άλπεις ή οροσειρά του Πόντου, που αρχίζει από τα σύνορα της Ρωσίας και καταλήγει στα στενά του Βοσπόρου. Δυτικά τα βουνά είναι απόκρημνα και σχηματίζουν απότομες ακτές και ακρωτήρια. Ίδη και Τμώλος.

Στα νότια του οροπεδίου εκτείνεται η οροσειρά του Ταύρου, που συνεχίζεται ανατολικά με την οροσειρά του Αντίταυρου. Στον Ταύρο υπάρχει μια χαράδρα, που αποτελεί άνοιγμα προς τα ανατολικά της Τουρκίας. Το άνοιγμα αυτό είναι οι λεγόμενες Πύλες της Κιλικίας, από τις οποίες πέρασε ο Μ. Αλέξανδρος πηγαίνοντας για την Ινδία. Ανατολικά το οροπέδιο κλείνεται από το Χακαρί Νταγλαρί (3.630 μ.), Μεγκενί Νταγλαρί (3.610 μ.) και από το βιβλικό και πάντα χιονισμένο όρος Αραράτ (5.137 μ.), που είναι και το υψηλότερο βουνό της Μικράς Ασίας.

Στο κεντρικό οροπέδιο το κλίμα είναι πολύ ξηρό και υπάρχουν στέπες. Οι χειμώνες αντιθέτως είναι δριμείς και μακροί, από τις αρχές Δεκεμβρίου μέχρι και τον Μάρτιο, με πολύ χιόνι και θερμοκρασίες που κυμαίνονται μεταξύ -10 °C (Άγκυρα, Δορύλαιο, Ικόνιο) και -35 °C (Καρς, Θεοδοσιούπολη, Αρνταχάν). Η πιο βροχερή εποχή του χρόνου είναι η άνοιξη. Στις στέπες οι κάτοικοι τρέφουν κοπάδια από πρόβατα και καλλιεργούν κυρίως δημητριακά.

Τα βουνά δέχονται πολλές βροχές και είναι σκεπασμένα με δάση, ιδίως η οροσειρά του Πόντου. Οι ακτές, κυρίως προς τον Αιγαίο Πέλαγος και τη Μεσόγειο θάλασσα, έχουν ήπιο κλίμα, μεσογειακό με πολλές βροχές. Εδώ υπάρχουν εύφορες πεδιάδες, που τις διαρρέουν μικροί ποταμοί. Καλλιεργούνται οπωροφόρα δέντρα, αμπέλια, βαμβάκι, καπνός, ακόμα και ζαχαροκάλαμο.

Εδώ, στα παράλια, ζει το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της Τουρκίας και βρίσκονται οι μεγαλύτερες πόλεις.

Το κλίμα της τον Εύξεινο Πόντο είναι εύκρατο, ωκεάνιο και αρκετά δροσερό και είναι πολύ υγρό όλο το χρόνο. Η μέση ετήσια βροχόπτωση κυμαίνεται από 1000 mm ως 2500 mm στην περιοχή. Πρόκειται για κάποια από τις υγρότερες περιοχές στο βόρειο ημισφαίριο. Θερμοκρασίες που σπάνια πέφτουν κάτω από –5 °C ή ξεπερνούν τους 30 °C.

Στον Εύξεινο Πόντο χύνονται ο Σαγγάριος, 600 περίπου χλμ. μήκους, γνωστός από τις μάχες του ελληνικού στρατού στη Μικρασιατική εκστρατεία και ο Άλυς, που είναι και ο μεγαλύτερος ποταμός της Μ. Ασίας.

Στο Αιγαίο Πέλαγος χύνονται ο Έρμος στον κόλπο της Σμύρνης, ο Γκοκσού Νεχρί χύνεται νοτιοδυτικά της Μερσίνας, ο Κύδνος και ο Σεϋμόν Νεχρί, που χύνεται ανατολικά της Ταρσού.

Τουρκικά ποτάμια που χύνονται σε μη ευρωπαϊκές θάλασσες είναι ο Ευφράτης και ο Τίγρης. Ο Ευφράτης αποχετεύει τα νερά του μεγαλύτερου μέρους του υψιπέδου της Αρμενίας και εκβάλλει στον Περσικό Κόλπο ενώ ο Τίγρης αποχετεύει τα νερά του Τουρκικού Κουρδιστάν, πηγάζει από τον Αντίταυρο και χύνεται στον Περσικό κόλπο, αφού προηγουμένως ενωθεί με τον Ευφράτη. Ο Άραξος καθορίζει για αρκετό μήκος τα σύνορα της Τουρκίας και της Αρμενίας και εκβάλλει στην Κασπία θάλασσα.

Νότια της Προποντίδας σε προσχωσιγενείς λεκάνες βρίσκονται οι λίμνες: Μανυάς, Ουλούμπατ (Απολλωνιάδα) και Ιζνίκ (Ασκανία). Στην Πισιδία: η Εγκριντίρ, η Βεϋσεχίρ και οι αλμυρές: Μπουρντούρ, Ατσί και Ασκεχίρ. Στο κέντρο του υψιπέδου, κοντά στο Ικόνιο και σε υψόμετρο 900 μέτρων, βρίσκεται η Τουζ-γκιολού (Αλμυρά Λίμνη) με έκταση 2.500 τετρ. χλμ. Το καλοκαίρι, το μεγαλύτερο μέρος της αποξηραίνεται και αφήνει μεγάλες ποσότητες αλατιού. Στην Ανατολική περιοχή αλμυρή και γεμάτη ψάρια βρίσκεται η λίμνη Βαν, η μεγαλύτερη λίμνη της χώρας με έκταση 3.755 τετρ. χλμ. και σε ύψος 1.720 μέτρα.

Η χερσόνησος της Ανατολίας ή διαφορετικά η Μικρά Ασία, το μεγαλύτερο τμήμα της οποίας καταλαμβάνει σήμερα η Τουρκία, αποτελεί μία από τις αρχαιότερες κατοικημένες περιοχές στον κόσμο. Πολλοί Αρχαίοι Μικρασιατικοί πληθυσμοί έχουν ζήσει στη Μικρά Ασία, αρχίζοντας με τη Νεολιθική περίοδο μέχρι την κατάκτησή της από τον Αλέξανδρο το Μέγα. Πολλοί από αυτούς μιλούσαν τις γλώσσες της Ανατολίας, κλάδο της μεγαλύτερης Ινδοευρωπαϊκής γλωσσικής οικογένειας. Στην πραγματικότητα, δεδομένης της αρχαιότητας των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών χεττιτικής και λουβιανικής, μερικοί μελετητές προτείνουν τη Μικρά Ασία ως το υποθετικό κέντρο, από το οποίο εξαπλώθηκαν οι ινδοευρωπαϊκές γλώσσες. Το ευρωπαϊκό τμήμα της Τουρκίας, η Ανατολική Θράκη, έχει επίσης κατοικηθεί πριν από σαράντα χιλιάδες χρόνια και μπήκε στη Νεολιθική εποχή περί το 6.000 π.Χ., με τους κατοίκους της να αρχίζουν να ασχολούνται με τη γεωργία. Το Γκιομπεκλί Τεπέ είναι η θέση της αρχαιότερης γνωστής ανθρωπογενούς θρησκευτικής κατασκευής, ενός ναού χρονολογούμενου από το 10.000 π.Χ., ενώ το Τσαταλογιούκ είναι ένας πολύ μεγάλος Νεολιθικός και Χαλκολιθικός οικισμός στη νότια Μικρά Ασία, που υπήρχε από περίπου το 7.500 π.Χ. μέχρι το 5.700 π Χ. Είναι η μεγαλύτερη και καλύτερα διατηρημένη Νεολιθική θέση, που έχει βρεθεί μέχρι σήμερα και τον Ιούλιο του 2012 ενεγράφη ως Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO. Ο εποικισμός της περιοχής στην Τροία ξεκίνησε από τη Νεολιθική Εποχή και συνεχίστηκε στην Εποχή του Σιδήρου.

Οι αρχαιότεροι καταγεγραμμένοι κάτοικοι της Μικράς Ασίας ήταν οι Χάττι και οι Χουρρίτες, μη ινδοευρωπαϊκοί λαοί που κατοικούσαν την κεντρική και την ανατολική Μικρά Ασία αντίστοιχα από το 2.000 π.Χ. περίπου. Οι Ινδοευρωπαίοι Χετταίοι ήρθαν στη Μικρά Ασία και σταδιακά αφομοίωσαν τους Χάττι και τους Χουρρίτες γύρω στα 2000 με 1700 π.Χ. Η πρώτη μεγάλη αυτοκρατορία στην περιοχή ιδρύθηκε από τους Χετταίους, από τον 18ο ως και τον 13ο αιώνα π.Χ. Οι Ασσύριοι κατέλαβαν και αποίκησαν τμήματα της νοτιοανατολικής Τουρκίας από το 1950 π.Χ. μέχρι το 612 π.Χ.

Μετά την κατάρρευση της αυτοκρατορίας των Χετταίων περί το 1180 π.Χ. οι Φρύγες, ινδοευρωπαϊκός λαός, κυριάρχησαν στη Μικρά Ασία μέχρι την καταστροφή του βασιλείου τους από τους Κιμμέριους τον 7ο αιώνα π.Χ. Τα ισχυρότερα διάδοχα κράτη της Φρυγίας ήταν η Λυδία, η Καρία και η Λυκία.

Αρχίζοντας γύρω στα 1200 π.Χ. οι ακτές της Μικράς Ασίας κατοικήθηκαν πυκνά από τους Έλληνες Αιολείς και τους Ίωνες. Από τους αποίκους αυτούς ιδρύθηκαν πολλές σημαντικές πόλεις, όπως η Μίλητος, η Έφεσος, η Σμύρνη και το Βυζάντιο (αργότερα Κωνσταντινούπολη), η τελευταία ιδρυμένη από Έλληνες αποίκους από τα Μέγαρα το 657 π.Χ. Το πρώτο κράτος που ονομάστηκε Αρμενία από τους γειτονικούς λαούς ήταν το Κράτος της Αρμενικής δυναστείας των Οροντιδών, που περιελάμβανε τμήματα της ανατολικής Τουρκίας και ιδρύθηκε τον 6ο αιώνα π.Χ. Στη Βορειοδυτική Τουρκία, η σημαντικότερη φυλετική ομάδα στη Θράκη ήταν οι Οδρύσες, που το βασίλειό τους ιδρύθηκε από τον Τήρη Α΄.

Η Μικρά Ασία κατακτήθηκε από την Αυτοκρατορία των Αχαιμενιδών τον 6ο και 5ο αιώνα π.Χ. και αργότερα από τον Αλέξανδρο το Μέγα το 334 π.Χ., γεγονός που οδήγησε σε αυξανόμενη πολιτιστική ομογενοποίηση και εξελληνισμό της περιοχής. Μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου το 323 π.Χ. η Μικρά Ασία διαιρέθηκε αργότερα σε μικρά Ελληνιστικά βασίλεια (μεταξύ αυτών η Βιθυνία, η Καππαδοκία, η Πέργαμος και ο Πόντος), που όλα έγιναν τμήμα της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας στα μέσα του 1ου αιώνα π.Χ. Η διαδικασία του εξελληνισμού που είχε αρχίσει με την κατάκτηση του Αλέξανδρου επιταχύνθηκε υπό τη Ρωμαϊκή κυριαρχία, έτσι ώστε τους πρώτους αιώνες μ.Χ. οι τοπικές γλώσσες και πολιτισμοί της Ανατολίας είχαν εκλείψει και αντικατασταθεί από τα Ελληνικά.

Το 324 μ.Χ. ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Α΄ επέλεξε την πόλη του Βυζαντίου στα στενά του Βοσπόρου ως τη νέα πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, μετονομάζοντάς την σε Νέα Ρώμη, με τα μετέπειτα ονόματα Κωνσταντινούπολη και σήμερα στα τουρκικά Ιστανμπούλ που θεωρείται ότι προέρχεται από την Ελληνική έκφραση εις την πόλιν. Μετά τον θάνατο του Θεοδόσιου Α΄ το 395 και την οριστική διαίρεση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ανάμεσα στους γιους του η Κωνσταντινούπολη έγινε πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, που θα κυβερνούσε το μεγαλύτερο μέρος των εδαφών της Τουρκίας μέχρι τον Ύστερο Μεσαίωνα.

Ο οίκος των Σελτζούκων Τούρκων ήταν ένας κλάδος των τουρκικών φυλών των Ογούζων Τούρκων του Κινίκ, που κατοικούσαν στις παρυφές του Μουσουλμανικού κόσμου, στο Χανάτο των Γιαγκμπού της ομοσπονδίας των Ογούζων, βόρεια της Κασπίας και της Αράλης τον 9ο αιώνα. Τον 10ο αιώνα οι Σελτζούκοι άρχισαν να μεταναστεύουν από την προγονική τους πατρίδα στην Περσία, που έγινε ο διοικητικός πυρήνας της Μεγάλης Αυτοκρατορίας των Σελτζούκων.

Το δεύτερο μισό του 11ου αιώνα οι Σελτζούκοι άρχισαν να διεισδύουν στις ανατολικές περιοχές της Μικράς Ασίας. Το 1071 οι Σελτζούκοι Τούρκοι νίκησαν τους Βυζαντινούς στη Μάχη του Μαντζικέρτ, αρχίζοντας τον εκτουρκισμό της περιοχής. Στη Μικρά Ασία εισήχθησαν η τουρκική γλώσσα και το Ισλάμ και σταδιακά εξαπλώθηκαν στην περιοχή και μπήκε σε εξέλιξη η αργή μετάβαση από μία κυρίως Χριστιανική και Ελληνόφωνη Μικρά Ασία σε μία κυρίως Μουσουλμανική και Τουρκόφωνη.

Το 1243 οι στρατιές των Σελτζούκων νικήθηκαν από τους Μογγόλους και η ισχύς της αυτοκρατορίας τους ελαττώθηκε. Στον απόηχο της μογγολικής εισβολής ένα από τα τουρκικά πριγκηπάτα με κυβερνήτη τον Οσμάν τον Α΄ εξελίχθηκε στους επόμενους δύο αιώνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, που εκτεινόταν σε όλη τη Μικρά Ασία, στα Βαλκάνια, στο Λεβάντες και τη Βόρεια Αφρική. Το 1453 οι Οθωμανοί ολοκλήρωσαν την κατάκτηση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας καταλαμβάνοντας την πρωτεύουσά της Κωνσταντινούπολη. 
 
Το 1514 ο Σουλτάνος Σελίμ Α΄ (1512-1520) επεξέτεινε με επιτυχία τα βόρεια και ανατολικά σύνορα της αυτοκρατορίας, νικώντας τον Σάχη Ισμαήλ Α΄ της δυναστείας των Σαφαβιδών στη Μάχη του Τσαλντιράν. Το 1517 ο Σελίμ Α΄ επεξέτεινε την οθωμανική κυριαρχία στην Αλγερία και την Αίγυπτο και δημιούργησε ναυτική παρουσία στην Ερυθρά Θάλασσα. Στη συνέχεια ξεκίνησε ανταγωνισμός μεταξύ της Οθωμανικής και της Πορτογαλικής Αυτοκρατορίας, για το ποια θα γίνει κυρίαρχη θαλάσσια δύναμη στον Ινδικό Ωκεανό, με πολλές ναυμαχίες στην Ερυθρά Θάλασσα, την Αραβική Θάλασσα και τον Περσικό Κόλπο. Η Πορτογαλική παρουσία στον Ινδικό Ωκεανό θεωρήθηκε ως απειλή για το οθωμανικό μονοπώλιο των παλιών εμπορικών δρόμων μεταξύ Άπω Ανατολής και Δυτικής Ευρώπης (που αργότερα ονομάστηκαν συλλογικά Δρόμος του μεταξιού). Αυτό το σημαντικό μονοπώλιο διακυβευόταν όλο και περισσότερο μετά την ανακάλυψη του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας από τον Πορτογάλο εξερευνητή Βαρθολομαίο Ντιάζ το 1488, που είχε σημαντικό αντίκτυπο στην οθωμανική οικονομία.

 
Η ισχύς και η αίγλη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κορυφώθηκε τον 16ο και 17ο αιώνα, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς. Η αυτοκρατορία συχνά βρισκόταν σε αντιπαράθεση με την Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στη σταθερή προώθησή της προς την Κεντρική Ευρώπη μέσω των Βαλκανίων και του νότιου τμήματος της Πολωνολιθουανικής Κοινοπολιτείας. Στη θάλασσα το οθωμανικό ναυτικό συγκρούστηκε με πολλές Ιερές Συμμαχίες (αποτελούμενες κυρίως από την Ισπανία των Αψβούργων, τη Δημοκρατία της Γένοβα, τη Δημοκρατία της Βενετίας, τους Ιωαννίτες Ιππότες, τα Παπικά Κράτη, το Μεγάλο Δουκάτο της Τοσκάνης και το Δουκάτο της Σαβοΐας) για τον έλεγχο της Μεσογείου. Στην Ανατολή οι Οθωμανοί ήταν κατά καιρούς σε πόλεμο με την Περσία των Σαφαβιδών λόγω συγκρούσεων που προέκυπταν από εδαφικές διενέξεις ή θρησκευτικές διαφορές από τον 16ο ως τον 18ο αιώνα.

Από τις αρχές του 19ου αιώνα και μετά η Οθωμανική Αυτοκρατορία άρχισε να παρακμάζει. Καθώς σταδιακά συρρικνωνόταν το μέγεθος, η στρατιωτική ισχύς και ο πλούτος της, πολλοί Βαλκάνιοι Μουσουλμάνοι μετανάστευαν στην καρδιά της Αυτοκρατορίας στη Μικρά Ασία, μαζί με τους Τσερκέζους που διέφυγαν εκεί μετά τη Ρωσική κατάκτηση του Καυκάσου. Η παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας οδήγησε σε άνοδο των εθνικιστικών αισθημάτων μεταξύ των διάφορων υποτελών λαών, που με τη σειρά της οδήγησε σε αυξημένες εθνικές εντάσεις, που κατά καιρούς ξεσπούσαν βίαια, όπως οι σφαγές του Χαμιντιάν (Αρμενίων 1894-1896).

Η Οθωμανική Αυτοκρατορία μπήκε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων και τελικά ηττήθηκε. Κατά τον πόλεμο, σχεδόν 1,5 εκατ. Αρμένιοι εκτοπίστηκαν και εξοντώθηκαν κατά την Αρμενική Γενοκτονία. Η τουρκική κυβέρνηση αρνείται ότι υπήρξε Αρμενική Γενοκτονία και υποστηρίζει ότι οι Αρμένιοι απλώς μετεγκαταστάθηκαν από την ανατολική ζώνη του πολέμου. Μεγάλης κλίμακας σφαγές διαπράχθηκαν επίσης και κατά άλλων μειονοτικών ομάδων της αυτοκρατορίας, όπως οι Έλληνες και οι Ασσύριοι. Μετά τη Συνθήκη του Μούδρου στις 30 Οκτωβρίου 1918 οι νικήτριες Συμμαχικές Δυνάμεις απαίτησαν τη διάλυση του οθωμανικού κράτους με τη Συνθήκη των Σεβρών το 1920.

Η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης στον απόηχο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου οδήγησε στη δημιουργία του τουρκικού εθνικού κινήματος. Υπό την ηγεσία του Μουσταφά Κεμάλ Πασά, στρατιωτικού διοικητή που είχε διακριθεί στην Εκστρατεία της Καλλίπολης, διεξήχθη ο Τουρκικός Πόλεμος της Ανεξαρτησίας με στόχο την κατάργηση των όρων της Συνθήκης των Σεβρών. Μέχρι τις 18 Σεπτεμβρίου 1922 όλοι οι στρατοί κατοχής είχαν εκδιωχθεί και το τουρκικό καθεστώς με έδρα την Άγκυρα, που είχε αυτοανακηρυχθεί νόμιμη κυβέρνηση της χώρας από τον Απρίλιο του 1920, άρχισε να επισημοποιεί τη νομική μετάβαση από το παλιό οθωμανικό στο νέο δημοκρατικό πολιτικό σύστημα. Την 1η Νοεμβρίου το νεοσύστατο κοινοβούλιο κατάργησε επίσημα το Σουλτανάτο, τερματίζοντας έτσι 623 χρόνια οθωμανικού κράτους. Η Συνθήκη της Λωζάνης της 24ης Ιουλίου 1923 οδήγησε στη διεθνή αναγνώριση της κυριαρχίας της νεοσύστατης Δημοκρατίας της Τουρκίας ως κράτους-συνέχειας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η δημοκρατία ανακηρύχθηκε επίσημα στις 29 Οκτωβρίου στην Άγκυρα, τη νέα πρωτεύουσα της χώρας. Η Συνθήκη της Λωζάνης προέβλεπε μια ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας κατά την οποία 1,1 εκατ. Έλληνες έφυγαν από την Τουρκία για την Ελλάδα σε ανταλλαγή με 380.000 Μουσουλμάνους που μεταφέρθηκαν από την Ελλάδα στην Τουρκία. Ο Μουσταφά Κεμάλ έγινε ο πρώτος Πρόεδρος της Δημοκρατίας και στη συνέχεια εισήγαγε πολλές ριζικές μεταρρυθμίσεις με σκοπό τη μεταμόρφωση του παλιού οθωμανικού-τουρκικού κράτους σε μια νέα κοσμική δημοκρατία. Με το Νόμο του Επωνύμου του 1934 το Τουρκικό Κοινοβούλιο απένειμε στον Μουσταφά Κεμάλ το τιμητικό επώνυμο Ατατούρκ (Πατέρας των Τούρκων).

Η Τoυρκία παρέμεινε ουδέτερη στο μεγαλύτερο μέρος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου αλλά μπήκε στην τελική φάση του πολέμου στο πλευρό των Συμμάχων στις 23 Φεβρουαρίου 1945. Στις 26 Ιουνίου 1945 η Τουρκία έγινε ιδρυτικό μέλος των Ηνωμένων Εθνών. Οι δυσκολίες που αντιμετώπισε η Ελλάδα στην καταστολή μιας κομμουνιστικής ανταρσίας σε συνδυασμό με τις απαιτήσεις της Σοβιετικής Ένωσης για στρατιωτικές βάσεις στα Τουρκικά Στενά ώθησαν τις Ηνωμένες Πολιτείες να διακηρύξουν το Δόγμα Τρούμαν το 1947. Το δόγμα διατύπωνε τις Αμερικανικές προθέσεις να εγγυηθούν την ασφάλεια της Τουρκίας και της Ελλάδας και είχε ως αποτέλεσμα μεγάλης κλίμακας Αμερικανική στρατιωτική και οικονομική υποστήριξη. Και οι δύο χώρες συμπεριλήφθηκαν στο Σχέδιο Μάρσαλ και στον ΟΟΣΑ για την ανοικοδόμηση των ευρωπαϊκών οικονομιών το 1948 και στη συνέχεια έγιναν ιδρυτικά μέλη του ΟΟΣΑ το 1961.

Μετά τη συμμετοχή της στις δυνάμεις των Ηνωμένων Εθνών στον Πόλεμο της Κορέας η Τουρκία εντάχθηκε στο ΝΑΤΟ το 1952, καθιστάμενη προπύργιο κατά της Σοβιετικής επέκτασης στη Μεσόγειο. Μετά από μία δεκαετία Κυπριακής διακοινοτικής βίας και το πραξικόπημα στην Κύπρο στις 15 Ιουλίου 1974, οργανωμένο από την παραστρατιωτική οργάνωση ΕΟΚΑ Β΄, που ανέτρεψε τον Πρόεδρο Μακάριο και εγκατέστησε ως δικτάτορα τον φιλοενωτικό (με την Ελλάδα) Νίκο Σαμψών, η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο στις 20 Ιουλίου 1974 και κατέλαβε το 38% του εδάφους. Παρά το ψήφισμα του ΟΗΕ που ζητούσε την απόσυρση των τουρκικών δυνάμεων, η Τουρκία εγκατέστησε στη Βόρεια Κύπρο εννέα χρόνια αργότερα την Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου, που αναγνωρίζεται μόνο από την Τουρκία.

Η περίοδος του μονοκομματισμού τερματίστηκε το 1945. Ακολούθησε μια ταραχώδης μετάβαση στην πολυκομματική δημοκρατία τις επόμενες δεκαετίες, που διακόπηκε από στρατιωτικά πραξικοπήματα το 1960, το 1971, το 1980 και το 1997. Το 1984 το ΡΚΚ (Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν), μια Κουρδική αποσχιστική ομάδα, ξεκίνησε μια εκστρατεία ανταρσίας κατά της τουρκικής κυβέρνησης, που μέχρι σήμερα έχει στοιχίσει πάνω από 40.000 ανθρώπινες ζωές, πάντως αυτή τη στιγμή (Δεκέμβριος 2013) είναι σε εξέλιξη μια ειρηνευτική διαδικασία. Μετά τη φιλελευθεροποίηση της τουρκικής οικονομίας τη δεκαετία του 1980 η χώρα έχει πετύχει εντονότερη οικονομική ανάπτυξη και μεγαλύτερη πολιτική σταθερότητα. Στις 21 Ιουνίου 2014 η Κυβέρνηση Ερντογάν ψήφισε έναν νέο νόμο ο οποίος απαγόρευε στις γυναίκες να συμμετέχουν στις ένοπλες δυνάμεις. Τη νύχτα 15 προς 16 Ιουλίου 2016 εκδηλώθηκε απόπειρα πραξικόπηματος.

Η Τουρκία έχει το 15ο μεγαλύτερο ΑΕΠ σε ΜΑΔ και το 17ο μεγαλύτερο ονομαστικό ΑΕΠ. Η χώρα είναι από τα ιδρυτικά μέλη του ΟΟΣΑ και των μεγάλων οικονομιών του G-20. Κατά τις δέκα πρώτες δεκαετίες της δημοκρατίας, μεταξύ 1923 και 1983, η Τουρκία είχε προσκολληθεί σε μια οιονεί κρατικίστικη προσέγγιση με αυστηρό κυβερνητικό σχεδιασμό του προϋπολογισμού, με κυβερνητικά επιβαλλόμενους περιορισμούς στη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα, στο εξωτερικό εμπόριο, τη ροή ξένου συναλλάγματος και τις άμεσες ξένες επενδύσεις. Όμως το 1983 ο Πρωθυπουργός Τουργκούτ Οζάλ ξεκίνησε μια σειρά μεταρρυθμίσεων σχεδιάζοντας να μεταλλάξει την οικονομία από ένα κρατικίστικο σύστημα απομονωτισμού σε ένα μοντέλο περισσότερο του ιδιωτικού τομέα βασιζόμενο στην αγορά.

Oι μεταρρυθμίσεις, συνδυασμένες με άνευ προηγουμένου ποσά ξένων δανείων, έδωσαν ώθηση σε ταχεία οικονομική ανάπτυξη, που όμως χαρακτηρίστηκε από έντονες υφέσεις και οικονομικές κρίσεις το 1994, το 1999 (που ακολούθησε το σεισμό εκείνης της χρονιάς) και το 2001, με αποτέλεσμα μια μέση ετήσια ανάπτυξη του ΑΕΠ 4% μεταξύ 1981 και 2003. Η έλλειψη πρόσθετων δημοσιονομικών μεταρρυθμίσεων, συνδυασμένη με μεγάλα και αυξανόμενα ελλείμματα του δημόσιου τομέα και εκτεταμένη διαφθορά είχαν ως αποτέλεσμα υψηλό πληθωρισμό, αδύνατο τραπεζικό τομέα και αυξανόμενη μακροοικονομική αστάθεια. Μετά την οικονομική κρίση του 2001 και τις μεταρρυθμίσεις που ξεκίνησαν από τον τότε υπουργό οικονομικών Κεμάλ Ντερβίς, ο πληθωρισμός έπεσε σε μονοψήφιους αριθμούς, πολλαπλασιάστηκε η επενδυτική εμπιστοσύνη και οι ξένες επενδύσεις και μειώθηκε η ανεργία.

H Τελωνειακή Ένωση Ευρωπαϊκής Ένωσης - Τουρκίας, που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1996, οδήγησε σε εκτεταμένη απελευθέρωση των δασμών και αποτελεί τον πυλώνα της εμπορικής πολιτικής της Τουρκίας. Η Τουρκία έχει σταδιακά ανοίξει τις αγορές της μέσω οικονομικών μεταρρυθμίσεων μειώνοντας τους κυβερνητικούς ελέγχους στο εξωτερικό εμπόριο και τις επενδύσεις και της ιδιωτικοποίησης βιομηχανιών που ανήκαν στο δημόσιο και έχει συνεχιστεί το άνοιγμα πολλών τομέων στην ιδιωτική και ξένη συμμετοχή, εν μέσω πολιτικού διαλόγου. Το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ κορυφώθηκε στο 75,9% κατά την ύφεση του 2001, πέφτοντας σε εκτιμώμενο 26,9% το 2013.

Το μέσο ετήσιο ποσοστό αύξησης του ΑΕΠ από το 2002 ως το 2007 ήταν 6,8%, κάνοντας την Τουρκία μια από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες χώρες αυτή την περίοδο. Εντούτοις η ανάπτυξη επιβραδύνθηκε στο 1% το 2008, και το 2009 η τουρκική οικονομία επηρεάστηκε από τη παγκόσμια οικονομική κρίση με ύφεση 5%. Η οικονομία επέστρεψε σε ανάπτυξη 8% το 2010. Σύμφωνα με τα δεδομένα της Eurostat το τουρκικό κατά κεφαλή ΑΕΠ σε αγοραστική δύναμη βρισκόταν στο 52% του μέσου της ΕΕ το 2011.

Τα πρώτα χρόνια του αιώνα ο χρόνια υψηλός πληθωρισμός τέθηκε υπό έλεγχο και αυτό οδήγησε στην εισαγωγή νέου νομίσματος, της τουρκικής νέας λίρας την 1η Ιανουαρίου 2005, για να εδραιωθεί η επιτυχία των οικονομικών μεταρρυθμίσεων και να απαλειφθούν τα κατάλοιπα μιας ασταθούς οικονομίας. Την 1η Ιανουαρίου 2009 η νέα τουρκική λίρα ξαναονομάστηκε τουρκική λίρα με την εισαγωγή νέων χαρτονομισμάτων και νομισμάτων. Αποτέλεσμα των συνεχών οικονομικών μεταρρυθμίσεων ήταν η πτώση του πληθωρισμού στο 8% το 2005 και του ποσοστού ανεργίας στο 10%.

Ο τουρισμός στην Τουρκία έχει γνωρίσει ταχεία ανάπτυξη τα τελευταία είκοσι χρόνια και αποτελεί σημαντικό κομμάτι της οικονομίας. Το 2011 αφίχθησαν στην Τουρκία 33,3 εκατ. ξένοι επισκέπτες, κάνοντας τη χώρα τον έκτο δημοφιλέστερο τουριστικό προορισμό στον κόσμο, και συνέβαλαν στα έσοδα της Τουρκίας με 23 εκατ. $. Άλλοι βασικοί τομείς της τουρκικής οικονομίας είναι οι τράπεζες, οι κατασκευές, οι οικιακές συσκευές, τα ηλεκτρονικά, τα υφάσματα, η διύλιση πετρελαίου, τα πετροχημικά προϊόντα, τα τρόφιμα, οι εξορύξεις, ο σίδηρος και ο χάλυβας και η βιομηχανία μηχανών και αυτοκινήτων. Η Τουρκία έχει μεγάλη αυτοκινητοβιομηχανία, που παρήγαγε 1.072.339 αυτοκίνητα το 2012, κατατασσόμενη 16η παραγωγός στον κόσμο.

Η τουρκική ναυπηγική βιομηχανία πραγματοποίησε εξαγωγές αξίας 1,2 δισ. $ το 2011. Οι μεγαλύτερες αγορές εξαγωγών είναι η Μάλτα, τα Νησιά Μάρσαλ, ο Παναμάς και η Μεγάλη Βρετανία. Τα τουρκικά ναυπηγεία έχουν 15 πλωτές δεξαμενές διαφόρων μεγεθών και μία ξηρά. H Tύζλα, η Γιάλοβα και η Ιζμίτ έχουν αναπτυχθεί σε δυναμικά ναυπηγικά κέντρα. Το 2011 λειτουργούσαν στην Τουρκία 70 ναυπηγεία, ενώ ήταν υπό κατασκευή άλλα 56. Τα τουρκικά ναυπηγεία θεωρούνται υψηλά στην παγκόσμια κατάταξη στην κατασκευή δεξαμενοπλοίων μεταφοράς χημικών προϊόντων και πετρελαίου μέχρι 10.000 dwt. Τα τουρκικά ναυπηγεία θεωρούνται επίσης αξιόπιστα στην κατασκευή μεγάλων θαλαμηγών.

Το 2010 ο γεωργικός τομέας αντιπροσώπευε το 9% του ΑΕΠ, ενώ ο βιομηχανικός το 26% και ο τομέας των υπηρεσιών το 65%. Εντούτοις η γεωργία αντιπροσώπευε ακόμη το 24,7% της απασχόλησης. Το 2004 είχε εκτιμηθεί ότι το 46% του συνολικού διαθέσιμου εισοδήματος λαμβανόταν από το κορυφαίο 20% των εχόντων εισόδημα, ενώ το κατώτερο 20% λάμβανε το 6%. Το ποσοστό απασχόλησης γυναικών στην Τουρκία ήταν 29,5% το 2012, το χαμηλότερο μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ.

Oι άμεσες ξένες επενδύσεις ήταν 8,2 δισ. $ το 2012 και αναμένεται να αυξηθούν στα 15 δισ. το 2013. Το 2012 ο Οίκος Φιτς αναβάθμισε την πιστοληπτική ικανότητα της Τουρκίας μετά από 18 χρόνια και ακολούθησε αναβάθμιση από τη Μούντις το Μάιο του 2013.

Το 2009 οι εξαγωγές ήταν 110 δισ. $ και το 2010 117 δισ. (κυρίως προς Γερμανία 10%, Γαλλία 6%, Μ. Βρετανία 6%, Ιταλία 6%, Ιράκ 5%). Εντούτοις μεγαλύτερες εισαγωγές που έφτασαν τα 166 δισ. $ το 2010 (κυρίως από Ρωσία 10%, Γερμανία 10%, Κίνα 9%, ΗΠΑ 6%, Ιταλία 5%, Γαλλία 5%) διεύρυναν απειλητικά το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου.

Τη δεκαετία 2003-2013 η κατανάλωση ενέργειας έχει αυξηθεί από 130 δισ. κιλοβατώρες σε 240 δισ. Καθώς η Τουρκία εισήγαγε το 2013 το 72% της ενέργειάς της, η κυβέρνηση αποφάσισε να επενδύσει στην πυρηνική ενέργεια για να μειώσει τις εισαγωγές. Προγραμματίζονται να κατασκευασθούν τρεις σταθμοί πυρηνικής ενέργειας μέχρι το 2023.

Η παραλία του Αιγαίου υπήρξε πάντοτε η περισσότερο ανεπτυγμένη περιοχή της Μικράς Ασίας, γιατί δέχεται την ευεργετική επίδραση των δυτικών ανέμων του Αιγαίου, οι οποίοι διαμορφώνουν κλίμα μεσογειακό, με αρκετές βροχοπτώσεις τον χειμώνα και ξηρασία το καλοκαίρι. Στον κόλπο του Αδραμυττίου γίνεται η μεγαλύτερη καλλιέργεια ελαιών ενώ, νοτιότερα, και κατά μήκος όλης της παραλίας μέχρι και τη στενή ζώνη της Καρίας εκτείνεται ο «Κήπος της Τουρκίας». Οι παραλιακές πεδιάδες και οι κοιλάδες μεταξύ των ενδιάμεσων οροσειρών της Λυδίας, που έχουν κατεύθυνση κάθετη προς τις ακτές, επιτρέπουν στους υγρούς θαλάσσιους ανέμους να εισέρχονται βαθιά στο οροπέδιο και να δημιουργούν περιοχές μεταβατικού κλίματος, από την πλούσια παραλιακή ζώνη προς την περιοχή του οροπεδίου. Εδώ καλλιεργούνται δημητριακά, ρύζι, καπνός, αμπέλια, ιδιαίτερα σταφίδα σουλτανίνα, ελιές, βαμβάκι, καννάβι, ηλιόσπορος, γλυκόριζα και τριανταφυλλιές (ρόδα), από τις οποίες παράγεται ροδέλαιο.

Στο εσωτερικό υπάρχουν κοιτάσματα σιδηρομεταλλεύματος και λιγνίτη.

Η παραλιακή ζώνη του Εύξεινου Πόντου παρουσιάζει μικρό διαμελισμό. Κατά τόπους σχηματίζονται μικρές κλιμακωτές προς τη θάλασσα περιοχές, όπως και διάφορες κοιλάδες, οι οποίες εισέρχονται στο εσωτερικό των ορεινών όγκων. Χαρακτηριστικό της ζώνης αυτής είναι οι μεγάλες βροχοπτώσεις (900-1.200 χλμ.), που συντελούν στην ανάπτυξη των πυκνών δασών. Καλλιεργούνται στα μέρη αυτά, καπνός, τσάι, λαχανικά, φουντουκιές, αμυγδαλιές, καρυδιές και οπωροφόρα. Ο Εύξεινος Πόντος, παρόλο που είναι μια κλειστή θάλασσα, είναι συχνά τρικυμιώδης και τα λιμάνια του είναι επισφαλή.

Στη νότια Τουρκία η Οροσειρά του Ταύρου και Αντίταυρου δεν απλώνεται απότομα προς τη θάλασσα, αλλά δημιουργεί διάφορες πεδιάδες, όπως της Αττάλειας και της Κιλικίας. Η πεδιάδα της Κιλικίας επικοινωνεί με το εσωτερικό οροπέδιο της Ανατολίας διαμέσου της «Πύλης της Κιλικίας». Η δίοδος αυτή έχει παίξει σπουδαίο ρόλο στη διακίνηση των λαών. Η μεγάλη βροχόπτωση στην περιοχή αυτή ευνοεί την ανάπτυξη δασών (πλατάνια, δρυς, οξιές, κέδρα, πεύκα και καρυδιές).

Η Αρμενία, με το υψίπεδό της, εξαιτίας του ότι βρίσκεται σε απομακρυσμένη περιοχή, παραμένει περιοχή καθαρά αγροτική και κτηνοτροφική. Το Τουρκικό Κουρδιστάν που βρίσκεται νότια του Αρμενικού υψιπέδου, είναι περιοχή φτωχή και αραιοκατοικημένη. Έχει όμως μεγάλο υπόγειο πλούτο, που της δίνει τη δυνατότητα να αναπτυχθεί.

Ο ορυκτός πλούτος της Τουρκίας είναι σημαντικός, αλλά αφενός μεν δεν έχει πλήρως ερευνηθεί ενώ, από την άλλη πλευρά, είναι διεσπαρμένος σε διάφορα σημεία και οι κακές συγκοινωνίες δυσκολεύουν τόσο την έρευνα όσο και την εκμετάλλευσή του. Διαθέτει λιθάνθρακες μέτριας ποιότητας, πετρέλαιο σε περιορισμένες ποσότητες και σιδηρομεταλλεύματα. Μεγάλης οικονομικής σημασίας είναι τα μεταλλεύματα χρωμίου (χρωμίτης). Διαθέτει επίσης χαλκό, μόλυβδο, ψευδάργυρο, αντιμόνιο, μαγγάνιο, βόριο κ.ά.

Ο λιγνίτης αποτελεί την πιο σημαντική πηγή ενέργειας για την Τουρκία και τα συνολικά του αποθέματα υπολογίζονται στα 8 δις τόνους. Όσον αφορά τα βιομηχανικά ορυκτά, το βόριο είναι το πιο σημαντικό εξαγωγικό ορυκτό της Τουρκίας. H Τουρκία θεωρείται συνώνυμη με τα ορυκτά του βορίου παγκοσμίως, διαθέτοντας τις 4 από τις 13 επιχειρήσεις εξόρυξης βορίου στον κόσμο, και τα τουρκικά αποθέματα αποτελούν το 72% των παγκοσμίων αποθεμάτων (περίπου 3,05 δισ. τόν.).

Πολύ σημαντική είναι επίσης η παραγωγή χρυσού για τον οποίο το Τουρκικό αποθεματικό δυναμικό ξεπερνά τους 6.500 τόν. χρυσού. Υπήρξε μια σταθερή αύξηση στην εξορυσσόμενη ποσότητα του χρυσού από τότε που ξεκίνησε η εξόρυξη του χρυσού (2000-2001), όταν ήταν μόλις 1,4 τόνους. Η συνολική ποσότητα του χρυσού που αθροιστικά έχει εξορυχθεί από κοιτάσματα στο έδαφος της Τουρκίας μέσα σε μια δεκαετία έχει ξεπεράσει τους 106,5 τόνους. Υπάρχουν εννέα τουλάχιστον λειτουργούντα ορυχεία στην Τουρκία. Το ορυχείο του Κισλαντάγ, που χωροθετείται στην επαρχία Ουσάκ, όπου γίνεται εξόρυξη πορφυριτικού πολυμεταλλικού χρυσοφόρου μεταλλεύματος, αποτελεί τον μεγαλύτερο παραγωγό χρυσού στην Τουρκία και το μεγαλύτερο ορυχείο χρυσού στην Ευρώπη.

Η Τουρκία διαθέτει σιδηροδρομικό δίκτυο με σημαντικότερη γραμμή τη γραμμή από Κεντρική Ευρώπη - Κωνσταντινούπολη - Δορύλαιο - Άγκυρα - Άδανα - Βαγδάτη και δεύτερη γραμμή προς την Άγκυρα - Θεοδοσιούπολη - Τιφλίδα. Το οδικό της δίκτυο είναι μέτρια αναπτυγμένο, ιδιαίτερα στο ηπειρωτικό εσωτερικό. Διαθέτει πλήρες αεροπορικό εσωτερικό δίκτυο, καθώς και για το εξωτερικό. Επίσης, διαθέτει και θαλάσσιες συγκοινωνίες. Η οδήγηση γίνεται στα δεξιά.

Η τελευταία επίσημη απογραφή το 2000 κατέγραψε συνολικό πληθυσμό της χώρας 67.803.927 κατοίκους, ενώ σύμφωνα με κρατικές εκτιμήσεις ο πληθυσμός της χώρας ήταν 82.003.882 κάτοικοι το 2018, σχεδόν τα τρία τέταρτα των οποίων ζούσαν σε αστικές περιοχές. Σύμφωνα με την εκτίμηση του 2011 ο πληθυσμός αυξάνεται κατά 1,35% ετησίως. Η Τουρκία έχει μέση πυκνότητα πληθυσμού 104,7 κατοίκους ανά τ.χλμ. Τα άτομα της ηλικιακής ομάδας 15-64 αποτελούν το 67,4% του συνολικού πληθυσμού, η ομάδα 0-14 το 25,3%, με τους ηλικιωμένους 65 ετών και άνω να αποτελούν το 7,3%. Το 1927, όταν έγινε η πρώτη επίσημη απογραφή στη Δημοκρατία της Τουρκίας, ο πληθυσμός ήταν 13,6 εκατομμύρια.

Το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού, σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2019 του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας ήταν 78,6 χρόνια (76,4 χρόνια οι άνδρες και 80,7 οι γυναίκες).

Το άρθρο 66 του τουρκικού Συντάγματος ορίζει ως Τούρκο: οποιονδήποτε συνδέεται με το τουρκικό κράτος με δεσμό ιθαγένειας, έτσι η νομική χρήση του Τούρκου ως πολίτη της Τουρκίας διαφέρει από τον εθνοτικό ορισμό. Εντούτοις η πλειοψηφία του τουρκικού πληθυσμού είναι τουρκικής εθνικότητας. Υπολογίζονται σε 70-75% από το World Factbook της CIA. Οι τρεις μειονότητες, που αναγνωρίζονται από τη Συνθήκη της Λωζάνης είναι οι Αρμένιοι, οι Έλληνες και οι Εβραίοι. Ο πρώην πολυάριθμος Ελληνικός πληθυσμός μειώθηκε κατά πολύ από συνταρακτικά γεγονότα στις αρχές του 20ού αιώνα: την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας και τη Γενοκτονία των Ελλήνων. Μετά από δεκαετίες υποστηριζόμενων από το κράτος διακρίσεων η πρώην ισχυρή κοινότητα 100.000 Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης έχει τώρα συρρικνωθεί σε περίπου 3.000. Άλλες εθνικές ομάδες περιλαμβάνουν Αμπχάζιους, Αλβανούς, Άραβες, Ασσύριους, Βόσνιους, Κιρκάσιους, Γεωργιανούς, Χεμσίν, Λαζούς, Τάταρους της Κριμαίας, Πομάκους και Ρομά.

Οι Κούρδοι, μια ξεχωριστή εθνική ομάδα, συγκεντρωμένη κυρίως στις νοτιοανατολικές επαρχίες της χώρας, είναι η μεγαλύτερη μη τουρκική εθνότητα, με διάφορες εκτιμήσεις γύρω από το 18%. Οι μειονότητες εκτός των Κούρδων θεωρείται ότι αποτελούν κατ' εκτίμηση το 7-12% του πληθυσμού. Οι μειονότητες πέραν των τριών επίσημα αναγνωρισμένων δεν έχουν ιδιαίτερα μειονοτικά δικαιώματα, ενώ ο ίδιος ο όρος μειονότητα παραμένει στην Τουρκία ευαίσθητο ζήτημα και η Κυβέρνηση της Τουρκίας συχνά επικρίνεται για την εκ μέρους της μεταχείριση των μειονοτήτων, με το Παρατηρητήριο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων να δηλώνει το 2012: Το «δημοκρατικό άνοιγμα» της κυβέρνησης, που ανακοινώθηκε το καλοκαίρι του 2009 και αφορούσε τα μειονοτικά δικαιώματα των Κούρδων της Τουρκίας, δεν προχώρησε.

Μειονότητες δυτικοευρωπαϊκής προέλευσης περιλαμβάνουν τους Λεβαντίνους (κυρίως Γαλλικής, Γενοβέζικης και Βενετσιάνικης καταγωγής), που υπάρχουν στη χώρα (κυρίως στην Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη) από τον Μεσαίωνα.

Δεν υπάρχουν διαθέσιμα αξιόπιστα στοιχεία για την εθνοτική σύνθεση του πληθυσμού, γιατί τουρκικά στοιχεία της απογραφής δεν περιλαμβάνουν στατιστικά για την εθνικότητα.

Η τουρκική κυβέρνηση έχει δεχθεί πάνω από 400.000 Σύρους πρόσφυγες.

Πρωτεύουσα της Τουρκίας, αλλά δεύτερη σε πληθυσμό, είναι η Άγκυρα με 4.875.803 κατοίκους. Είναι κτισμένη στο κέντρο του οροπεδίου της Ανατολίας σε μικρή απόσταση από τη θέση της αρχαίας Χετταϊκής Ακρόπολης, όπου ήταν σταυροδρόμι περάσματος καραβανιών.

Η μεγαλύτερη πόλη της Τουρκίας είναι η Κωνσταντινούπολη, με πληθυσμό 14.969.958 κατοίκους. Η σημερινή πόλη αποτελείται βασικά από τέσσερα τμήματα: Την παλαιά Πόλη, που έχει χτιστεί σε μια μικρή χερσόνησο μεταξύ Προποντίδας και Κερατίου Κόλπου, εκεί όπου βρισκόταν το αρχαίο Βυζάντιο, τη Νέα Πόλη (Γαλατάς και Πέραν), τις εξωτερικές συνοικίες μαζί με τα περίχωρα, και το τμήμα που βρίσκεται στο ασιατικό έδαφος. Στην παλιά πόλη, που έχει κτιστεί σε επτά λόφους, όπως και η αρχαία Ρώμη, βρίσκονται ο Ναός της Αγίας Σοφίας, πολλά βυζαντινά μνημεία, τεμένη, ανάκτορα των σουλτάνων, το πανεπιστήμιο και η ιστορική ελληνική συνοικία του Φαναρίου, όπου είναι και το ελληνικό Πατριαρχείο. Τη νέα και την παλιά πόλη συνδέουν δύο μεγάλες γέφυρες, η γέφυρα του Γαλατά και η γέφυρα του Ατατούρκ.

Η Σμύρνη είναι η τρίτη πόλη της Τουρκίας σε πληθυσμό με 3.431.414 κατοίκους. Είναι χτισμένη στον μυχό του ομώνυμου κόλπου, στο νότιο άκρο μιας γόνιμης προσχωματικής πεδιάδας. Πριν το 1922 στη Σμύρνη υπήρχε αρκετό ελληνικό στοιχείο, που κρατούσε όλη την εμπορική κίνηση της πόλης και του λιμανιού. Γνωστή είναι από την ιστορία, η καταστροφή και η πυρπόληση της Σμύρνης.

Η Προύσα (1.925.900 κατ.) στους πρόποδες του Ολύμπου, είναι παλιό κέντρο μεταξοβιομηχανίας. Υπήρξε η πρώτη πρωτεύουσα του Οσμανικού κράτους. Τα πολλά τεμένη, οι τάφοι των σουλτάνων και το μαυσωλείο του Σουλτάν Ομάν της δίνουν έντονο μουσουλμανικό χρώμα.

Τα Άδανα (1.715.226 κατ.), με βιομηχανία αγροτικών προϊόντων της πλούσιας πεδιάδας. Το Γκαζιαντέπ (1.626.415 κατ.), το Ικόνιο (1.268.915 κατ.), από τις λαμπρότερες τουρκικές πόλεις, η Αττάλεια (1.194.204 κατ.), το Ντιγιάρμπακιρ (1.010.032 κατ.), η Μερσίνη (974.091 κατ.) και η Καισάρεια (929.712 κατ.), η Αμάσεια (112.194 κατ.), πατρίδα του Στράβωνα. Το Εσκισεχίρ (746.536 κατ.), συγκοινωνιακός κόμβος, βρίσκεται σε εύφορη γεωργική περιοχή, με σχετική βιομηχανία. Η Σαμψούντα (595.373 κατ.), λιμάνι εξαγωγής καπνών, η Κερασούντα (113.761 κατ.), λιμάνι εξαγωγής ξηρών καρπών. Η Σινώπη (41.916 κατ.), αρχαία ελληνική αποικία, πατρίδα του φιλόσοφου Διογένη. Η Αλεξανδρέττα (186.971 κατ.), παλιό λιμάνι διαμετακομιστικού εμπορίου. Χρησιμοποιείται σήμερα από τους Τούρκους ως ναύσταθμος της Ανατολικής Μεσογείου. Το Αφιόν Καραχισάρ (231.983 κατ.), που ήταν το τελευταίο θέατρο μεγάλων μαχών του ελληνικού στρατού στη Μικρασιατική εκστρατεία. Το Ερζερούμ (409.253 κατ.), η μεγαλύτερη πόλη της τουρκικής Αρμενίας.

Επίσημη γλώσσα της χώρας είναι η τουρκική, που μιλιέται ως μητρική γλώσσα από το 85% του πληθυσμού περίπου. Περίπου 12% του πληθυσμού μιλούν ως μητρική γλώσσα την Κουρδική. Η Αραβική και η Ζαζαϊκή είναι μητρικές γλώσσες για πάνω από 1% του πληθυσμού εκάστη και αρκετές άλλες μικρότερων τμημάτων του πληθυσμού. Απειλούμενες με εξαφάνιση γλώσσες στην Τουρκία είναι η Αμπάζα, η Αμπχαζική, η Γκαγκαουζική, η Δυτική Αρμενική, η Ερτεβίν, η Ισπανοεβραϊκή, η Καμπαρντιανή-Τσερκεσιανή, η Καππαδοκική Ελληνική, η Λαζική, η Μλασό, η Ουμπίκ, η Ποντιακή διάλεκτος, η Ρομά, η Σουρέτ, η Τουρόγιο και η Χομσετσί.

Η Τουρκία είναι κοσμικό κράτος χωρίς επίσημη θρησκεία, που προβλέπει ελευθερία της θρησκείας και της συνείδησης. Ο Μωαμεθανισμός θεωρείται η επικρατούσα θρησκεία της Τουρκίας, υπερβαίνοντας το 99%, αν συμπεριληφθούν οι Αλεβίτες και οι λαϊκοί Μουσουλμανικής καταγωγής με δημοφιλέστερο δόγμα τη Χαναφιτική σχολή του Σουνιτικού Ισλάμ. Η ανώτερη Ισλαμική θρησκευτική αρχή είναι η Προεδρία Θρησκευτικών Υποθέσεων (τουρκικά: Diyanet İşleri Başkanlığı), που ερμηνεύει τη Χανεφιτική σχολή του δικαίου και είναι υπεύθυνη για να ρυθμίζει τη λειτουργία των 80.000 καταγεγραμμένων τζαμιών της χώρας και για την απασχόληση των τοπικών και επαρχιακών ιμάμηδων. Πανεπιστημιακοί κύκλοι εκτιμούν ότι ο πληθυσμός των Αλεβιτών κυμαίνεται μεταξύ 8 και 15 εκατομμυρίων(9-18% του πληθυσμού της χώρας). Σύμφωνα με το περιοδικό Aksiyon ο αριθμός των Σιιτών (εκτός από τους Αλεβίτες) είναι 3 εκατομμύρια (4,2%). Υπάρχουν επίσης ορισμένοι οπαδοί του Σουφισμού. Περίπου 2% είναι ανένταχτοι Μουσουλμάνοι.

To ποσοστό των μη Μουσουλμάνων στην Τουρκία είχε πέσει από 19,1% το 1914 σε 2,5% τo 1927. Σήμερα υπάρχουν περίπου 120.000 άτομα διάφορων Χριστιανικών δογμάτων, αντιπροσωπεύοντας λιγότερο από 0,2% του πληθυσμού της Τουρκίας: από αυτούς 80.000 Ανατολικοί Ορθόδοξοι, 35.000 Ρωμαιοκαθολικοί, 5.000 Ελληνορθόδοξοι, 2.366 Μάρτυρες του Ιεχωβά και μικρότερος αριθμός Προτεσταντών. Επίσης υπάρχουν και 319 Μορμόνοι της Εκκλησίας του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών. Σήμερα λειτουργούν στην Τουρκία 236 εκκλησίες. Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει την έδρα της στην Κωνσταντινούπολη από τον 4ο αιώνα.

 
Υπάρχουν ακόμη 26.000 Εβραίοι, η μεγάλη πλειοψηφία τους Σεφαρδίτες. Η Μπαχάι Πίστη στην Τουρκία έχει τις ρίζες της στον ιδρυτή της Μπαχαουλάχ, που είχε εξοριστεί στην Κωνσταντινούπολη από τις οθωμανικές αρχές.

Ο ρόλος της θρησκείας είναι ζήτημα αμφιλεγόμενο όλα τα χρόνια μετά τη δημιουργία Ισλαμικών κομμάτων. Η μαντήλα ήταν απαγορευμένη στα πανεπιστήμια και τα δημόσια ή κυβερνητικά κτίρια, καθώς ορισμένοι τη θεωρούν σύμβολο του Ισλάμ - η απόγορευση άρθηκε σταδιακά την περίοδο 2007-2014. Σε μία έρευνα το 56,4% των ερωτηθέντων ανέφεραν ότι οι ίδιοι ή οι σύζυγοί τους καλύπτουν το κεφάλι τους (το 1,3% ανέφερε τσαντόρ), αν και αυτό το ποσοστό μειώνεται σε αρκετές δημογραφικές κατηγορίες: 49% στις ηλικίες 18-28, 25,5% σε απόφοιτους πανεπιστημίου, 15,1% σε κατόχους μεταπτυχιακού. Υπάρχουν επίσης τοπικές διαφοροποιήσεις, με 49% των γυναικών στην Κωνσταντινούπολη να αναφέρουν ότι καλύπτουν τα μαλλιά τους. Το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 47% στην Άγκυρα, 31% στη Σμύρνη, 59% στην Προύσα, 92% στο Ικόνιο, 86% στο Ντιγιαρμπακίρ, 73% στην Τραπεζούντα, 32% στην Αττάλεια, 29% στην Αδριανούπολη κ.λπ.

Σύμφωνα με έρευνα που διενεργήθηκε σε όλη την Τουρκία το 2017 9,7% αυτοκαθορίζονται ως απολύτως θρήσκα άτομα τηρώντας όλες τις θρησκευτικές τους υποχρεώσεις (απολύτως θρήσκοι), 49,8% ως θρησκευόμενα άτομα που προσπαθούν να τηρούν τις θρησκευτικές τους υποχρεώσεις (θρησκευόμενοι), 34,3% ως πιστοί που δεν τηρούν θρησκευτικές υποχρεώσεις (πιστοί), 3,3% ότι δεν πιστεύουν σε θρησκευτικές υποχρεώσεις (μη πιστοί - αγνωστικιστές) και 2,9% χωρίς θρησκευτική πίστη (άθεοι).

Η Τουρκία έχει πολυποίκιλο πολιτισμό, που είναι ένας συνδυασμός Toυρκομανικού, Μικρασιατικού, οθωμανικού (που και ίδιος ήταν μια συνέχεια τόσο του ελληνορωμαϊκού όσο και του ισλαμικού πολιτισμού) και του Δυτικού πολιτισμού και παραδόσεων, που ξεκίνησε με τη Δυτικοποίηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και συνεχίζεται ακόμη και σήμερα. Αυτό το μείγμα ξεκίνησε αρχικά ως αποτέλεσμα της επαφής των Τούρκων και του πολιτισμού τους με εκείνους των λαών που βρέθηκαν στο δρόμο τους κατά τη μετανάστευσή τους από την Κεντρική Ασία προς τη Δύση.

Καθώς η Τουρκία μετασχηματίστηκε με επιτυχία από τη βασισμένη στη θρησκεία παλιά Οθωμανική Αυτοκρατορία σε ένα σύγχρονο έθνος-κράτος με πολύ έντονο διαχωρισμό κράτους και θρησκείας, ακολούθησε μια αύξηση των τρόπων καλλιτεχνικής έκφρασης. Τα πρώτα χρόνια της δημοκρατίας η κυβέρνηση επενδυσε πολλούς οικονομικούς πόρους στις καλές τέχνες, όπως μουσεία, θέατρα, όπερες και αρχιτεκτονική. Ποικίλοι ιστορικοί παράγοντες παίζουν σημαντικό ρόλο στον καθορισμό της σύγχρονης τουρκικής ταυτότητας. Ο τουρκικός πολιτισμός είναι το προϊόν των προσπαθειών να γίνει ένα σύγχρονο Δυτικό κράτος, διατηρώντας παραδοσιακές θρησκευτικές και ιστορικές αξίες. Το μείγμα πολιτιστικών επιρροών απεικονίζεται, για παράδειγμα, με τη μορφή των νέων συμβόλων σύγκρουσης και συνύφανσης των πολιτισμών στα έργα του Ορχάν Παμούκ, παραλήπτη του Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας του 2006.

Η τουρκική μουσική και λογοτεχνία αποτελούν εξαιρετικά παραδείγματα μιας τέτοιας μείξης πολιτιστικών επιρροών, που ήταν αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του Ισλαμικού κόσμου με την Ευρώπη, συμβάλλοντας έτσι σε ένα μείγμα τουρκικών, ισλαμικών και ευρωπαϊκών παραδόσεων στη σημερινή τουρκική μουσική και λογοτεχνία. Η τουρκική λογοτεχνία επηρεάσθηκε σε μεγάλο βαθμό από την Περσική και την Αραβική λογοτεχνία στο μεγαλύτερο μέρος της οθωμανικής εποχής, αν και προς το τέλος της, ιδιαίτερα μετά την περίοδο του Τανζιμάτ, έγινε όλο και περισσότερο αισθητή η επιρροή τόσο της λαϊκής τουρκικής όσο και της ευρωπαϊκής λογοτεχνικής παράδοσης. Οι μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ (1839-1876) επέφεραν αλλαγές στη γλώσσα της γραπτής οθωμανικής λογοτεχνίας και εισήγαγαν άγνωστα μέχρι τότε Δυτικά είδη, όπως το μυθιστόρημα και το διήγημα.

Πολλοί συγγραφείς της περιόδου του Τανζιμάτ έγραφαν συγχρόνως σε αρκετά διαφορετικά είδη. Για παράδειγμα ο ποιητής Ναμίκ Κεμάλ έγραψε επίσης το 1876 το σημαντικό μυθιστόρημα İntibâh («Ξύπνημα»), ενώ ο δημοσιογράφος Σινασί αναφέρεται ως συγγραφέας, το 1860, του πρώτου σύγχρονου θεατρικού έργου, της μονόπρακτης κωμωδίας Şair Evlenmesi («O Γάμος του Ποιητή»). Οι ρίζες της σύγχρονης τουρκικής λογοτεχνίας σχηματίσθηκαν κυρίως μεταξύ 1896 και 1923. Γενικά, υπήρχαν τρία λογοτεχνικά κινήματα αυτή την περίοδο: η «Edebiyyât-ı Cedîde» («Νέα Λογοτεχνία»), η «Fecr-i Âtî» («Αυγή του Μέλλοντος») και η «Millî Edebiyyât» («Εθνική Λογοτεχνία»). Το κίνημα της «Νέας Λογοτεχνίας» άρχισε με την ίδρυση το 1891 του περιοδικού Servet-i Fünûn («Επιστημονικός πλούτος»), που ήταν σε μεγάλο βαθμό αφοσιωμένο στην πρόοδο (πνευματική και επιστημονική) κατά τα Δυτικά πρότυπα. Κατά συνέπεια οι λογοτεχνικές αναζητήσεις του περιοδικού προσανατολίστηκαν προς τη δημιουργία, υπό την κατεύθυνση του ποιητή Τεβφίκ Φικρέτ μιας Δυτικού τύπου «υψηλής τέχνης» στην Τουρκία.

Το πρώτο ριζικό βήμα καινοτομίας στην τουρκική ποίηση του 20ού αιώνα έγινε από τον Ναζίμ Χικμέτ που εισήγαγε τον ελεύθερο στίχο. Μια άλλη επανάστσση στην τουρκική ποίηση έγινε γύρω στα 1941, με το Κίνημα Γκαρίπ με επικεφαλής τους Ορχάν Βελί Κανίκ, Μελίχ Τζεβντέτ Αντάυ και Οκτάυ Ριφάτ. Σαφώς αντίθετοι σε οτιδήποτε είχε προηγηθεί στην ποίηση, αντί αυτού επεδίωξαν να δημιουργήσουν μια τέχνη λαϊκή. Χρησιμοποίησαν όχι μόνο μια παραλλαγή του ελεύθερου στίχου που εισήγαγε ο Ναζίμ Χικμέτ αλλά επίσης μια γλώσσα πολύ καθομιλουμένη και έγραψαν κυρίως για πεζά καθημερινά θέματα και τους απλούς ανθρώπους του δρόμου. Η αντίδραση ήταν άμεση και πόλωσε το μεγαλύτερο μέρος του ακαδημαϊκού κατεστημένου και παλιότεροι ποιητές τους λοιδώρησαν αλλά το μεγαλύτερο τμήμα του τουρκικού πληθυσμού τους αγκάλιασε ολόψυχα.

Τα αρχιτεκτονικά στοιχεία, που βρίσκονται στην Τουρκία, είναι επίσης απόδειξη του μοναδικού μίγματος παραδόσεων, που έχουν επηρεάσει την περιοχή ανά τους αιώνες. Πέραν από τα παραδοσιακά Βυζαντινά στοιχεία, παρόντα σε πολλά μέρη της Τουρκίας, πολλά έργα της ύστερης οθωμανικής αρχιτεκτονικής, με τον εξαιρετικό της συνδυασμό τοπικών και Ισλαμικών παραδόσεων, βρίσκονται σε όλη τη χώρα, καθώς και σε πολλά πρώην εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο Μιμάρ Σινάν θεωρείται ευρέως ο μεγαλύτερος αρχιτέκτονας της κλασικής περιόδου της οθωμανικής αρχιτεκτονικής. Από τον 18ο αιώνα η τουρκική αρχιτεκτονική επηρεαζόταν ολοένα και περισσότερο από ευρωπαϊκούς ρυθμούς και αυτό μπορούμε να το δούμε ιδιαίτερα στην Κωνσταντινούπολη, όπου κτίρια της εποχής του Τανζιμάτ, όπως τα ανάκτορα Ντολμά Μπαχτσέ, Σιραγκάν, Φεριγιέ, Μπειλέρμπει, Κιουκουκσού και Ιλαμούρ (σχεδιασμένα από αυλικούς αρχιτέκτονες της οθωμανικής αρμενικής οικογένειας Μπαλιάν) αντιπαραβάλλονται δίπλα σε πολλούς σύγχρονους ουρανοξύστες, αντιπροσωπεύοντας όλα τους διαφορετικές παραδόσεις. Τα παραθαλάσσια σπίτια (γιαλιά) της οθωμανικής περιόδου στον Βόσπορο αντικατοπτρίζουν επίσης τη μίξη κλασικών οθωμανικών και ευρωπαϊκών ρυθμών κατά την προαναφερθείσα περίοδο.

Τον Διαγωνισμό Τραγουδιού Eurovision 2003 κέρδισε η τραγουδίστρια Σερτάμπ Ερενέρ με το τραγούδι «Everyway That I Can». Οι τουρκικές δραματικές σειρές γίνονται όλο και περισσότερο δημοφιλείς πέρα από τα σύνορα της Τουρκίας και είναι από τις ζωτικότερης σημασίας εξαγωγές της χώρας, τόσο σε όρους οικονομικούς όσο και δημόσιων σχέσεων.

Η Τουρκία ήταν μέχρι τον Αύγουστο του 2014 Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία με τον Πρόεδρο να έχει περιορισμένες αρμοδιότητες και τον Πρωθυπουργό να κυριαρχεί. Ωστόσο μετά τις άμεσες Προεδρικές εκλογές του 2014 το πολίτευμα μετατράπηκε σε μία de facto Ημιπροεδρική δημοκρατία με τον Πρόεδρο να έχει τον κυριότερο ρόλο και τον Πρωθυπουργό να ασκεί ελάχιστες ουσιαστικές πολιτικές εξουσίες, ενώ μετά το αποτέλεσμα του συνταγματικού δημοψηφίσματος του 2017 και την έγκρισή του από το κοινοβούλιο το 2018 το πολίτευμα μετατράπηκε και επίσημα σε μία πλήρη Προεδρική δημοκρατία καταργώντας το αξίωμα του πρωθυπουργού και την αντικατάστασή του από εκείνη του αντιπροέδρου.  

Δικαίωμα ψήφου στις εκλογές έχουν όσες και όσοι είναι ηλικίας 18 ετών και άνω.




#Article 53: Τσεχία (1135 words)


Η Τσεχία (τσεχικά: Česko), επίσημη ονομασία Τσεχική Δημοκρατία (τσέχικα: Česká republika, ), είναι χώρα στην κεντρική Ευρώπη που συνορεύει προς τα βόρεια με την Πολωνία, με τη Γερμανία στα βορειοδυτικά και τα δυτικά, την Αυστρία στα νότια και τη Σλοβακία στα ανατολικά. Έχει έκταση 78.866 τ.χλμ. και πληθυσμό 10.699.142 κατοίκους (εκτίμηση 30-06-2020). Η ιστορική Πράγα (τσέχικα: Praha), ένα σημαντικό τουριστικό αξιοθέατο, είναι η κύρια και μεγαλύτερη πόλη της. Άλλες μεγάλες πόλεις είναι το Μπρνο, η Οστράβα και το Πίλσεν. Η χώρα αποτελείται από δυο ιστορικές περιοχές, τη Βοημία και τη Μοραβία, τμήμα της Σιλεσίας και μικρά τμήματα που παλιότερα ανήκαν στη νότια Αυστρία.

Ο πληθυσμός της Τσεχίας είναι 10.699.142 κάτοικοι (2020). Η πλειοψηφία των κατοίκων της Τσεχίας είναι Τσέχοι (95%) και μιλά την τσεχική γλώσσα. Μεταξύ των μειονοτήτων είναι Σλοβάκοι, Ρομά, Πολωνοί και διάφοροι άλλοι. Οι Σλοβάκοι αποτελούν το 2% του πληθυσμού.

Μετά το τέλος του κομμουνιστικού καθεστώτος στην Τσεχοσλοβακία το 1989, κατά τη διάρκεια της ειρηνικής Βελούδινης Επανάστασης, ακολούθησε η διάλυση της Τσεχοσλοβακίας σε δυο κράτη το 1993. Σλοβακία και Τσεχία έχουν παραμείνει στενοί συνεργάτες, ενώ ανήκουν μαζί με άλλες χώρες της Κεντρικής Ευρώπης στην ομάδα του Βίσεγκραντ.

Η Τσεχία είναι Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία και κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την 1η Μαΐου 2004. Ασκεί την προεδρία της Ένωσης από την 1η Ιανουαρίου του 2009.

Το τσεχικό τοπίο είναι αρκετά ποικίλο. Η Βοημία στη δύση αποτελείται από μια λεκάνη, που στραγγίζεται από τους ποταμούς Έλβα (γερμ. Elbe) και Μολδάβα (τσέχικα Vltava), που περιβάλλονται από συνήθως χαμηλά βουνά όπως οι οροσειρές Σουντέτεν και Κρκόνοσε, όπου βρίσκεται και το υψηλότερο σημείο της χώρας, η κορυφή Σνέσκα στα 1.603 μέτρα. Η Μοραβία, το ανατολικό μέρος, είναι επίσης αρκετά λοφώδης και στραγγίζεται κυρίως από τον ποταμό Μοράβα, αλλά περιέχει και την πηγή του ποταμού Όντερ. Τα νερά των ποταμών της Τσεχίας, ηπειρωτικής χώρας, χύνονται σε τρεις διαφορετικές θάλασσες: τη Βόρεια Θάλασσα, τη Βαλτική και τη Μαύρη Θάλασσα. Το τοπικό κλίμα είναι εύκρατο ηπειρωτικό με σχετικά θερμά καλοκαίρια και κρύους, νεφελώδεις χειμώνες με χιόνι.

Το νόμισμα της Τσεχίας είναι η τσέχικη κορόνα.

Η τσεχική οικονομία έχει ένα ουσιαστικό εισόδημα από τον τουρισμό: το 2001, οι συνολικές αποδοχές από τον τουρισμό έφθασαν σε 118.13 δισεκατομμύρια τσέχικες κορώνες, αποτελώντας 5,5% του ΑΕΠ και 9,3% των γενικών αποδοχών εξαγωγής. Η βιομηχανία απασχολεί περισσότερα από 110.000 άτομα - πάνω από 2% του πληθυσμού.

Τα ύδατα από την μεσόγεια Τσεχική Δημοκρατία ρέουν σε τρεις διαφορετικές θάλασσες: τη Βόρεια Θάλασσα, τη Βαλτική και τη Μαύρη Θάλασσα. Η Τσεχική Δημοκρατία έχει επίσης εκμισθωμένο το Μολνταουχάφεν, μια παρτίδα 30.000 τετραγωνικών μέτρων στη μέση των αποβάθρων του Αμβούργου, η οποία απονεμήθηκε στην Τσεχοσλοβακία με το άρθρο 363 της συνθήκης των Βερσαλλιών, ώστε να επιτρέψει στη μεσόγεια χώρα όπου τα αγαθά που μεταφέρονται με τα ποτάμια θα μπορούσαν να μεταφερθούν στα ποντοπόρα πλοία. Το έδαφος θα επιστρέψει στον έλεγχο της Γερμανίας το 2028.

Φυτογεωγραφικά, η Τσεχική Δημοκρατία ανήκει στην κεντροευρωπαϊκή επαρχία της Κυκλικής περιφέρειας, εντός του βορειαλικού βασιλείου. Σύμφωνα με το Παγκόσμιο Ταμείο για τη Φύση, το έδαφος της Τσεχικής Δημοκρατίας μπορεί να υποδιαιρεθεί σε τέσσερις οικολογικές εκτάσεις: Δυτικά ευρωπαϊκά δάση πλατύφυλλων δασών, μικτά δάση της Κεντρικής Ευρώπης, μικτά δάση της Παννονίας και δάση Καρπάθιων ορεινών κωνοφόρων.

Υπάρχουν τέσσερα εθνικά πάρκα στην Τσεχική Δημοκρατία. Το παλαιότερο είναι το Εθνικό Πάρκο Κρκόνοσε (Καταφύγιο Βιόσφαιρας), και τα άλλα είναι το Εθνικό Πάρκο Σούμαβα (Καταφύγιο Βιόσφαιρας), Εθνικό Πάρκο Ποντιγί και Βοημία της Ελβετίας.

Τα τρία ιστορικά εδάφη της Τσεχικής Δημοκρατίας (πρώην συνιστώσες χώρες της Βοημίας) αντιστοιχούν σχεδόν τέλεια με τις λεκάνες απορροής του Έλβα (τσεχικά: Labe) και τη λεκάνη του Βλτάβα για τη Βοημία, του Μοράβα για τη Μοραβία και τη λεκάνη του ποταμού Όντερ για την Τσεχική Σιλεσία (όσον αφορά την επικράτεια της Τσεχίας).

Η Τσεχική Δημοκρατία έχει εύκρατο ηπειρωτικό κλίμα, με ζεστά καλοκαίρια και κρύους, συννεφιασμένους και χιονισμένους χειμώνες. Η διαφορά θερμοκρασίας μεταξύ καλοκαιριού και χειμώνα είναι σχετικά υψηλή λόγω της μεσόγειας γεωγραφικής θέσης.

Στη Δημοκρατία της Τσεχίας, οι θερμοκρασίες ποικίλλουν σε μεγάλο βαθμό, ανάλογα με την ανύψωση. Γενικά, σε μεγαλύτερα υψόμετρα, οι θερμοκρασίες μειώνονται και οι βροχοπτώσεις αυξάνονται. Η πιο υγρή περιοχή στην Τσεχική Δημοκρατία βρίσκεται γύρω από το Μπιλί Ποτόκ στα όρη Γίζερα και η ξηρότερη περιοχή είναι η επαρχία Λούνι στα βορειοδυτικά της Πράγας. Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας είναι η κατανομή των βουνών. Ως εκ τούτου, το κλίμα είναι αρκετά ποικίλο.

Στην υψηλότερη κορυφή του Σνέζκα (1.603 μ.), η μέση θερμοκρασία είναι μόνο -4 °C, ενώ στις χαμηλές περιοχές της Νότιας Μοραβίας η μέση θερμοκρασία φτάνει ακόμα και στους 10 °C. Η πρωτεύουσα της χώρας, η Πράγα, έχει παρόμοια μέση θερμοκρασία, αν και αυτό επηρεάζεται από αστικούς παράγοντες.

Ο πιο κρύος μήνας είναι συνήθως ο Ιανουάριος, ακολουθούμενος από τον Φεβρουάριο και τον Δεκέμβριο. Κατά τους μήνες αυτούς, συνήθως υπάρχει χιόνι στα βουνά και μερικές φορές στις μεγάλες πόλεις και στα πεδινά. Κατά τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο και Μάιο, η θερμοκρασία αυξάνεται συνήθως ταχέως, ειδικά τον Απρίλιο, όταν η θερμοκρασία και ο καιρός τείνουν να διαφέρουν σημαντικά κατά τη διάρκεια της ημέρας. Η άνοιξη χαρακτηρίζεται επίσης από υψηλά επίπεδα υδάτων στα ποτάμια, εξαιτίας του λιώσιμου του χιονιού με περιστασιακές πλημμύρες.

Ο θερμότερος μήνας του έτους είναι ο Ιούλιος, ακολουθούμενος από τον Αύγουστο και τον Ιούνιο. Κατά μέσο όρο, οι θερινές θερμοκρασίες είναι περίπου 20 °C με 30 °C υψηλότερες από ό, τι κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Το καλοκαίρι χαρακτηρίζεται επίσης από βροχές και καταιγίδες.

Το φθινόπωρο αρχίζει γενικά το Σεπτέμβριο, ο οποίος εξακολουθεί να είναι σχετικά ζεστός και ξηρός. Κατά τη διάρκεια του Οκτωβρίου, οι θερμοκρασίες συνήθως πέφτουν κάτω από 15 °C ή 10 °C και τα φυλλοβόλα δέντρα αρχίζουν να χάνουν τα φύλλα τους. Μέχρι το τέλος Νοεμβρίου, οι θερμοκρασίες συνήθως κυμαίνονται γύρω από τους 0 °C.

Η χαμηλότερη θερμοκρασία που καταγράφηκε ποτέ ήταν στο Λιτβινόβιτσε κοντά στο Τσέσκε Μπουντεγιόβιτσε το 1929, στους -42.2 °C και η υψηλότερη καταγεγραμμένη θερμοκρασία ήταν στους 40.4 °C στο Ντομπριτσόβιτσε το 2012.

Οι περισσότερες βροχοπτώσεις πέφτουν το καλοκαίρι. Οι σποραδικές βροχοπτώσεις είναι σχετικά σταθερές καθ 'όλη τη διάρκεια του έτους (στην Πράγα ο μέσος αριθμός ημερών ανά μήνα στις οποίες πέφτει τουλάχιστον 0.1 χιλιοστό βροχής κυμαίνονται από 12 το Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο στις 16 το Νοέμβριο) αλλά η συγκεντρωμένη έντονη βροχόπτωση (ημέρες με περισσότερα από 10 χιλιοστά βροχής) είναι συχνότερες κατά τους μήνες Μάιο έως Αύγουστο (κατά μέσο όρο περίπου δύο ημέρες ανά μήνα).

Η Τσεχία κατατάσσεται ως η 27η χώρα με τη μεγαλύτερη περιβαλλοντική συνείδηση στον κόσμο σύμφωνα με το Δείκτη Περιβαλλοντικών Επιδόσεων. Η Τσεχία διαθέτει τέσσερα εθνικά πάρκα (Εθνικό Πάρκο Σουμάβα, Εθνικό Πάρκο Κρκόνοσε, Εθνικό Πάρκο Τσεσκέ Σβιτσάρσκο, Εθνικό Πάρκο Ποντιγί) και 25 προστατευόμενες περιοχές τοπίου.

CHKO+NP Czech map.png | Χάρτης των προστατευόμενων περιοχών της Τσεχίας: Εθνικά Πάρκα (γκρι) και περιοχές προστατευόμενου τοπίου (πράσινο)
Bubo bubo 1 (Martin Mecnarowski).jpg | Ευρωπαϊκή αετοκουκουβάγια, προστατευόμενο αρπακτικό
Mlok skvrnitý v NPR Týřov.jpg | Σαλαμάνδρα της φωτιάς, συνηθισμένο αμφίβιο σε υγρά δάση
Veverka obecna.JPG | Κόκκινος σκίουρος (Sciurus vulgaris), προστατευμένο ζώο



#Article 54: Ιαπωνία (4555 words)


Η Ιαπωνία ( επίσημα: 日本国, [//upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/8/86/Ja-nippon_nihonkoku.ogg προφορά▶]) είναι νησιωτική χώρα της Ανατολικής Ασίας. Οι Ιάπωνες ή Νιχόν-τζιν (日本人) την αποκαλούν Νιχόν (Nihon) ή Νιππόν (Nippon) και το όνομά της είναι συνδυασμός δύο ιδεογραμμάτων, που σημαίνουν ήλιος και αρχή αντίστοιχα. Είναι γνωστή επίσης ως Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου. Εκτείνεται σε μεγάλο μέρος του Ιαπωνικού Αρχιπελάγους, στον βορειοδυτικό Ειρηνικό ωκεανό και κατά μήκος των ακτών της Ρωσίας και της Κορέας, από τις οποίες χωρίζεται από τη Θάλασσα της Ιαπωνίας. Αποτελείται από τέσσερα μεγάλα νησιά, Χοκκάιντο, Σικόκου, Κιούσου και Χονσού, τα οποία συνοδεύονται επίσης από χιλιάδες μικρότερα (για την ακρίβεια το αρχιπέλαγος της Ιαπωνίας αποτελείται από 6.852 νησιά). Τα περισσότερα από αυτά είναι ορεινά και ηφαιστειακά· για παράδειγμα η ψηλότερη κορυφή της Ιαπωνίας το όρος Φούτζι, είναι ηφαίστειο. Έχει πληθυσμό 125.570.000 κατοίκους, σύμφωνα με επίσημη εκτίμηση για το 2021 και συνολική έκταση 377.972 τ.χλμ. Η μεγαλύτερη πόλη της Ιαπωνίας και εκ των πραγμάτων πρωτεύουσα είναι το Τόκιο, το οποίο μαζί με τη μητροπολιτική περιοχή έχει περισσότερους των 30 εκατομμυρίων κατοίκων. Είναι η μεγαλύτερη Μητροπολιτική Περιοχή στον κόσμο. Οι Ιάπωνες αποτελούν το 98,5% του πληθυσμού της χώρας. Από την μεταρρύθμιση του 1947, η χώρα έχει έναν Αυτοκράτορα και εκλεγμένο κοινοβούλιο που ονομάζεται Εθνική Δίαιτα. 

Μεγάλη οικονομική δύναμη, η Ιαπωνία είναι η τρίτη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο σε ονομαστικό ΑΕΠ (πρόσφατοι αριθμοί της κυβέρνησης από την Κίνα υποστηρίζουν ότι η Κίνα είναι σήμερα η δεύτερη) και η τέταρτη μεγαλύτερη σε αγοραστική δύναμη. Επίσης, είναι ο τέταρτος μεγαλύτερος εξαγωγέας στον κόσμο και ο τέταρτος μεγαλύτερος εισαγωγέας. Είναι, επίσης, σήμερα μη μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Παρόλο που η Ιαπωνία έχει επισήμως παραιτηθεί του δικαιώματός της να κηρύξει πόλεμο, διατηρεί σύγχρονο και εκτεταμένο στρατό που απασχολείται με την αυτοάμυνα και τη διατήρηση της ειρήνης. Πρόκειται για μια ανεπτυγμένη χώρα με πολύ υψηλό βιοτικό επίπεδο (δέκατος υψηλότερος Δείκτης ανθρώπινης ανάπτυξης). Μετά τη Σιγκαπούρη, η Ιαπωνία έχει τα χαμηλότερα ποσοστά ανθρωποκτονιών (συμπεριλαμβανομένης της απόπειρας ανθρωποκτονίας) στον κόσμο. Η Ιαπωνία έχει το υψηλότερο προσδόκιμο ζωής από οποιαδήποτε άλλη χώρα του κόσμου (σύμφωνα τόσο με τις εκτιμήσεις του ΟΗΕ και του ΠΟΥ) και το τρίτο χαμηλότερο ποσοστό βρεφικής θνησιμότητας.

Οι επιστήμονες πιστεύουν πως οι Ιάπωνες ως ενιαίο σύνολο προέρχονται από πολλές ομάδες, οι οποίες μετανάστευσαν στα νησιά από άλλα σημεία της Ασίας, στα οποία περιλαμβάνονται η Κίνα και η Κορέα. Οι αρχαιολογικές έρευνες, ωστόσο, υποδεικνύουν πως τα ιαπωνικά νησιά κατοικούνταν ήδη από το 30.000 π.Χ.. Αυτό ακολουθήθηκε στην αρχή της περιόδου Τζόμον (περίπου 14.000 π.Χ.) από ένα μεσολιθικό προς νεολιθικό ημινομαδικό πολιτισμό κυνηγών και τροφοσυλλέκτων, που περιλαμβάνουν τους προγόνους των σύγχρονων Αϊνού και Γιαμάτο, και χαρακτηρίζεται από κατοικίες λάκκους και στοιχειώδεις καλλιέργειες. Διακοσμημένα πήλινα αγγεία αυτής της περιόδου αποτελούν μερικά από τα παλαιότερα σωζόμενα ίχνη αγγειοπλαστικής στο κόσμο. Περίπου το 300 π.Χ., οι Γιαγιόι άρχισαν να φτάνουν στα ιαπωνικά νησιά και να αναμειγνύονται με τους Τζόμον. Η περίοδος Γιαγιόι αρχίζει περίπου το 500 π.Χ. και κατά τη διάρκειά της άρχισε η καλλιέργεια σε ορυζώνες, νέος ρυθμός διακόσμησης αγγείων και η μεταλλουργία, που εισήχθη από την Κίνα και την Κορέα.

Η Ιαπωνία εμφανίζεται για πρώτη φορά στη γραφόμενη ιστορία στο κινεζικό βιβλίο Χανσού. Σύμφωνα με τα Χρονικά των Τριών Βασιλείων, το πιο ισχυρό βασίλειο στο αρχιπέλαγος κατά τον 3ο αιώνα ονομαζόταν Γιαματαϊκόκου. Ο Βουδισμός εισήχθη στην Ιαπωνία από τον Μπαεκτζέ της Κορέας, αλλά η μετέπειτα ανάπτυξη του ιαπωνικού βουδισμού επηρεάστηκε κυρίως από τη Κίνα. Παρά τις αρχικές αντιστάσεις, ο Βουδισμός προήχθη στις εξουσιάζουσες τάξεις και είχε ευρεία αποδοχή ξεκινώντας από τη περίοδο Ασούκα (592-710).

Η περίοδος Νάρα (710-784) του 8ου αιώνα σημαδεύτηκε από την άνοδο ενός ισχυρού ιαπωνικού κράτους, επικεντρωμένο στην αυτοκρατορική αυλή στο Χεϊτζό-Κυό (σύγχρονη Νάρα). Η περίοδος Νάρα χαρακτηρίστηκε από την εμφάνιση λογοτεχνίας καθώς και την ανάπτυξη τέχνης και αρχιτεκτονικής εμπνευσμένης από το Βουδισμό. Η επιδημία ευλογιάς του 735-737 θεωρείται ότι σκότωσε περίπου το ένα τρίτο που πληθυσμού της Ιαπωνίας. Το 784, ο αυτοκράτορας Κάμμου μετακίνησε την πρωτεύουσα από τη Νάρα στο Ναγκαόκα-Κυό και στη συνέχεια στο Χεϊάν-κυό (Κυότο) το 794. Αυτό σήμανε την έναρξη της περιόδου Χεϊάν (794-1185), κατά τη διάρκεια της οποίας δημιουργήθηκε ένας ευδιάκριτα ιθαγενής ιαπωνικός πολιτισμός, αξιοσημείωτος για την τέχνη, την ποίηση και τη λογοτεχνία του. Το Γκέντζι Μονογκατάρι (Ιστορίες του πρίγκηπα Γκέντζι) της Μουρασάκι Σικίμπου και οι στίχοι του εθνικού ύμνου της Ιαπωνίας Kimi Ga Yo γράφηκαν εκείνη την περίοδο.

Η φεουδαρχική εποχή της Ιαπωνίας χαρακτηρίστηκε από την εμφάνιση και την κυριαρχία μιας άρχουσας τάξης πολεμιστών, των σαμουράι. Το 1185, μετά την ήττα της φυλής Ταΐρα στον πόλεμο Γκενπέι, που τραγουδιέται στην επική ιστορία του Χεϊκέ, ο σαμουράι Μιναμότο νο Γιοριτόμο διορίστηκε σογκούν με έδρα τη Καμακούρα. Μετά το θάνατό του, η γενιά Χότζο ήρθε στην εξουσία ως αντιβασιλείς για τους σογκούν. Η σχολή Βουδισμού Ζεν εισήχθη από την Κίνα κατά την περίοδο Καμακούρα (1185-1333) και έγινε δημοφιλής στην τάξη των σαμουράι. Ο σογκούν Καμακούρα απώθησε τις επιδρομές των Μογγόλων το 1274 και το 1281, αλλά νικήθηκε τελικά από τον αυτοκράτορα Γκο-Νταϊγκό. Ο Γκο-Νταϊγκό νικήθηκε από τον Ασίκαγκα Τακαούτζι το 1336.

Ο Ασίκαγκα Τακαούτζι ίδρυσε το σογκουνάτο στο Μουρομάτσι, Κιότο. Αυτό ήταν το ξεκίνημα της περιόδου Μουρομάτσι (1336-1573). Το σογκουνάτο Ασίκαγκα απέκτησε δόξα την εποχή του Ασίκαγκα Γιοσιμίτσου, και ο πολιτισμός που βασίζεται στον Ζεν Βουδισμό (τέχνη Μιγιάμπι) ευημερούσε. Αυτός εξελίχθηκε στο πολιτισμό Χιγκασιγιάμα και άκμασε μέχρι τον 16ο αιώνα. Από την άλλη πλευρά, το επόμενο σογκουνάτο Ασίκαγκα απέτυχε να ελέγξει τους φεουδάρχες πολέμαρχους (νταΐμιο), και ένας εμφύλιος πόλεμος (ο πόλεμος Ονίν) ξεκίνησε το 1467, αρχίζοντας την εκατονταετή περίοδο Σενγκόκου («εμπόλεμα κράτη»).

Κατά τη διάρκεια του 16ου αιώνα, έμποροι και Ιησουίτες ιεραπόστολοι από την Πορτογαλία έφτασαν στην Ιαπωνία για πρώτη φορά, αρχίζοντας άμεσες εμπορικές και πολιτιστικές ανταλλαγές μεταξύ της Ιαπωνίας και της Δύσης. Ο Όντα Νομπουνάγκα νίκησε πολλούς άλλους νταΐμιο χρησιμοποιώντας ευρωπαϊκή τεχνολογία και όπλα. Αφότου δολοφονήθηκε το 1582, ο διάδοχός του Τογιοτόμι Χιντεγιόσι ένωσε το έθνος το 1590. Ο Χιντεγιόσι εισέβαλε στην Κορέα δύο φορές, αλλά μετά τις ήττες από τις κορεατικές και κινεζικές δυνάμεις των Μινγκ και το θάνατο του Χιντεγιόσι, τα ιαπωνικά στρατεύματα αποσύρθηκαν το 1598. Αυτή η εποχή ονομάζεται Αζούτσι-Μομογιάμα (1573-1603).

Ο Τοκουγκάβα Ιεγιάσου υπηρέτησε ως αντιβασιλέας για το γιο του Χιντεγιόσι και χρησιμοποίησε τη θέση του για να κερδίσει πολιτική και στρατιωτική υποστήριξη. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, νίκησε τις αντίπαλες φυλές στη μάχη του Σεκιγκαχάρα το 1600 και ο Ιεγιάσου διορίστηκε σογκούν το 1603 και ίδρυσε το σογκουνάτο Τοκουγκάβα στο Έντο (σημερινό Τόκιο). Το σογκουνάτο Τοκουγκάβα θέσπισε μέτρα, συμπεριλαμβανομένου του μπούκε σοχάτο, ως κώδικα δεοντολογίας για τον έλεγχο των αυτόνομων νταΐμιο και το 1639, η απομονωτική πολιτική σακόκου («κλειστή χώρα») κράτησε για δυόμισι αιώνες αδύναμης πολιτικής ενότητας γνωστή ως περίοδος Έντο (1603-1868). Η μελέτη των δυτικών επιστημών, που είναι γνωστή ως ρανγκάκου, συνεχίστηκε μέσα από την επαφή με τον ολλανδικό θύλακα στο Ντετζίμα στο Ναγκασάκι. Η περίοδος Έντο έδωσε επίσης αφορμή για κοκουγκάκου («εθνικές μελέτες»), τη μελέτη της Ιαπωνίας από τους Ιάπωνες.

Στις 31 Μαρτίου 1854 ο Μάθιου Πέρι και τα «Μαύρα Πλοία» του ναυτικού των Ηνωμένων Πολιτειών ανάγκασαν το άνοιγμα της Ιαπωνίας προς τον έξω κόσμο με τη Σύμβαση της Καναγκάβα. Μεταγενέστερες παρόμοιες συνθήκες με τις δυτικές χώρες κατά την περίοδο Μπακουμάτσου έφεραν οικονομικές και πολιτικές κρίσεις. Η παραίτηση του σογκούν οδήγησε στον πόλεμο Μποσίν και στη δημιουργία ενός συγκεντρωτικού κράτους που ενοποιήθηκε στο πρόσωπο του αυτοκράτορα (η Αποκατάσταση Μεϊτζί).

Υιοθετώντας δυτικούς πολιτικούς, δικαστικούς και στρατιωτικούς θεσμούς, το Υπουργικό Συμβούλιο οργάνωσε το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο εισήγαγε το Σύνταγμα Μεϊτζί και την Αυτοκρατορική Δίαιτα. Η Αποκατάσταση Μεϊτζί μετέτρεψε την Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας σε μια βιομηχανοποιημένη παγκόσμια δύναμη που επιδιώκει στρατιωτική σύγκρουση για να επεκτείνει τη σφαίρα επιρροής της. Μετά τις νίκες στον Α΄ Σινοϊαπωνικό πόλεμο (1894-1895) και στο Ρωσοϊαπωνικό πόλεμο (1904-1905), η Ιαπωνία απέκτησε τον έλεγχο της Ταϊβάν, της Κορέας και του νότιου μισού της Σαχαλίνης. Ο πληθυσμός της Ιαπωνίας αυξήθηκε από 35 εκατομμύρια το 1873 σε 70.000.000 το 1935.

Οι αρχές του 20ου αιώνα είδαν μια σύντομη περίοδο «δημοκρατίας Ταϊσό» που επισκιάστηκε από την αύξηση του επεκτατισμού και της στρατιωτικοποίησης. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος βοήθησε την Ιαπωνία, από την πλευρά των νικητών Συμμάχων, να διευρύνει την επιρροή της και την εδαφική έκταση. Συνέχισε την επεκτατική πολιτική της καταλαμβάνοντας τη Μαντζουρία το 1931. Ως αποτέλεσμα της διεθνούς καταδίκης αυτής της κατοχής, η Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας παραιτήθηκε από την Κοινωνία των Εθνών δύο χρόνια αργότερα. Το 1936 η Ιαπωνία υπέγραψε το σύμφωνο Αντι-Κομιντέρν με τη ναζιστική Γερμανία και το 1940, με το Τριμερές Σύμφωνο, έγινε μία από τις Δυνάμεις του Άξονα. Το 1941, η Ιαπωνία διαπραγματεύτηκε το Σοβιετικοϊαπωνικό Σύμφωνο Ουδετερότητας.

Η Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας εισέβαλε σε άλλα μέρη της Κίνας το 1937, επισπεύδοντας το δεύτερο Σινοϊαπωνικό πόλεμο (1937-1945). Ο Αυτοκρατορικός Ιαπωνικός Στρατός κατέλαβε γρήγορα την πρωτεύουσα Ναντζίνγκ και διεξήγαγε τη Σφαγή της Ναντσίνγκ. Το 1940, η Αυτοκρατορία στη συνέχεια εισέβαλε στην Γαλλική Ινδοκίνα, μετά την οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες άσκησαν εμπάργκο πετρελαίου στην Ιαπωνία. Τις 7 Δεκεμβρίου 1941, η Ιαπωνία επιτέθηκε στην ναυτική βάση των ΗΠΑ στο Περλ Χάρμπορ και κήρυξε τον πόλεμο, φέρνοντας τις ΗΠΑ στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά τη σοβιετική εισβολή στη Μαντζουρία και τη ρίψη ατομικών βομβών σε Χιροσίμα και Ναγκασάκι το 1945, η Ιαπωνία συμφώνησε σε άνευ όρων παράδοση στις 15 Αυγούστου. Ο πόλεμος στοίχισε στην Ιαπωνία και στην υπόλοιπη Σφαίρα Συν-Ευημερίας της Ευρύτερης Ανατολικής Ασίας εκατομμύρια ζωές και άφησε ένα μεγάλο μέρος της βιομηχανίας και των υποδομών της χώρας κατεστραμμένο. Οι Σύμμαχοι (με επικεφαλής τις ΗΠΑ) επαναπάτρισαν εκατομμύρια των εθνοτικών Ιαπώνων από τις αποικίες και τα στρατόπεδα σε όλη την Ασία, εξαλείφοντας σε μεγάλο βαθμό την ιαπωνική αυτοκρατορία και αποκατέστησαν την ανεξαρτησία των κατακτημένων εδαφών της. Οι Σύμμαχοι συγκάλεσαν επίσης το Διεθνές Στρατιωτικό Δικαστήριο για την Άπω Ανατολή στις 3 Μαΐου 1946 για τη δίωξη κάποιων Ιαπώνων ηγετών για εγκλήματα πολέμου. Ωστόσο, οι βακτηριολογικές ερευνητικές μονάδες και τα μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας που ενεπλάκησαν στον πόλεμο είχαν απαλλαγεί από ποινικές διώξεις από τον Ανώτατο Συμμαχικό Διοικητή παρά τις εκκλήσεις για δίκη και για τις δύο ομάδες.

Το 1947, η Ιαπωνία υιοθέτησε νέο σύνταγμα, τονίζοντας φιλελεύθερες δημοκρατικές πρακτικές. Η συμμαχική κατοχή έληξε με τη Συνθήκη του Σαν Φρανσίσκο το 1952 και η Ιαπωνία εντάχθηκε στα Ηνωμένα Έθνη το 1956. Η Ιαπωνία αργότερα γνώρισε ταχεία ανάπτυξη και έγινε η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, μέχρι να ξεπεραστεί από την Κίνα το 2010. Αυτό τελείωσε στα μέσα της δεκαετίας του 1990, όταν η Ιαπωνία υπέστη σοβαρή οικονομική ύφεση. Στις αρχές του 21ου αιώνα, η θετική ανάπτυξη έχει σηματοδοτήσει σταδιακή ανάκαμψη της οικονομίας.

Η Ιαπωνία αποτελεί νησιωτική χώρα, με κυριότερα νησιά το Χονσού, το Χοκκάιντο, το Κιούσου και το Σικόκου, στα οποία μπορούν να προστεθούν περίπου 3.000 μικρότερα νησιά. Ορεινή και ηφαιστειογενής είναι η αλυσίδα των νησιών της, με τα πολυάριθμα ηφαίστειά της, 192 στον αριθμό. Βρίσκεται στην ηφαιστειακή ζώνη του Ειρηνικού Ωκεανού (γνωστή και ως «Δαχτυλίδι της Φωτιάς»), στη συμβολή τριών τεκτονικών πλακών, κάτι που ευθύνεται και για τους συχνούς σεισμούς που συμβαίνουν στη περιοχή. Το έδαφός της είναι κατά βάση ορεινό, με δύο κύριες οροσειρές. Στη μία από αυτές ξεχωρίζει η οροσειρά των Ιαπωνικών Άλπεων που χωρίζει στη μέση το νησί Χονσού και εκτείνεται μέχρι το ηφαίστειο Φούτζι. Οι ποταμοί της Ιαπωνίας έχουν γενικά μικρό μήκος με μόλις έξι από αυτούς να υπερβαίνουν τα 200 χιλιόμετρα. Χαρακτηρίζεται ακόμα από αρκετές λίμνες, πολλές από τις οποίες σχηματίζονται στον κρατήρα των ηφαιστείων της.

Λόγω της μεγάλης έκτασης της χώρας, το κλίμα της Ιαπωνίας υφίσταται διαφοροποιήσεις ανάλογα με το γεωγραφικό πλάτος και το υψόμετρο. Η μέση θερμοκρασία το καλοκαίρι είναι 30 °C, ενώ τον χειμώνα 4,7 °C. Οι νότιες ακτές χαρακτηρίζονται από ήπιο κλίμα, ενώ στο βορρά τους χειμερινούς μήνες καταγράφονται γενικά πολύ χαμηλές θερμοκρασίες. Ειδικότερα, διακρίνονται έξι ξεχωριστές κλιματικές ζώνες:

Η Ιαπωνία έχει εννέα δασικές οικολογικές εκτάσεις που αντικατοπτρίζουν το κλίμα και τη γεωγραφία των νησιών. Κυμαίνονται από υποτροπικά υγρά πλατύφυλλα δάση στα νησιά Ριουκιού και Μπονίν, σε εύκρατα πλατύφυλλα και μικτά δάση στις ήπιες κλιματολογικές περιοχές των κύριων νησιών, σε εύκρατα κωνοφόρα δάση στα κρύα, χειμερινά τμήματα των βόρειων νησιών. Η Ιαπωνία έχει πάνω από 90.000 είδη άγριας ζωής, συμπεριλαμβανομένης της καφέ αρκούδας, του ιαπωνικού μακακίου, του ιαπωνικού σκύλου ρακούν, του ιαπωνικού δασοποντικού και της ιαπωνικής γιγαντιαίας σαλαμάνδρας. Έχει δημιουργηθεί ένα μεγάλο δίκτυο εθνικών πάρκων για την προστασία σημαντικών περιοχών χλωρίδας και πανίδας. 

Στην περίοδο της ταχείας οικονομικής ανάπτυξης μετά τον Β 'Παγκόσμιο Πόλεμο, οι περιβαλλοντικές πολιτικές υποβαθμίστηκαν από την κυβέρνηση και τις βιομηχανικές εταιρείες. Ως εκ τούτου, η περιβαλλοντική ρύπανση ήταν ευρέως διαδεδομένη στη δεκαετία του 1950 και του 1960. Ανταποκρινόμενη στην αυξανόμενη ανησυχία για το πρόβλημα, η κυβέρνηση εισήγαγε αρκετούς νόμους για την προστασία του περιβάλλοντος το 1970. Η πετρελαϊκή κρίση το 1973 ενθάρρυνε επίσης την αποδοτική χρήση της ενέργειας λόγω της έλλειψης φυσικών πόρων στην Ιαπωνία. Τα τρέχοντα περιβαλλοντικά ζητήματα περιλαμβάνουν την αστική ατμοσφαιρική ρύπανση, τη διαχείριση αποβλήτων, τον ευτροφισμό του νερού και την κλιματική αλλαγή.

Η Ιαπωνία κατέχει την 20η θέση στο Δείκτη Περιβαλλοντικής Απόδοσης του 2018, η οποία μετρά τη δέσμευση ενός έθνους για περιβαλλοντική βιωσιμότητα. 

Η Ιαπωνία είναι μια από τις ισχυρότερες βιομηχανικές χώρες και μαζί με άλλες αποτελούν σήμερα μια ισχυρή βιομηχανική και εμπορική ζώνη που ανταγωνίζονται τις Η.Π.Α και την Ευρώπη. Η μεγάλη οικονομική ανάπτυξη της Ιαπωνίας συντελέστηκε σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα και ύστερα από σημαντικές καταστροφές που είχαν συμβεί στη χωρά κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, γεγονός που αποτέλεσε το ιαπωνικό θαύμα. Πάντως η οικονομία της χώρας τα τελευταία χρόνια μαστίζεται από σοβαρά οικονομικά προβλήματα αφού το δημόσιο χρέος της εκτοξεύτηκε στο 205% που είναι και το μεγαλύτερο στο κόσμο. 

Μερικά από τα δομικά χαρακτηριστικά της οικονομικής ανάπτυξης της Ιαπωνίας αναπτύχθηκαν κατά την περίοδο Έντο, όπως το δίκτυο μεταφορών, οδικών και ναυτιλιακών, και τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης, τραπεζικό και ασφαλιστικό σύστημα των μεσιτών ρυζιού της Οσάκα. Κατά τη διάρκεια της περιόδου Μεϊτζί από το 1868, η Ιαπωνία επεκτάθηκε οικονομικά, εναγκαλιζόμενη την οικονομία της αγοράς. Πολλές από τις σημερινές επιχειρήσεις ιδρύθηκαν εκείνη την εποχή, και την Ιαπωνία αναδείχθηκε ως το πιο ανεπτυγμένο έθνος στην Ασία. Η περίοδος ανάπτυξης της συνολικής πραγματικής οικονομικής από τη δεκαετία του 1960 τη δεκαετία του 1980 έχει χαρακτηριστεί ως το ιαπωνικό μεταπολεμικό οικονομικό θαύμα: ο ρυθμός ανάπτυξης ήταν κατά μέσο όρο 7,5% στις δεκαετίες του 1960 και του 1970 και 3,2% στη δεκαετία του 1980 και στις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Η ανάπτυξη επιβραδύνθηκε σημαντικά στην δεκαετία του 1990, χρονική περίοδο που οι Ιάπωνες αποκαλούν «χαμένη δεκαετία», κυρίως λόγω των επιπτώσεων της ιαπωνικής φούσκας των τιμών των περιουσιακών στοιχείων και των εγχώριων πολιτικών που προορίζονταν να στραγγαλίσουν κερδοσκοπικά πλεονάσματα από τα χρηματιστήρια και τις αγορές ακινήτων. Οι προσπάθειες της κυβέρνησης για αναζωογόνηση της οικονομικής ανάπτυξης είχαν μικρή επιτυχία και παρεμποδίστηκαν περισσότερο από την επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας το 2000. Η οικονομία έδειξε σημαντικά σημάδια ανάκαμψης μετά το 2005: η αύξηση του ΑΕΠ για το ίδιο έτος ήταν 2,8%, ξεπερνώντας τους ρυθμούς ανάπτυξης των ΗΠΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου.

Από το 2012, η Ιαπωνία είναι η τρίτη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα, όσον αφορά το ονομαστικό ΑΕΠ, και η τέταρτη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Κίνα και την Ινδία, όσον αφορά την αγοραστική δύναμη. Όσον αφορά το Δεκέμβριο του 2013, το δημόσιο χρέος της Ιαπωνίας ήταν περισσότερο από 200 τοις εκατό του ετήσιου ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος της, το δεύτερο μεγαλύτερο από κάθε έθνος στον κόσμο. Τον Αύγουστο του 2011, η αξιολόγηση της Moody's υποβάθμισε τη μακροπρόθεσμη αξιολόγηση του δημόσιου χρέους της Ιαπωνίας κατά μια βαθμίδα, από Aa3 σε Aa2, σε αντιστοιχία με το μέγεθος του ελλείμματος και το επίπεδο δανεισμού της χώρας. Τα μεγάλα ελλείμματα του προϋπολογισμού και του δημόσιου χρέους από την παγκόσμια ύφεση του 2009 και ακολουθούμενα από το σεισμό και το τσουνάμι το Μάρτιο 2011 οδήγησαν στην υποβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης.

Ο τομέας των υπηρεσιών αποτελεί τα τρία τέταρτα του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος. Η Ιαπωνία έχει μεγάλη βιομηχανική βάση, και είναι έδρα μερικών από τους μεγαλύτερους και πιο τεχνολογικά προηγμένους παραγωγούς μηχανοκίνητων οχημάτων, ηλεκτρονικών, εργαλειομηχανών, χάλυβα και μη σιδηρούχων μετάλλων, πλοίων, χημικών ουσιών, κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων και επεξεργασμένων τροφίμων. Γεωργικές επιχειρήσεις στην Ιαπωνία καλλιεργούν το 13 τοις εκατό του εδάφους της χώρας, και στην Ιαπωνία αλιεύεται σχεδόν το 15 ​​τοις εκατό των παγκόσμιων αλιευμάτων, δεύτερη μόνο μετά την Κίνα. Το 2010, το εργατικό δυναμικό της Ιαπωνίας αποτελείται από 65.900.000 εργαζομένους. Ιαπωνία έχει χαμηλό ποσοστό ανεργίας, της τάξης του τέσσερα τοις εκατό. Περίπου 20 εκατομμύρια άνθρωποι, περίπου το 17 τοις εκατό του πληθυσμού, ήταν κάτω από το όριο της φτώχειας το 2007. Η στέγαση στην Ιαπωνία χαρακτηρίζεται από περιορισμένη προσφορά γης σε αστικές περιοχές.

Μερικές από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις στην Ιαπωνία περιλαμβάνουν τις Toyota, Nintendo, NTT DoCoMo, Canon, Honda, Takeda Pharmaceutical, Sony, Panasonic, Toshiba, Sharp, Nippon Steel και Nippon Oil. Έχει κάποια από τις μεγαλύτερες τράπεζες στον κόσμο και το Χρηματιστήριο του Τόκιο (γνωστό ως Nikkei 225 και TOPIX) είναι το δεύτερο μεγαλύτερο στον κόσμο με βάση την κεφαλαιοποίηση της αγοράς. Το 2006, στην Ιαπωνία έδρευαν 326 εταιρείες από τις εταιρείες που συμπεριλήφθηκαν στο Forbes Global 2000, ή 16,3 %.

Κύριες εισαγωγές της Ιαπωνίας είναι μηχανήματα και εξοπλισμός, ορυκτά καύσιμα, τρόφιμα (κυρίως βόειο κρέας), χημικά προϊόντα, κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα και πρώτες ύλες για τις βιομηχανίες της. Με τα μέτρα του μεριδίου αγοράς του 2008, οι εγχώριες αγορές είναι λιγότερο ανοικτές από οποιαδήποτε χώρα του ΟΟΣΑ.

Όσον αφορά το 2011, το 46,1% της ενέργειας στην Ιαπωνία παράγεται από πετρέλαιο, 21,3% από τον άνθρακα, 21,4% από το φυσικό αέριο, 4,0% από πυρηνική ενέργεια και 3,3% εκατό από την υδροηλεκτρική ενέργεια. Η πυρηνική ενέργεια παρήγαγε το 9,2% της ιαπωνικής ηλεκτρικής ενέργειας το 2011, κάτω από 24,9 τοις εκατό σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Ωστόσο, όπως τις 5 Μαΐου 2012, το σύνολο των πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής της χώρας έχει τεθεί εκτός λειτουργίας, λόγω της συνεχιζόμενης δημόσιας αντιπολίτευσης μετά την πυρηνική καταστροφή της Φουκουσίμα Νταϊτσί, αν και κυβερνητικοί αξιωματούχοι συνεχίζουν να προσπαθούν να επηρεάσουν την κοινή γνώμη υπέρ της επαναλειτουργίας τουλάχιστον μερικών από τους 50 πυρηνικούς αντιδραστήρες της Ιαπωνίας. Λαμβάνοντας υπόψη τη μεγάλη της εξάρτηση από την εισαγόμενη ενέργεια, η Ιαπωνία έχει ως στόχο να διαφοροποιήσει τις πηγές ενέργειάς της και να διατηρήσει υψηλά επίπεδα ενεργειακής απόδοσης.

Οι δαπάνες για τους δρόμους της Ιαπωνίας υπήρξαν εκτεταμένες. Τα 1.200.000 χιλιόμετρα ασφαλτοστρωμένου δρόμου είναι το κύριο μέσο μετακίνησης. Ένα ενιαίο δίκτυο υψηλής ταχύτητας, διαιρούμενο, περιορισμένης πρόσβασης δρόμοι με διόδια συνδέουν τις μεγάλες πόλεις και τους λειτουργούν επιχειρήσεις που μαζεύουν διόδια. Νέα και μεταχειρισμένα αυτοκίνητα είναι φθηνά, και οι αμοιβές ιδιοκτησίας αυτοκινήτων και οι εισφορές καυσίμων χρησιμοποιούνται για την προώθηση της ενεργειακής απόδοσης. Ωστόσο, με μόλις το 50 τοις εκατό του συνόλου της διανυόμενης απόστασης, η χρήση των αυτοκινήτων είναι η χαμηλότερη όλων των χωρών του G8. Η οδήγηση γίνεται στα αριστερά.

Δεκάδες ιαπωνικές σιδηροδρομικές εταιρείες ανταγωνίζονται σε περιφερειακές και τοπικές αγορές τη μεταφορά επιβατών. Μεγάλες εταιρείες περιλαμβάνουν επτά επιχειρήσεις της JP, την Kintetsu Corporation, Seibu Railway και Keio Corporation. Περίπου 250 σινκανσέν τρένα μεγάλης ταχύτητας συνδέουν μεγάλες πόλεις και τα ιαπωνικά τρένα είναι γνωστά για την ασφάλεια και την ακρίβεια τους. Προτάσεις για μια νέα διαδρομή τρένων μαγνητικής αιώρησης (Μαγκλέβ) μεταξύ Τόκιο και Οσάκα βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο. Υπάρχουν 175 αεροδρόμια στην Ιαπωνία. Το μεγαλύτερο εγχώριο αεροδρόμιο είναι το αεροδρόμιο Χανέντα, το οποίο επίσης είναι το δεύτερο πιο πολυσύχναστο αεροδρόμιο της Ασίας. Οι μεγαλύτερες διεθνείς πύλες είναι το διεθνές αεροδρόμιο Ναρίτα, το Διεθνές Αεροδρόμιο Κανσάι και το διεθνές αεροδρόμιο του Τσούμπου. Το λιμάνι της Ναγκόγια είναι το μεγαλύτερο και πιο πολυσύχναστο λιμάνι στη χώρα, αντιπροσωπεύοντας το 10 τοις εκατό της εμπορικής αξίας της Ιαπωνίας.

Αρχηγός Κράτους είναι ο Αυτοκράτορας Ναρουχίτο, ο οποίος ενθρονίστηκε την 1η Μαΐου 2019 στη θέση του πατέρα του αυτοκράτορα Ακιχίτο. Από τις 26 Δεκεμβρίου του 2012 πρωθυπουργός είναι ο Σίνζο Άμπε.

Δικαίωμα ψήφου έχουν όσες και όσοι είναι ηλικίας 18 ετών και άνω. Το διθάλαμο Κοινοβούλιο αποτελείται από την Άνω Βουλή (Οίκος των Συμβούλων) με 242 μέλη με θητεία εξαετή (εκλογές ανά τριετία) και την Κάτω Βουλή (Βουλή των Αντιπροσώπων) με 480 μέλη.

Η Διεθνής Αμνηστία στηλίτευσε το γεγονός ότι η θανατική ποινή ισχύει. Στη χώρα επικρατεί η πρακτική να ειδοποιούνται οι κατάδικοι ότι θα απαγχονιστούν μόλις την ημέρα της εκτέλεσής τους, ενώ οι οικογένειές τους ειδοποιούνται μόνο μετά την εκτέλεση.

Ο ιαπωνικός πολιτισμός δέχτηκε πολλές επιδράσεις από τον πολιτισμό της Κίνας και της Κορέας. Ο σύγχρονος πολιτισμός περιλαμβάνει επιρροές από την Ασία, Ευρώπη και Βόρεια Αμερική. Παραδοσιακές ιαπωνικές τέχνες περιλαμβάνουν την κεραμική, την υφαντουργία, την κατασκευή σπαθιών, κουκλών και λάκας και παραστάσεις μπουνράκου, καμπούκι, νο, χορού και ρακούγκο. Άλλες τέχνες από την Ιαπωνία είναι το ικεμπάνα, πολεμικές τέχνες, η καλλιγραφία, το οριγκάμι, η τελετουργία του τσαγιού, τα μάνγκα και τα άνιμε και οι γκέισες.

Το θέατρο στην Ιαπωνία γνωρίζει εξαιρετική άνθηση. Στην Ιαπωνία αναπτύχθηκε το θέατρο Νο, λέξη που σημαίνει «παράσταση, εκτέλεση, δράμα». Οι ηθοποιοί την εκτελούν με αργές και γεμάτες θρησκευτικότητα κινήσεις. Η τοπική θρησκεία είναι ο Σιντοϊσμός και έχει 100,000 ιερά και 78,890 σε όλη την χώρα. Ο Βουδισμός ήρθε στην χώρα το 538 ή το 552, εισηγμένο από το βασίλειο των Μπάεκτζε στην Κορέα. 

Τα ιερά της Ίσε θεωρούνται το πρωταρχικό δείγμα ιαπωνικής αρχιτεκτονικής. Οι παραδοσιακοί ναοί και κατοικίες είναι κυρίως από ξύλο και χρησιμοποιούν πατώματα από τατάμι και συρρόμενες πόρτες (σόγκι), τα οποία αποσυνθέτουν την έννοια των δωματίων και του εσωτερικού και εξωτερικού χώρου. Η ιαπωνική γλυπτική, κυρίως σε ξύλο, και η ιαπωνική ζωγραφική είναι ανάμεσα στις παλαιότερες ιαπωνικές τέχνες, με τις πρώτες εικονιστικές παραστάσεις να χρονολογούνται τουλάχιστον από το 300 π.Χ. Η ιστορία της ιαπωνικής ζωγραφικής χαρακτηρίζεται από τη σύνθεση και τον ανταγωνισμό ανάμεσα στην ιθαγενή ιαπωνική αισθητική και την προσαρμογή εισαγόμενων ιδεών.

Η αλληλεπίδραση ανάμεσα σε ιαπωνική και ευρωπαϊκή τέχνη ήταν σημαντική, π.χ. το ουκίγιο-ε, το οποίο άρχισε να εξάγεται τον 19ο αιώνα με το κίνημα γνωστό ως Ιαπωνισμός, είχε σημαντική επίδραση στην εξέλιξη της σύγχρονης τέχνης στη δύση, κυρίως στον μεταϊμπρεσιονισμός. Διάσημοι καλλιτέχνες του ουκίγιο-ε ήταν ο Χοκουσάι και ο Χιροσίτζε. Η σύντηξη παραδοσιακής ξυλοτυπίας και δυτικής τέχνης οδήγησε στην δημιουργία των μάνγκα, μια μορφή κόμικς η οποία είναι δημοφιλής τόσο εντός όσο και εκτός Ιαπωνίας. Τα κινούμενα σχέδια τα οποία είναι εμπνευσμένα από τα μάνγκα ονομάζονται άνιμε. Ιαπωνικές παιχνιδομηχανές είναι δημοφιλείς από τη δεκαετία του 1980.

Η ιαπωνική μουσική είναι εκλεκτική και ποικίλη. Πολλά μουσικά όργανα, όπως το κότο, εισήχθησαν το 9ο και 10ο αιώνα, το συνοδευτικό αφηγηματικό θέατρο Νο από τον 14ο αιώνα και η λαϊκή μουσική, με το σαν κιθάρα σαμισέν, τον 16ο αιώνα. Η δυτική κλασσική μουσική, η οποία εισήχθη στα τέλη του 19ου αιώνα, τώρα αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του ιαπωνικού πολιτισμού. Η αυτοκρατορική ορχήστρα γκαγκάκου έχει επηρεαστεί από το έργο μερικών σύγχρονων δυτικών συνθετών. Αξιοσημείωτοι κλασσικοί συνθέτες από την Ιαπωνία είναι ο Τόρου Τακεμίστου και ο Ρεντάρο Τάκι.

Η λαϊκή μουσική στην μεταπολεμική Ιαπωνία έχει επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από τις αμερικανικές και ευρωπαϊκές τάσεις, οι οποίες οδήγησαν στην εξέλιξη της J-pop. Το καραόκε είναι πιο κοινή πολιτιστική δραστηριότητα στην Ιαπωνία. Μια έρευνα του 1993 από το Γραφείο Πολιτιστικών Υποθέσεων βρήκε ότι περισσότεροι Ιάπωνες τραγούδησαν καραόκε εκείνο το χρόνο απ'ότι συμμετείχαν σε παραδοσιακές δραστηριότητες όπως το ικεμπάνα και οι τελετουργίες του τσαγιού.

Η ιαπωνική κουζίνα χρησιμοποιεί ως βάση τροφές όπως το ιαπωνικό ρύζι και τα νουντλς, τις οποίες αναμιγνύει με σούπα ή οκάζου - πιάτα από ψάρι, λαχανικά, τόφου κ.ά.- για να τους δώσουν γεύση. Στην αρχή της σύγχρονης περιόδου εισήχθησαν στην Ιαπωνία συστατικά όπως το κόκκινο κρέας τα οποία δεν είχαν χρησιμοποιηθεί παλαιότερα. Ο οδηγός Μισελέν έχει δώσει στα εστιατόρια στην Ιαπωνία περισσότερα αστέρια απ'ότι σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο μαζί. Η ιαπωνική κουζίνα είναι γνωστή για την έμφαση που δίνει στην εποχικότητα των τροφίμων, την ποιότητα των συστατικών και την παρουσίαση. Η ιαπωνική κουζίνα προσφέρει μια μεγάλη ποικιλία από τοπικές σπεσιαλιτέ για τις οποίες χρησιμοποιούνται παραδοσιακές συνταγές και τοπικά συστατικά.

Τα παραδοσιακά ιαπωνικά γλυκά είναι γνωστά ως ουαγκάσι. Χρησιμοποιούνται συστατικά όπως πάστα κόκκινου φασολιού και μότσι. Οι πιο σύγχρονες γεύσεις περιλαμβάνουν παγωτό πράσινου τσαγιού, μια πολύ δημοφιλής γεύση. Το κακιγκόρι είναι ένα επιδόρπιο θρυμματισμένου πάγου στον οποίο για γεύση προστίθεται σιρόπι ή συμπυκνωμένο γάλα. Συνήθως πωλείται στα καλοκαιρινά φεστιβάλ. 

Το παραδοσιακό άθλημα της Ιαπωνίας θεωρείται το σούμο. Πολεμικές τέχνες οι οποίες προέρχονται από την Ιαπωνία είναι το τζούντο, το καράτε, το κέντο, το ζιουζίτσου κ.α. Οι Ιάπωνες είναι αθλητικός λαός και συχνά ασχολούνται με κάποιο άθλημα, είτε παραδοσιακό όπως το καράτε, το αϊκίντο ή το σούμο, είτε κάποιο δυτικό όπως το μπέιζμπολ, το ράγκμπι, το ποδόσφαιρο ή το γκολφ. Στη χώρα είναι ανεπτυγμένος επίσης και ο μηχανοκίνητος αθλητισμός, με αρκετές πίστες για αγώνες σε διάφορες κατηγορίες. Η Ιαπωνία φιλοξένησε τους θερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες το 1964 και τους χειμερινούς το 1972 στο Σαππόρο και το 1998 στο Ναγκάνο. Επίσης οι Θερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες 2020 θα διεξαχθούν στο Τόκιο, το οποίο θα γίνει η πρώτη ασιατική πόλη που θα φιλοξενήσει τους ολυμπιακούς αγώνες δύο φορές.

Αν και το ποδόσφαιρο δεν είναι δημοφιλές στην Ιαπωνία όσο το μπέιζμπολ, τα τελευταία χρόνια έχει προοδεύσει αρκετά. Υπάρχουν 2 εθνικές κατηγορίες με επαγγελματικούς ποδοσφαιρικούς συλλόγους (J.LEAGUE). Το ιαπωνικό πρωτάθλημα ποδοσφαίρου διεξάγεται από το 1992. Επιτυχίες του ιαπωνικού ποδοσφαίρου σε συλλογικό επίπεδο είναι η κατάκτηση του ασιατικού Τσάμπιονς Λιγκ τη χρονιά 2007 από την Ουράβα Ρέζου, και το 2008 από την Γκάνμπα Όσακα. Σε εθνικό επίπεδο, η ιαπωνική ποδοσφαιρική ομάδα συμμετέχει σε όλα τα Μουντιάλ από το 1998. Επίσης, η Ιαπωνία οργάνωσε επιτυχώς το Μουντιάλ του 2002 μαζί με τη Νότια Κορέα. Η γυναικεία ομάδα ποδοσφαίρου της Ιαπωνίας κατέκτησε το παγκόσμιο πρωτάθλημα ποδοσφαίρου το 2011.

Ο πληθυσμός, με βάση την απογραφή του 2010, είναι 128.057.352. Το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού, σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2019 του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας ήταν 84,3 χρόνια (81,5 χρόνια οι άνδρες και 86,9 οι γυναίκες).

Η Ιαπωνία διαθέτει τη μεγαλύτερη αναλογία ηλικιωμένων ανθρώπων σε όλο τον κόσμο. Η χώρα αντιμετωπίζει πληθυσμιακή υπεργήρανση σε αγροτικές και αστικές περιοχές. Σύμφωνα με στοιχεία του 2014, το 33% του ιαπωνικού πληθυσμού είναι ηλικίας 60 ετών και άνω, το 25,9% 65 ετών και άνω και το 12,5% 75 ετών και άνω. Τον Σεπτέμβριο του 2018, για πρώτη φορά στην ιστορία, ένας στους πέντε κατοίκους της Ιαπωνίας ήταν ηλικίας 70 ετών και άνω. Επίσης ένας σημαντικός αριθμός Ιαπώνων ανδρών και γυναικών επιλέγει να μην παντρευτεί και να μην αποκτήσει παιδιά. To 2016 ο αριθμός των ετήσιων γεννήσεων στην Ιαπωνία δεν υπερέβη για πρώτη φορά το 1.000.000. Η μεγάλη αυτή δημογραφική μεταβολή έχει προκαλέσει έναν αριθμό κοινωνικών θεμάτων, καθώς ο αριθμός των ενεργών Ιαπώνων εργαζομένων μειώνεται διαρκώς και οι κοινωνικές δαπάνες αντιμετωπίζουν επίσης μία πιθανή μείωση, καθώς ο αριθμός των συνταξιούχων θα υπερβαίνει αυτόν των εργαζομένων. Το 2050 ο πληθυσμός της Ιαπωνίας αναμένεται να μειωθεί σε 95.000.000 ανθρώπους και το 2100 σε 47.000.000.

Το Τόκιο είναι μία από τις μεγαλύτερες πόλεις του κόσμου με περισσότερους από 12.500.000 κατοίκους. Η Γιοκοχάμα βρίσκεται σε απόσταση 35 χιλιομέτρων και έχει περισσότερους από 3,6 εκατομμύρια κατοίκους. Άλλες μεγάλες πόλεις της είναι το Κιότο, η Οσάκα, η Ναγκόγια και οι ιστορικές πόλεις Χιροσίμα και Ναγκασάκι, που το 1945 καταστράφηκαν εντελώς από ατομικές βόμβες.

Οι νομοί υπάγονται σε ευρύτερα διαμερίσματα. Η λέξη «νομός» αποδίδει τους ιαπωνικούς όρους το (都), ντόου (道), φου (府) και κεν (県). Η λέξη το (πρωτεύουσα) χρησιμοποιείται μόνο για το Τόκυο ως Τόκυο-το, η λέξη ντόου (δρόμος) μόνο ως Χοκκαϊ-ντόου, η λέξη φου (κυβέρνηση) μόνο για το Κυότο και την Όσακα αντίστοιχα ως Κυότο-φου και Όσακα-φου. Τέλος, για όλους τους άλλους νομούς χρησιμοποιείται η λέξη κεν (Ακίτα-κεν, Ιβάτε-κεν κοκ). Οι νομοί από βόρεια προς νότια είναι (σύμφωνα με τη σειρά ISO):

Η ονομασία Ιαπωνία προέρχεται από τη γαλλική Japon με την προσθήκη της κατάληξης ια η οποία παρατηρείται στις ελληνικές ονομασίες πολλών χωρών. Το νεολατινικό γράμμα J προέρχεται από το λατινικό Ι το οποίο βασίζεται στο ελληνικό. Η μετατροπή του ο σε ω παρατηρείται σε αρκετά ελληνικοποιημένα ονόματα όπως Ρωσσία, Φλώριδα, και Κωνσταντίνος.




#Article 55: Θρησκεία (1056 words)


Θρησκεία είναι κάθε πολιτιστικό σύστημα σχεδιασμένων ηθών, συμπεριφορών, απόψεων και καθημερινών πρακτικών, όπως κοσμοθεάσων, ιερών κειμένων, ιερών τόπων και οργανισμών τα οποία συνδέουν τους ανθρώπους με υπερφυσικά φαινόμενα ή οντότητες. Επίσης θρησκεία είναι ο σεβασμός, ο ιερός φόβος και η αφοσίωση του ανθρώπου προς ένα υπέρτατο ον.

Η βασική δυσκολία ορισμού της θρησκείας οφείλεται στην πολλαπλότητά της και στο πολύπλευρο των ουσιαστικών της γνωρισμάτων.
Όπως επισημαίνει ο Γουίλι Μπρον (), αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αλμπέρτα του Καναδά, «ο όρος είναι ένα αόριστο σημαίνον, ικανός να προσκολλάται  σε μια ποικιλία αντικειμένων. [...] Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι η ιστορία της κατηγορίας ΄΄θρησκεία΄΄ είναι συγχρόνως εν μέρει μια ιστορία της ολίσθησης της κατηγορίας στους κόλπους των ομολογιακών (θεολογικών, απολογητικών) αντιλήψεων των θρησκευτικών κοινοτήτων[...]»
Οι ορισμοί έχουν διαμορφωθεί στη Χριστιανική Δύση και στηρίζονται στην εμπειρία των μονοθεϊστικών θρησκειών, εξισώνοντας τη Θρησκεια με την πίστη σε ένα ύψιστο Όν, αδυνατώντας να συμπεριλάβουν τα θρησκευτικά μορφώματα των ασιατικών και των πρωτόγονων λαών. Οι Ευρωπαίοι αποικιοκράτες του 17ου, 18ου και 19ου αι., αρνούνταν να εντοπίσουν και το παραμικρό ίχνος θρησκείας στους ιθαγενείς.

Οι διάφοροι ορισμοί της θρησκείας θα μπορούσαν να χωριστούν σε ουσιοκρατικούς, όπου η έμφαση δίνεται στα βασικά εσωτερικά χαρακτηριστικά: η βάση του ορισμού είναι οντολογική, η γλώσσα στις θρησκείες αναφέρεται στα θρησκευτικά αντικείμενα, το περιεχόμενο αυτών των θρησκειών είναι διαπολιτισμικά σταθερό. Η αναφορά γίνεται σε κάτι Υπερκόσμιο, ενώ αποτιμάται θετικά ή αρνητικά Οι πολιτισμικοί ορισμοί είναι λειτουργικοί, η γλώσσα συμβολική, επικοινωνιακή, το περιεχόμενο σύμφωνα με αυτούς αυθαίρετο και ιστορικά συγκεκριμένο, η αναφορά κοσμική και τέλος, η αξιολόγηση συχνά ουδέτερη.

Τα βασικά συστατικά της θρησκείας είναι η πίστη, η λατρεία, ο Ιερός φόβος και το ήθος.

Ο κατ' εξοχήν όρος είναι η λέξη Θρησκεία: η ετυμολογία της είναι αβέβαιη. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο (Αλέξανδρος 2,5[Ι 665 a]η λέξη θρησκεία ετυμολογείται από τη λέξη Θρήσσα-Θρήσσαι, δηλαδή από τις μυημένες στα Καβείρια μυστήρια θράκισσες γυναίκες που καταλαμβάνονταν από ενθουσιασμό και ιερή μανία.

Από το ρήμα θρέομαι, θροέω =κράζω μεγαλοφώνως, θορυβώ προκαλώντας θρούν -θρόϊσμα, παθητικώς: ταράσσομαι, τρέμω. Στον Ησύχιο θρέσκος, αντί θρήσκος.

Σύμφωνα με τους γλωσσολόγους των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών, η ρίζα θρησκ- με τη ρίζα θεράπ-, έτσι που το ρήμα θρησκεύω να σημαίνει θεραπέυω=υπηρετώ, λατρεύω τους θεούς.

Τέλος, σύμφωνα με άλλη ετυμολογία, η λέξη θρησκεία, μάλον σχετίζεται με το ρήμα θρώσκω, δηλαδή αναβαίνω.

Στην Καινή Διαθήκη ο όρος θρησκεία δηλώνει τιμή, λατρεία του Θεού, πίστη.

Από το θρήσκος παράγεται το θρησκεύω δηλαδή εισάγω και εκτελώ θρησκευτικά χρέη. Θρήσκευμα: θρησκευτική λατρεία, ορισμένη θρησκεία. Θρησκεύσιμος: αυτός που ανήκει στη λατρεία., θρησκευτήριον: τόπος προς λατρείαν, θρησκευτής: ο λατρεύων, ο μοναχός, Θρησκία: οι θρησκευτικές πράξεις. 
Γενικά η λέξη θρησκεία δηλώνει την τήρηση των θείων εντολών και τη λατρεία του θείου.

Άλλες λέξεις δηλωτικές της θρησκευτικής πράξης και στάσεως είναι: σέβας και ευσέβεια, δέος: δηλαδή το ιερό δέος, τον φόβο του Θεού, τον σεβασμό, την μεγάλη τιμή, τον θαυμασμό, την έκπληξη
Η λέξη λατρεία αρχικά σήμαινε την υπηρεσία του εργαζόμενου με αμοιβή. Προοδευτικά δήλωνε τη αφοσίωση και την αγάπη στον Θεό και τη λατρεία προς τους θεούς. Η λέξη λάτρις σημαίνει θεράπων
Τέλος άλλη λέξη που χρησιμοποιείται είναι η θεραπεία από το ρήμα θεραπεύω: είμαι θεράπων, λατρεύω , τιμώ.

Η λέξη religio: αρχικά η λέξη στον ενικό δήλωνε τον φόβο, ενδοιασμό ή την ανησυχία της ανθρώπινης ψυχής σχετικά με την ακρίβεια του πρακτέου. Στον πληθυντικό δήλωνε την ακρίβεια για τα λατρευτικά πράγματα.
Ο λατινικός όρος religio αποκτούσε το νόημά του σε σχέση με το αντίθετό του, τη δεισιδαιμονία superstitio.

Σύμφωνα με τον Κικέρωνα και τον Αυγουστίνο,  η λέξη religio ετυμολογείται από τα ρήματα relegere και religare που δηλώνουν δεσμό, ενότητα, σύνδεση, ένωση.
Οι λατινόφωνοι χριστιανοί χρησιμοποίησαν τη λέξη Religio για να δηλώσουν τη θρησκεία, αλλά με σκοπό την διαφοροποίησή τους από τη Ρωμαϊκή, προσέθεταν τον όρο: vera: αληθινή.
Οι Λατίνοι πατέρες ετυμολόγησαν τη λέξη religio ως εξής: ο Αυγουστίνος από το ρήμαreligare , δηλαδή συνδέω, επανασυνδέω H ετυμολογία αυτή ήταν γνωστή από το Servius στις Αινειάδες 8, 349: μια τέτοια ετυμολόγηση συμφωνούσε με την περί αληθινής θρησκείας αντίληψη του Χριστιανισμού, που θεωρούσε πως ήταν αυτή μέσω της οποίας η ψυχή επανασυνδέεται κατά τη συμφιλίωσή της με τον ένα Θεό, από τον οποίο κατά κάποιο τρόπο είχε χωρισθεί βιαίως.

Οι Βαβυλώνιοι ονόμασαν την προσέγγιση αυτή puluhta (φόβος , δέος , σεβασμός) και οι Ισραηλίτες torah 'η berit. Η Παλαιά Διαθήκη δεν γνωρίζει μια ιδιαίτερη λέξη για τη θρησκεία Στα νέα εβραϊκά, χρησιμοποιείται η λέξη dat, ετυμολογούμενη, από το αραμαϊκό dat, εντολή, Νόμοςκαι χρησιμοποιείται στην επιστολή του Πέρση βασιλιά Αρθασασθά (Αρταξέρξη) προς τον Έσδρα για να δηλώσει τον Νόμο του Θεού, αλλά και το νόμο του βασιλέως.

Το Ισλάμ χρησιμοποιεί την αρχαία λέξη din για να δηλώσει τη θρησκεία Η λέξη din στην προϊσλαμική Αραβία, σήμαινε τα έθιμα και τις συνήθειες, το δίκαιο, την κρίση, το δικαστήριο. Καθώς ο Μωάμεθ καθόρισε όλα αυτά να σχετίζονται με την πίστη στον ένα Θεό και με τις υποχρεώσεις του πιστού σε αυτόν το din ταυτίστηκε με το Islam (αφοσίωση και υπακοή στο Θεό)

Στον Ζωροαστρισμό η λέξη daena δηλώνει τη θρησκεία και σήμαινε την εσώτατη φύση, το πνευματικό εγώ, τη διάθεση και το φρόνημα.

Στην Κίνα η λέξη chiao (τσιάο) δήλωνε τις τρεις μεγάλες θρησκείες της χώρας : τον Κομφουκιανισμό τον Ταοϊσμό και τον Βουδισμό Η λέξη ειδικότερα δηλώνει τη διδασκαλία, συμπεριλαμβάνοντας τις ειδικές θρησκευτικές αντιλήψεις και θεωρίες , τη σκέψη, την κοσμοθεωρία.

Στην Ιαπωνία ο όρος είναι γραμμένος με τα ίδια σημεία Kyo, συνώνυμο του Κορεατικού hak.

Η αναζήτηση για την προέλευση της θρησκείας αποτέλεσε ιδιαίτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα της έρευνας του δέκατου ένατου αιώνα: το εντόπιζαν εκτός του θείου και γενικά κάτι διαφορετικό από αυτό που καθόριζαν οι παραδοσιακές θρησκευτικές αρχές.
Οι διάφορες θεωρίες περί προελεύσεως της θρησκείας μπορούν να συνοψισθούν σε δύο κατηγορίες:

α) Θεωρίες επί μυθολογικής βάσεως: 1) προέλευση της θρησκείας από την Μυθολογια της φύσεως (Naturmythologiew) 2) η προέλυση από την Αστρική μυθολογία (Panbabylonismus) Οι θεωρίες αυτές έχουν καταρρεύσει από την εθνολογία, λαογραφία

β) Θεωρίες εθνολογικής και κοινωνικής βάσης: 1)Προγονολατρεία, 2) ανιμισμός 3) Προανισμός δ) Δυναμισμός και Μαγεία 5)Τοτεμισμός 6) Πρωτομονοθεϊσμός

Υπάρχουν διάφορες κατατάξεις των θρησκευμάτων στην ιστορία της μελέτης της θρησκείας από φιλοσόφους και θρησκειολόγους.
Με βάση την έκταση επιρροής τους διακρίνονται σε 

Μια άλλη κατάταξη είναι σε αυτά που αναπτύχθηκαν με κεντρική ιδέα την παγκόσμια αρμονία του κόσμου (Ινδουισμός, Βουδισμός, Κομφουκιανισμός, Ταοϊσμός) και σε εκείνα που στηρίζονται σε ιστορική αποκάλυψη του Θεού (Ιουδαϊσμός, Χριστιανισμός, Ισλάμ)

Τρεις κατηγορίες θρησκειών διακρίνουν όσοι τις χωρίζουν ως προς το αντικείμενό τους:




#Article 56: Περιφέρειες της Ελλάδας (346 words)


Περιφέρειες ονομάζονται οι 13 δευτεροβάθμιοι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης του ελληνικού κράτους. Κάθε περιφέρεια έχει συσταθεί σε μια ευρύτερη περιοχή της χώρας (εξαιρουμένου του Αγίου Όρους), διαθέτει δικές της αυτοτελείς υπηρεσίες και προϋπολογισμό και τα όργανά της εκλέγονται με καθολική ψηφοφορία. Οι αρμοδιότητές της απλώνονται σε ένα ευρύ φάσμα: από το σχεδιασμό, το συντονισμό και την εφαρμογή των πολιτικών που άπτονται των ζητημάτων της περιοχής, μέχρι και επιμέρους καθήκοντα της κεντρικής διοίκησης που μπορεί να της ανατεθούν με νόμο.

Ο όρος εμπεριέχει επίσης γεωγραφική σημασία, υπό την έννοια ότι οι περιφέρειες διαθέτουν συγκεκριμένη έκταση, πληθυσμό και έδρα, όμως ο αμιγώς γεωγραφικός όρος είναι το διαμέρισμα. Από τις δεκατρείς περιφέρειες, μόλις τρεις ταυτίζονται εδαφικά με διαμέρισμα: Ηπείρου, Θεσσαλίας και Κρήτης.

Μια ιδιότυπη διαίρεση της χώρας σε περιφέρειες (με την ονομασία Περιφερειακαί Διοικήσεις) έγινε από τη χούντα των συνταγματαρχών με τη μεταρρύθμιση του 1971, αλλά ακυρώθηκε δύο χρόνια αργότερα, μετά το πραξικόπημα Ιωαννίδη. Σύμφωνα με το τότε χουντικό πρόγραμμα, οι περιφέρειες ήταν μόλις επτά και οι διορισμένοι διοικητές τους εισέρχονταν αυτομάτως στο Υπουργικό Συμβούλιο ως υφυπουργοί.

Η σύσταση των κανονικών περιφερειών με τα σημερινά τους όρια έγινε από την δεύτερη κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου και τον υπουργό Εσωτερικών Μένιο Κουτσόγιωργα με το Ν.1622/1986 «για την Περιφερειακή Ανάπτυξη και τον Δημοκρατικό Προγραμματισμό» και το Π.Δ.51/87, ο δε χαρακτήρας τους ήταν κατά βάσιν επικουρικός της κεντρικής διοίκησης και τα όργανά τους διορίζονταν από αυτήν. Στα τέλη της δεκαετίας του '90 η λειτουργία τους μεταρρυθμίστηκε με παράλληλη διεύρυνση των αρμοδιοτήτων τους (Ν.2503/1997 και 2647/1998), και πάλι όμως παρέμειναν άμεσα εξαρτώμενες από την κεντρική διοίκηση, αφού το σύνολο των αποφασιστικών αρμοδιοτήτων συγκεντρωνόταν στα χέρια του διορισμένου από την κυβέρνηση γενικού γραμματέα τους.

Το σημερινό τους χαρακτήρα οι περιφέρειες τον έλαβαν τον Ιανουάριο του 2011, όταν τέθηκαν σε ισχύ οι σχετικές διατάξεις του «Καλλικράτη» που προέβλεπαν πλήρη δημοσιονομική και διοικητική αυτοτέλεια, αιρετά όργανα (περιφερειάρχης και περιφερειακό συμβούλιο) και ανάληψη μέρους των αρμοδιοτήτων των καταργημένων νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων. Παράλληλα όμως έχασαν κάποιες από τις έως τότε αρμοδιότητές τους, οι οποίες κρίθηκε σκόπιμο να παραμείνουν στα χέρια της κρατικής διοίκησης μέσω των αποκεντρωμένων διοικήσεων.

Πηγές πληροφοριών πίνακα




#Article 57: Ήτα (268 words)


Το γράμμα ήτα (κεφαλαίο Η, πεζό η) είναι το έβδομο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου. Στο ευκλείδειο αλφάβητο κατείχε την όγδοη θέση.

Στο ελληνικό σύστημα αρίθμησης έχει αριθμητική αξία η´=8.

Προέρχεται από το φοινικικό γράμμα χεθ  και σε ορισμένα τοπικά αλφάβητα της αρχαίας Ελλάδας διατήρησε και την μορφή αυτήν. Στα περισσότερα αλφάβητα συμβόλιζε τον δασύ ήχο του πνεύματος της δασείας και προφερόταν ως  (ēta). Στο ιωνικό αλφάβητο όμως, επειδή η ιωνική διάλεκτος απώλεσε τον αρχικό δασύ φθόγγο στις λέξεις («ψίλωση»), κατέληξε να προφέρεται ως  (ēta) και να συμβολίζει το μακρόχρονο φωνήεν [ē]. Όταν όμως καθιερώθηκε το ιωνικό αλφάβητο σε πολλές περιοχές της αρχαίας Ελλάδας, προέκυψε η ανάγκη να αποδίδεται με κάποιον τρόπο ο δασύς φθόγγος, μια και το ήτα ήταν πλέον [ē]. Έτσι κατέληξαν να χρησιμοποιούνται τα δύο μισά του Η, το μεν αριστερό ἧτα (├) ως δασύς φθόγγος, το δε δεξιό για να αποδώσει την έλλειψη δασύτητας ἦτα (┤). Τα πνεύματα δασεία ( ) και ψιλή () όπως τα ξέρουμε σήμερα προέκυψαν από το αριστερό και το δεξί μισό του Η αντίστοιχα.

Στη σύγχρονη προφορά ταυτίζεται με το ι. Η εξέλιξη αυτή στην προφορά πραγματοποιήθηκε κατά την περίοδο της κοινής ελληνικής και ονομάστηκε ιωτακισμός).

Το Η αντιστοιχεί στο λατινικό H h, όταν συμβολίζει τον ήχο της δασείας (π.χ. Ελλάς → Hellas), αλλά στο E e (π.χ. Άρης → Ares) ή στο I i, όταν συμβολίζει φωνήεν (π.χ. Αθήνα → Athina).

Το Η συμβόλιζε σε ένα αρχαιότερο ελληνικό σύστημα αρίθμησης, το ακροφωνικό σύστημα αρίθμησης, τον αριθμό 100, από το πρώτο γράμμα της λέξης  που γράφονταν ΗΕΚΑΤΟΝ → ἑκατόν (όπου το αρχικό Η αντικαταστάθηκε τελικά από το πνεύμα της δασείας). 




#Article 58: Ψι (186 words)


Το γράμμα ψι (παλαιά γραφή: ψῖ· κεφαλαίο Ψ, πεζό ψ) είναι το εικοστό τρίτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου. Είναι διπλό σύμφωνο που προκύπτει από συνδυασμούς ενός χειλικού συμφώνου /p, v, f/ με τον φατνιακό τριβόμενο /s/. Στα ελληνικά, από την αρχαιότητα, αναπαριστά την ακολουθία /ps/ (π.χ. άψητος).  

Όπως το Φ και το Χ, το Ψ προστέθηκε στο αλφάβητο από τους Έλληνες και δεν έχει κάποιο αντίστοιχο στο φοινικικό αλφάβητο αποτελώντας μια πρωτοπόρα λύση για την αναπαράσταση των ιδιαίτερα συχνών συμφωνικών συνδυασμών χειλικού με φατνιακό τριβόμενο σε ρηματικές μορφές όπως λείψω (λείπ][σω). Προήλθε από το γράφημα  με προέκταση της κάτω κεραίας στο μέσο της διχάλας· στα δυτικά ελληνικά αλφάβητα η ίδια ακολουθία συμβολιζόταν ως . 

Στο λατινικό αλφάβητο δεν υπάρχει αντίστοιχο γράμμα. Στις λέξεις - δάνεια από τα ελληνικά αποδίδεται με το ps, παραδείγματος χάριν Psychologia. Στο κυριλλικό αλφάβητο υπήρχε ως Ѱ ѱ στην πρώιμη μορφή του, αλλά αργότερα καταργήθηκε και η χρήση του περιορίστηκε σε εκκλησιαστικά κείμενα.

Στο ελληνικό σύστημα αρίθμησης είναι το 25ο ψηφίο και έχει αριθμητική αξία ψ´=700. Το γράμμα που προηγείται, το χ΄, αντιστοιχεί στο 600, και το ω΄, που έπεται, στο 800.




#Article 59: Z (162 words)


Το γράμμα Z είναι γράμμα του λατινικού αλφαβήτου, που προέρχεται από το ελληνικό γράμμα Ζ. Στο ΝΑΤΟικό φωνητικό αλφάβητο το Z λέγεται zulu.

Η καταγωγή του γράμματος Ζ φτάνει μέχρι το πρωτοσημιτικό αλφάβητο. Το «τζε» συμβόλιζε ένα «σπαθί«. Στο φοινικικό αλφάβητο το έβδομο γράμμα τζαγίν σημαίνει «σπαθί» ή «όπλο». Στο Ελληνικό αλφάβητο το γράμμα ζήτα είχε αρχικά την μορφή του φοινικικού τζαγίν, μέχρι που στην κλασσική εποχή η κάθετη γραμμή έγινε οριζόντια, ίσως για να διαφοροποιηθεί από το γράμμα «γιώτα».

Οι Ετρούσκοι υιοθέτησαν το γράμμα ζήτα όπως ήταν και στο Φοινικικό αλφάβητο. Το ίδιο και οι Ρωμαίοι. Επειδή όμως το γράμμα αυτό, έτσι όπως το πρόφεραν οι Ετρούσκοι δεν χρησιμοποιούνταν στα λατινικά, το κατάργησαν περίπου τον 5ο αιώνα π.Χ.. Οι Ρωμαίοι αργότερα, τον πρώτο αιώνα π.Χ. υιοθέτησαν τα γράμματα «ύψιλον» και «ζήτα» από το Ελληνικό αλφάβητο για χάριν της σωστής προφοράς και γραφής των Ελληνικών λέξεων και ονομάτων. Έτσι τα γράμματα «Υ» και «Ζ» έλαβαν τις δύο τελευταίες θέσεις στο λατινικό αλφάβητο.




#Article 60: Αίγυπτος (3168 words)


Η Αίγυπτος, επίσημα γνωστή ως Αραβική Δημοκρατία της Αιγύπτου (Αραβικά: جمهورية مصر العربية, Γκουμχουρίγια Μισρ ελ-Αραμπίϊα, όπου مصر, Μισρ, σημαίνει Αίγυπτος, Κοπτικά: Ϯⲙⲉⲑⲙⲏϣ ⲛ̀Ⲭⲏⲙⲓ ⲛ̀Ⲁⲣⲁⲃⲟⲥ, όπου Ⲭⲏⲙⲓ σημαίνει «Αίγυπτος») είναι κράτος που βρίσκεται στη βορειοανατολική Αφρική και εν μέρει στη χερσόνησο του Σινά, η οποία αποτελεί ισθμό προς τη νοτιοδυτική Ασία, κάνοντάς την έτσι διηπειρωτική χώρα και θεωρείται μια μεγάλη δύναμη στη Βόρεια Αφρική, τη Μεσόγειο Θάλασσα στον Ισλαμικό κόσμο και την Ερυθρά Θάλασσα. Καλύπτει μια έκταση 1.001.450 τ.χλμ.. Η Αίγυπτος από τα βορειοανατολικά συνορεύει με τη Λωρίδα της Γάζας και το Ισραήλ, δυτικά με τη Λιβύη και νότια με το Σουδάν. Βρέχεται βόρεια από τη Μεσόγειο και ανατολικά από την Ερυθρά Θάλασσα.

H Αίγυπτος είναι μια από τις πιο πολυπληθείς χώρες της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής. Η μεγάλη πλειονότητα των 99.848.720 κατοίκων της ζει κοντά στις όχθες του ζωοδότη ποταμού Νείλου, μια έκταση περίπου 40.000 τ.χλμ., που είναι η μόνη αρδεύσιμη και εύφορη γη της χώρας. Μεγάλες περιοχές της ερήμου Σαχάρας είναι αραιοκατοικημένες. Πάνω από το μισό του πληθυσμού της ζει στις αστικές περιοχές και η μεγάλη πλειονότητα του αστικού πληθυσμού ζει στις πιο πυκνοκατοικημένες πόλεις, Κάιρο (πρωτεύουσα), Αλεξάνδρεια και άλλες μεγάλες πόλεις κατά μήκος του Νείλου.

Η χώρα είναι διάσημη για τον αρχαίο πολιτισμό της και μερικών από τα πιο διάσημα μνημεία, που περιλαμβάνουν την Γκίζα και το σύμπλεγμα των πυραμίδων, καθώς και τη Μεγάλη Σφίγγα. Η νότια πόλη του Λούξορ περιλαμβάνει πολλά αρχαία τεχνουργήματα, όπως τον Ναό του Καρνάκ και την Κοιλάδα των Βασιλέων. Η Αίγυπτος θεωρείται ως ένα σημαντικό πολιτικά και πολιτιστικά έθνος της Μέσης Ανατολής.

Κατέχει, ακόμη, μια από τις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες στη Μέση Ανατολή, με τομείς όπως ο τουρισμός, η γεωργία, η βιομηχανία και οι υπηρεσίες, που μοιράζονται σχεδόν ίσα μερίδια του ΑΕΠ της χώρας. Συνολικά, η Αιγυπτιακή Οικονομία είναι ταχέως αναπτυσσόμενη, εν μέρει χάριν της νομοθεσίας της, που στοχεύει στην προσέλκυση επενδύσεων, σε συνδυασμό με την εσωτερική και πολιτική σταθερότητα και την εμπορική φιλελευθεροποίηση.

Στα αρχαία αιγυπτιακά το όνομα της χώρας ήταν Kemet (km.t), που σημαίνει «Μαύρη γη», αναφερόμενο στα εύφορα μαύρα ιζήματα του Νείλου, στα ετήσια πλημμυρισμένα από το Νείλο χωράφια, διαφοροποιούμενο έτσι από την «Κόκκινη γη» (dsr.t) της ερήμου. Το όνομά άλλαξε από «kīmi» σε «kīmə» στην Κοπτική Περίοδο της Αιγυπτιακής Γλώσσας και εμφανίστηκε στα (πολύ) Αρχαία Ελληνικά σε «Χημία» («Khēmía»). Ένα άλλο όνομα ήταν το «Ta Mery» (t3-mry), που σημαίνει «αγαπημένη χώρα».. Η ίδια λέξη πολύ συχνά μεταφράζεται και σαν «μητρόπολη», «πολιτισμός», «χώρα» ή «συνοριακή γη».

Η χώρα που είναι γνωστή ως Αίγυπτος έχει μια μακριά και πολύπλοκη, πληθυσμιακή ιστορία. Αυτό συνέβη εν μέρει λόγω της γεωγραφικής της χωροθέτησης στα σταυροδρόμια πολλών κύριων πολιτιστικών περιοχών: της Μεσογείου, της Μέσης Ανατολής, της Σαχάρας και της Ανατολικής Αφρικής. Επιπρόσθετα η Αίγυπτος δέχθηκε πολλές μαζικές εισβολές κατά τη διάρκεια της μακράς της ιστορίας, περιλαμβάνοντας τους Χαναανίτες, τους Λίβυους, τους Νούβιους, τους Ασσύριους, τους Κουσίτες, τους Πέρσες, τους Έλληνες, τους Ρωμαίους, τους Άραβες, τους Οθωμανούς, τους Γάλλους και τους Βρετανούς. Οι πολλές κατακτήσεις μέσα στο χρόνο κάνουν ερευνητική τη σχέση μεταξύ σύγχρονων και αρχαίων Αιγυπτίων.

Το περιβάλλον έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ιστορία της Αιγύπτου. Όταν η ανομβρία ανάγκασε τους πρώτους νομάδες κατοίκους να μεταναστεύσουν προς την κοιλάδα του Νείλου, η εύφορη πεδιάδα γέννησε ένα λαό ο οποίος έδωσε κάποια από τα σημαντικότερα επιτεύγματα στην ιστορία του ανθρώπου και δημιούργησε έναν πολιτισμό που θα παρέμενε σχεδόν αναλλοίωτος επί 3000 χρόνια.

Μολονότι ως αρχή της αιγυπτιακής ιστορίας θεωρείται το 3100 π.Χ., ίχνη ανθρώπινης δραστηριότητας εντοπίζονται κατά την προδυναστική περίοδο, χιλιάδες χρόνια πριν από αυτή την ημερομηνία. Η Σαχάρα ήταν κάποτε μία καταπράσινη, εύφορη σαβάνα, οι νομάδες κάτοικοι της οποίας κυνηγούσαν ζώα και τα σχεδίαζαν στους βράχους (πετρογλυφικά). Οι αρχαιολόγοι ανακάλυψαν ότι οι βοσκοί της Νάμπτα Πλάγια στη Δυτική Έρημο κατασκεύαζαν πέτρινα κυκλικά ημερολόγια ήδη από το 8000 π.Χ.

Ο τρόπος ζωής αυτών των λαών παρέμεινε ο ίδιος επί 4000 χρόνια, όμως καθώς το κλίμα γινόταν όλο και ξηρότερο εγκατέλειψαν την έρημο (ντεσρέτ ή κόκκινη γη) για τις όχθες του Νείλου, όπου οι ετήσιες πλημμύρες έκαναν γόνιμο το έδαφος (κεμέτ ή μαύρη γη). Οι ανασκαφές στους οικισμούς τους αποκάλυψαν έναν εκλεπτυσμένο πολιτισμό, με σπίτια και εργαστήρια από πλίνθους και πρωτόγονους ναούς.

Η ανάγκη οργάνωσης των οικισμών αυτών οδήγησε στην επινόηση του πρώτου «αλφαβήτου» στον κόσμου, των ιερογλυφικών. Ανασκαφές στην Άβυδο έδειξαν ότι η γραφή αυτή χρησιμοποιείτο από το 3250 π.Χ., αρκετούς αιώνες πριν από τα πρώτα γραπτά κείμενα της Μεσοποταμίας. Με την επέκτασή τους, οι κοινότητες αναπόφευκτα ήρθαν σε σύγκρουση. Η χώρα διαιρέθηκε σε δύο αντίπαλα βασίλεια, του βορρά (Κάτω Αίγυπτος) και του νότου (Άνω Αίγυπτος). Γύρω στο 3100 π.Χ. ενώθηκαν για πρώτη φορά, σχηματίζοντας ενιαίο κράτος. Το γεγονός αυτό μνημονεύεται στον τελετουργικό χρωματοτρίπτη του βασιλιά Μήνη (γνωστός και ως Ναρμέρ) που βρέθηκε στην Ιεράκων πόλη. Πρόκειται ίσως για το σημαντικότερο ιστορικό μνημείο ολόκληρης της αιγυπτιακής ιστορίας, αφού καταγράφει τη δημιουργία του πρώτου έθνους-κράτους. Η στάση του, καθώς είναι έτοιμος να συντρίψει το κρανίο του νικημένου εχθρού του, καθιερώθηκε ως ο τρόπος απεικόνισης των Αιγύπτιων βασιλιάδων για τα επόμενα 3000 χρόνια. Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του πολιτισμού της αρχαίας Αιγύπτου και η πραγματική απαρχή της αιγυπτιακής ιστορίας και του αιγυπτιακού πολιτισμού συμπίπτει με την αρχή αυτής της περιόδου. 

Η οριοθέτηση των Ανατολικών συνόρων είναι συνδεδεμένη με τη δημιουργία στην Παλαιστίνη, μετά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο, του κράτους του Ισραήλ. Με τις συμφωνίες ανακωχής του 1949, η Αίγυπτος καθόριζε τη διοίκησή της στο τμήμα της Παλαιστίνης (βρετανική εντολή) που λεγόταν Λωρίδα της Γάζας, η οποία είχε παραχωρηθεί στο αραβο-παλαιστινιακό κράτος από το σχέδιο διαμελισμού του ΟΗΕ το 1947, το οποίο δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Τις λωρίδες της Γάζας και του Σινά κατέλαβαν όμως οι δυνάμεις του Ισραήλ στη διάρκεια της αραβοϊσραηλινής σύρραξης του 1967. 

Από τον Μάιο μέχρι το τέλος Οκτωβρίου του 1969, σχεδόν επί καθημερινής βάσεως αιγυπτιακές μονάδες συγκρούονταν με ισραηλινές δυνάμεις κατά μήκος της διώρυγας του Σουέζ. Η σημαντικότερη από τις αιγυπτοϊσραηλινές συγκρούσεις σημειώθηκε στις 20 Ιουλίου. Η επίθεση άρχισε τα χαράματα με την κατάληψη από τους Ισραηλινούς, ύστερα από σκληρή μάχη σώμα με σώμα, αιγυπτιακού φρουρίου ενώ διεξαγόταν σφοδρή μονομαχία πυροβολικού και στον ουρανό πάνω από το Σουέζ συγκρούονταν δεκάδες μαχητικά αεροσκάφη αμφοτέρων των πλευρών. Ο τελικός απολογισμός της σύγκρουσης είναι ζήτημα υποκειμενικό, καθώς κάθε πλευρά έδωσε στη δημοσιότητα τα δικά της στοιχεία για νεκρούς, τραυματίες και καταρρίψεις.

Το 1973, οι Αιγύπτιοι προσπάθησαν να επανακτήσουν τη χερσόνησο του Σινά, αλλά απέτυχαν. Ακολούθησαν διαπραγματεύσεις με τη μεσολάβηση των ΗΠΑ που κατέληξαν (ύστερα από ενδιάμεσες συμφωνίες) στη συμφωνία του Καμπ Ντέιβιντ (1979) και στην οριστική αποχώρηση του Ισραήλ από τις περιοχές που κατείχε από το 1967 έως το 1982. Το 2001-2 η ένταση αναζωπυρώθηκε και οι Ισραηλινοί αναπτύχθηκαν στρατιωτικά σε όλα τα κατεχόμενα εδάφη.

Τον Ιανουάριο του 2011 μετά τις ταραχές που εκδηλώθηκαν στην Αλγερία και την Τυνησία, της οποίας ο πρόεδρος της χώρας διέφυγε στη Σαουδική Αραβία, ξέσπασαν διαδηλώσεις και στην Αίγυπτο με αρχικό αίτημα την παραίτηση της κυβέρνησης του Χόσνι Μουμπάρακ, που εξελίχθηκε σε αίτημα παραίτησης του ίδιου. Κατά τις συμπλοκές που ακολούθησαν με δυνάμεις της αστυνομίας σκοτώθηκαν από 300 ως 684 άτομα(ανάμεσα στα οποία 135 διαδηλωτές, 12 αστυνομικοί,, 12 δραπέτες της φυλακής και ένας διευθυντής φυλακών) Ο πρόεδρος αναγκάστηκε να προβεί σε αλλαγές στην κυβέρνηση η οποία και παραιτήθηκε και στον διορισμό Αντιπροέδρου, ωστόσο και παρότι είχε απαγορευτεί η κυκλοφορία, κηρύχθηκε στρατιωτικός νόμος, απαγορεύτηκαν τα δημοσιογραφικά ρεπορτάζ, δεν επιτράπηκε από το κράτος-δικτατορία ολικά η πρόσβαση στο διαδίκτυο και οι τηλεπικοινωνίες είχαν εκμηδενιστεί όσον αφορά τον πληθυσμό της Αιγύπτου, οι μαχητικές διαδηλώσεις συνεχίστηκαν, κυρίως στο Κάιρο. Ο Μουμπάρακ εξαναγκάστηκε σε παραίτηση στις 11 Φεβρουαρίου.. Η εξουσία μεταβιβάστηκε στο Ανώτατο Συμβούλιο των Ενόπλων Δυνάμεων. Στις 3 Μαρτίου 2011 ο Εσάμ Σαράφ διορίστηκε νέος πρωθυπουργός.

Την Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013, και ενώ οι διαδηλώσεις εναντίον του Μοχάμεντ Μόρσι συνεχίζονταν, αμέσως μετά την λήξη της διορίας 48 ωρών του στρατιωτικού τελεσίγραφου δυνάμεις του Στρατού κατέλαβαν το κτήριο της κρατικής τηλεόρασης και έθεσαν σε περιορισμό τον Μοχάμεντ Μόρσι, καταλαμβάνοντας περιμετρικά το στρατόπεδο της Ρεπουμπλικανικής Φρουράς, όπου βρισκόταν και συνέχιζε να εργάζεται ο πρόεδρος της Αιγύπτου. Ο Στρατός καθαίρεσε τον πρόεδρο Μόρσι του αξιώματός του και ανέστειλε την ισχύ του Συντάγματος, παρουσιάζοντας τον οδικό χάρτη που είχε σχεδιάσει τις προηγούμενες ημέρες το Ανώτατο Στρατιωτικό Συμβούλιο, που θα κυβερνά τη χώρα μέχρι τις προεδρικές και βουλευτικές εκλογές. Ο Στρατός παραχώρησε την εξουσία της χώρας στον πρόεδρο του Συνταγματικού Δικαστηρίου, δικαστή Αντλί Μανσούρ..

Χωροθετημένη στην ακραία βορειοανατολική γωνιά της Αφρικής, η Αρχαία Αιγυπτιακή Κοινωνία ήταν σε ένα σταυροδρόμι μεταξύ της Αφρικής και της Εγγύς Ανατολής. Οι πρώιμοι υποστηρικτές της Θεωρίας του Δυναστικού Αγώνα βάσισαν την υπόθεσή τους στην αύξηση της καινοτομίας, τη φαινομενικά ταχύρυθμη αλλαγή της κεραμικής της Προδυναστικής Περιόδου και στις αξιοσημείωτες εμπορικές επαφές μεταξύ της Αρχαίας Αιγύπτου και της Μέσης Ανατολής. Αυτό δεν είναι πλέον η κυρίαρχη άποψη στην Αιγυπτιολογία, ωστόσο τα στοιχεία στα οποία βασιζόταν προτείνουν ακόμη την επιρροή από αυτές τις περιοχές. Ο Φεκρί Χασάν, ο Έντουιν και άλλοι προτείνουν ως ένα σημείο την αμοιβαία επιρροή από την εσωτερική Αφρική όσο και από το Λίβανο. Ωστόσο, σύμφωνα με τον ένα συγγραφέα, η επιρροή αυτή φαίνεται να είχε ελάχιστο αντίκτυπο στους αυτόχθονες πληθυσμούς που ήταν ήδη παρόντες.

Ένας συγγραφέας έχει δηλώσει ότι η Κοινωνία Νακάντα της Προδυναστικής Αιγύπτου, στην Άνω Αίγυπτο, είναι σχεδόν ταυτόσημη με την «Κοινωνία ομάδα-Α» του Κάτω Σουδάν. Βασίστηκε εν μέρει σε ομοιότητες στους βασιλικούς τάφους του Κουστούλ, ώστε κάποιοι μελετητές να προτείνουν μια Αιγυπτιακή προέλευση στη Νουβία ανάμεσα στην «Κοινωνία Α». Το 1996 οι Λόβελ και Πράους ανέφεραν την παρουσία ανεξάρτητων ηγετών θαμένων στη Νακάντα που θεωρήθηκε ότι είναι σε εξαιρετικούς, υψηλότερης στάθμης τάφους, δείχνοντας ότι είναι πιο κοντά στη σχετική μορφολογία με τους πληθυσμούς της Βόρειας Νουβίας, παρά σ' αυτούς της Νότιας Αιγύπτου. Ωστόσο, οι περισσότεροι μελετητές απέρριψαν αυτήν την υπόθεση και δικαιολόγησαν την ταυτόχρονη παρουσία βασιλικών τάφων με αυτούς στο Κουστούλ ως απλά επεξεργασμένη ταυτόχρονα μαζί με προβλήματα στις χρονολογικές τεχνικές.

Η γλώσσα του Νουβιακού λαού ήταν μια από τις Νειλοσαχαριανές γλώσσες, ενώ η γλώσσα του Αιγυπτιακού λαού ήταν μια από τις Αφροασιατικές γλώσσες.

Ο Τόμπι Γουίλκονσον, στο βιβλίο του «Γέννεση των Φαραώ» προτείνει την προέλευση των Αιγυπτίων από κάπου στην Ανατολική Έρημο. Παρουσίασε ενδείξεις σύμφωνα με τις οποίες η Προδυναστική Αίγυπτος αντέγραψε την παραδοσιακή Αφρικανική κοινωνία των βοοειδών, τυπική στους Νοτιοσουδανούς και γενικά Ανατολικοαφρικανούς ημινομάδες ως σήμερα. Ο Κένταλ συμφωνεί με ότι η ερμηνεία του Ουίλκινσον ότι οι αρχαίες βραχογραφίες της περιοχής μπορούν να αντιπροσωπεύουν τα πρώτα παραδείγματα βασιλικών στεμμάτων που επίσης δείχνουν στο Κουστούλ της Νουβίας ως πιθανή υποψηφιότητα της προέλευσης του λευκού στέμματος, που είναι τα αρχαιότερα γνωστά παραδείγματα που ανακαλύφθηκαν στην περιοχή.

Υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι τα πρόβατα και οι κατσίκες έγιναν γνωστές στη Νουβία εδώ και περίπου 8.000 χρόνια. Υπάρχει κάποια υποψία, ότι αυτή η κουλτούρα είναι πιθανό να είναι ο πρόδρομος των Αιγυπτίων, που βασίζεται στις πολιτισμικές ομοιότητες και στην κοινωνική πολυπλοκότητα, η οποία πιστεύεται ότι αντανακλά το Παλαιό Βασίλειο της Αιγύπτου, από τη Νοτιοδυτική Ασία.

Η χώρα είναι ημιπροεδρική δημοκρατία, με αρχηγό Κράτους τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ο οποίος καθορίζει την εξωτερική και αμυντική πολιτική της χώρας και διευθύνει σε συνεργασία με τον πρωθυπουργό την εσωτερική και οικονομική πολιτική. Από το 1981 ως το Φεβρουάριο του 2011 στο αξίωμα αυτό διετέλεσε ο Χόσνι Μουμπάρακ. Ύστερα από ταραχές και διαδηλώσεις με 300 και πλέον νεκρούς ο πρόεδρος Μουμπάρακ εξαναγκάστηκε σε παραίτηση και εν συνεχεία ανέλαβε προσωρινός πρόεδρος ο στρατιωτικός Μοχάμεντ Χουσεΐν Ταντάουι στις 11 Φεβρουαρίου 2011 ο οποίος διόρισε πρωθυπουργό της Αιγύπτου τον ακαδημαϊκό Εσσάμ Σαράφ. Ο Σαράφ διετέλεσε πρωθυπουργός έως τον Νοέμβριο του 2011 οπότε και παραιτήθηκε και την πρωθυπουργία ανέλαβε ο Καμάλ Γκανζούρι, ο οποίος είχε διατελέσει και παλαιότερα πρωθυπουργός από το 1996 έως το 1999. Η οργάνωση του κράτους από τις αρχές ήδη της 3ης χιλιετίας π.Χ. βασιζόταν στην ιδέα της θεοποίησης του φαραώ. Ο ρόλος της θρησκείας στη ζωή των Αιγυπτίων, όπως άλλωστε και στη ζωή των λαών της Μεσοποταμίας, ήταν καθοριστικός. Πλήθος επιγραφών αναφέρουν το φαραώ ως θεό, ενώ υπάρχουν και κείμενα που τον αντιμετώπιζαν ως άνθρωπο. Σε καμία περίπτωση δεν μείωναν όμως τη θεϊκή του υπόσταση, δεδομένου ότι οι θεοί παρουσιάζονταν με ανθρώπινες ιδιότητες στους αιγυπτιακούς μύθους. Η οργάνωση του κράτους είχε χαρακτήρα θεοκρατικό.

Τον Νοέμβριο του 2011 ξεκίνησαν οι πρώτες εκλογές μετά την ανατροπή του προέδρου Μουμπάρακ. Στις προεδρικές εκλογές του Μαΐου του 2014 πρόεδρος εξελέγη με ποσοστό 96,9% ο στρατιωτικός Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι για θητεία 4 ετών.

Δικαίωμα ψήφου έχουν όσες και όσοι είναι ηλικίας 18 ετών και άνω. Η ψηφοφορία είναι υποχρεωτική.

Η Αίγυπτος διαχωρίζεται σε 27 επαρχίες, γνωστές αλλιώς και ως κυβερνεία. 

Από το 2017 έχει ανακοινωθεί ότι θα λειτουργήσουν 5 νέα κυβερνεία, αυτά είναι τα εξής : 

Η χώρα βρίσκεται κυρίως μεταξύ του γεωγραφικού πλάτους του 22ου και 32ου παράλληλου, και του γεωγραφικού μήκους του 25ου και 35ου αντίστοιχα. Έχει έκταση 1.001.450 τετραγωνικά χιλιόμετρα, και αποτελεί την 30η μεγαλύτερη σε έκταση χώρα διεθνώς. Λόγω των υψηλών θερμοκρασιών και ξηρασίας το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού κατοικεί κοντά στις όχθες των ποταμών και της θάλασσας, με συνέπεια το 99% του πληθυσμού να διαμένει στο 5.5% της συνολικής έκτασης.

Στα δυτικά της χώρας βρίσκεται η Λιβύη, στα νότια το Σουδάν, και στα ανατολικά μετά τη χερσόνησο του Σινά βρίσκεται η Λωρίδα της Γάζας και το Ισραήλ. Η γεωστρατηγική της θέση είναι ιδιαίτερα σημαντική καθώς εκτός από το ότι εκτείνεται στις ηπείρους της Αφρικής και Ασίας, στην επικράτεια της βρίσκεται η διώρυγα του Σουέζ η οποία συνδέει τη Μεσόγειο Θάλασσα με τον Ινδικό ωκεανό μέσω της Ερυθράς Θάλασσας.

Με εξαίρεση τις παράκτιες περιοχές και αυτές γύρω από τον ποταμό Νείλο, το μεγαλύτερο ποσοστό της Αιγύπτου αποτελείται από έρημο -τμήματα της Λιβυκής ερήμου και της Σαχάρας- και σποραδικές οάσεις σε αυτή με γνωστότερη αυτή της όασης Σίβα στα κεντροδυτικά της χώρας. Οι άνεμοι της ερήμου οδηγούν στη δημιουργία αμμολόφων οι οποίοι μπορούν να φτάσουν έως και τα 30 μέτρα σε ύψος.

Οι μεγαλύτερες πόλεις είναι αυτές της Αλεξάνδρειας, Ασσουάν, Ασιούτ, και το Κάιρο το οποίο είναι και η πρωτεύουσα της χώρας.

Η θρησκεία κατέχει κυρίαρχο ρόλο στην αιγυπτιακή κοινωνία. Η βαθιά θρησκευτική πίστη θεωρείται βασικό και απαραίτητο χαρακτηριστικό του Αιγύπτιου πολίτη. Η Αίγυπτος είναι στα πέντε πιο βαθιά θρησκευόμενα κράτη παγκοσμίως με όλους τους Αιγύπτιους να έχουν εντυπωσιακή τέλεση των θρησκευτικών τους υποχρεώσεων.Το 85-90% του πληθυσμού ασπάζεται το Ισλάμ στη συντριπτική τους πλειονότητα Σουνίτες αλλά υπάρχει και μια Σιιτική μειονότητα 2.000.000 ατόμων. Το 10-15% του πληθυσμού ασπάζεται τον Χριστιανισμό στη συντριπτική τους πλειονότητα Κόπτες χριστιανοί οι οποίοι είναι απόγονοι των Αρχαίων Αιγυπτίων που δεν εξισλαμίστηκαν και δεν αφομοιώθηκαν από τους Άραβες. Άλλες πηγές των Κοπτών ανεβάζουν το ποσοστό των χριστιανών ακόμα περισσότερο στο 23-30%.

Ορισμένες ανεξάρτητες οργανώσεις υπολογίζουν τον αριθμό των χριστιανών της Αιγύπτου σε 20-30% του πληθυσμού. Οι Κόπτες σήμερα μολονότι διατηρούν τη χριστιανική θρησκεία βαθιά ριζωμένη στην ταυτότητα τους εντούτοις μιλούν πλέον τα Αραβικά. Οι Κόπτες ανήκουν στην Κοπτική Εκκλησία η οποία υπερτερεί σε σύγκριση με την Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία σε αριθμό πιστών και στην τέλεση των θρησκευτικών υποχρεώσεων των πιστών. Οι Κόπτες έχουν διατηρήσει πολλές δικές τους συνήθειες όπως η περιτομή κ.α. Οι Κόπτες διακρίνονται όπως και οι άλλοι χριστιανοί της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής για την κατά γραμμα προσήλωση τους στις αρχές του Ευαγγελίου και για την ισχυρή θρησκευτική τους πίστη. Οι Ελληνορθόδοξοι υπολογίζονται σε 15.000-30.000 άτομα.Υπάρχουν μικρότερες κοινότητες Αρμενορθοδόξων και άλλων χριστιανών. Το Αιγυπτιακό σύνταγμα ορίζει ως επίσημη θρησκεία το Ισλάμ αλλά αναφέρει ότι ο Χριστιανισμός αποτελεί και αυτός μαζί με το Ισλάμ παραδοσιακή θρησκεία των Αιγυπτίων και έχει έτσι κι αυτός δικαίωμα στην απεικόνιση και παρουσία των συμβόλων του σε δημόσια κτίρια,σε σχολεία, σε πανεπιστήμια,στις ένοπλες δυνάμεις και σε άλλους χώρους και φορείς ενώ η θρησκευτική διδασκαλία στο σχολείο αφορά το Ισλάμ για τους μουσουλμάνους και τον χριστιανισμό για τους χριστιανούς. Οι μισθοί των κληρικών του Ισλάμ και της Κοπτικής Ορθόδοξης Εκκλησίας πληρώνονται από το κράτος το οποίο υιοθετεί ως αργίες τόσο τις ισλαμικές όσο και τις χριστιανικές θρησκευτικές εορτές. Η ανεξιθρησκεία σύμφωνα με το Αιγυπτιακό Σύνταγμα είναι επιτρεπτή μόνο στο Ισλάμ και τον Χριστιανισμό.

Με 99.848.720 κατοίκους, σύμφωνα με επίσημη εκτίμηση για το 2020, η Αίγυπτος είναι η πληθυσμιακά μεγαλύτερη χώρα της Μέσης Ανατολής, και η 3η πολυπληθέστερη στην Αφρική. Το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού, σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2019 του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας ήταν 71,8 χρόνια (69,6 χρόνια οι άνδρες και 74,1 οι γυναίκες). Ο πληθυσμός μεγάλωσε ραγδαία από το 1970 έως το 2010 με την άνοδο του βιοτικού επιπέδου τη βελτίωση της περίθαλψης και την αύξηση της αγροτικής παραγωγής. Στα τέλη του 18ου αιώνα ο πληθυσμός της χώρας ήταν μόλις 3 εκατομμύρια.

Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού είναι συγκεντρωμένο κατά μήκους του ποταμού Νείλου, το Δέλτα, καθώς και κοντά στη διώρυγα του Σουέζ.

Περίπου 2,7 εκατομμύρια Αιγύπτιοι ζουν στο εξωτερικό, με το 70% αυτών να βρίσκονται σε άλλες αραβικές χώρες όπως τη Σαουδική Αραβία (923.600), Λιβύη (332.600), Ιορδανία (226.850) και Κουβέιτ (190.550), και το υπόλοιπο 30% σε Ευρώπη (90.000 στην Ιταλία) και Βόρεια Αμερική (318.000 στις Ηνωμένες Πολιτείες, 110.000 στον Καναδά).

Καλλιεργούνται ζαχαροκάλαμο 12 εκ. τόνοι, αραβόσιτος 5 εκ. τόνοι, ντομάτες 4,5 εκ., πατάτες, ρύζι, σιτάρι, βαμβάκι, τριφύλλι. Κτηνοτροφία καλή με εκτροφή βοοειδών, βουβαλιών και αμνοεριφίων. Η Αίγυπτος είναι πετρελαιοπαραγωγός χώρα με παραγωγή 335 εκ. βαρελιών ετησίως και πετρελαιοειδών καθώς και φυσικό αέριο (25 εκ. μετρικοί τόνοι). Υπάρχουν επίσης αρκετά ορυχεία αλατιού, σιδήρου και αργίλου.

Χημικά προϊόντα, μηχανήματα, εξοπλισμός μεταφορών, τρόφιμα, βασικά μέταλλα κυρίως από την Ευρωπαϊκή Ένωση 37% και τις Η.Π.Α. 18%.

Πετρέλαιο και πετρελαιοειδή 49%, βαμβακερά νήματα και υφάσματα 16%.
Μεταλλουργικά προϊόντα, με προορισμό κυρίως την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις Η.Π.Α.

Υπάρχουν γαζέλες, αγριοπρόβατα της ερήμου, μεγάλα τρωκτικά που μοιάζουν με καγκουρό, αιγυπτιακά τσακάλια, αγριόγατες, κόμπρες στις αγροτικές περιοχές, μαγκούστα, τρία είδη βαράνων (μιας φοβερής γιγάντιας σαύρας) αλλά δεσπόζει ο περίφημος κροκόδειλος του Νείλου το μεγαλύτερο ερπετό στη Γη και του είδους με μήκος που φτάνει και τα 10 μέτρα. Επίσης υπάρχουν περί τα 350 είδη πτηνών ενώ ο Νείλος έχει πάνω από 200 ποικιλίες ψαριών.

Στην Αίγυπτο ισχύει η θανατική ποινή. Ο συνολικός αριθμός των κρατουμένων φτάνει τους 64.378. Τρομοκρατικές επιθέσεις έχουν πλήξει τη φήμη της Αιγύπτου ως μετριοπαθούς χώρας. Η εγκληματικότητα του δρόμου και οι κλοπές που ήταν σπάνιες, έχουν αρχίσει να αυξάνονται. Επίσης η διακοινοτική βία μεταξύ Μουσουλμάνων και Χριστιανών έχει αποκτήσει πιο μόνιμα χαρακτηριστικά. Οργανώσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα έχουν ασκήσει κριτική στην αστυνομία για κατάχρηση της τρέχουσας νομοθεσίας εκτάκτου ανάγκης, που έχει ως αποτέλεσμα τη διαπίστωση βασανιστηρίων ή θανάτων πολιτικών κρατουμένων κατά τη διάρκεια της κράτησής τους.

Κύρια λιμάνια είναι η Αλεξάνδρεια, η Νταμιέτα, το Σουέζ και το Πορτ Σάιντ. Η Αίγυπτος συνδέεται σιδηροδρομικά με τη Λιβύη και το Σουδάν. Το οδικό δίκτυο καλύπτει περισσότερα από 92.000 χλμ. Η οδήγηση γίνεται στα δεξιά. Οι αεροπορικές συγκοινωνίες εξυπηρετούνται από 85 αεροδρόμια (με βάση στοιχεία του 2008). Το 2007 λειτουργούσαν και τρία ελικοδρόμια.

Οι Ένοπλες Δυνάμεις της Αιγύπτου αποτελούνται από 450.000 μέλη και στα 4 σώματα: Στρατό, Ναυτικό, Πολεμική Αεροπορία και Αεροπορική Άμυνα (Air Defense Command), στα οποία οι πολίτες πρέπει να εκπληρώσουν υποχρεωτική στρατιωτική θητεία 36 μηνών. Το 1998 η στρατιωτική δύναμη της Αιγύπτου αριθμούσε 450.000 άτομα. Ο στρατός ξηράς με προσωπικό 320.000 άτομα αποτελείται μεταξύ των άλλων και από επτά τμήματα πεζικού και 23 χωριστές ταξιαρχίες. Στο ναυτικό υπηρετούν 20.000 άτομα και στην αεροπορία 30.000. . Οι συνολικές δαπάνες για την άμυνα ανέρχονται στο 4,1% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ).




#Article 61: Αργεντινή (7143 words)


Η Αργεντινή (Argentina), επίσημα  Αργεντινή Δημοκρατία, είναι χώρα της Νότιας Αμερικής. 

Βρίσκεται μεταξύ των Άνδεων και του νότιου Ατλαντικού Ωκεανού. Είναι η δεύτερη σε έκταση χώρα της Λατινικής Αμερικής μετά τη Βραζιλία. Συνορεύει με τις Ουρουγουάη, Βραζιλία, Παραγουάη, Βολιβία και Χιλή. Πήρε την ονομασία της από το «αργέντουμ» (άργυρος), το πολύτιμο μέταλλο το οποίο προμηθεύονταν οι πρώτες ευρωπαϊκές αποικίες από την  περιοχή. Πρωτεύουσα  είναι το Μπουένος Άιρες, το οποίο βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα της χώρας και είναι ένα από τα μεγαλύτερα λιμάνια του Ατλαντικού Ωκεανού. Άλλες σημαντικές πόλεις είναι οι Σάντα Φε και Ροσάριο στο κεντρικό τμήμα της χώρας, Τουκουμάν στο βόρειο και Ρίο Γκράντε στο νότιο.

Το όνομα της χώρας προέρχεται από το λατινικό argentum (ασήμι), το οποίο προέρχεται από το Αρχαίο Ελληνικό ἀργήεις που θα πει λευκός, λαμπερός. Η πρώτη χρήση του ονόματος γίνεται το 1602 στο ποίημα La Argentina y conquista del Río de la Plata του Μαρτίν ντελ Μπάρκο Σεντενέρα ή Θεντενέρα. Αν και το όνομα Argentina χρησιμοποιούταν αρκετά τον 18ο αιώνα η επίσημη ονομασία της περιοχής ήταν Αντιβασιλεία του Ρίο δε λα Πλάτα μέχρι την Επανάσταση του Μαΐου όπου το Αντιβασιλεία αντικαταστάθηκε με το Ενωμένες Επαρχίες.
Η πρώτη εμφάνιση της λέξης ήταν στον Εθνικό ύμνο της Αργεντινής οποίος έκανε και πολλές αναφορές για τον συνεχιζόμενο, ακόμα, Πόλεμο Ανεξαρτησίας της Αργεντινής. Η πρώτη επίσημη χρήση του όρου ήταν στο σύνταγμα του 1826. Έπειτα με το σύνταγμα του 1853 ονομάστηκε Αργεντίνικη Συνομοσπονδία και με το σύνταγμα του 1860 Δημοκρατία της Αργεντινής, ονομασία που ισχύει ακόμα και σήμερα.

Η συνολική έκταση της Αργεντινής (χωρίς τις εδαφικές διεκδικήσεις της στην Ανταρκτική) ανέρχεται σε 2.780.400 τετρ.χλμ, από τα οποία τα 2.736.690 είναι ξηρά και τα 43.710 επιφανειακά ύδατα. Στον άξονα βορρά-νότου η χώρα εκτείνεται κατά περίπου 3.900 χλμ, ενώ το μέγιστο εύρος της στον άξονα ανατολής-δύσης είναι 1.400 χλμ.

Η Αργεντινή διακρίνεται σε τέσσερις κύριες περιοχές: τα υψίπεδα του Γκραν Τσάκο στο βορρά με το υποτροπικό κλίμα, τις γόνιμες πεδιάδες (πάμπας) στο κέντρο της χώρας, τις στεππώδεις εκτάσεις της Παταγονίας στο νότο, και την οροσειρά των Άνδεων στα δυτικά σύνορα με τη Χιλή. Το υψηλότερο σημείο της χώρας βρίσκεται στη περιοχή Μεντόσα, με την κορυφή Ακονκάγουα στα 6.962 μέτρα να είναι το ψηλότερο βουνό σε όλη την ήπειρο της Αμερικής (Βόρειας και Νότιας), καθώς και του νοτίου ημισφαιρίου. Το χαμηλότερο σημείο της Αργεντινής είναι η λίμνη Λαγούνα ντελ Καρμπόν στην περιοχή Σάντα Κρους, στα -105 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Το σημείο αυτό είναι και το χαμηλότερο στη Νότια Αμερική. Το γεωγραφικό κέντρο της χώρας βρίσκεται στη νοτιοδυτική επαρχία της Λα Πάμπα. Η Αργεντινή διεκδικεί μέρος της Ανταρκτικής, πράξη που δεν αναγνωρίζεται από καμία άλλη χώρα, και διατηρεί από το 1904 συνεχή παρουσία εκεί.

Η Αργεντινή διακρίνεται παραδοσιακά σε διάφορες χαρακτηριστικές γεωγραφικές περιοχές:

Πάμπας:
Οι πάμπας προσδιορίζονται ως οι πεδιάδες δυτικά και νότια από την πρωτεύουσα Μπουένος Άιρες και καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος των επαρχιών του Μπουένος Άιρες και της Κόρδοβα, καθώς και τμήματα των επαρχιών της Σάντα Φε και Λα Πάμπα. Το δυτικό τμήμα της τελευταίας και η επαρχία Σαν Λουίς είναι επίσης μέρος των πάμπας, αλλά πιο ξηρές. Χαρακτηριστικό τοπογραφικό στοιχείο της ευρύτερης αυτής περιοχής είναι η οροσειρά Σιέρρα ντε Κόρδοβα.

Γκραν Τσάκο:
Η περιοχή του Γκραν Τσάκο βρίσκεται στο βόρειο τμήμα της χώρας και έχει υποτροπικό κλίμα με ξηρή και υγρή εποχή. Εκτείνεται στις επαρχίες Τσάκο και Φορμόσα, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της καλύπτεται από υποτροπικά δάση, θαμνώδεις εκτάσεις και ορισμένους υδροβιότοπους, ενδιαίτημα πολλών ειδών χλωρίδας και πανίδας. Η επαρχία του Σαντιάγο ντελ Εστέρο βρίσκεται επίσης στην πιο ξηρή περιοχή του Γκραν Τσάκο.

Μεσοποτάμια:
Η περιοχή μεταξύ των ποταμών Παρανά και Ουρουγουάη είναι γνωστή με το χαρακτηρισμό Μεσοποταμία, και εκτείνεται στις επαρχίες Κορριέντες και Έντρε Ρίος. Αποτελείται κύρια από επίπεδες εκτάσεις και τους υδροβιότοπους της Ιμπερά στην κεντρική Κορριέντες. Η επαρχία Μισιόνες έχει περισσότερο τροπικά χαρακτηριστικά και εντάσσεται στη γεωγραφική περιοχή των βραζιλιανών υψιπέδων, με χαρακτηριστική τροπική βλάστηση του δάσους βροχής και τους καταρράκτες Ιγκουαζού.

Παταγονία:
Η Παταγονία είναι γνωστή από τις χαρακτηριστικές της στέπες που εκτείνονται στις επαρχίες Νεουκέν, Ρίο Νέγρο, Τσουμπούτ και Σάντα Κρους. Η περιοχή χαρακτηρίζεται ημίξηρη και εύκρατη στο βορρά και ψυχρή ξηρή στο νότο, αλλά υπάρχουν δασικές εκτάσεις στις δυτικές παρυφές της, καθώς και αρκετές λίμνες. Η Γη του Πυρός έχει ψυχρό και υγρό κλίμα, με επιρροές ωκεάνιων κλιματικών χαρακτηριστικών. Η βόρεια Παταγονία αναφέρεται και ως Κομάουε.

Κούγιο:
Η κεντροδυτική Αργεντινή κυριαρχείται από την οροσειρά των Άνδεων, ενώ στην ανατολική πλευρά τους βρίσκεται η ξηρή περιοχή του Κούγιο. Η περιοχή διατρέχεται από νερά προερχόμενα από τα βουνά, δημιουργώντας έτσι γόνιμο έδαφος για την καλλιέργεια φρούτων και αμπελιών στις επαρχίες Μεντόσα και Σαν Χουάν. Βορειότερα το κλίμα είναι επίσης ξηρό αλλά πιο θερμό, όπου βρίσκεται και η επαρχία Λα Ριόχα. Το ανατολικό όριο του Κούγιο καθορίζεται από τα υψίπεδα Σιέρρας Παμπεάνας, με άξονα βορρά-νότου στο βόρειο τμήμα της επαρχίας Σαν Λουίς.

Βορειοδυτική περιοχή:
Η περιοχή αυτή έχει το μεγαλύτερο μέσο υψόμετρο και αποτελείται από παράλληλες οροσειρές, με κορυφές υψηλότερες και από 6.000 μέτρα, που διευρύνονται προς το βορρά. Χαρακτηριστικές εύφορες κοιλάδες συμπληρώνουν το τοπίο, ενώ οι επαρχίες της περιοχής είναι οι Καταμάρκα, Τουκουμάν και Σάλτα. Η επαρχία Χουχούι βορειότερα προς τη Βολιβία ανήκει κύρια στο υψίπεδο Αλτιπλάνο των κεντρικών Άνδεων, ενώ στο βορειότερο σημείο της περιοχής διέρχεται και ο Τροπικός του Αιγόκερω.

Οι κυριότεροι ποταμοί της Αργεντινής είναι ο Πιλκομάγιο, ο Παραγουάης, ο Μπερμέχο, ο Κολοράδο, ο Ρίο Νέγρο, ο Σαλάδο, ο Ουρουγουάης και ο μεγαλύτερος ποταμός Παρανά. Οι τελευταίοι δύο εκβάλουν μαζί στον Ατλαντικό ωκεανό, σχηματίζοντας τον Ρίο ντε λα Πλάτα. Ποταμοί περιφερειακής σημασίας είναι ο Ατουέλ και ο Μεντόσα, στην ομώνυμη περιοχή, ο Τσουμπούτ στην Παταγονία, ο Ρίο Γκράντε στο Χουχούι και ο Σαν Φρανσίσκο στη Σάλτα.

Στην Αργεντινή υπάρχουν πολλές μεγάλες λίμνες, πολλές από τις οποίες βρίσκονται στην Παταγονία. Μεταξύ αυτών είναι η Αρχεντίνο και η Βιέδμα στη Σάντα Κρους, η Ναουέλ Ουαπί στην επαρχία Ρίο Νέγρο, η Φανιάνο στη Γη του Πυρός και οι Κολουέ Ουαπί και Μόστερς στην επαρχία Τσουμπούτ. Η λίμνη Μπουένος Άιρες και η λίμνη Ο'Χίγκινς / Σαν Μαρτίν βρίσκονται στα σύνορα με τη Χιλή. Η Αργεντινή έχει επίσης πολλές θερμές πηγές, όπως οι Τέρμας ντε Ρίο Χόντο με θερμοκρασίες μεταξύ 27 °C και 41 °C.

Η Αργεντινή έχει συνολικά 4.665 χλμ ακτογραμμής. Η ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα είναι γενικά ασυνήθιστα πλατιά, και η υπερκείμενη θάλασσα στον Ατλαντικό ωκεανό είναι γνωστή με την ονομασία Μαρ Αρχεντίνο (Θάλασσα της Αργεντινής). Οι ακτές του Ατλαντικού αποτελούν εδώ και αιώνες δημοφιλές θέρετρο για τους κατοίκους της ενδοχώρας. Η θάλασσα είναι πλούσια σε ψάρια και επίσης εικάζεται ότι υπάρχουν σημαντικά κοιτάσματα υδρογονανθράκων. Οι ακτές της χώρας ποικίλλουν, καθώς αλλού υπάρχουν αμμόλοφοι ή θίνες και αλλού απόκρημνοι βράχοι. Τα δύο βασικά θαλάσσια ρεύματα που επηρεάζουν τις ακτές, είναι το θερμό ρεύμα της Βραζιλίας και το ψυχρό ρεύμα Φόκλαντ. Λόγω της ανισοκατανομής του μεγέθους της ξηράς από βορρά προς νότο, τα δύο ρεύματα αλλάζουν την επιρροή τους στο τοπικό κλίμα και δεν επιτρέπουν την ομοιόμορφη πτώση της θερμοκρασίας με το γεωγραφικό πλάτος.

Επειδή η Αργεντινή εκτείνεται σε μεγάλο εύρος γεωγραφικών πλατών, καθώς και έχει μεγάλες υψομετρικές διακυμάνσεις, παρατηρείται στη χώρα ένα σύνολο κλιματικών τύπων. Κατά κανόνα, το κλίμα είναι κυρίως εύκρατο με διακυμάνσεις από υποτροπικό στο βορρά και υποπολικό στο νότο. Το βόρειο τμήμα της χώρας έχει χαρακτηριστικά ιδιαίτερα θερμά καλοκαίρια και ήπιους ξηρούς χειμώνες, με περιοδικές περιόδους ξηρασίας. Η κεντρική Αργεντινή έχει θερμά καλοκαίρια με καταιγίδες και ψυχρούς χειμώνες. Είναι χαρακτηριστικό ότι το μεγαλύτερο μέγεθος χαλαζιού παγκόσμια έχει καταγραφεί στην κεντροδυτική Αργεντινή. Οι νοτιότερες περιοχές έχουν θερμά καλοκαίρια και ψυχρούς χειμώνες με έντονες χιονοπτώσεις, ιδιαίτερα στις ορεινές ζώνες. Τα μεγαλύτερα υψόμετρα έχουν πιο ψυχρές συνθήκες σε όλα τα γεωγραφικά πλάτη.

Οι πιο ακραίες τιμές θερμοκρασίες σε όλη τη Νότια Αμερική έχουν καταγραφεί στην Αργεντινή. Η μέγιστη θερμοκρασία των 49,1 °C σημειώθηκε στη Βίγια ντε Μαρία στην επαρχία Κόρδοβα στις 2 Ιανουαρίου του 1920. Η ελάχιστη θερμοκρασία που έχει καταγραφεί είναι -39 °C στη Βάγιε ντε λος Πάτος Σουπεριόρ, στην επαρχία Σαν Χουάν, στις 17 Ιουλίου του 1972.

Χαρακτηριστικός άνεμος της Αργεντινής είναι ο ψυχρός Παμπέρο που πνέει στις πεδιάδες της Παταγονίας και στις πάμπας, ενώ στο τέλος του χειμώνα ακολουθείται από θερμούς βόρειους ανέμους. Αντίστοιχα, ο Ζόντα είναι ένας θερμός ξηρός άνεμος της κεντροδυτικής χώρας. Προερχόμενος από τις Άνδεις έχει εξατμίσει όλη την υγρασία του κατά την κατάβαση από τα 6.000 μέτρα, και συχνά παρουσιάζει ριπές μέχρι και τα 120 χλμ/ώρα. Ο Ζόντα εμφανίζεται από τον Ιούνιο ως το Νοέμβριο και είναι επικίνδυνος για την εκδήλωση πυρκαγιών, ενώ συνοδεύεται με χιονοθύελλες στα μεγάλα υψόμετρα των Άνδεων. Οι Σουντεστάδα είναι νότιοι άνεμοι που πνέουν κατά την εμφάνιση ιδιαίτερα χαμηλών βαρομετρικών συστημάτων το χειμώνα, φέρνοντας μέτριες χαμηλές θερμοκρασίες και έντονες βροχοπτώσεις, θαλασσοταραχή και παράκτιες πλυμμήρες. Συνήθως εμφανίζονται στο τέλος του φθινοπώρου και το χειμώνα στις ακτές της κεντρικής χώρας και στο Ρίο ντε λα Πλάτα.

Βασικό στοιχείο στις νότιες περιοχές της Αργεντινής είναι η μεγάλη περίοδος ημέρας από το Νοέμβριο ως το Φεβρουάριο, που κυμαίνεται μέχρι και 19 ώρες τη μέρα, καθώς και αντίστροφα μεγάλες νύχτες από τον Μάιο ως τον Αύγουστο.

Τα πρώιμα στοιχεία ανθρώπινης παρουσίας στην Αργεντινή έχουν βρεθεί στην Παταγονία (Πιέδρα Μουσέο, Σάντα Κρους) και χρονολογούνται από το 11.000 π.Χ. (Σάντα Μαρία, Ουάρπες, Ντιαγκίτας, Σαναβιρόνες). Η αυτοκρατορία των Ίνκας κατά την ηγεμονία του Πατσακούτεκ ξεκίνησε μία επεκτατική εκστρατεία το 1480, κατακτώντας τη σημερινή βορειοδυτική Αργεντινή και ενσωματώνοντάς την στην ευρύτερη περιοχή γνωστή με την ονομασία Κογιασούγιου. Αντίστοιχα, οι αυτόχθονες Γκουαρανί ανέπτυξαν ένα πολιτισμό βασισμένο στη γεωργία και στην καλλιέργεια της γιούκας, της γλυκοπατάτας και του καλαμποκιού. Στις κεντρικές και νότιες περιοχές (πάμπας και Παταγονία) υπήρχαν νομαδικές φυλές που ενώθηκαν κατά τον 17ο αιώνα κάτω από την αρχηγία των Μαπούτσε.

Οι πρώτοι Ευρωπαίοι εξερευνητές (κονκισταδόρες) έφτασαν στην Αργεντινή το 1516, συναντώντας διάφορα ινδιάνικα φύλα που βρίσκονταν σε σχετικά χαμηλό επίπεδο πολιτιστικής ανάπτυξης (Διαγίτοι ή Διαγουίτες στο βορρά, Ουάρπες, Κεράντοι, Πουέλτσε, Γκουαρανοί κ.α.). Η Ισπανία αρχικά, επιχείρησε να αντισταθμίσει την επέκταση των Πορτογάλων (που ήδη κατείχαν τη Βραζιλία) και έτσι τελικά ίδρυσε μία αποικία στη θέση του σημερινού Μπουένος Άιρες το 1580. Στο ξεκίνημα όμως της αποίκησης (1516), όταν οι Ισπανοί υπό το Χουάν Ντίαζ ντε Σόλις ανακάλυψαν το Ρίο ντε λα Πλάτα (όπως ονόμασαν και τη χώρα), συντρίφτηκαν στις βόρειες ακτές από την αντίδραση των γηγενών, για να επιστρέψουν δυο χρόνια μετά (1518), με επικεφαλής το Σεμπάστιαν Κάμποτ και σε βάθος χρόνου, να διεισδύσουν στο εσωτερικό. Στα 1536 ο Πέδρο δε Μεντέσα ίδρυσε τη Σάντα Μαρία δε λος Μπουένος Άιρες, την πρώτη δηλαδή αποικία στο έδαφος όπου σήμερα βρίσκεται το Μπουένος Άιρες. Το 1580 ο Χουάν ντε Γκαράι ξεκινώντας από την Ασουνσιόν της Παραγουάης δημιούργησε τον οριστικό οικισμό του Μπουένος Άιρες. Το 1776 με πρωτοβουλία του Ισπανού βασιλιά Καρόλου Γ΄ ιδρύθηκε η Αντιβασιλεία του Ρίο ντε λα Πλάτα και η ευρύτερη περιοχή αποικήθηκε από Ισπανούς και τους μετέπειτα απογόνους τους, που προσδιορίζονταν με την ονομασία κριόγιος. Παράλληλα, υπήρχαν σημαντικοί πληθυσμοί αυτοχθόνων φυλών, καθώς και Αφρικανών σκλάβων. Τουλάχιστον το 1/3 των εποίκων της αποικιοκρατικής περιόδου ήταν συγκεντρωμένοι στο Μπουένος Άιρες και σε άλλες πόλεις, ενώ το υπόλοιπο κατοικούσε στις πάμπας. Οι αυτόχθονες κάτοικοι βρίσκονταν σε όλη την υπόλοιπη χώρα. Η Βρετανική Αυτοκρατορία προσπάθησε να κατακτήσει το Μπουένος Άιρες δύο φορές το διάστημα 1806-07, αλλά συνάντησε τη σθεναρή αντίσταση των κριόγιος με αρχηγό τον εθνικό ήρωα Μανουέλ Μπελγράνο και απέτυχε. Στην απώθηση των Βρετανών συνεισέφερε τα μέγιστα ο Γάλλος αξιωματικός Σαντιάγο ντε Λινιέρ. Η επιτυχής αντίσταση κατά των Άγγλων έκανε να φουντώσει η επιθυμία των κατοίκων της Αργεντινής για πολιτική χειραφέτηση από τους Ισπανούς.

Στις 25 Μαΐου του 1810, μετά από επιβεβαίωση της φήμης για την ανατροπή του βασιλιά Φερδινάνδου του 7ου από το Ναπολέοντα, οι πολίτες του Μπουένος Άιρες ίδρυσαν την πρώτη τοπική κυβέρνηση, γνωστή ως Χούντα. Επρόκειτο, ουσιαστικά, για ανακήρυξη ανεξαρτησίας, καθώς ακολούθησε διορισμός μιας προσωρινής Επιτροπής των Ενωμένων Επαρχιών του Ρίο ντε λα Πλάτα, με επικεφαλής τους Κορνέλιο Σααβέρδα (ως πρόεδρο), Μαριάνο Μορένο και Μανουέλ Μπελγκράνο (ο οποίος σχεδίασε και την πρώτη σημαία της χώρας). Ακολούθησαν σφοδρές εμφύλιες συγκρούσεις, ενώ κατά τα επόμενα έτη μέχρι και το 1822, οι Ισπανοί εκδιώχθηκαν οριστικά από τα εδάφη της Αργεντινής. Από αυτή την επανάσταση δημιουργήθηκαν δύο κράτη: Οι Ηνωμένες Επαρχίες της Νότιας Αμερικής (1810) και η Λίγα Φεδεράλ (Ομοσπονδία) (1815). Άλλες επαρχίες, ως αποτέλεσμα διαφορών μεταξύ αυτονομιστικών και συγκεντρωτικών ρευμάτων, καθυστέρησαν την είσοδό τους στην Ένωση. Η Παραγουάη αποχώρησε το 1811, κηρύσσοντας την ανεξαρτησία της.

Οι στρατιωτικές εκστρατείες με ηγέτη το στρατηγό Χοσέ ντε Σαν Μαρτίν μεταξύ του 1814 και του 1817 ενίσχυσαν την ανεξαρτησία της Αργεντινής, και ο Σαν Μαρτίν θεωρείται σήμερα ο εθνικός ήρωας της ανεξαρτησίας. Η στρατιά του διέσχισε το 1817 τις Άνδεις και νίκησε βασιλικές δυνάμεις στη Χιλή και το Περού, εξασφαλίζοντας την αυτοδιάθεση της χώρας. Η βουλή του Τουκουμάν, που συνεδρίασε στις 9 Ιουλίου του 1816, διακήρυξε επίσημα την ανεξαρτησία από την Ισπανία. Η Λίγα Φεδεράλ ηττήθηκε το 1820 από δυνάμεις των Ηνωμένων Επαρχιών της Νότιας Αμερικής και στρατιωτικές δυνάμεις της Πορτογαλίας, προερχόμενες από τη Βραζιλία, και ενσωματώθηκε τελικά στην Ένωση. Η Βολιβία κήρυξε την ανεξαρτησία της το 1825, ενώ η Ουρουγουάη δημιουργήθηκε το 1828 ως αποτέλεσμα της εκεχειρίας στον πόλεμο Αργεντινής-Βραζιλίας. Αυτή η αντιφατική εκεχειρία οδήγησε στην άνοδο του κυβερνήτη της επαρχίας του Μπουένος Άιρες, Χουάν Μανουέλ ντε Ρόσας, ο οποίος, ως υποστηρικτής της ομοσπονδίας, κυβέρνησε αυταρχικά, αλλά διατήρησε την ενότητα της εύθραυστης Ένωσης.

Οι κεντρώοι Ουνιτάριος (Ενωτικοί) και οι Φεδεράλες (Ομοσπονδιακοί) διατήρησαν μία αντιπαλότητα μέχρι την αποπομπή της κυβέρνησης του ντε Ρόσας το 1852, και για να αποφευχθούν μελλοντικές διαμάχες, το 1853 συντάχθηκε το πρώτο σύνταγμα της χώρας. Η εθνική ενότητα ενισχύθηκε το 1865 μετά από επίθεση της Παραγουάης σε τοπικά βρετανικά συμφέροντα, και οδήγησε στον Πόλεμο της Τριπλής Συμμαχίας και την ήττα της Παραγουάης.

Ένα κύμα ξένων επενδύσεων και μετανάστευσης από την Ευρώπη μετά το 1870, οδήγησε στην ανάπτυξη της σύγχρονης γεωργίας και τη σχεδόν αναγέννηση της κοινωνίας και της οικονομίας της Αργεντινής, ενισχύοντας παράλληλα τη συνομοσπονδία σε ένα ενιαίο κράτος. Παρόλα αυτά, η «κατάκτηση της ερήμου» τη δεκαετία του 1870 εξάρθρωσε τους υπάρχοντες αυτόχθονες πληθυσμούς των νότιων πάμπας και της Παταγονίας.

Η Αργεντινή ενίσχυσε την ευημερία και τον πλούτο της μεταξύ του 1880 και του 1929, καθώς ήταν μία από τις δέκα πλουσιότερες χώρες στον κόσμο με μία επικερδή οικονομία βασισμένη στην αγροτική παραγωγή. Με τη μετανάστευση και τη μείωση της θνησιμότητας, ο πληθυσμός σχεδόν πενταπλασιάστηκε και τα οικονομικά μεγέθη έγιναν σχεδόν 15 φορές μεγαλύτερα. Στην πολιτική σκηνή κυριαρχούσαν συντηρητικά συμφέροντα με μη δημοκρατικά μέσα μέχρι το 1912, όταν ο πρόεδρος Ροκέ Σάενς Πένια καθιέρωσε την καθολική (μόνο για τους άντρες) και μυστική ψηφοφορία. Αυτό επέτρεψε στους παραδοσιακούς αντιπάλους των συντηρητικών, δηλαδή την κεντρώα Ριζοσπαστική Αστική Ένωση, να κερδίσει τις πρώτες ελεύθερες εθνικές εκλογές το 1916. Ο πρόεδρος Ιπόλιτο Ιριγόγιεν εφάρμοσε κοινωνικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις και ενίσχυσε την υποστήριξη στις αγροτικές οικογένειες και τις μικρές επιχειρήσεις. Η μεγάλη οικονομική κρίση και η πολιτική απομόνωση όμως, οδήγησε στην παύση του από τον στρατό το 1930. Το διάδοχο συντηρητικό καθεστώς κυβέρνησε για μία δεκαετία, εφαρμόζοντας προστατευτικές πολιτικές. Η Αργεντινή παρέμεινε ουδέτερη κατά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και για το μεγαλύτερο μέρος του Δεύτερου, ενώ ήταν από τους μεγαλύτερους προμηθευτές εφοδίων και τροφής για τους Συμμάχους.

Η πολιτική αλλαγή οδήγησε στην προεδρία του Χουάν Περόν το 1946, ο οποίος υποστήριξε την εργατική τάξη και διέδωσε το συνδικαλισμό, εφαρμόζοντας παράλληλα κοινωνικά και εκπαιδευτικά προγράμματα. Η σύζυγος του Περόν, Εύα Περόν, γνωστή και ως Εβίτα, έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο ως πρώτη κυρία κατά τις δύο πρώτες θητείες του Περόν. Αποτελούσε την κινητήρια δύναμη για την επιτυχία του Περόν στην εργατική τάξη. Το 1947 ίδρυσε το Ίδρυμα Εύα Περόν με προσανατολισμό κοινωνικής προσφοράς. 

Αυτή ήταν και η πρώτη φορά που η χώρα προσανατολίζονταν στην κοινωνική πρόνοια, κάτι που συνάντησε την αντίδραση της ολιγαρχίας. Η Εβίτα ήταν ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στον μη εκφραστικό Περόν και τους υποστηρικτές του. Εισήγαγε την ψήφο των γυναικών και οργάνωσε το Γυναικείο Κόμμα Περονιστών. Κατά τις δύο πρώτες θητείες του Περόν ενισχύθηκε η βιομηχανική και αστική ανάπτυξη. Μετά το θάνατο της Εβίτα το 1952 στην ηλικία των 33 ετών, η κυβέρνηση Περόν αποσυντονίστηκε μέσα από διαμάχες με την Καθολική Εκκλησία. Ο Περόν απομάκρυνε αρκετούς σημαντικούς και ικανούς συμβούλους του, ενώ προώθησε τον απολυταρχισμό. Ένα βίαιο πραξικόπημα τον ανέτρεψε το 1955, μετά από το βομβαρδισμό της Κάσα Ροσάδα και το θάνατο πολλών πολιτών. Ο Περόν διέφυγε στο εξωτερικό και τελικά παρέμεινε στην Ισπανία.

Μετά από προσπάθειες υποβάθμισης της επιρροής του Περόν και τον εξοστρακισμό των Περονιστών από την πολιτική ζωή, οι εκλογές του 1958 έφεραν τον Αρτούρο Φροντίτσι στην κυβέρνηση, ο οποίος είχε την υποστήριξη μερικών οπαδών του Περόν, ενώ η πολιτική του ενίσχυσε τις απαιτούμενες επενδύσεις στη βιομηχανία και την ενέργεια, που παρουσίαζαν μεγάλο έλλειμμα για την Αργεντινή. Ο στρατός όμως παρενέβαινε συχνά υπέρ των συντηρητικών συμφερόντων και τα αποτελέσματα της πολιτικής ήταν αμφιλεγόμενα. Ο Φροντίτσι υποχρεώθηκε σε παραίτηση το 1962. Στις 8 Αυγούστου του 1962, ξέσπασε κρίση μεταξύ της κυβέρνησης και πραξικοπηματιών, η οποία έληξε στις 24 Σεπτεμβρίου με την επικράτηση μετριοπαθέστερων αντιπερονιστών, πιστών στον πρόεδρο του στρατιωτικού καθεστώτος Χοσέ Μαρία Γκουίντο. Το 1963 εκλέχθηκε ο Αρτούρο Ουμπέρτο Ίγια και εφάρμοσε επεκτατικές πολιτικές. Παρά την ευημερία, οι προσπάθειές του να συμπεριλάβει περονιστές στην πολιτική σκηνή κατέληξε στην επέμβαση του στρατού για μία ακόμη φορά, με ένα αναίμακτο πραξικόπημα στις 27 Ιουνίου του 1966. Ο Ίγια είχε αρχίσει διαβουλεύσεις με τους περονιστές εν όψει των βουλευτικών εκλογών και των εκλογών για την ανάδειξη κυβερνητών τον επόμενο χρόνο. Ο στρατός, ανήσυχος λόγω της υψηλής δημοτικότητας των περονιστών, προειδοποίησε τον Ίγια να μην προχωρήσει σε τέτοια συνεργασία. Όταν αυτός αρνήθηκε να συμμορφωθεί, επενέβη για πολλοστή φορά ο στρατός, κηρύσσοντας την Αργεντίνικη Επανάσταση -πολιτική, οικονομική και κοινωνική. Την επομένη, πρόεδρος ορκίστηκε ο βετεράνος των πραξικοπημάτων, αντιπερονιστής Χουάν Κάρλος Ογκάνια. 

Το πρωί της 8ης Ιουνίου του 1970, ο στρατός έζωσε το προεδρικό μέγαρο και το κεντρικό κτίριο του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών. Μία ακόμη στρατιωτική χούντα κατέλαβε πραξικοπηματικά την εξουσία. Με απόφαση των αρχηγών των τριών όπλων καθαιρέθηκε ο στρατηγός Χουάν Κάρλος Ονγκάνια. Την ολοκλήρωση του έργου της επανάστασης, την αποκατάσταση της τάξης και τη σταδιακή επιστροφή στον κοινοβουλευτισμό επικαλέστηκαν, την επομένη της ανατροπής του Ονγκάνια ο ναύαρχος Πέδρο Νιάβι, ο αντιστράτηγος Αλεχάντρο Λανούσε και ο ταξίαρχος της αεροπορίας Κάρλος Ρέι. Στις 18 Ιουνίου, νέος πρόεδρος διορίστηκε ο στρατηγός Ρομπέρτο Μαρσέλο Λέβινγκστον. Η θητεία του αποδείχθηκε σύντομη, αφού καθαιρέθηκε και αυτός στις 22 Μαρτίου του 1971 και την εξουσία ανέλαβε απευθείας η χούντα. Το 1970 η καθαίρεση του Ονγκάνια ήταν το επιστέγασμα ενός ταραγμένου χρόνου εργατικών και φοιτητικών κινητοποιήσεων, αιματηρών συγκρούσεων και βομβιστικών επιθέσεων στα μεγάλα αστικά και βιομηχανικά κέντρα της χώρας. Την αφορμή έδωσε στις 29 Μαΐου η απαγωγή από τους αριστερούς περονιστές αντάρτες Μοντομέρος του στρατηγού Πέδρο Εουχένιο Αραμπούρου, προσωρινού προέδρου της Αργεντινής στο διάστημα 1956-1958, υπέρμαχου της επιστροφής στον κοινοβουλευτισμό και πιθανού διαδόχου του Ονγκάνια. Ο Αραμπούρου εκτελέστηκε την 1η Ιουνίου, επειδή κρίθηκε ένοχος από επαναστατικό δικαστήριο για την εκτέλεση περονιστών ηγετών κατά την απόπειρά τους να καταλάβουν την εξουσία το 1956 εξήγησαν οι αντάρτες, που κατηγόρησαν τον Ονγκάνια ότι απεργαζόταν την επάνοδο του Αραμπούρου στην εξουσία, για να εξαπατά το λαό. Για να παραδώσουν τη σορό του, οι αντάρτες ζήτησαν να τους παραδοθεί η σορός της Εβίτα Περόν, νεκρής από το 1952 και ενταφιασμένης σε μυστικό σημείο. Η σορός του Αραμπούρου ανακαλύφθηκε θαμμένη στο υπόγειο αγροκτήματος στις 17 Ιουλίου. Η υπόθεση επέσπευσε το τέλος του Ονγκάνια, αντιμέτωπου επί ένα χρόνο με οξύτατη πολιτική και κοινωνική κρίση. Μολονότι ο πληθωρισμός είχε πέσει από 30% στο 6% και είχαν βελτιωθεί οι ρυθμοί ανάπτυξης της οικονομίας, οι χαμηλοί σε σχέση με τον τιμάριθμο μισθοί τροφοδότησαν τη λαϊκή δυσαρέσκεια στην πάντα διχασμένη ανάμεσα σε περονιστές και αντιπερονιστές Αργεντινή, που διατρέχεται από αριστερά κινήματα, όπως και οι περισσότερες χώρες της Λατινικής Αμερικής. Μέχρι το Μάρτιο του 1970 οι πέντε κύριες ανταρτικές οργανώσεις ήταν, εκτός από τους Μοντονέρος, οι Ένοπλες Δυνάμεις των Περονιστών, οι Ένοπλες Επαναστατικές Δυνάμεις (περονιστές και καστρικοί), οι Ένοπλες Απελευθερωτικές Δυνάμεις (καστρικοί) και ο Επαναστατικός Λαϊκός Στρατός (περονιστές-τροτσκιστές). Ιδιαίτερα δραστήρια ήταν στα βιομηχανικά κέντρα και τα εργατικά συνδικάτα, τα οποία κατατάσσονταν σε αριστερά προσκείμενα στον Περόν και μετριοπαθή διαφόρων αποχρώσεων. Ταυτόχρονα, άρχισε να ξεχωρίζει μία νέα μορφή πάλης, το αντάρτικο των πόλεων. Η κρίση που σοβούσε τα τελευταία χρόνια ξέσπασε το 1969. Ο Μάιος και ο Ιούνιος ήταν οι μήνες της κορύφωσης των ταραχών, με φοιτητικές και απεργιακές κινητοποιήσεις στα βιομηχανικά κέντρα του Ροσάριο και της Κόρδοβα, όπου η γενική απεργία στις 30 Μαΐου οδήγησε σε συγκρούσεις απεργών και αστυνομίας με 30 νεκρούς. Μετά τη δολοφονία του μετριοπαθούς συνδικαλιστή ηγέτη Αουγκούστο Βανεάρ κηρύχθηκε κατάσταση έκτακτης ανάγκης σε ολόκληρη την Αργεντινή. Οι ταραχές κόπασαν κάπως, για να ξαναρχίσουν στην Κόρδοβα στις 23 Απριλίου του 1970 μετά τη γενική απεργία σε ένδειξη διαμαρτυρίας για το πάγωμα των μισθών. Η απομάκρυνση του Ονγκάνια δεν εκτόνωσε την ένταση. Μόνο στις 16 Σεπτεμβρίου σημειώθηκαν 16 εκρήξεις βομβών στο Μπουένος Άιρες, στις 14 Νοεμβρίου δολοφονήθηκε ο ομοσπονδιακός επίτροπος Οσβάλντο Σαντοβάλ που ερευνούσε τη δολοφονία του Αραμπούρου, και στις 29 Δεκεμβρίου ομάδα ενόπλων γάζωσε με ριπές πολυβόλου το προεδρικό μέγαρο.  

Αν και απολυταρχικό, το νέο καθεστώς συνέχισε να υποστηρίζει την τοπική ανάπτυξη και επένδυσε υψηλά ποσά σε δημόσια έργα. Η οικονομία μεγάλωσε δυναμικά, ενώ η φτώχεια μειώθηκε στο 7% το 1975. Η πολιτική βία όμως κλιμακώθηκε και ο Περόν από την εξορία στήριξε τις φοιτητικές και εργατικές διαμαρτυρίες, με συνέπεια τη διεξαγωγή ελεύθερων εκλογών από το καθεστώς το 1973. Ο Περόν επέστρεψε από την εξορία και σχημάτισε κυβέρνηση. Ο θάνατός του το 1974, έφερε την αντιπρόεδρο και τρίτη σύζυγό του, Ισαμπέλ, στην εξουσία. Η Ισαμπέλ Περόν αποτέλεσε μία συμβιβαστική επιλογή ανάμεσα στα ρεύματα των Περονιστών, με σύντομο χρόνο ζωής, καθώς η σύγκρουση μεταξύ των ακραίων ρευμάτων προκάλεσε οικονομικό χάος με αποτέλεσμα ένα νέο πραξικόπημα στις 24 Μαρτίου του 1976, με επικεφαλής το στρατηγό Χόρχε Ραφαέλ Βιδέλα.

Στα τέλη της δεκαετίας του '60 και στις αρχές του '70, ένοπλες αριστερές ομάδες, όπως ο Επαναστατικός Λαϊκός Στρατός απήγαγαν και δολοφονούσαν πολίτες σχεδόν κάθε εβδομάδα. Το αυτονομαζόμενο καθεστώς της Εθνικής Διαδικασίας Αναδιοργάνωσης καταπίεζε την αντιπολίτευση και τα αριστερά ρεύματα με βίαια και παράνομα μέτρα, γνωστά και ως ο βρώμικος πόλεμος. Χιλιάδες διαφωνούντες εξαφανίστηκαν, ενώ η μυστική υπηρεσία SIDA συνεργάζονταν με τη χιλιανή DINA και άλλες νοτιοαμερικανικές υπηρεσίες, αλλά και τη CIA, στην Επιχείρηση Κόνδορας. Πολλοί από τους στρατιωτικούς αρχηγούς που έλαβαν μέρος στον βρώμικο πόλεμο εκπαιδεύτηκαν σε σχολές με αμερικανική χρηματοδότηση, όπως οι Αργεντινοί δικτάτορες Ρομπέρτο Εντουάρντο Βιόλα (που διαδέχτηκε το Βιντέλα το Μάρτιο του 1981) και Λεοπόλντο Γκαλτιέρι (1981 - 1982). Αυτή η νέα δικτατορία έφερε αρχικά σταθερότητα στη χώρα και κατασκεύασε μεγάλο αριθμό σημαντικών δημοσίων έργων. Αλλά το συχνό πάγωμα μισθών και η απορρύθμιση της οικονομίας κατέληξε σε απότομη μείωση του επιπέδου ζωής και υψηλό δημόσιο χρέος. Η αποβιομηχάνιση, η κατάρρευση του πέσο της Αργεντινής και η πτώση των επιτοκίων, μαζί με τη διαφθορά, τις παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την τελική ήττα της Αργεντινής στον πόλεμο των Φόκλαντ, οδήγησαν στην πτώση του καθεστώτος (τον Ιούνιο του 1982 ο στρατηγός Γκαλτιέρι αντικαταστάθηκε από τον ομόβαθμό του, Ρεϊνάλδο Μπινιόνε) και στις ελεύθερες εκλογές του 1983.

Η κυβέρνηση του Ραούλ Αλφονσίν (1983) ανέλαβε δράσεις για την αποκατάσταση των διωγμένων, καθιέρωσε τον πολιτικό έλεγχο στις ένοπλες δυνάμεις και εδραίωσε τους δημοκρατικούς θεσμούς. Τα μέλη των τριών δικτατοριών δικάστηκαν και καταδικάστηκαν σε ισόβια, ωστόσο με παρέμβαση του στρατού και τις πιέσεις που ασκήθηκαν, μόνο οι πρωταίτιοι τιμωρήθηκαν ενώ οι υπόλοιποι, αργότερα αμνηστεύθηκαν. Σύμφωνα με έκθεση της Εθνικής Επιτροπής για τους αγνοούμενους που δημοσιοποιήθηκε στα 1984, συνολικά 8.960 άτομα κάθε προέλευσης και φύλου εξαφανίσθηκαν κατά τη διάρκεια της δικτατορίας (1976 - 1983). Το δημόσιο χρέος που κληροδότησε το τελευταίο καθεστώς, άφησε την οικονομία της Αργεντινής σε κρίσιμη κατάσταση απέναντι στους ιδιώτες δανειστές και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Προτεραιότητα δόθηκε στην εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους σε βάρος των δημοσίων έργων και του εσωτερικού χρέους. Η αδυναμία του Αλφονσίν να επιλύσει τα συνεχώς διογκούμενα οικονομικά προβλήματα οδήγησαν στην απώλεια της λαϊκής στήριξης. Μετά από μία νομισματική κρίση το 1989 και τον σχεδόν δεκαπενταπλασιασμό των τιμών, η κυβέρνηση παραιτήθηκε πέντε μήνες νωρίτερα από τη θητεία της.

Ο νεοεκλεγείς πρόεδρος Κάρλος Μένεμ ξεκίνησε τις διαδικασίες ιδιωτικοποιήσεων και μετά από ένα δεύτερο επεισόδιο υπερπληθωρισμού το 1990, ζήτησε τη συνδρομή του οικονομολόγου Ντομίνγκο Καβάγιο, ο οποίος επέβαλε σταθερή ισοτιμία πέσο-δολαρίου το 1991 και υιοθέτησε μακροπρόθεσμες πολιτικές αγοράς, καταργώντας τον προστατευτισμό και επιχειρηματικούς κανονισμούς, επιταχύνοντας τις ιδιωτικοποιήσεις. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις συνέβαλαν σε σημαντικές αυξήσεις των επενδύσεων και της ανάπτυξης με σταθερές τιμές για το μεγαλύτερο διάστημα της δεκαετίας του 1990. Η σταθερή αξία του πέσο όμως μπορούσε να διατηρηθεί μόνο με τη χρήση δολαρίων στην εγχώρια αγορά, γεγονός που οδήγησε στην αύξηση του εξωτερικού χρέους. Το 1998 όμως, μία σειρά διεθνών κρίσεων στην οικονομία και η υπερεκτίμηση του πέσο προκάλεσαν σταδιακά μία εγχώρια οικονομική κρίση. Η αίσθηση της σταθερότητας και ευημερίας που επικρατούσε υποχώρησε γρήγορα και με το τέλος της θητείας του το 1999, ο Μένεμ δεν ήταν καθόλου δημοφιλής.

Ο διάδοχος πρόεδρος Φερνάντο ντε λα Ρούα κληρονόμησε μειωμένη ανταγωνιστικότητα στις εξαγωγές, καθώς και χρόνια ελλείμματα. Ο κυβερνών συνασπισμός επανέφερε τον Καβάγιο στο Υπουργείο Οικονομικών, γεγονός που ερμηνεύτηκε ως μία κίνηση πανικού από τις αγορές παραγώγων. Ο Καβάγιο αναγκάστηκε να λάβει μέτρα για τα διαφυγόντα κεφάλαια και να αντιμετωπίσει την κρίση με πάγωμα των λογαριασμών. Η λαϊκή δυσφορία εντάθηκε και στις 20 Δεκεμβρίου του 2001, η Αργεντινή μπήκε στη χειρότερη θεσμική και οικονομική της κρίση από το 1890. Βίαιες διαδηλώσεις και συγκρούσεις με τις αρχές οδήγησαν σε τραυματισμούς και θανάτους. Το χαοτικό κλίμα που εντεινόταν και οι φωνές διαμαρτυρίας οδήγησαν τελικά στην παραίτηση του πρόεδρου ντε λα Ρούα.

Η Αργεντινή διαιρείται διοικητικά σε 23 επαρχίες (provincias) και μία αυτόνομη πόλη, την ομοσπονδιακή πρωτεύουσα του Μπουένος Άιρες (capital federal - Ciudad Autónoma de Buenos Aires).

Αν και το Μπουένος Άιρες ανακηρύχθηκε πρωτεύουσα το 1853, στην πράξη έγινε το 1880, καθώς υπήρχαν διάφορες προσπάθειες να μεταφερθεί το διοικητικό κέντρο σε άλλες πόλεις. Κατά την προεδρία του Ραούλ Αλφονσίν ρυθμίστηκε νομοθετικά η μεταφορά της ομοσπονδιακής πρωτεύουσας στη Βιέδμα, πόλη της επαρχίας Ρίο Νέγρο της Παταγονίας. Κατά τη διάρκεια εκπόνησης των μελετών όμως, οικονομικά προβλήματα προκάλεσαν την ακύρωση της προσπάθειας αυτής το 1989. Αν και η ρύθμιση δεν έχει τυπικά ακυρωθεί, παραμένει ανεφάρμοστη.

Οι επαρχίες της Αργεντινής χωρίζονται σε μικρότερες διοικητικές μονάδες που καλούνται ντεπαρταμέντος (τμήματα), που αριθμούν 376 σε όλη τη χώρα. Η επαρχία του Μπουένος Άιρες έχει 134 αντίστοιχες υποδιαιρέσεις, γνωστές με την ονομασία παρτίδος. Τα ντεπαρταμέντος και τα παρτίδος διαχωρίζονται διοικητικά στη συνέχεια σε δήμους και διαμερίσματα.

Οι κυριότερες πόλεις από άποψη πληθυσμού στην Αργεντινή είναι το Μπουένος Άιρες, η Κόρδοβα, το Ροσάριο, η Μεντόσα, το Σαν Μιγκέλ ντε Τουκουμάν, η Λα Πλάτα, η Μαρ ντελ Πλάτα, η Σάλτα, η Σάντα Φε, το Σαν Χουάν, η Ρεσιστένσια και το Νεουκέν.

Οι 25 μεγαλύτερες σε πληθυσμό μητροπολιτικές περιοχές της Αργεντινής, είναι οι εξής:

Σύμφωνα με την τελευταία απογραφή (2011) του Εθνικού Ινστιτούτου Στατιστικής και Απογραφών (INDEC) της Αργεντινής, ο πληθυσμός της χώρας ανέρχεται στα 40.117.096, τρίτος σε σειρά στη Νότια Αμερική και τριακοστός πρώτος παγκόσμια. Ο πληθυσμός της είναι 45.376.763 κάτοικοι, σύμφωνα με επίσημη εκτίμηση για το 2020. Η πληθυσμιακή πυκνότητα εκτιμάται στους 16,2 κατοίκους ανά τετρ.χλμ., αρκετά χαμηλότερα από τη μέση τιμή των 50 κατοίκων ανά τετρ.χλμ. παγκόσμια. Η κατανομή της πληθυσμιακής πυκνότητας δεν είναι ομοιόμορφη, καθώς το Μπουένος Άιρες έχει πυκνότητα μεγαλύτερη από 14.000 κατ./τετρ.χλμ., ενώ η επαρχία Σάντα Κρους μικρότερη από 1 κατ./τετρ.χλμ. Η ηλικιακή κατανομή του πληθυσμού είναι 24,74% στις ηλικίες από 0 ως 14 ετών, 63,71% από 15-64 και 11,55% από 65 ετών και μεγαλύτερες. Ο πληθυσμός έχει αυξητικές τάσεις με ποσοστό 0,93% ανά έτος, ενώ τα ποσοστά γεννήσεων και θανάτων είναι 16,64 ανά 1.000 κατοίκους και 7,33 ανά 1.000 κατοίκους, αντίστοιχα. Το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού, σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2019 του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας ήταν 76,6 χρόνια (73,5 χρόνια οι άνδρες και 79,5 οι γυναίκες). Η Αργεντινή είναι επίσης το μόνο κράτος στη Λατινική Αμερική με εισροή μεταναστών, η οποία ανέρχεται σε 0,4 μετανάστες ανά 1.000 κατοίκους σε ετήσια βάση.

Το 85% του πληθυσμού αποτελείται από λευκούς ενώ το υπόλοιπο 15% από Ινδιάνους και άλλες φυλές. 

Η Αργεντινή, όπως πολλές χώρες της Αμερικανικής ηπείρου, θεωρείται χώρα μεταναστών. Οι περισσότεροι Αργεντίνοι είναι απόγονοι Ευρωπαίων μεταναστών του 19ου και 20ου αιώνα, ενώ το 86% του πληθυσμού αυτοπροσδιορίζεται ως Ευρωπαϊκής καταγωγής. Η πλειοψηφία των μεταναστών προέρχοταν από την Γερμανία, την Ισπανία και την Ιταλία. Περίπου 25 εκατομμύρια Αργεντίνοι (60% του πληθυσμού) δηλώνουν ότι έχουν έστω και κάποιο βαθμό ιταλικής καταγωγής. Το 8% περίπου του πληθυσμού προσδιορίζεται ως μεστίζο (mestizo), δηλαδή μιγάδες ινδιάνων με Ευρωπαίους, ενώ ένα 4% έχουν αραβική ή ανατολικοασιατική καταγωγή. Κατά την τελευταία απογραφή, περίπου 600.000 Αργεντίνοι αυτοπροσδιορίστηκαν ως αυτόχθονες ινδιάνοι.

Μετά την άφιξη των Ισπανών αποίκων, περίπου 6,2 εκατ. Ευρωπαίοι μετανάστευσαν στην Αργεντινή από το μέσο του 19ου ως το μέσο του 20ου αιώνα. Τα μεγαλύτερα ποσοστά προέλευσης καταγράφονται από την Ιταλία (αρχικά από το Πεδεμόντιο, το Βένετο και τη Λομβαρδία, ενώ αργότερα από την Καμπανία και την Καλαβρία), από την Ισπανία (Γαλικία και Χώρα των Βάσκων), την Γερμανία και τη Γαλλία. Μικρότερες, αλλά σημαντικές σε μέγεθος ομάδες μεταναστών, προέρχοταν από τη Ρωσία και την Αρμενία, την Ελλάδα, το Ισραήλ, τη Σουηδία, την Πορτογαλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ιρλανδία. Αντίστοιχα, από την ανατολική και κεντρική Ευρώπη οι περισσότεροι μετανάστες είχαν προέλευση από τη Βουλγαρία, την Ουκρανία, τη Λιθουανία, την Πολωνία, την Ουγγαρία, τη Ρουμανία, την Κροατία, το Μαυροβούνιο και τη Σλοβενία. Επίσης, υπάρχει μία μεγάλη παροικία Αρμένιων, ενώ μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού στην επαρχία Τσουμπούτ είναι Ουαλικής καταγωγής.

Μικροί αλλά αυξανόμενοι αριθμοί ατόμων από την ανατολική Ασία εγκαθίστανται στην Αργεντινή, κυρίως στην πόλη του Μπουένος Άιρες. Οι πρώτοι Ασιάτες άποικοι προέρχοταν από την Ιαπωνία, ενώ υπάρχουν ακόμα ομάδες από την Κορέα, το Βιετνάμ και την Κίνα, που αριθμούν συνολικά περίπου 60.000 άτομα.

Επίσης, η πλειοψηφία της Εβραϊκής παροικίας της Αργεντινής είναι Εβραίοι Ασκενάζι, ενώ περίπου το 15-20% είναι Σεφαρδιστές, κυρίως Εβραίοι Σύροι. Η Εβραϊκή κοινότητα της Αργεντινής είναι η πέμπτη σε μέγεθος στον κόσμο.

Η Παταγονία έχει επίσης μία μοναδική κοινότητα Νοτιοαφρικάνων Μπόερς, που βρήκαν εκεί καταφύγιο μετά τον πόλεμο με την Αγγλία το 1902. Υπολογίζεται ότι περίπου 100-120 αγροτικές οικογένειες Μπόερς διαμένουν ακόμα στις περιοχές που τους δόθηκαν από το στρατηγό Χούλιο Ρόκα.

Η Αργεντινή επίσης έχει μία μεγάλη κοινότητα Αράβων, κυρίως από μετανάστες από τη Συρία και το Λίβανο, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι ή Μαρωνίτες, με μικρές κοινότητες Μωαμεθανών και Εβραίων. Αρκετοί έχουν αναδειχθεί στο κοινωνικό, επιχειρηματικό και πολιτικό σκηνικό της χώρας, όπως ο πρώην πρόεδρος Κάρλος Μένεμ, Συριακής καταγωγής.

Αν και μικρή σε πληθυσμό, η Αγγλική παροικία της Αργεντινής έχει παίξει ένα σημαντικό ρόλο στη δημιουργία του σύγχρονου κράτους, καθώς οι περισσότεροι Άγγλοι μετανάστες βρέθηκαν σε θέσεις ισχύος στους τομείς των μεταφορών, της βιομηχανίας και της γεωργίας. Οι σχέσεις μεταξύ των Άγγλων και των Αργεντινών παρέμεναν ιστορικά συγκεχυμένες, μέχρι την κατάργηση της οικονομικής επιρροής τους με τις εθνικοποιήσεις πολλών βρετανικών εταιριών από τον Χουάν Περόν τη δεκαετία του 1940, και πιο πρόσφατα με τον πόλεμο των Φόκλαντ το 1982.

Η παράνομη μετανάστευση εντοπίζεται έντονη στα πρόσφατα δημογραφικά στοιχεία της Αργεντινής. Οι περισσότεροι παράνομοι μετανάστες προέρχονται από τη Βολιβία και την Παραγουάη, μέσω των βόρειων συνόρων της χώρας, ενώ μικρότεροι αριθμοί παράνομων μεταναστών προέρχονται από το Περού, τον Ισημερινό και τη Ρουμανία. Η κυβέρνηση της Αργεντινής υπολογίζει ότι περίπου 750.000 κάτοικοι της χώρας δεν έχουν επίσημα έγγραφα, ενώ εφαρμόζει ένα πρόγραμμα με την ονομασία «Μεγάλη Πατρίδα» (Patria Grande) για να ενθαρρύνει την επισημοποίηση των παράνομων μεταναστών. Μέχρι στιγμής στο πρόγραμμα έχουν υποβληθεί περίπου 670.000 αιτήσεις.

Ο πληθυσμός της Αργεντινής παρουσιάζει μεγάλα ποσοστά αστικοποίησης, καθώς οι δέκα μεγαλύτερες μητροπολιτικές περιοχές της χώρας έχουν περίπου το μισό συνολικό πληθυσμό, ενώ το λιγότερο από το 10% ζει σε αγροτικές περιοχές. Η αυτόνομη πόλη του Μπουένος Άιρες έχει πληθυσμό περίπου 3 εκατομμυρίων, ενώ η ευρύτερη μητροπολιτική περιοχή αριθμεί 12.8 εκατ. κατοίκους, μία από τις μεγαλύτερες παγκόσμια. Οι αντίστοιχες μητροπολιτικές περιοχές των δύο επόμενων μεγάλων πόλεων της Αργεντινής, της Κόρδοβα και του Ροσάριο, αριθμούν 1.3 και 1.2 εκατ. κατοίκους, αντίστοιχα, ενώ άλλες πέντε αστικές περιοχές έχουν πληθυσμούς μεγαλύτερους του μισού εκατομμυρίου.

Οι περισσότεροι Ευρωπαίοι μετανάστες στην Αργεντινή εγκαταστάθηκαν σε πόλεις, στις οποίες έβρισκαν δουλειά, εκπαίδευση και ευκαιρίες για να ενταχθούν στη μεσαία τάξη. Πολλοί μετοίκησαν επίσης σε μικρές αναπτυσσόμενες πόλεις κατά μήκος των επεκτάσεων του σιδηροδρομικού δικτύου, ενώ από το 1930 έχει παρατηρηθεί ρεύμα μετοίκησης των αγροτών στις πόλεις.

Στη δεκαετία του 1990 πολλές επαρχιακές πόλεις σταδιακά εγκαταλείφθηκαν μετά την κατάργηση του σιδηροδρομικού δικτύου, ενώ η τοπική παραγωγή προϊόντων αντικαταστάθηκε από μαζικές εισαγωγές αντίστοιχων αγαθών. Φτωχές συνοικίες, γνωστές και ως villas miserias, περιβάλλουν πολλές πόλεις της χώρας και επεκτάθηκαν κατά τη διάρκεια εκείνης της δεκαετίας, ενώ υπολογίζεται ότι εκεί διαβιούν περίπου 4.000.000 άνθρωποι (750.000 νοικοκυριά). Ο πληθυσμός τους αποτελείται κυρίως από εισοδήματα χαμηλής τάξης, αγροτικούς μετανάστες από τις βόρειες περιοχές, καθώς και πολλούς μετανάστες από γειτονικές χώρες που μετοίκησαν στην Αργεντινή μεταξύ του '60 και του '90. Αν και μεγάλος αριθμός αυτών των μεταναστών επαναπατρίστηκε κατά την κρίση του 2001-2002, πολλοί έχουν επιστρέψει μετά την ανάκαμψη της οικονομίας.

Πολλές αστικές περιοχές παρουσιάζουν Ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά, αντανακλώντας την επίδραση των Ευρωπαίων μεταναστών. Οι περισσότερες πόλεις έχουν ρυμοτομία παρόμοια με το Ισπανικό ορθογωνικό σύστημα, με παράλληλους και κάθετους δρόμους να αναπτύσσονται περιμετρικά από μία κεντρική πλατεία (plaza), πάνω στην οποία συνήθως βρίσκονται ο καθεδρικός ναός και σημαντικά κυβερνητικά ή διοικητικά κτίρια. Ο γενικός σχεδιασμός της αστικής ρυμοτομίας είναι γνωστός με την ονομασία damero που σημαίνει σκακιέρα, καθώς είναι βασισμένος σε μία επανάληψη ορθογώνινω τετραγώνων, αν και οι σύγχρονες επεκτάσεις συχνά αποκλίνουν. Η πόλη της Λα Πλάτα που ιδρύθηκε στο τέλος του 19ου αιώνα, είναι ρυμοτομημένη με το πρότυπο damero, συμπληρωμένο με διαγώνιες λεωφόρους σε τακτές αποστάσεις, ενώ ήταν η πρώτη στη Λατινική Αμερική με ηλεκτρικό φωτισμό στους δρόμους.

Το ποσοστό των αναλφάβητων ανέρχεται στο 2,5% (2007). Το εργατικό δυναμικό της χώρας είναι 15 εκατομμύρια (1999) από τα οποία το 5% ασχολείται με τη γεωργία, το 28% εργάζεται στη βιομηχανία και το 67% σε διάφορες άλλες υπηρεσίες, δημόσιες και μη.

Η επίσημη θρησκεία του κράτους είναι η ρωμαιοκαθολική (93%) και ακολουθούν οι ευαγγελικοί με 10%, οι εβραίοι με 2% και με 6% διάφορες άλλες, μεταξύ των οποίων Σουνίτες ισλαμιστές (1,5%) και μια μεγάλη κοινότητα Μορμόνων που αριθμεί γύρω στα 330.000 μέλη. Επίσης, υπάρχουν 145.701 Μάρτυρες του Ιεχωβά και 421.971 Μορμόνοι της Εκκλησίας του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών.

Δικαίωμα ψήφου στις εκλογές έχουν όσες και όσοι είναι ηλικίας 18 ετών και άνω. Η ψηφοφορία είναι υποχρεωτική.

Σημερινός πρόεδρος της χώρας είναι η ο Μαουρίσιο Μάκρι και Αντιπρόεδρος η Γκαμπριέλα Μιτσέτι. Πρωθυπουργός με την επίσημη ονομασία Αρχηγός του Συμβουλίου υπουργών της Αργεντινής είναι ο Σαντιάγο Καφιέρο από τον Δεκέμβριο του 2019.

Η Αργεντινή κατέχει άφθονους φυσικούς πόρους, πληθυσμό με υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης, εξαγωγικό αγροτικό τομέα και ελαφρά διαφοροποιημένη βιομηχανική υποδομή. Αποτελεί μέλος των 20 μεγαλύτερων οικονομιών του πλανήτη (G20), με την τρίτη μεγαλύτερη οικονομία της Λατινικής Αμερικής μετά από αυτές της Βραζιλίας και της Χιλής. Η οικονομία της αναπτύσσεται με υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και η χώρα κατατάσσεται στις αναπτυσσόμενες οικονομίες. Αποτελεί διαχρονικά έναν από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς στον κόσμο. Το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ) της βασίζεται κυρίως στον τομέα των υπηρεσιών (60%), της βιομηχανίας (16%), της αγροτικής (9%) και της μεταλλευτικής παραγωγής (4%). Κύρια προβλήματα τις οικονομίας της αποτελούν ο πολύ υψηλός πληθωρισμός και οι έντονες οικονομικές ανισότητες. 

Το σημερινό της νόμισμα, το Αργεντίνικο Πέσο εισήχθη το 1992, αντικαθιστώντας το Αουστράλ (1 peso = 10.000 australes), με σταθερή ισοτιμία με το Αμερικάνικό δολάριο στο 1 προς 1. Ωστόσο, οι οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπισε στις αρχές της δεκαετίας του 2000, οι οποίες οδήγησαν στη χρεωκοπία το 2002, ανάγκασαν την χώρα να πραγματοποιήσει υποτίμηση του νομίσματος κατά 75%. 

Η εσωτερική αστάθεια και οι διεθνείς τάσεις συνέβαλαν στην παρακμή της Αργεντινής από την εξέχουσα θέση του 10ου πιο πλούσιου κράτους ανά κεφαλή το 1913, στην 36η θέση το 1998. Αν και δεν υπάρχει σχετική καταγραφή, τα συστημικά προβλήματα της χώρας περιλαμβάνουν το αυξανόμενο δημόσιο χρέος, την αβεβαιότητα του νομισματικού συστήματος, την υπερβολική γραφειοκρατία, περιορισμούς στο ελεύθερο εμπόριο, καθώς και αδύναμους νόμους σε συνδυασμό με διαφθορά. Ακόμα όμως και κατά την περίοδο της παρακμής της, από το 1930 ως το 1980, η οικονομία της Αργεντινής δημιούργησε τη μεγαλύτερη μεσαία τάξη αναλογικά στη Λατινική Αμερική. Αυτό το μέρος του πληθυσμού όμως επλήγη περισσότερο από τις διαδοχικές οικονομικές κρίσεις μεταξύ του 1981 και του 2002, όταν η σχετική ύφεση έλαβε έντονα χαρακτηριστικά.

Η οικονομία της Αργεντινής εισήλθε σε σχετικά αργούς ρυθμούς ύφεσης μετά το 1930, κατά τη μεγάλη οικονομική κρίση, και ανέκαμψε μερικά στη συνέχεια. Ασταθείς πολιτικές οδήγησαν τη χώρα σε σοβαρά προβλήματα ρευστότητας κατά τα διαστήματα 1949-52 και 1959-63, χάνοντας παράλληλα τη θέση ανάμεσα στα πλούσια κράτη σε παγκόσμιο επίπεδο, αν και η εκβιομηχάνισή της συνεχιζόταν. Μετά από μία αισιόδοξη δεκαετία, η οικονομία συνέχισε να παρακμάζει κατά τη δικτατορία μεταξύ του 1976 και του 1983, αλλά και για ένα διάστημα στη συνέχεια. Η κυβέρνηση προσπάθησε μία φιλελευθεροποίηση στην οικονομία, χωρίς όμως οργάνωση και διαφάνεια, η οποία αύξησε το δημόσιο χρέος και ανέστειλε τη βιομηχανική ανάπτυξη και την κοινωνική ανάταση. Περισσότερες από 400.000 εταιρίες όλως των μεγεθών χρεωκόπησαν μέχρι το 1982, ενώ οι πολιτικές που υιοθετήθηκαν από το 1983 ως το 2001 απέτυχαν να αναστρέψουν την κατάσταση.

Οι πληρωμές των εξωτερικών χρεών έφτασαν σε πρωτόγνωρα επίπεδα, ενώ η φοροδιαφυγή και η διαφυγή κεφαλαίων συνέβαλαν σε μία κρίση ισοζυγίου πληρωμών, που έθεσε την οικονομία σε καταστολή από το 1975 ως το 1990. Για την αντιμετώπιση της κατάστασης, ο οικονομολόγος Ντομίνγκο Καβάγιο υποτίμησε το πέσο σε σχέση με το δολάριο το 1991 και μείωσε τις χρηματικές παροχές. Το οικονομικό επιτελείο του προώθησε την απελευθέρωση του εμπορίου, την άρση του προστατευτισμού και τις ιδιωτικοποιήσεις. Ο πληθωρισμός έπεσε και το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1/3 μέσα σε τέσσερα χρόνια. Οι εξωτερικές όμως δυσμενείς συνθήκες και η αδυναμία του συστήματος ακύρωσαν τυχόν θετικά αποτελέσματα, προκαλώντας τη σταδιακή υποβάθμιση της οικονομίας από το 1995 μέχρι την τελικής της κατάρρευση το 2001. Τη διετία 2001-02 η οικονομία της Αργεντινής παρουσίασε τη χειρότερη κατάσταση από το 1930. Το 2002, το χρέος είχε αυξηθεί, το ΑΕΠ είχε συρρικνωθεί, ενώ η ανεργία ανερχόταν στο 25%, με το πέσο να έχει υποτιμηθεί κατά 70%.

Αμέσως μετά την πτώχευση του 2002 μια σειρά από εξωστρεφείς πολιτικές και οι εξαγωγές αγαθών συνέβαλαν σε αύξηση του ΑΕΠ, μια τάση η οποία οδήγησε σε ανάπτυξη της οικονομίας της Αργεντινής με σταθερό ρυθμό 9% μέχρι το 2008 και κατά 7% το 2008. Η παγκόσμια οικονομική κρίση επηρέασε την οικονομία της χώρας, που σημείωσε ύφεση της οικονομίας κατά 0,8% το 2009, για να επανέλθει όμως σε υψηλά νούμερα ξανά το 2010 και 2011. Την πενταετία της ανάπτυξης (2003-2008) δημιουργήθηκαν στη χώρα πάνω από 5 εκατομμύρια νέες θέσεις εργασίας, υποστηρίζοντας την εσωτερική κατανάλωση και έγινε σημαντική προσπάθεια να βελτιωθεί η κατάσταση με τις έντονες κοινωνικοοικονομικές ανισότητες. Το ποσοστό αστικής φτώχειας μειώθηκε στο 18% στα μέσα του 2008, φτάνοντας το 1/3 από την εκτίμηση του 2002, αν και παρέμενε σε επίπεδα μεγαλύτερα του 1976. Το κύριο και διαχρονικό πρόβλημα της χώρας παρέμενε ο υψηλός πληθωρισμός ο οποίος, αν και επίσημα ανερχόταν στο 9% το 2006, εκτιμάτο από άλλες πηγές στο 12-15% για το ίδιο έτος, και περισσότερο από 15% το 2008. 

Η Αργεντινή αντιμετώπισε την ελάττωση των ρυθμών ανάπτυξης στο πλαίσιο της διεθνούς οικονομικής κρίσης μέσω ενός πρωτοποριακού προγράμματος δημοσίων έργων της τάξης των 32 δις δολαρίων για το διάστημα 2009-10, και με νέες περικοπές φόρων της τάξης των 4 δις δολαρίων. Παράλληλα, προχώρησε στην εθνικοποίηση ιδιωτικών συνταξιοδοτικών προγραμμάτων, τα οποία απαιτούσαν οικονομικές επιβαρύνσεις, σε μία κίνηση χρηματοδότησης των εθνικών χρεών. Τον Ιούνιο του 2010 ο υπουργός Οικονομίας Αρμάντο Μπουντού ανακοίνωσε ότι η χώρα πέτυχε να επιστρέψει στο δανεισμό από τις χρηματαγορές για πρώτη φορά από το 2001, εισπράττοντας 12,1 δισ. δολάρια. Η χώρα προσπάθησε με εθνικοποιήσεις μεγάλων εταιριών να προσεγγίσει νέους επενδυτές, σχέδιο που όμως, σε αρκετές περιπτώσεις δεν απέδωσε τα αναμενόμενα, εμποδίζοντας την πλήρη επάνοδο στις διεθνείς αγορές. Στις αρχές του 2013 η χώρα αντιμετώπισε μια μίνι-κρίση, που την ανάγκασε να προχωρήσει σε μέτρα όπως η εισαγωγή νέου δείκτη μέτρησης του προϋπολογισμού και σε αύξηση των επιτοκίων. 

Ωστόσο, το 2014 η χώρα τέθηκε ξανά σε κατάσταση χρεωκοπίας, για δεύτερη φορά μέσα 12 χρόνια, αν και με διαφορετικούς όρους σε σχέση με την κατάσταση του 2002. Τα κερδοσκοπικά ταμεία (hedge funds) NML και Aurelious από τις ΗΠΑ, που είχαν αρνηθεί να δεχθούν την αναδιάρθρωση του χρέους της Αργεντινής μετά τη χρεοκοπία της χώρας το 2002, αφού δικαιώθηκαν δικαστικά στις ΗΠΑ, απαίτησαν την άμεση αποπληρωμή 1,3 δισ. δολαρίων σε αυτά, πετυχαίνοντας να μπλοκάρουν την αποπληρωμή δόσης ομολόγων ύψους 539 εκατομμυρίων ευρώ σε πιστωτές που είχαν συμφωνήσει με το κούρεμα ομολόγων το 2002 πριν ικανοποιηθούν τα ίδια. Οι συζητήσεις που ακολούθησαν τους μήνες μετά την απόφαση δεν οδήγησαν σε κάποιου είδους συμφωνία και στα τέλη Ιουλίου του 2014 η χώρα τέθηκε εκ νέου σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.. Ο επικεφαλής του υπουργικού συμβουλίου της χώρας, Χόρχε Κάπιτανιτς (Jorge Capitanich), δεν συμφώνησε, απορρίπτοντας τον όρο «χρεοκοπία» και αποκαλώντας ταυτόχρονα «ανίκανο» τον Αμερικανό μεσολαβητή Ντανιέλ Πόλακ. Σύμφωνα με τον οικονομολόγο-καθηγητή Κ. Λαπαβίτσα «Η απόφαση της Αργεντινής να μην δεχτεί κανένα συμβιβασμό εκτός από την υποστήριξη των συμφερόντων της, είναι και μια γενναία πράξη που θα έπρεπε να υποστηριχτεί από όλους, ιδιαίτερα από τις υπερχρεωμένες χώρες της ευρωζώνης».

Η Αργεντινή είναι ένας από τους μεγαλύτερους αγροτικούς παραγωγούς παγκόσμια, καταλαμβάνοντας την τρίτη θέση στην παραγωγή μελιού, σόγιας και ηλιόσπορων, ενώ είναι πέμπτη στην παραγωγή καλαμποκιού, και ενδέκατη στην παραγωγή σιταριού. Το 2007, η αγροτική παραγωγή ανέρχονταν στο 9,4% του ΑΕΠ και περίπου στο 1/3 των συνολικών εξαγωγών. Η σόγια και τα παραπροϊόντα της, κυρίως ζωοτροφές και φυτικά έλαια, αποτελούν βασικά εξαγώγιμα αγαθά, καταλαμβάνοντας το 24% του συνόλου. Το σιτάρι, το καλαμπόκι και άλλα αγρωστώδη αποτελούν το 8%. Η κτηνοτροφία αποτελεί επίσης μεγάλη βιομηχανική δύναμη, κυρίως όμως για εσωτερική κατανάλωση. Τα βοοειδή, το δέρμα και τα γαλακτοκομικά προϊόντα ανέρχονται στο 5% των συνολικών εξαγωγών. Επίσης, η εκτροφή προβάτων και το μαλλί είναι σημαντική οικονομική παράμετρος στην Παταγονία, αν και από το 1990 αυτές οι δραστηριότητες συνεχώς συρρικνώνονται.

Στην Αργεντινή υπάρχουν αρκετές βιομηχανίες, τόσο ελαφριές όπως επεξεργασίας τροφίμων, υφαντουργία κλπ, όσο και βαριές όπως μεταλλουργίας, αυτοκινήτων και επεξεργασίας χημικών και πετροχημικών.

Η παραγωγή ηλεκτρικού ανέρχεται στα 97,17 δισεκατομμύρια κιλοβάτ (2001) ενώ οι ανάγκες κυμαίνονται στα 92,12 δις κιλοβάτ. Υπάρχει εισαγωγή και εξαγωγή ηλεκτρικού της τάξεως των 7,417 δις και 5,662 δις κιλοβάτ αντίστοιχα (2001). Η παραγωγή πετρελαίου φτάνει στα 828.600 βαρέλια ανά ημέρα ενώ οι ανάγκες δεν ξεπερνούν τα 486.000 βαρ./μερα (στοιχεία 2001). Επίσης η παραγωγή φυσικού αερίου φτάνει τα 37,15 δις κυβικά το χρόνο ενώ οι ανάγκες είναι 31,1 δις κυβικά ανά έτος (στοιχεία 2001).

Η χώρα εισάγει μηχανικούς εξοπλισμούς, πλαστικά, χημικά, μηχανοκίνητα οχήματα. Οι εισαγωγές κατά το 2003 ανήλθαν στα 13,27 δις αμερικανικά δολάρια χωρίς τους φόρους. Η Αργεντινή εισάγει προϊόντα κατά κύριο λόγο από τις Βραζιλία 28,1%, Η.Π.Α 20,1% και Γερμανία 6,2%.
Οι εξαγωγές της αφορούν κυρίως πρώτες ύλες και κρεατικά είδη. Το ύψος αυτών των συναλλαγών κατά το 2003 κυμάνθηκε στα 29,57 δις αμερικάνικα δολάρια χωρίς φόρους. Κύριοι συνέταιροι είναι η Βραζιλία σε ποσοστό 18,8%, η Χιλή 11,5%, οι Η.Π.Α 11,5%, η Ισπανία 4,5%, η Κίνα 4,2% και η Ολλανδία 4,1%.

Κύριοι λιμένες της Χώρας είναι το Μπουένος Άιρες, η Μπαΐα Μπλάνκα, η Λα Πλάτα, η Ροσάριο και η Σάντα Φε.
Το 1974 ο εμπορικός στόλος της αποτελούνταν από 176 πλοία συνολικής χωρητικότητας 1.256. 297 κ.ο.χ. και κατελάμβανε την 24η σειρά στον κόσμο.

Η οδήγηση γίνεται στα δεξιά.




#Article 62: Αυστραλία (3146 words)


Η Κοινοπολιτεία της Αυστραλίας είναι η έκτη μεγαλύτερη χώρα στον κόσμο (γεωγραφικά) και η μεγαλύτερη στην Αυστραλασία και στην Ωκεανία. Στα νοτιοανατολικά της βρίσκεται η Νέα Ζηλανδία, στα βόρεια της η Ινδονησία, η Παπούα Νέα Γουινέα και το Ανατολικό Τιμόρ. Το όνομα Αυστραλία προέρχεται από τη λατινική φράση terra australis incognita («άγνωστη νότια γη»). Η έκτασή της είναι 7.688.287 τ.χλμ. και ο πληθυσμός της είναι 25.687.041 κάτοικοι, σύμφωνα με επίσημη εκτίμηση τον Ιούνιο του 2020. Πρωτεύουσα είναι η Καμπέρα, με 403.000 κατοίκους (2016). Αποτελείται από την αυστραλιανή ήπειρο, την Τασμανία και πολυάριθμα νησιά.

Για τουλάχιστον 40.000 χρόνια πριν από τον ευρωπαϊκό αποικισμό στα τέλη του 18ου αιώνα, η Αυστραλία κατοικούνταν από ιθαγενείς Αυστραλούς, οι οποίοι ανήκουν σε μια ή περισσότερες από τις περίπου 250 γλωσσικές ομάδες. Μετά την ανακάλυψη από Ολλανδούς εξερευνητές το 1606, το ανατολικό μισό της Αυστραλίας διεκδικήθηκε από τη Βρετανία το 1770 και αρχικά εγκαταστάθηκαν μέσω της ποινής της μεταφοράς στην αποικία της Νέας Νότιας Ουαλίας, η οποία επισήμως ιδρύθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 1788 (αν και επίσημη κατοχή της γης είχε συμβεί στις 26 Ιανουαρίου 1788). Ο πληθυσμός αυξήθηκε σταθερά κατά τα επόμενα χρόνια, η ήπειρος εξερευνήθηκε και επιπλέον πέντε αυτοδιοικούμενες υπερπόντιες βρετανικές αποικίες ιδρύθηκαν. Αυτές οι έξι αποικίες ενώθηκαν το 1901.

Οι κάτοικοι της Αυστραλίας ομιλούν την αγγλική γλώσσα ενώ συνυπάρχουν και οι γλώσσες των ιθαγενών που μοιάζουν μεταξύ τους και διαιρούνται σε δυο μεγάλες ομάδες, την ομάδα του νότου και την ομάδα του βορρά. Νόμισμα της χώρας είναι το δολάριο Αυστραλίας.

Η Αυστραλία βρίσκεται στο νότιο τμήμα του ανατολικού ημισφαιρίου και βρέχεται από θάλασσα. Από το βορρά βρέχεται από την Αραφούρα θάλασσα και τη θάλασσα του Τιμόρ,  στην ανατολή από τον Ειρηνικό ωκεανό (Θάλασσα της Τασμανίας και Θάλασσα των Κοραλλίων) και στα δυτικά και νότια από τον Ινδικό ωκεανό. Η Αυστραλία είναι η έκτη μεγαλύτερη χώρα με βάση τη συνολική της έκταση και ανάλογα με τον ορισμό, θεωρείται η μικρότερη ήπειρος ή το μεγαλύτερο νησί του κόσμου.

Η Αυστραλία ήταν στα  κομμάτι μιας μεγάλης ξηράς που κάλυπτε όλο το νότιο ημισφαίριο, γνωστής ως Γκοντβάνα. Δεν διαθέτει σπουδαία βουνά. Οι Αυστραλιανές Άλπεις έχουν σήμερα διαβρωθεί τόσο, ώστε οι σιδηροδρομικές γραμμές δυσκολεύονται να περάσουν από τα παράλια στο εσωτερικό. Τα ψηλότερα βουνά είναι η Τάουνσενδ και η Κόσιουσκο (2.228 μ.), που βρίσκονται στην πολιτεία της Νέας Νότιας Ουαλίας και η Βόγογκ, στην πολιτεία Βικτόρια. Η κορυφή Μόσον στο απομακρυσμένο νησί Χερντ έχει ύψος 2.745 μέτρα. Στην Αυστραλιανή Ανταρκτική Περιοχή το ψηλότερο βουνό είναι το όρος ΜακΚλίντοκ (3.492 μ.).

Το μέγεθος της Αυστραλίας τις προσδίδει μεγάλη ποικιλία τοπίων, με τροπικά δάση στα βορειοανατολικά, οροσειρές στα νοτιοανατολικά και νοτιοδυτικά, και έρημο στο κέντρο. Είναι η πιο επίπεδη ήπειρος, με τα παλαιότερα και λιγότερο εύφορα εδάφη. Η έρημος και οι ημιερημικές εκτάσεις καταλαμβάνουν τη μεγαλύτερη έκταση της χώρας. Η μέση βροχόπτωση στην ηπειρωτική Αυστραλία κατά μέσο όρο είναι λιγότερη από 500 χιλιοστά βροχής ετησίως.

Σε μεγάλη έκταση το έδαφος κλίνει προς τα μέσα κι έτσι εμποδίζεται η διαφυγή των νερών προς τη θάλασσα. Το πιο χαμηλό σημείο αυτής της κοίλης Αυστραλίας περιλαμβάνει τη λίμνη Έυρ, που βρίσκεται 12 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Γενικά οι λίμνες της Αυστραλίας είναι πολλές, αλλά δεν έχουν όλες πάντα νερό. Το νερό των λιμνών είναι αλμυρό και έτσι δεν είναι χρήσιμα τα εδάφη τους, για να αποξηρανθούν. Οι σπουδαιότερες, εκτός από την Έυρ, είναι η λίμνη Αμαντέους, η Γκάιντνερ και η λίμνη Τόρρενς, όλες τους ενδοροϊκές αλμυρές λίμνες. Ο σπουδαιότερος ποταμός της Αυστραλίας είναι ο Μάρεϊ που εκβάλλει στον Ινδικό ωκεανό. Είναι ο σημαντικότερος και μεγαλύτερος ποταμός, γιατί έχει πάντοτε νερό και γιατί μαζί με τους παραποτάμους καλύπτει ένα μεγάλο μέρος της ηπείρου. Άλλος, μικρότερης σημασίας, ποταμός είναι ο Κούπερ που εκβάλλει στη λίμνη Έυρ.

Σε μικρή απόσταση από τις βορειοδυτικές ακτές βρίσκεται ο Μεγάλος Κοραλλιογενής Ύφαλος, ο μεγαλύτερος του κόσμου, ο οποίος εκτείνεται σε μήκος άνω των 2.000 χιλιομέτρων. Το όρος Ογκούστους στη δυτική Αυστραλία διεκδικεί το τίτλο του μεγαλύτερου μονολίθου στον κόσμο, ενώ πολύ γνωστός είναι ο μονόλιθος Ουλουρού στην κεντρική Αυστραλία.

Το κλίμα της Αυστραλίας είναι διαφορετικό από μέρος σε μέρος. Γενικά, αν και σημειώνονται πολλές βροχές, συχνά φυσούν ξηροί άνεμοι που συντελούν στην έλλειψη βροχών για πολλά χρόνια. Σ' αυτές τις περιόδους ξηρασίας τα εδάφη ερημώνονται εντελώς. Το κλίμα της Αυστραλίας είναι πολύ υγιεινό και δεν ευνοεί τις επιδημικές αρρώστιες, όπως τη φυματίωση, ευνοεί όμως τη διάρροια, τη δυσεντερία και την ελονοσία. Η χώρα ανακοίνωσε το Δεκέμβριο του 2008 ότι ως το έτος 2020 θα έχει μειώσει κατά τουλάχιστον 5% τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου σε σχέση με τα επίπεδα του 2000.

Εξαιτίας της μεγάλης ηλικίας της ηπείρου, τις ιδιαίτερα ποικίλες κλιματολογικές συνθήκες και την μακροχρόνια απομόνωση, η πανίδα και η χλωρίδα της Αυστραλίας είναι μοναδική. Περίπου το 85% των ανθοφόρων φυτών, το 84% των θηλαστικών, άνω το 45% των πτηνών και το 89% των ψαριών του γλυκού νερού είναι ενδημικά. Επίσης, η Αυστραλία έχει τη μεγαλύτερη ποικιλομορφία ερπετών από οποιαδήποτε χώρα, με 755 είδη. Η βλάστηση, καθώς και τα είδη των φυτών, διαφέρουν ανάλογα με τις κλιματολογικές συνθήκες. Έτσι, στο βόρειο μέρος φυτεύονται πολλά είδη φοινίκων και αναρριχητικών φυτών. Στο νοτιοδυτικό μέρος υπάρχουν πολλά χαρακτηριστικά της ηπείρου φυτά. Στο νοτιοανατολικό μέρος υπάρχει πλούσια βλάστηση σε ευκαλύπτους που φτάνουν τα 135 είδη, καζουαρίνες (21 είδη), μελανολεύκες (97 είδη), ακακίες (300 είδη). Στο εσωτερικό της χώρας δεν υπάρχει σχεδόν καθόλου βλάστηση. Εξαιτίας του πετρώδους και αμμώδους εδάφους, βρίσκονται μόνο θαμνώδη φυτά. Από τα καρποφόρα φυτά τα περισσότερα τα έχουν φέρει από άλλες χώρες, ιδιαίτερα ευρωπαϊκές.

Τα θηλαστικά ζώα της Αυστραλίας είναι τα περισσότερα μαρσιποφόρα που διακρίνονται σε 100 είδη όπως το καγκουρό και το κοάλα. Άλλα από αυτά είναι καρποφάγα, άλλα εντομοφάγα και άλλα . Υπάρχουν όμως και θηλαστικά μη μαρσιποφόρα, όπως ο σκύλος ντίνγκο, 21 είδη νυχτερίδας, 31 είδη ποντικιών. Επίσης είναι το μοναδικό μέρος της Γης όπου ζουν μονότρημα, δηλαδή θηλαστικά που γεννούν αυγά. Δύο είδη είναι γνωστά, η έχιδνα και ο πλατύποδας. Μεγαλύτερη ποικιλία έχουν τα πτηνά, όπως ο δρυοκολάπτης, ο σπίνος, ο φασιανός, ο γύπας, η λύρα, πολλά είδη παπαγάλων. Υπάρχουν πολλά είδη φιδιών και μάλιστα δηλητηριώδη καθώς και σαυρών (110 είδη). Στα παράλια, στα ποτάμια και στις λίμνες υπάρχουν κροκόδειλοι και θαλάσσιες χελώνες. Ζώα που μεταφέρθηκαν από αλλού στην Αυστραλία, όπως το κουνέλι, εξαγριώθηκαν εκεί. Στην Αυστραλία μεταφέρθηκε και το πρόβατο, που σήμερα αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες πηγές πλούτου για τη χώρα. Το μαλλί των προβάτων της θεωρείται το καλύτερο στον κόσμο κι έδωσε τεράστια οικονομική ανάπτυξη στις εριοβιομηχανίες της Βρετανίας.

Η ύπαρξη ανθρώπων στην Αυστραλιανή ήπειρο εκτιμάται ότι άρχισε πριν 42.000 με 48.000 χρόνια πριν, πιθανώς με τη μετανάστευση ανθρώπων από χερσαίες γέφυρες και μικρά θαλάσσια περάσματα από τη σημερινή νοτιοανατολική Ασία. Αυτοί οι πρώτοι κάτοικοι μπορεί να ήταν οι πρόγονοι των σύγχρονων ιθαγενών Αυστραλών. Την εποχή του ευρωπαϊκού αποικισμού ήταν κυνηγοί και τροφοσυλλέκτες, με πολύπλοκη προφορική παράδοση και πνευματικές αξίες με βάση τη λατρεία της γης και την ύπαρξη της εποχής των ονείρων. Οι νησιώτες των Τόρες, εθνολογικά Μελανήσιοι, ήταν αρχικά κυνηγοί και τροφοσυλλέκτες. Στις βόρειες ακτές της Αυστραλίας έφταναν σποραδικά ψαράδες από τη νησιωτική νοτιοανατολική Ασία.

Παρόλο που πιθανολογείται ότι μουσουλμάνοι έμποροι είχαν ήδη φτάσει στη Βόρεια Αυστραλία από τον Μεσαίωνα,  Οι Ολλανδοί χαρτογράφησαν ολόκληρη τη δυτική και βόρεια ακτογραμμή και την ονόμασαν «Νέα Ολλανδία» κατά τη διάρκεια του 17ου αιώνα, αλλά δεν προσπάθησαν να την αποικήσουν. Ο Γουίλιαμ Ντάμπιερ, Βρετανός θαλασσοπόρος, βγήκε στη στεριά στη βορειοδυτική ακτή της Νέας Ολλανδίας το 1688 και το 1699. Το 1770, ο Τζέιμς Κουκ έπλευσε κατά μήκος και χαρτογράφησε την ανατολική ακτή, την οποία ονόμασε Νέα Νότια Ουαλία και την διεκδίκησε εκ μέρους της Μεγάλης Βρετανίας. Με την απώλεια των αποικιών της στην Αμερική το 1783, η βρετανική κυβέρνηση έστειλε ένα στόλο υπό την διοίκηση του Άρθουρ Φίλιπ, για να δημιουργήσει ποινική αποικία στη Νέα Νότια Ουαλία. Κατασκεύασαν στρατόπεδο και ύψωσαν τη σημαία στον κόλπο του Σίδνεϊ τις 26 Ιανουαρίου 1788, ημερομηνία η οποία θεωρείται εθνική γιορτή της Αυστραλίας, αν και η αποικία στη Νέα Νότια Ουαλία ιδρύθηκε επισήμως τις 7 Φεβρουαρίου 1788. Ο πρώτος οικισμός οδήγησε στη δημιουργία του Σίδνεϊ και την εξερεύνηση και εγκατάσταση σε άλλες περιοχές.

Ένας βρετανικός οικισμός είχε δημιουργηθεί στη Γη του Βαν Ντίμεν, σήμερα γνωστή ως Τασμανία, το 1803 και έγινε ανεξάρτητη αποικία το 1825. Την Τασμανία ανακάλυψε ο Ολλανδός Άμπελ Τάσμαν το 1642. Το Ηνωμένο Βασίλειο διεκδίκησε επίσημα το δυτικό τμήμα της δυτικής Αυστραλίας (την αποικία Σουάν Ρίβερ) το 1828. Οι ξεχωριστές αποικίες δημιουργήθηκαν από τμήματα της Νέας Νότιας Ουαλίας, η Νότια Αυστραλία το 1836, η Βικτώρια το 1851 και το Κουίνσλαντ το 1859. Η Βόρεια Επικράτεια ιδρύθηκε το 1911, όταν διαχωρίστηκε από τη Νότια Αυστραλία. Η Νότια Αυστραλία δημιουργήθηκε ως «ελεύθερη αποικία», δεν ήταν ποτέ ποινική αποικία. Η Βικτόρια και η Δυτική Αυστραλία επίσης ιδρύθηκαν ως ελεύθερες αποικίες, αλλά αργότερα δέχτηκαν τη μεταφορά καταδίκων. Μια εκστρατεία από τους αποίκους της Νέας Νότιας Ουαλίας οδήγησαν στο τέλος της μεταφοράς καταδίκων σε αυτήν την αποικία. Οι τελευταίοι κατάδικοι έφτασαν το 1848. Ο ιθαγενής πληθυσμός, ο οποίος εκτιμάται ότι αριθμούσε ανάμεσα σε 750.000 και 1.000.000 κατοίκους το 1788, παρήκμασε για τα επόμενα 150 χρόνια μετά την άφιξη των Ευρωπαίων, κυρίως λόγω λοιμωδών νοσημάτων, ενώ χιλιάδες πέθαναν ως αποτέλεσμα των συνοριακών συγκρούσεων με τους αποίκους.

Ο πυρετός του χρυσού στη Αυστραλία άρχισε στις αρχές της δεκαετίας του 1850 και η Επανάσταση Γουρίκα ενάντια στους φόρους των αδειών των ορυχείων το 1854 ήταν μια πρώτη έκφραση λαϊκής ανυπακοής. Ανάμεσα στο 1855 και το 1890, οι έξι αποικίες απέκτησαν κυβέρνηση και διαχειρίζονταν μόνες τους τις υποθέσεις τους, ενώ παρέμειναν τμήμα της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Το αποικιακό γραφείο στο Λονδίνο διατηρούσε τον έλεγχο σε ορισμούς τομείς, όπως οι εξωτερικές υποθέσεις, η άμυνα και η διεθνής ναυτιλία.

Την 1 Ιανουαρίου του 1901, δημιουργήθηκε ομοσπονδία των αποικιών μετά από μια δεκαετία σχεδιασμού, διαβουλεύσεων και ψηφοφοριών. Αυτό εγκαθίδρυσε την Κοινοπολιτεία της Αυστραλίας ως κτήση της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Η Ομοσπονδιακή Επικράτεια Πρωτεύουσας (αργότερα ονομάστηκε Επικράτεια Αυστραλιανής Πρωτεύουσας) δημιουργήθηκε το 1911 στη θέση της μελλοντικής πρωτεύουσας Καμπέρα. Η Μελβούρνη ήταν η προσωρινή έδρα της κυβέρνησης από το 1901 μέχρι το 1927, ενόσω η Καμπέρα κατασκευαζόταν. Το 1914, η Αυστραλία πολέμησε στο πλευρό της Βρετανίας κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι Αυστραλοί συμμετείχαν σε πολλές από τις μεγάλες μάχες του δυτικού μετώπου. Από τους 416.000 στρατιώτες, περίπου 60.000 σκοτώθηκαν και 152.000 τραυματίστηκαν. Πολλοί Αυστραλοί θεωρούν ότι η ήττα των Αυστραλιανών και Νεοζηλανδικών στρατευμάτων (ANZAK) στην εκστρατεία της Καλλίπολης τη γέννηση του έθνους, τη πρώτη του μεγάλη στρατιωτική δράση.

Ο βρετανικός νόμος του Γουέστμινστερ το 1931 τερμάτισε επισήμως τους περισσότερους συνταγματικούς θεσμούς ανάμεσα σε Αυστραλία και Ηνωμένο Βασίλειο. Η Αυστραλία το υιοθέτησε το 1942. Η έκπληξη από την ήττα των Βρετανών στην Ασία το 1942 και η απειλή της ιαπωνικής εισβολής έστρεψε την Αυστραλία προς τις Ηνωμένες Πολιτείες για να βρει ένα σύμμαχο και προστάτη. Οι Ιάπωνες βομβάρδισαν το 1942 το Ντάργουιν και επιτέθηκαν με υποβρύχια στο λιμάνι του Σίδνεϊ τις 31 Μαΐου 1942. Όμως, ο φόβος εισβολής υποχώρησε μετά από τις συμμαχικές νίκες ενάντια στους Ιάπωνες στη Θάλασσα των Κοραλλιών, το Μίντγουεϊ και στο μονοπάτι Κοκότα, στην Παπούα Νέα Γουινέα. Από το 1951, η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία και οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι επίσημοι στρατιωτικοί σύμμαχοι. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Αυστραλία ενθάρρυνε τη μετανάστευση από την Ευρώπη. Μετά τη κατάργηση της πολιτικής της Λευκής Αυστραλίας τη δεκαετία του 1970, είναι δεκτοί μετανάστες από την Ασία και άλλες περιοχές. Οι τελευταίοι συνταγματικοί δεσμοί ανάμεσα σε Αυστραλία και Ηνωμένο Βασίλειο διασπάστηκαν με την πράξη του 1986.

Αρχείο:AustraliaStatesTerritoriesNumb.png|μικρογραφία|δεξιά|Η πρωτεύουσα και οι πολιτείες της Αυστραλίας: [1] Επικράτεια της Αυστραλιανής Πρωτεύουσας [2] Νέα Νότια Ουαλία [3] Βικτόρια [4] Κουίνσλαντ [5] Νότια Αυστραλία [6] Δυτική Αυστραλία [7] Τασμανία [8] Βόρεια Επικράτεια
Η Αυστραλία είναι ομοσπονδιακό κράτος που αποτελείται από έξι πολιτείες και δυο μείζονες επικράτειες. Οι έξι πολιτείες είναι οι ηπειρωτικές Βικτόρια, Δυτική Αυστραλία, Νέα Νότια Ουαλία, Νότια Αυστραλία, Κουίνσλαντ και η νησιωτική Τασμανία. Οι δυο μείζονες επικράτειες είναι η Βόρεια Επικράτεια και η Επικράτεια Αυστραλιανής Πρωτεύουσας, οι οποίες έχουν μικρότερο βαθμό αυτονομίας από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση σε σχέση με τις πολιτείες. Μια ακόμα ηπειρωτική επικράτεια, η Επικράτεια Τζέρβις Μπέι υπάγεται απ' ευθείας στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση.
Επιπλέον στην Αυστραλία ανήκουν οι παρακάτω νησιωτικές περιοχές στον Ινδικό και Ειρηνικό Ωκεανό:

Το Κοινοβούλιο της Αυστραλίας αποτελείται από δυο σώματα, την ομοσπονδιακή Βουλή των Αντιπροσώπων, που αριθμεί 150 μέλη και τη Γερουσία με 76 μέλη.

Οι εκλογές για την Βουλή των Αντιπροσώπων διενεργούνται κάθε τρία χρόνια.

Στη Γερουσία οι εκλογές διενεργούνται κάθε έξι χρόνια με αναλογικό σύστημα και το 1/2 των μελών του σώματος ανανεώνεται κάθε τρία χρόνια.

Δικαίωμα ψήφου έχουν όλοι οι πολίτες που έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους.

Το ισχύον Σύνταγμα ψηφίστηκε στις 9 Ιουλίου του 1900 και τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου του 1901. Η Αυστραλία είναι μια δημοκρατική χώρα, μέρος της Κοινοπολιτείας των Εθνών (Βρετανική Κοινοπολιτεία) και αναγνωρίζει ως ανώτατο άρχοντα τον εκάστοτε Βρετανό μονάρχη, ο οποίος-α αντιπροσωπεύεται από έναν Γενικό Κυβερνήτη, που διορίζεται από την κυβέρνηση ή το Κοινοβούλιο της Αυστραλίας.

Η Αυστραλία είναι πλούσια χώρα. Είναι η 12η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου και διαθέτει το πέμπτο υψηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ (ονομαστικό), με 66.985$. Τα έσοδά της προέρχονται από διάφορες πηγές, όπως μεταλλευτικές δραστηριότητες, τηλεπικοινωνίες, τραπεζικό σύστημα και τον κατασκευαστικό τομέα. Είναι οικονομία της αγοράς, με σχετικά υψηλό κατά κεφαλή ΑΕΠ και χαμηλό ποσοστό φτώχειας. Όσον αφορά το μέσο πλούτο, η Αυστραλία κατατάχθηκε δεύτερη στον κόσμο, πίσω από την Ελβετία το 2013, αν και το ποσοστό φτώχειας ανέβηκε από 10,2% και σε 11,8% από το 2001 μέχρι το 2013. Έχει αναγνωριστεί ως το έθνος με το μεγαλύτερο διάμεσο πλούτο στον κόσμο και δεύτερο υψηλότερο μέσο πλούτο ανά ενήλικα το 2013. Η Αυστραλία κατετάγη τρίτη στο δείκτη οικονομικής ελευθερίας το 2010. Τον Ιανουάριο του 2009 ανακοινώθηκε από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία ότι σημειώθηκε άνοδος της ανεργίας το 2008 και έφτασε σε 4,5% του εργατικού δυναμικού της χώρας, αλλά σε αντίθεση με τις άλλες ανεπτυγμένες οικονομικά χώρες, δεν μπήκε σε ύφεση κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης του 2008-09.

Η χώρα κατετάγη δεύτερη στο Δείκτη Ανθρώπινης Ανάπτυξης του ΟΗΕ το 2015 και έκτη στο δείκτη ευμάρειας του Legatum το 2016. Όλες οι πόλεις της Αυστραλίας κατατάσσονται σε υψηλές θέσεις σε παγκόσμιες μελέτες βιωσιμότητας. Στη λίστα του The Economist για το 2017, η Μελβούρνη κατετάγη στη πρώτη θέση για έβδομη χρονιά στη σειρά, ενώ η Αδελαΐδα και το Περθ ήταν στις θέσεις 5 και 7 αντίστοιχα. Η Αυστραλία έχει ανάμεσα στις υψηλότερες τιμές κατοικίας παγκοσμίως και μερικά από τα μεγαλύτερα οικιακά χρέη. Το κυβερνητικό χρέος της Αυστραλίας είναι περίπου 190 δις $, περίπου του 20% του ΑΕΠ της χώρας.

Το νόμισμα της χώρας είναι το Δολάριο Αυστραλίας.

Κατά τη δεκαετία του '60, η γεωργία κυριαρχούσε και οι εξαγωγές της Αυστραλίας, στον εξορυκτικό τομέα αντιστοιχούσαν στο 17-20%. Ωστόσο, αυτό έχει αυξηθεί σημαντικά, με τις ορυκτές πρώτες ύλες και τις εξαγωγές ενέργειας να αντιπροσωπεύουν το 64 % των εξαγωγών της Αυστραλίας την περίοδο 2015-16. Ο εξορυκτικός τομέας μαζί με τον συναφή επικουρικό τομέα του εξοπλισμού, τεχνολογίας και υπηρεσιών (mining equipment, technology and services, METS) αποτελεί το 15% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) της Αυστραλίας. Η Αυστραλία διαθέτει το 2,4 % των ενεργειακών πόρων του πλανήτη, είναι πρώτη σε κοιτάσματα ορυκτής άμμου, άνθρακα, λιγνίτη, ουράνιου, νικελίου, ψευδάργυρου και μόλυβδου, και ανάμεσα στις πρώτες έξι χώρες παγκοσμίως σε βωξίτη, χαλκό, χρυσό, σιδηρομεταλλεύματα και διαμάντια.

Οι ιθαγενείς κάτοικοι της Αυστραλίας, οι Αβορίγινες, όπως προσδιορίζονται από το Ανώτατο Δικαστήριο της Αυστραλίας, είναι 649.171 κάτοικοι, σύμφωνα με την απογραφή του 2016 και αποτελούν το 2,8 του πληθυσμού της χώρας. Σύμφωνα με την απογραφή του 2016, στην Αυστραλία κατοικούν 23.401.892 άτομα. Αν εξαιρεθούν οι αυτόχθονες Αβορίγινες οι υπόλοιποι κάτοικοι είναι μετανάστες άποικοι και οι απόγονοι τους, που ανήκουν φυλετικά κυρίως σε διάφορους πληθυσμούς της Ευρώπης. Οι Βρετανοί, οι Ιταλοί, οι Γερμανοί και οι Έλληνες είναι από τις κυριότερες εθνότητες Ευρωπαίων πολιτών της Αυστραλίας. Άλλες σημαντικές πληθυσμιακά εθνότητες της Αυστραλίας είναι οι Κινέζοι, οι Ινδοί καθώς και άλλοι λαοί της Ασίας.

Το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού, σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2019 του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας ήταν 83,0 χρόνια (81,3 χρόνια οι άνδρες και 84,8 οι γυναίκες).

Οι πρώτοι Έλληνες έφτασαν στην Αυστραλία το 1829. Μεταναστευτικό ρεύμα Ελλήνων εμφανίστηκε στις αρχές του 20ού αιώνα. Οι πρώτοι μετανάστες προέρχονταν κυρίως από τα νησιά και τη Μακεδονία. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, το 1924, οι μετανάστες άρχισαν να καταφτάνουν σε ακόμη μεγαλύτερους αριθμούς. Ο μεγαλύτερος, όμως, αριθμός Ελλήνων έφτασε στη χώρα τη δεκαετία του 50, μετά την υπογραφή συνθήκης ανάμεσα στην Ελλάδα και την Αυστραλία. Στην αρχή έρχονταν μόνο άνδρες. Γυναίκες άρχισαν να καταφτάνουν τη δεκαετία του 60, οπότε και σχηματίστηκαν οι ελληνικές οικογένειες της Αυστραλίας. Σήμερα οι περισσότεροι Έλληνες ζουν στη Μελβούρνη, το Σίδνεϋ και άλλες μεγάλες πόλεις. Οι Έλληνες καθώς και οι ελληνικής καταγωγής Αυστραλοί είναι επίσημα περίπου 491.000 (93.743 γεννημένοι στην Ελλάδα και 397.431 γεννημένοι στην Αυστραλία), σύμφωνα με την απογραφή του 2016.

Αν και στην Αυστραλία δεν είναι θεσπισμένη κάποια θρησκεία ως κυρίαρχη θρησκεία, οι Χριστιανοί αποτελούν την πλειοψηφία των κατοίκων της Αυστραλίας. Σύμφωνα με την απογραφή του 2016, το 22,6% είναι Ρωμαιοκαθολικοί (κυρίως Αυστραλοί ιρλανδικής,ιταλικής και πολωνικής καταγωγής), το 13,3% Αγγλικανοί ενώ το 16,3% είναι πιστοί άλλων χριστιανικών δογμάτων (Ορθόδοξοι, μέλη της Ενωτικής Εκκλησίας Αυστραλίας κλπ). Επίσης υπάρχουν  Μουσουλμάνοι (2,6%), Βουδιστές (2,4%), Ινδουιστές (1,9%), Εβραίοι (0,4%) και λοιποί (0,9%). Το 30,1% των Αυστραλών δηλώνουν άθεοι ενώ το 9,6% δεν θέλησε να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα κατά την απογραφή. Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά έχουν 66.918 μέλη  και οι Μορμόνοι της Εκκλησίας του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών 140.797.

Εξαιτίας των κλιματολογικών συνθηκών το πιο πυκνοκατοικημένο μέρος της Αυστραλίας είναι το ανατολικό και ιδιαίτερα στα παράλια.

Η Αυστραλία έχει περίπου διπλάσια έκταση σε σχέση με την Ευρώπη και πληθυσμό 24,5 εκατομμύρια. Αντιστοιχούν 3,2 άνθρωποι ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο. Αυτό την κάνει μια από τις πιο αραιοκατοικημένες χώρες του κόσμου.

Οι περισσότεροι Αυστραλοί ζουν στη νοτιοανατολική ακτή μεταξύ της Μελβούρνης και του Μπρίσμπεϊν, σε μεγάλες αραιοκατοικημένες πόλεις. Οι Αυστραλοί κατά μέσο όρο δουλεύουν 41 ½ ώρες και κερδίζουν 960 AUD την εβδομάδα. Το 99% του πληθυσμού ανακυκλώνει τα σκουπίδια του, ενώ δύο στους τρεις Αυστραλούς εκδηλώνει κάποιο είδος καρκίνου του δέρματος.

Πριν τον ερχομό των αποίκων ο πολιτισμός που επικρατούσε ήταν αυτός των ιθαγενών Αβοριγίνων. Οι Αβορίγινες ζούσαν ως νομάδες γύρω από το βράχο Άιερς, γνωστό και ως Ουλουρού στη γλώσσα τους. Οι Αβορίγινες είναι οι εφευρέτες του μπούμερανγκ. Το χρησιμοποιούν στο κυνήγι αλλά και ως παιχνίδι. Άλλο στοιχείο του πολιτισμού των ιθαγενών ήταν το ντιτζεριντού. Είναι ένα μουσικό όργανο, ένας μεγάλος ξύλινος σωλήνας από τον οποίο με ένα φύσημα παράγεται ένας παράξενος ήχος σαν βούισμα. Το ντιτζεριντού χρησιμοποιείται ακόμα στις θρησκευτικές γιορτές των Αβορίγινων.

Με την άφιξη των αποίκων από το 1788 και εντεύθεν, η βάση της αυστραλιανής κουλτούρας ήταν καθαρά αγγλοσαξονική αν και δημιουργήθηκαν και κάποια αυτόνομα στοιχεία, σχετικά με τη μοναδικότητα του περιβάλλοντος της Αυστραλίας και με τον προϋπάρχοντα πολιτισμό των ιθαγενών. Κατά τα τελευταία 50 χρόνια, ο αυστραλιανός πολιτισμός έχει επηρεαστεί βαθύτατα από τον αμερικανικό τρόπο ζωής (κυρίως μέσω του κινηματογράφου και της τηλεόρασης) καθώς και από τους μη αγγλόφωνους πληθυσμούς που βρίσκονται στη χώρα.

Η οδήγηση γίνεται στα αριστερά. 




#Article 63: Αυστρία (4087 words)


Η Αυστρία (γερμανικά: Österreich), επισήμως σύμφωνα με το συνταγματικό όνομα Δημοκρατία της Αυστρίας (γερμανικά: Republik Österreich), είναι μεσόγειο κράτος της Κεντρικής Ευρώπης και αποτελεί ομοσπονδία 9 κρατιδίων. Κατά την πιο πρόσφατη επίσημη εκτίμηση ο πληθυσμός της ανήλθε σε 8.915.382 κατοίκους, σύμφωνα με επίσημη εκτίμηση του 2020.

Η Αυστρία συνορεύει με το Λίχτενσταϊν και την Ελβετία δυτικά, την Ιταλία και τη Σλοβενία νότια, την Ουγγαρία και τη Σλοβακία ανατολικά, τη Γερμανία και την Τσεχία βόρεια. Χαρακτηρίζεται κατά κύριο λόγο ως μια ορεινή χώρα. Πρωτεύουσα και συνάμα η μεγαλύτερη πόλη της, είναι η Βιέννη, με πληθυσμό άνω του 1,8 εκατομμυρίου κατοίκων, ενώ άλλα σημαντικά αστικά κέντρα είναι το Γκρατς, το Λιντς, το Σάλτσμπουργκ και το Ίνσμπρουκ.

Η Αυστρία κατατάσσεται σταθερά ως μία από τις πλουσιότερες χώρες του κόσμου ανά κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Έχει αναπτύξει ένα ιδιαίτερα υψηλό βιοτικό επίπεδο και το 2018 κατέλαβε την 20ή θέση στον κόσμο στη σχετική λίστα για τον Δείκτη Ανθρώπινης Ανάπτυξης. Είναι μια χώρα με πλούσια ιστορία και πολιτισμό.

Στα γερμανικά Österreich σημαίνει «ανατολικό βασίλειο». Η λέξη πρωτοεμφανίζεται σε κείμενο του 996 μ.Χ. ως ostarrichi στην παλαιά άνω γερμανική διάλεκτο. Στη συνέχεια το όνομα μεταφέρθηκε στα λατινικά ως Austria. Η σημερινή ονομασία προήλθε μετά την πτώση της Αυστροουγγαρίας το 1918.

Κατοικημένη από τους αρχαίους χρόνους, η περιοχή της σημερινής Αυστρίας κατοικούνταν την προ-Ρωμαϊκή εποχή από φυλές Κελτών. Το κέλτικο βασίλειο του Νόρικουμ κατακτήθηκε από την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία και έγινε επαρχία του Ρωμαϊκού κράτους. Μετά την πτώση της Ρώμης, η περιοχή κατακτήθηκε από Βαυαρούς, Σλάβους και Αβάρους. Η σλαβική φυλή των Καραντάν μετοίκησε στις Άλπεις και ίδρυσε την Καραντανία, η οποία εκτεινόταν στο μεγαλύτερο τμήμα της σημερινής ανατολικής και κεντρικής Αυστρίας. Ο Καρλομάγνος επεκτάθηκε στην περιοχή το 788 μ.Χ. και προώθησε τον εποικισμό παράλληλα με τον προσηλυτισμό στον Χριστιανισμό. Ως τμήμα της ανατολικής Φρανκονίας, οι βασικές περιοχές της Αυστρίας ήταν υποτελείς στον οίκο της Βαδηβέργης. Η περιοχή γνωστή ως Μαρκία Οριεντάλις δόθηκε στην κυριότητα του Λεοπόλδου της Βαδηβέργης το 976.

Η πρώτη καταγραφή που αναφέρει την ονομασία της Αυστρίας είναι από το 996 και γραμμένη ως «Ostarrîchi», αναφερόμενη στην επικράτεια της Βαδηβέργης. Το 1156 η Αυστρία αναβαθμίστηκε σε δουκάτο, ενώ το 1192 επίσης το δουκάτο της Στυρίας ενσωματώθηκε στη Βαδηβέργη. Με το θάνατο του Φρεδερείκου Β΄ το 1246, ο οίκος της Βαδηβέργης δεν είχε απογόνους, με συνέπεια την αυθαίρετη απόκτηση  της κυριότητας των δουκάτων της Αυστρίας, της Στυρίας και της Καρινθίας από τον Ότακαρ Β΄ της Βοημίας. Η εξουσία του τελείωσε το 1278 με την ήττα του στο Ντρούκρουτ από τον Ροδόλφο Α΄ της Γερμανίας. Από τότε και μέχρι και τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στην Αυστρία κυριάρχησαν οι βασικοί ιστορικοί της ηγεμόνες, η δυναστεία των Αψβούργων.

Το 14ο και 15ο αιώνα, οι Αψβούργοι σταδιακά ενέταξαν διάφορες περιοχές στην κυριότητα του δουκάτου της Αυστρίας. Το 1438, ο δούκας Αλβέρτος Ε΄ της Αυστρίας επιλέχθηκε ως διάδοχος του πεθερού του αυτοκράτορα Σιγισμόνδου. Αν και ο Αλβέρτος κυβέρνησε μόνο για έναν χρόνο, από τότε και στη συνέχεια, κάθε αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ανήκε στον οίκο των Αψβούργων με μία μόνο εξαίρεση.

Οι Αψβούργοι επεκτάθηκαν και σε περιοχές που απείχαν αρκετά από τις κληρονομικές τους επαρχίες. Το 1477, ο αρχιδούκας Μαξιμιλιανός, μοναχογιός του αυτοκράτορα Φρειδερίκου Γ΄, νυμφεύτηκε τη Μαρία της Βουργουνδίας και έτσι απέκτησε το μεγαλύτερο τμήμα των Κάτω Χωρών. Ο γιος του, Φίλιππος ο Δίκαιος, παντρεύτηκε την πριγκίπισσα της Καστίλλης και της Αραγονίας, προσθέτοντας έτσι την Ισπανία και τις κτήσεις της στην Ιταλία, την Αφρική και την Αμερική στον οίκο των Αψβούργων. Το 1526, μετά τη μάχη του Μοχάτς, η Βοημία και το ελεύθερο από τους Οθωμανούς τμήμα της Ουγγαρίας περιήλθε κάτω από τον έλεγχο της Αυστρίας. Η επέκταση των Οθωμανών στην Ουγγαρία οδήγησε σε συχνές διαμάχες και προστριβές ανάμεσα στις δύο αυτοκρατορίες, ειδικότερα στον επονομαζόμενο Μακρύ Πόλεμο μεταξύ του 1593 και 1606.

Κατά τη μακρά βασιλεία του Λεοπόλδου Α΄ (1657-1705) και μετά την επιτυχημένη άμυνα της Βιέννης το 1683 (κάτω από τις διαταγές του βασιλιά της Πολωνίας, Ιωάννη Σομπιέσκι Γ΄), μία σειρά από εκστρατείες έφερε όλη την Ουγγαρία κάτω από την κυριότητα της Αυστρίας με τη Συνθήκη του Κάρλοβιτς το 1699. Ο αυτοκράτορας Κάρολος ΣΤ΄ επεδίωξε την ισχυροποίηση των κτήσεων και της αυτοκρατορίας του, ενώ προετοίμασε το έδαφος για τη διαδοχή του από την κόρη του Μαρία Θηρεσία. Παράλληλα με την άνοδο της Πρωσίας, ο δυισμός Αυστρίας και Πρωσίας βρήκε γόνιμο έδαφος στις περιοχές της Γερμανίας. Η Αυστρία συμμετείχε, μαζί με την Πρωσία και τη Ρωσία, στην πρώτη και την τρίτη από τις τρεις διασπάσεις της Πολωνίας, το 1772 και το 1795.

Η Αυστρία αργότερα μπήκε σε πόλεμο με την επαναστατική Γαλλία, αρχικά με πολλές αποτυχίες, ενώ οι διαδοχικές ήττες απέναντι στο Ναπολέοντα σηματοδότησαν και το τέλος της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας το 1806. Δύο χρόνια νωρίτερα, το 1804, ιδρύθηκε η Αυτοκρατορία της Αυστρίας. Το 1814, η Αυστρία ήταν μέρος της συμμαχίας που κατέλαβε τη Γαλλία και έδωσε τέλος στους Ναπολεόντειους πολέμους. Έτσι, καθιερώθηκε με το Συνέδριο της Βιέννης το 1815 ως μία από τις τέσσερις κυρίαρχες δυνάμεις στην Ευρώπη. Τον ίδιο χρόνο, η Γερμανική Συνομοσπονδία ιδρύθηκε με την προεδρία της Αυστρίας, ενώ μέχρι το 1848 οι γερμανικές περιοχές διαταράσσονταν συνεχώς από κοινωνικές, πολιτικές και εθνικιστικές διαμάχες για τη δημιουργία μίας ενωμένης Γερμανίας. Αυτή η ιδέα θα ήταν δυνατή είτε ως μία Μεγάλη Γερμανία είτε ως μία Μεγάλη Αυστρία, αλλά και ως μία Γερμανική Συνομοσπονδία χωρίς τη συμμετοχή της Αυστρίας. Καθώς η Αυστρία δεν ήταν διατεθειμένη να παραχωρήσει τις γερμανόφωνες κτήσεις της σε ένα καθεστώς της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, το στέμμα της τελευταίας δόθηκε στο βασιλιά της Πρωσίας Φρειδερίκος Γουλιέλμος Δ΄. Το 1864, η Πρωσία και η Αυστρία πολέμησαν μαζί ενάντια στη Δανία και απελευθέρωσαν τα ανεξάρτητα δουκάτα του Σλέσβιχ και του Χόλσταϊν. Καθώς όμως δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν σε μία λύση για τη διοίκηση των δουκάτων, πολέμησαν μεταξύ τους στον Αυστρο-πρωσικό πόλεμο του 1866. Μετά τη νίκη της Πρωσίας στη μάχη του Κένιγκσγκρατς, η Αυστρία αποχώρησε από τη Γερμανική Συνομοσπονδία και δεν συμμετείχε πλέον στην πολιτική εξέλιξη της Γερμανίας.

Η συμφωνία εξίσωσης μεταξύ Αυστρίας και Ουγγαρίας το 1867, γνωστή και ως Αουγκλάιχ, καθιέρωσε τη διττή κυριαρχία της Αυστριακής Αυτοκρατορίας και του Βασιλείου της Ουγγαρίας, κάτω από την ηγεμονία του Φραγκίσκου Ιωσήφ Α΄. Η Αυστροουγγαρία κυβερνούσε έτσι τόσο τους κύριους λαούς της, αλλά και διάφορες σλαβόφωνες περιοχές και πληθυσμούς, όπως Κροάτες, Τσέχους, Πολωνούς, Ρώσους, Σέρβους, Σλοβάκους, Σλοβένους και Ουκρανούς, καθώς και μεγάλες κοινότητες Ιταλών και Ρουμάνων.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα η διακυβέρνηση της Αυστροουγγαρίας να γίνει ιδιαίτερα δύσκολη σε μία εποχή ενισχυμένων εθνικιστικών τάσεων. Η Αυστρία προσπάθησε να προσαρμόσει κατά τον καλύτερο τρόπο την εξουσία της, με την κυβερνητική εφημερίδα των νόμων και κανονισμών να κυκλοφορεί σε οκτώ διαφορετικές γλώσσες, την καθιέρωση εκπαίδευσης για όλες τις εθνικές και γλωσσικές ομάδες της αυτοκρατορίας, αλλά και τη χρήση των διαφόρων γλωσσών στις τοπικές αρχές. Η κυβέρνηση της Ουγγαρίας, αντίθετα, προσπάθησε να προωθήσει τον ουγγρικό πολιτισμό στις άλλες εθνότητες.

Η δολοφονία του αρχιδούκα Φραγκίσκου Φερδινάνδου στο Σαράγεβο το 1914 από το μέλος της σερβικής εθνικιστικής οργάνωσης, Γκαβρίλο Πρίντσιπ, χρησιμοποιήθηκε από τους πολιτικούς και στρατιωτικούς ηγέτες της Αυστρίας και της Ουγγαρίας ως πίεση στον αυτοκράτορα για να κηρύξει πόλεμο στη Σερβία, προκαλώντας έτσι το ξεκίνημα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο οποίος οδήγησε στον τελικό διαμελισμό της Αυστροουγγαρίας. Κατά τον πόλεμο αυτό σκοτώθηκαν περισσότεροι από ένα εκατομμύριο στρατιώτες από την αυτοκρατορία.

Στις 21 Οκτωβρίου του 1918, τα εκλεγμένα γερμανόφωνα μέλη της βουλής της αυτοκρατορικής Αυστρίας, Ράιχρατ, συναντήθηκαν στη Βιέννη ως εθνική συνέλευση για τη Γερμανική Αυστρία, και στις 30 του ίδιου μήνα ίδρυσαν το κράτος της Γερμανικής Αυστρίας με το διορισμό της κυβέρνησης, γνωστής ως Στάατσρατ. Η νέα αυτή κυβέρνηση κάλεσε τον αυτοκράτορα να συμμετέχει στη συμφωνία ανακωχής με την Ιταλία, αν και παραχώρησε τελικά την ευθύνη για το τέλος του πολέμου στον αυτοκράτορα και τη δικιά του κυβέρνηση. Στις 11 Νοεμβρίου, ο αυτοκράτορας, με τη συμβουλή υπουργών της νέας και της παλιάς κυβέρνησης, δήλωσε την παραίτησή του από τις κρατικές υποθέσεις και στις 12 Νοεμβρίου, η Γερμανική Αυστρία ανακηρύχθηκε με νόμο ως δημοκρατικό κράτος και μέλος της νέας Γερμανικής Δημοκρατίας. Το σύνταγμα, που μετονόμαζε την κυβέρνηση σε Μπουντεσρεγκίρουνγκ (ομοσπονδιακή κυβέρνηση) και το κοινοβούλιο σε Νατσιονάλρατ (εθνική συνέλευση), ψηφίστηκε στις 10 Νοεμβρίου του 1920.

Με τη Συνθήκη του Αγίου Γερμανού το 1919, και για την Ουγγαρία με τη Συνθήκη του Τριανόν το 1920, επιβεβαιώθηκε και καθιερώθηκε η νέα τάξη στην κεντρική Ευρώπη, με τη δημιουργία νέων κρατών και τις αλλαγές συνόρων. Παρ´όλα αυτά, περισσότεροι από 3 εκατομμύρια γερμανόφωνοι Αυστριακοί βρέθηκαν εκτός των συνόρων της νέας Αυστρίας, στα νεοσύστατα επίσης κράτη της Τσεχοσλοβακίας, της Γιουγκοσλαβίας, της Ουγγαρίας και της Ιταλίας. Μεταξύ του 1918 και του 1919, η Αυστρία ήταν επίσημα γνωστή ως το Κράτος της Γερμανικής Αυστρίας. Οι δυνάμεις της Αντάντ δεν επέτρεψαν την ένωσή της με τη Γερμανία, αλλά αγνόησαν πλήρως και το όνομα Γερμανική Αυστρία στις συνθήκες ειρήνης που υπογράφησαν. Συνεπώς, στα τέλη του 1918, το όνομα άλλαξε σε Κράτος της Αυστρίας.

Μετά τον πόλεμο ο πληθωρισμός συνέβαλε στην υποτίμηση της κορώνας, που ήταν ακόμα το νόμισμα της Αυστρίας. Το φθινόπωρο του 1922, η Αυστρία έλαβε ένα διεθνές δάνειο υπό την εποπτεία της Κοινωνίας των Εθνών, με στόχο να αποφύγει τη χρεοκοπία και να σταθεροποιήσει το νόμισμά της βελτιώνοντας την οικονομία της. Με τη σύναψη του δανείου όμως, το κράτος έχασε μέρος της ανεξαρτησίας του στα οικονομικά θέματα, και το 1925 το νόμισμα αντικαταστάθηκε από το σελίνι, το οποίο αργότερα αναφερόταν και ως δολάριο των Άλπεων λόγω της σταθερότητάς του. Από το 1925 ως το 1929 η οικονομία απόλαυσε μία άνοδο μέχρι το παγκόσμιο κραχ.

Η πρώτη Αυστριακή δημοκρατία διήρκεσε μέχρι το 1933, όταν ο καγκελάριος Ένγκελμπερτ Ντόλφους, καθιέρωσε ένα αυταρχικό καθεστώς που προσομοίαζε τον ιταλικό φασισμό. Τα δύο μεγάλα κόμματα της περιόδου, οι Σοσιαλδημοκράτες και οι Συντηρητικοί, είχαν παραστρατιωτικές οργανώσεις, και ξέσπασε ένας εμφύλιος πόλεμος. Το Φεβρουάριο του 1934, εκτελέστηκαν πολλά μέλη του στρατού των σοσιαλδημοκρατών, ενώ αρκετοί ανακηρύχτηκαν παράνομοι και φυλακίστηκαν ή εξορίστηκαν. Το Μάιο του ίδιου έτους, οι φασίστες καθιέρωσαν ένα νέο σύνταγμα, το οποίο ενίσχυε τη δύναμη του Ντόλφους, ο οποίος όμως δολοφονήθηκε τον Ιούλιο σε μία απόπειρα πραξικοπήματος από τους Ναζί. Ο διάδοχός του, Κουρτ Σούσινγκ, προσπάθησε να διατηρήσει την ανεξαρτησία της χώρας, ως ένα «καλύτερο γερμανικό κράτος», αλλά στις 12 Μαρτίου του 1938, η Αυστρία καταλήφθηκε από γερμανικά στρατεύματα, ενώ Αυστριακοί Ναζί κατέλαβαν την εξουσία. Στις 13 Μαρτίου ανακηρύχθηκε επίσημα η Άνσλους, η Ένωση, δηλαδή, της Αυστρίας με τη Γερμανία, και δύο μέρες μετά ο Χίτλερ, Αυστριακός στην καταγωγή, ανακοίνωσε την επανένωση των δύο κρατών στη Βιέννη. Με ένα οργανωμένο δημοψήφισμα η ένωση επικυρώθηκε τον Απρίλιο του 1938.

Η Αυστρία ενσωματώθηκε στο Τρίτο Ράιχ και δεν ήταν πλέον ανεξάρτητη. Η ονομασία της από τους Ναζί ήταν Όστμαρκ, μέχρι το 1942, όταν ονομάστηκε Άλπεν-Ντόναου-Ραϊχσγκάουε. Η Βιέννη καταλήφθηκε στις 13 Απριλίου του 1945 από τους Σοβιετικούς, λίγο πριν την κατάρρευση του Τρίτου Ράιχ. Μία προσωρινή κυβέρνηση με την έγκριση των Σοβιετικών, ανακοίνωσε την απόσχιση από το Ράιχ και την ανεξαρτησία της Αυστρίας στις 27 Απριλίου του 1945. Ο συνολικός αριθμός των στρατιωτών που σκοτώθηκαν στον πόλεμο ανερχόταν στις 260.000, ενώ τα θύματα του ολοκαυτώματος στην Αυστρία στις 65.000.

Όπως και η Γερμανία, η Αυστρία διαχωρίστηκε σε τέσσερις τομείς με βρετανική, γαλλική, ρωσική και αμερικανική διοίκηση, ενώ συνολικά διοικούταν από τη Συμμαχική Επιτροπή για την Αυστρία. Όπως προβλεπόταν στη Συνθήκη της Μόσχας το 1943, η αντιμετώπιση της Αυστρίας ήταν διαφορετική από τους Συμμάχους. Η Αυστριακή κυβέρνηση, αποτελούμενη από σοσιαλδημοκράτες, συντηρητικούς και κομμουνιστές, και με έδρα τη Βιέννη στο Σοβιετικό τομέα, αναγνωρίστηκε από τους δυτικούς Συμμάχους τον Οκτώβριο του 1945, αποφεύγοντας έτσι τη δημιουργία μίας δυτικής Αυστρίας. Γενικά, η χώρα αντιμετωπίστηκε ως ένα κράτος που είχε καταληφθεί από τη Γερμανία και απελευθερώθηκε από τους Συμμάχους.

Μετά από μακροχρόνιες συνομιλίες και τον Ψυχρό πόλεμο, η Αυστρία ανέκτησε την πλήρη ανεξαρτησία της στις 15 Μαΐου του 1955 με τη Συνθήκη του Αυστριακού Κράτους που υπέγραψαν και οι τέσσερις συμμαχικές δυνάμεις. Στις 26 Οκτωβρίου του ίδιου έτους, η χώρα ανακήρυξε τη μόνιμη ουδετερότητά της, η οποία ισχύει ως και σήμερα, αν και με μικρές τροποποιήσεις για την είσοδό της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το πολιτικό σύστημα της δεύτερης δημοκρατίας βασίζεται στα συντάγματα του 1920 και 1925, όπως επαναδιατυπώθηκαν το 1945. Από το 1945 μονοκομματική κυβέρνηση υπήρχε μόνο το διάστημα 1966-70 και το 1970-83, ενώ όλες τις άλλες περιόδους η χώρα κυβερνιόταν από συνασπισμούς κομμάτων. Η Αυστρία έγινε μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 1995, ενώ από το 2008, ως μέλος της Συνθήκης Σένγκεν, η Αυστρία ελέγχει μόνο τις συνοριακές διελεύσεις με το Λίχτενσταϊν.

Περίπου το 60% της συνολικής της έκτασης καλύπτεται από τις Άλπεις και άλλα μικρότερα βουνά. Ομαλότερο είναι το ανάγλυφο στα ανατολικά - βορειοανατολικά της χώρας όπου εκτείνεται η πεδιάδα του Δούναβη. Χαρακτηριστικό είναι πως μόνο το 32% της συνολικής έκτασης της χώρας έχει υψόμετρο κάτω από 500 μέτρα. Στο κέντρο εκτείνεται η οροσειρά του Υψηλού Τάουερν, με την υψηλότερη κορυφή της χώρας, το Γκροσγκλόκνερ με ύψος 3.798 μέτρων, οι Άλπεις Έτσταλερ με μεγαλύτερη κορυφή την Βιλντσπίτζε (3.770 μέτρα), οι Άλπεις Στουμπάιερ και οι Νορικές Άλπεις (μέγιστο ύψος 2.441 μ.). Στον νότο εκτείνονται οι Καρνικές Άλπεις και οι Άλπεις Καραβάνκεν με κορυφές άνω τον 3.000 μέτρων.

Τα περισσότερα ποτάμια της Αυστρίας πηγάζουν από τις Άλπεις και κατεβαίνουν από πλαγιές ορμητικές. Η λεκάνη του Δούναβη είναι η πιο εύφορη αυστριακή πεδιάδα. Ο Δούναβης έχει στην Αυστρία μήκος 350 χιλιομέτρων και είναι πλωτός. Παραπόταμοί του είναι ο Ινν, ο Ενς και ο Τράουν. Η Αυστρία δεν έχει μεγάλες λίμνες. Η μεγαλύτερη βρίσκεται στο νότο της χώρας. Η λίμνη Νόιζοντλερ έχει έκταση 350 τετραγωνικών χιλιομέτρων, ενώ η λίμνη Κωνσταντία, στα σύνορα με την Ελβετία και την Γερμανία, ανήκει στην Αυστρία μόνο κατά το 15%.

Η μεγαλύτερη πόλη είναι η Βιέννη με 1.800.000 κατοίκους περίπου, ενώ ακολουθεί το Γκρατς με 250.000, το Λιντς με 188.000 και το Σάλτσμπουργκ με 145.000.

Ο Δούναβης έχει την πηγή του κοντά στο Donaueschingen στη νοτιοδυτική Γερμανία και διασχίζει την Αυστρία πριν εκβάλει στη Μαύρη Θάλασσα. Είναι ο μόνος μεγάλος ευρωπαϊκός ποταμός που ρέει ανατολικά και η σημασία του ως εσωτερικής ναυσιπλοΐας ενισχύθηκε με την ολοκλήρωση το 1992 του καναλιού Ρήνου-Μάιν-Δούναβη στη Βαυαρία, το οποίο συνδέει τους ποταμούς Ρήνος και Μάιν με τον Δούναβη. Ο Δούναβης είναι πλωτός ποταμός, δηλαδή είναι δυνατή η μεταφορά φορτίων εντός αυτού.

Τα μεγάλα ποτάμια, βόρεια της λεκάνης απορροής των αυστριακών Άλπεων, είναι άμεσοι παραπόταμοι του Δούναβη και ρέουν βόρεια στην κοιλάδα του Δούναβη, ενώ οι ποταμοί νότια της λεκάνης απορροής, στην κεντρική και ανατολική Αυστρία, ρέουν νότια στο αποχετευτικό σύστημα του Ντράου, το οποίο τελικά εκκενώνεται στον Δούναβη της Σερβίας. Κατά συνέπεια, η κεντρική και ανατολική Αυστρία είναι γεωγραφικά προσανατολισμένη μακριά από την λεκάνη απορροής των Άλπεων: οι επαρχίες της Άνω Αυστρίας και της Κάτω Αυστρίας προς τον Δούναβη και οι επαρχίες της Καρινθίας και της Στυρίας προς το Ντράου.

Οι Άλπεις περιλαμβάνουν περιοχές που παγώνουν μόνιμα στις Άλπεις Ötztal στα τιρολέζικα-ιταλικά σύνορα και στο Υψηλό Tauern στο Ανατολικό Τιρόλο και την Καρινθία. Οι βόρειες Άλπεις Calcareous, οι οποίες εκτείνονται από το Vorarlberg μέσω του Τιρόλου στο Σάλτσμπουργκ κατά μήκος των γερμανικών συνόρων και μέσω της Άνω Αυστρίας και της Κάτω Αυστρίας προς τη Βιέννη, και οι νότιες Άλπεις Calcareous, στα σύνορα Καρινθίας-Σλοβενίας, είναι κατά κύριο λόγο ασβεστόλιθος και δολομίτης. Στα 3.797 μ., Το Γκροσγκλόκνερ είναι το ψηλότερο βουνό στην Αυστρία. Κατά γενικό κανόνα, όσο πιο ανατολικά είναι οι βόρειες και κεντρικές Άλπεις, τόσο χαμηλότερα γίνονται. Το υψόμετρο των βουνών πέφτει επίσης βόρεια και νότια των κεντρικών περιοχών.

Ως γεωγραφικό χαρακτηριστικό, οι Άλπεις επισκιάζουν κυριολεκτικά άλλες περιοχές της μορφής της γης. Ακριβώς πάνω από το 28% της Αυστρίας είναι αρκετά λοφώδες ή επίπεδο: οι Βόρειες Άλπεις, που περιλαμβάνει την κοιλάδα του Δούναβη, οι πεδινές και λοφώδεις περιοχές της βορειοανατολικής και ανατολικής Αυστρίας, που περιλαμβάνουν τη λεκάνη του Δούναβη · και οι λόφοι και τα πεδινά των Νοτιοανατολικών Άλπεων. Τα τμήματα της Αυστρίας που είναι πιο κατάλληλα για να χτιστούν οικισμοί - δηλαδή, κλιματικά ευνοϊκά - τρέχουν βόρεια των Άλπεων μέσω των επαρχιών της Άνω Αυστρίας και της Κάτω Αυστρίας στην κοιλάδα του Δούναβη και στη συνέχεια στρίβουν ανατολικά και νότια των Άλπεων μέσω της Κάτω Αυστρίας, Βιέννη, Μπούργκενλαντ και Στυρία. Το λιγότερο ορεινό τοπίο της Αυστρίας είναι νοτιοανατολικά του χαμηλού Leithagebirge, το οποίο σχηματίζει το νότιο χείλος της λεκάνης της Βιέννης, όπου ξεκινά η στέπα της ουγγρικής πεδιάδας.

Τα 5 υψηλότερα βουνά της Αυστρίας:

Το κλίμα της Αυστρίας είναι γενικά ηπειρωτικό με συχνές βροχοπτώσεις, ειδικά στις Άλπεις, όπου τα ύψη βροχής και χιονιού είναι πολύ μεγάλα. Στα ανατολικά το κλίμα είναι πιο κρύο, με παγωμένους χειμώνες, ενώ στα δυτικά είναι πιο ήπιο με δροσερά καλοκαίρια και ήπιους χειμώνες. Σε υψόμετρο πάνω από 3.000 μέτρα τα χιόνια δεν λιώνουν και σχηματίζονται παγετώνες και συμβαίνει να χιονίζει ακόμη και τον Αύγουστο. Οι δυο ακραίες θερμοκρασίες που έχουν καταγραφεί στην χώρα είναι +40,5 °C και -36,6 °C.

Στην Αυστρία διεξάγονται εκλογές για πρόεδρο και για κοινοβούλιο. Ο πρόεδρος εκλέγεται για μη ανανεώσιμη εξαετή θητεία από το λαό. Το κοινοβούλιο είναι διθάλαμο. Αποτελείται από το Εθνικό Συμβούλιο (Nationalrat), με 183 έδρες και το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο με 61 έδρες, που εκπροσωπεί τα 9 κρατίδια της χώρας σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Σήμερα, Καγκελάριος της Αυστρίας είναι ο Σεμπάστιαν Κουρτς και Πρόεδρος ο Αλεξάντερ Φαν ντερ Μπέλεν. 

Η Αυστρία είναι μέλος σε πολλούς παγκόσμιους και ευρωπαϊκούς οργανισμούς. Μερικοί από αυτούς είναι οι εξής:

ΟΗΕ, ΕΕ, Ευρωζώνη, ΔΝΤ, Ιντερπόλ, ΠΟΥ, ΣΕ και άλλοι.

Η Αυστρία αποτελείται από 9 ομόσπονδα κρατίδια. Το ένα από αυτά είναι η πρωτεύουσα Βιέννη. Τα υπόλοιπα χωρίζονται σε 84 περιφέρειες (που χωρίζονται επιπλέον σε κοινότητες) και 15 δήμους. Το κάθε κρατίδιο έχει δικό του νομοθετικό σώμα και κυβέρνηση.

Οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις αποτελούν μόνο ένα μικρό τμήμα της χώρας και έτσι η γεωργία απασχολεί ένα πολύ μικρό μέρος του πληθυσμού. Τα κυριότερα γεωργικά προϊόντα είναι τα ζαχαρότευτλα, καλαμπόκι, σιτάρι και κριθάρι. Όσον αφορά την κτηνοτροφία εκτρέφονται αγελάδες, χοίροι, πουλερικά και πρόβατα.

Η μισή έκταση της χώρας καλύπτεται από δάση και η υλοτομία είναι ανεπτυγμένη όπως και η παραγωγή χαρτιού. Η Αυστρία διαθέτει σημαντικό υδροηλεκτρικό δυναμικό χάρη στους ορμητικούς ποταμούς που κατεβαίνουν από τις Άλπεις. Η βαριά βιομηχανία είναι, επίσης, ανεπτυγμένη. Τα μεγαλύτερα βιομηχανικά κέντρα βρίσκονται γύρω από τη Βιέννη και το Γκρατς. Ο τουρισμός παίζει σημαντικό ρόλο στην εθνική οικονομία. Εκατομμύρια τουρίστες προσελκύει η πρωτεύουσα Βιέννη και το Ίνσμπρουκ, όπως και το Σάλτσμπουργκ, γενέτειρα πόλη του Μότσαρτ.

Τον Ιανουάριο του 2006 υπήρχαν στην Αυστρία 326.000 άνεργοι, ποσοστό 7,7% του ενεργού πληθυσμού. Οι περισσότεροι άνεργοι είναι άνδρες (135.000) και ακολουθούν οι γυναίκες (120.000). Οι νέοι άνεργοι κάτω των 25 ετών είναι περίπου 50.000, σύμφωνα με έρευνα που έγινε τον Ιανουάριο του 2006.

Σύμφωνα με επίσημη εκτίμηση του 2020, η χώρα έχει συνολικά 8.915.382 κατοίκους. Το 90% του πληθυσμού είναι Αυστριακοί γερμανικής καταγωγής. Υπάρχουν επίσης αρκετοί Σλοβένοι, Τσέχοι και Μαγυάροι. Βέβαια, σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις του 2018 το 82,3% είναι Αυστριακοί, το 3,8% Γερμανοί, το 2,4% Σέρβοι, το 2,3% Τούρκοι, το 2,0% Ρουμάνοι, το 1,1% Ούγγροι και το υπόλοιπο 6,1% διάφορων άλλων εθνοτήτων.

Επίσημη γλώσσα είναι τα Γερμανικά, ενώ ομιλούνται τα Σλοβενικά και τα Ουγγρικά και τα Κροατικά, καθώς και σε μικρότερο βαθμό και άλλες γλώσσες.

Το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού, σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2019 του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, ήταν 81,6 χρόνια (79,4 χρόνια οι άνδρες και 83,8 οι γυναίκες).

Στην Αυστρία ο μεγαλύτερος πληθυσμός πιστεύει στον Χριστιανισμό και αυτοπροσδιορίζονται ως Καθολικοί. Κατά το 2001 περίπου το 74% των κατοίκων της χώρας εμφανίζονταν ως Καθολικοί και ένα 5% ως Προτεστάντες. Σύμφωνα με στοιχεία για το 2017, η Αυστριακή Ρωμαϊκή Καθολική Εκκλησία απαριθμούσε 5.112.330 μέλη, δηλαδή το 57,9% του συνολικού αυστριακού πληθυσμού. 

Επιπλέον, το 2001 με τα τότε στοιχεία, περίπου το 12% του πληθυσμού δήλωσε ότι δεν πιστεύει σε κάποια θρησκεία, ενώ σύμφωνα με εκκλησιαστικές πληροφορίες αυτό το μερίδιο είχε αυξηθεί σχεδόν στο 20% μέχρι το 2015. Από τους υπόλοιπους, περίπου 340.000 άτομα καταγράφηκαν ως μέλη διαφόρων μουσουλμανικών κοινοτήτων, κυρίως λόγω της εισροής από την Τουρκία, τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη καθώς και το Κοσσυφοπέδιο. Ο αριθμός των Μουσουλμάνων υπολογίζεται πως διπλασιάστηκε έως το 2016 -δηλαδή σε μία δεκαπενταετία- σε 700.000. Περίπου 180.000 είναι μέλη Ορθοδόξων Εκκλησιών (κυρίως Σέρβων), περίπου 21.000 άνθρωποι είναι ενεργοί Μάρτυρες του Ιεχωβά, περίπου 8.100 είναι Εβραίοι, περίπου 4.035 Αντβεντιστές της Έβδομης Μέρας, και 4.469 Μορμόνοι της Εκκλησίας του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών.

Η οδήγηση των οχημάτων γίνεται στα δεξιά.

Το Μετρό της Βιέννης εγκαινιάστηκε το 1976, αλλά κάποια τμήματα λειτουργούσαν ήδη ως τοπικοί σιδηρόδρομοι. Διαθέτει 5 γραμμές.

Η πλούσια πολιτιστική παράδοση της Αυστρίας ήταν ως το πρώτο μισό του 16ου αιώνα αναπόσπαστα δεμένη με την πολιτιστική παράδοση της Γερμανίας, στα πλαίσια της Γερμανικής Αυτοκρατορίας. Από τα μέσα του 16ου αιώνα, το κίνημα της Αντιμεταρρύθμισης, με το οποίο η ρωμαιοκαθολική Αυστρία διαχωρίστηκε από την προτεσταντική Γερμανία, και η πολιτική των Αψβούργων, που ανέπτυξαν ιδιαίτερες σχέσεις με την Ισπανία και την Ιταλία, δημιούργησαν τον αυστριακό πολιτισμό με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του.

Τον 18ο και τον 19ο αιώνα η Βιέννη γίνεται παγκόσμιο πολιτιστικό κέντρο, με έμφαση ιδιαίτερα στους τομείς της μουσικής και της λογοτεχνίας, ενώ ήδη από τον 17ο και τον 18ο αιώνα αναπτύσσεται η αρχιτεκτονική και η ζωγραφική, με ιδιαίτερη έμφαση στο μπαρόκ.

Σημαντική υπήρξε και η άνθιση της μουσικής στην Αυστρία. Το 1756 γεννήθηκε εδώ ο διάσημος συνθέτης Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ, ο οποίος έγραψε πολλά έργα που θαυμάζονται ακόμα και σήμερα. Η Βιέννη υπήρξε πρωτεύουσα του βαλς, με κύριο εκφραστή τον Γιόχαν Στράους.

Από τους σημαντικότερους Αυστριακούς λογοτέχνες του τέλους του 18ου αιώνα και των αρχών του 19ου είναι ο Εμάνουελ Σικανέντερ με το έργο του «Ο Μαγικός Αυλός» (1791), που μελοποιήθηκε από τον Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ. Από τα τέλη του 19ου αιώνα αρχίζει η μεγάλη άνθιση της αυστριακής λογοτεχνίας. Σημαντικότεροι εκπρόσωποι είναι ο Άρτουρ Σνίτσλερ, που ήταν επηρεασμένος από τον ιμπρεσιονισμό, και ο Ούγκο φον Χόφμανσταλ από τον ρομαντισμό. Ο Στέφαν Τσβάιχ έγραψε μία σειρά από βιογραφίες στις οποίες εστιάζει το ενδιαφέρον του στην ψυχογραφική ανάλυση των βιογραφούμενων προσώπων, όπως στα έργα του «Μαρία Αντουανέτα», «Μαρία Στούαρτ» κ.ά. Η πιο δημοφιλής συγγραφέας στη Γερμανική γλώσσα είναι η αυστριακή Ελφρίντε Γέλινεκ. Το 2004 της απονεμήθηκε το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.

Ο Φρόυντ, που έθεσε τις βάσεις της ψυχανάλυσης, είναι ο πιο γνωστός αυστριακός επιστήμονας.

Η χαρακτηριστική αρχιτεκτονική της χώρας είναι η Μπαρόκ, με εκκλησίες και ανάκτορα. Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, στη Βιέννη κατασκευάστηκε η νεοκλασική κυκλική λεωφόρος Ρίνγκστρασσε. Μια πρωτοπορία της χώρας ήταν η αρχιτεκτονική Αρ Νουβό (Ζετσεσιονισμός).

Το παρελθόν της Αυστρίας ως ευρωπαϊκή δύναμη και το πολιτιστικό περιβάλλον της παρήγαγε μια ευρεία συμβολή σε διάφορες μορφές τέχνης, μεταξύ των οποίων η μουσική. Η Αυστρία ήταν η γενέτειρα πολλών διάσημων συνθετών όπως οι Γιόζεφ Χάυντν, Φράντς Λιστ, Φράντς Σούμπερτ, Γιόχαν Στράους, καθώς και μέλη της Δεύτερης Βιεννέζικης Σχολής όπως ο Άρνολντ Σένμπεργκ. Ο Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότζαρτ γεννήθηκε στο Σάλτσμπουργκ, τότε ανεξάρτητο Εκκλησιαστικό Πριγκιπάτο της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, το οποίο αργότερα έγινε μέρος της Αυστρίας και μεγάλο μέρος της καριέρας του Μότσαρτ πέρασε στη Βιέννη.

Η Βιέννη ήταν για μεγάλο χρονικό διάστημα ένα σημαντικό κέντρο μουσικής καινοτομίας. Οι συνθέτες του 18ου και 19ου αιώνα τραβήχτηκαν στην πόλη λόγω της προστασίας των Αψβούργων και έκαναν τη Βιέννη την ευρωπαϊκή πρωτεύουσα της κλασικής μουσικής. Κατά την περίοδο του Μπαρόκ, οι σλαβικές και ουγγρικές λαϊκές μορφές επηρέασαν την αυστριακή μουσική.

Το καθεστώς της Βιέννης άρχισε να αυξάνεται ως πολιτιστικό κέντρο στις αρχές του 16ου αιώνα και επικεντρώθηκε σε όργανα, συμπεριλαμβανομένου του λαούτου. Ο Λούντβιχ βαν Μπετόβεν πέρασε το καλύτερο μέρος της ζωής του στη Βιέννη. Ο τρέχων εθνικός ύμνος της Αυστρίας, που αποδίδεται στον Μότσαρτ, επιλέχθηκε μετά τον Β 'Παγκόσμιο Πόλεμο για να αντικαταστήσει τον παραδοσιακό αυστριακό ύμνο από τον Γιόζεφ Χάυντν.

Η Αυστρία ήταν το λίκνο πολλών επιστημόνων με διεθνή φήμη. Μεταξύ αυτών είναι οι Λούντβιχ Μπόλτσμαν, Έρνστ Μαχ, και Κρίστιαν Ντόπλερ, εξέχοντες επιστήμονες του 19ου αιώνα. Τον 20ο αιώνα, οι συνεισφορές των Λίς Μάιτνερ, Έρβιν Σρέντινγκερ και Βόλφγκανγκ Πάουλι στην πυρηνική έρευνα και την κβαντομηχανική ήταν καθοριστικές για την ανάπτυξη αυτών των περιοχών κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920 και του 1930. Ένας σημερινός φυσικός είναι ο Άντον Ζάιλινγκερ, ο οποίος είναι ο πρώτος επιστήμονας που παρουσίασε την κβαντική τηλεμεταφορά.

Εκτός από τους φυσικούς, η Αυστρία ήταν η γενέτειρα δύο από τους πιο αξιοσημείωτους φιλόσοφους του 20ού αιώνα, του Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν και του Καρλ Πόππερ. Εκτός από αυτούς, οι βιολόγοι Γκρέγκορ Μέντελ και Κόνραντ Λόρενς, καθώς και ο μαθηματικός Κούρτ Γκέντελ και μηχανικοί όπως ο Φέρντιναντ Πόρσε και ο Σίγκφριντ Μάρκους ήταν Αυστριακοί.

Ένα επίκεντρο της αυστριακής επιστήμης ήταν πάντα η ιατρική και η ψυχολογία, ξεκινώντας από τα μεσαιωνικά χρόνια με τον Παράκελσο. Διακεκριμένοι γιατροί όπως ο Θεόδωρος Μπίλροθ, ο Κλέμενς Φον Πιέρκετ και ο Αντον φον Άισελμπεργκ έχουν βασιστεί στα επιτεύγματα της Ιατρικής Σχολής της Βιέννης του 19ου αιώνα. Η Αυστρία φιλοξένησε τον Σίγκμουντ Φρόυντ, ιδρυτή της ψυχανάλυσης, τον Άλφρεντ Άντλερ, ιδρυτή της ατομικής ψυχολογίας, τον ψυχολόγο Χανς Άσπεργκερ, και τον ψυχίατρο Βίκτορ Φράνκ.

Στην Αυστρία υπάρχουν πολλές πρεσβείες και προξενεία από χώρες που εκπροσωπούνται άμεσα σε αυτήν.




#Article 64: Βραζιλία (5448 words)


Η Βραζιλία (πορτογαλικά: Brasil), ή επισήμως, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Βραζιλίας (República Federativa do Brasil) είναι η μεγαλύτερη και πολυπληθέστερη χώρα της Λατινικής Αμερικής, στη Νότια Αμερική. Επίσης, είναι η πέμπτη μεγαλύτερη σε έκταση χώρα στον κόσμο και πέμπτη σε πληθυσμό. Καλύπτει μια τεράστια έκταση μεταξύ των Άνδεων και του Ατλαντικού ωκεανού, ενώ συνορεύει με όλες τις χώρες της Νότιας Αμερικής, εκτός από τη Χιλή και τον Ισημερινό. Από νότο προς βορρά, συνορεύει με την Ουρουγουάη, την Αργεντινή, την Παραγουάη, τη Βολιβία, το Περού, την Κολομβία, τη Βενεζουέλα, τη Γουιάνα, το Σουρινάμ και τη Γαλλική Γουιάνα. Η ακτογραμμή της με τον Ατλαντικό ωκεανό έχει μήκος 7.491 χλμ., ενώ ανήκουν σε αυτή νησίδες και νησιωτικά συγκροτήματα, όπως το αρχιπέλαγος Φερνάντο ντε Νορόνια, η Ατόλλη Ρόκας, οι Βράχοι του Αγίου Πέτρου και του Αγίου Παύλου, καθώς και οι νησίδες Τριντάντε και Μαρτίνος Βαζ.

Η Βραζιλία ήταν αποικία της Πορτογαλίας από το 1500 ―όταν ανακαλύφθηκε από τον Πέδρο Άλβαρες Καμπράλ― μέχρι την ανεξαρτησία της το 1822. Κοινοβουλευτική μοναρχία από το 1824 ανακηρύχθηκε σε αβασίλευτη δημοκρατία το 1889. Το ισχύον Σύνταγμα του 1988 ορίζει τη Βραζιλία ως Ομοσπονδιακή Δημοκρατία που στηρίζεται στην ένωση 27 πολιτειών, της ομοσπονδιακής πρωτεύουσας και 5.564 δήμων.

Η Βραζιλία αποτελεί την δέκατη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο σε δυναμικό αγοράς και την ένατη σε αγοραστική δύναμη. Οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις έχουν δώσει στη χώρα νέα διεθνή προοπτική. Επίσης, η Βραζιλία είναι μέλος των Ηνωμένων Εθνών και της Ένωσης των Κρατών της Νότιας Αμερικής. Με πολυεθνική, πολυπολιτισμική, κυρίως Καθολική και πορτογαλόφωνη κοινωνία, η Βραζιλία φιλοξενεί τεράστια βιοποικιλότητα και πολυσχιδές φυσικό περιβάλλον, ιδιαίτερα εκτεταμένους φυσικούς πόρους και ένα πλήθος προστατευόμενων οικοσυστημάτων.

Το όνομά της πιθανόν προέρχεται από το ομώνυμο δέντρο στα πορτογαλικά Caesalpinia echinata. 

Ο αστεροειδής 293 Βραζιλία (Brasilia), που ανακαλύφθηκε το 1890, πήρε το όνομά του από τη μεγάλη αυτή χώρα.

Η Βραζιλία καταλαμβάνει μια τεράστια έκταση στην ανατολική ακτή και στην ενδοχώρα της Νότιας Αμερικής, συνορεύοντας με όλες τις χώρες της ηπείρου, εκτός από τη Χιλή και τον Ισημερινό: Νοτίως με την Ουρουγουάη, νοτιοδυτικά με την Αργεντινή και την Παραγουάη, δυτικά με το Περού και τη Βολιβία, βορειοδυτικά με την Κολομβία, και βορείως με τη Βενεζουέλα, το Σουρινάμ, τη Γουιάνα και τη Γαλλική Γουιάνα. Το μέγεθος, η μορφολογία, το κλίμα και οι φυσικοί πόροι κάνουν τη Βραζιλία γεωγραφικά πολυδιάστατη. Είναι η πέμπτη χώρα σε έκταση παγκοσμίως, μετά τη Ρωσία, τον Καναδά, την Κίνα και τις ΗΠΑ, και η τρίτη στην Αμερική, με συνολική έκταση 8.510.820,623 τετρ.χλμ..

Το υψηλότερο βουνό της Βραζιλίας είναι το Πίκου ντα Νεμπλίνα με υψόμετρο 2.995 μέτρα.

Το κλίμα της Βραζιλίας, αντίθετα με ότι πιστεύεται, δεν παρουσιάζει ούτε ακραίες βροχοπτώσεις ούτε υψηλές θερμοκρασίες. Aυτό συμβαίνει και για τον Αμαζόνιο. Η μέση ετήσια θερμοκρασία, ειδικά στο λεκανοπέδιο του Αμαζονίου, είναι 25 - 26 °C. Θερμοκρασία μεγαλύτερη των 38° και κατώτερη των 0 °C δεν παρατηρείται. Οι μικρότερες θερμοκρασίες παρατηρούνται στα υψίπεδα, αντίθετα με τα παράλια όπου εκεί απαντώνται οι μεγαλύτερες. Οι πολύ μικρότερες θερμοκρασίες παρατηρούνται στα νότια στα όρια της Πολιτείας Σάο Πάολο, όπου σημειώνονται παγετοί κάθε χειμώνα.

Η βροχόπτωση στη Βραζιλία κυμαίνεται μεταξύ 1000 και 1500 χιλιοστομέτρων. Η εποχή των βροχών στην περιοχή του Αμαζονίου αρχίζει τον Ιανουάριο και λήγει τον Ιούνιο κατ' έτος. Γεγονός πάντως είναι ότι στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας οι βροχές πέφτουν το καλοκαίρι και λιγότερο τον χειμώνα. Τον Αύγουστο του 1965, ο ποταμός Σίνος πλημμύρισε το Σάο Λεοπόλντο, στην περιοχή του Ρίο Γκράντε ντε Σουλ, και από τα ασυγκράτητα νερά του ποταμού γλίτωσαν μόνο τα ψηλότερα κτίρια στο κέντρο της πόλης.

Στον Νότο, οι μέτριες βροχοπτώσεις αντισταθμίζονται από τη δροσιά, που μειώνει την αφυδάτωση. Στο εσωτερικό του Νορντέστε, στο «πολύγωνο της ξηρασίας» υπάρχει μειωμένη διαύγεια στην ατμόσφαιρα. Εδώ οι βροχοπτώσεις είναι μειωμένες (μικρότερες από 1.000 χιλιοστόμετρα και τοπικά λιγότερο από 500) και άστατες μέσα στο έτος (πυκνές ραγδαίες βροχές που διαρκούν λιγότερο από τρεις μήνες).

Η Βραζιλία περικλείεται σχεδόν ολόκληρη από τη μεσοτροπική ζώνη και οι θερμοκρασίες είναι ως επί το πλείστον αυξημένες: πάνω από 20 βαθμούς η μέση ετήσια στο μεγαλύτερο τμήμα του εδάφους της. Μόνο ο Νότος ξεχωρίζει, όπου η μέση θερμοκρασία πέφτει στους 16 βαθμούς, και η ιδιαιτερότητα αυτή ενισχύεται από τις επιδράσεις του θερμικού εύρους, που είναι πιο έντονοι.

Η Βραζιλία κατοικούνταν για τουλάχιστον 11.000 έτη από τους ημινομαδικούς ιθαγενείς πληθυσμούς προ των πρώτων Πορτογάλων κατακτητών, που μπήκαν στη χώρα με επικεφαλής τον Πέδρο Άλβαρες Καμπράλ στις 22 Απριλίου 1500. Η πηγή εργατικού δυναμικού της αποικίας ήταν αρχικά οι υποδουλωμένοι ινδιάνοι, και μετά το 1550, κυρίως Αφρικανοί δούλοι. Η δουλεία καταργήθηκε οριστικά το 1888, μέσω του «χρυσού νόμου», δημιουργημένου από την πριγκίπισσα Ιζαμπέλ, και η εντατική ευρωπαϊκή μετανάστευση δημιούργησε τη βάση για την εκβιομηχάνιση.

Το 1815 η πορτογαλική αυτή αποικία μετονομάσθηκε σε Βασίλειο και στις 13 Μαΐου του 1822 ο Πέτρος Α΄, τελευταίος γιος του Βασιλιά Ιωάννη Στ΄ της Πορτογαλίας, ανέλαβε Αυτοκράτωρας της Βραζιλίας. Στις 7 Σεπτεμβρίου 1822 ανακήρυξε την ανεξαρτησία της χώρας και ίδρυσε μια «Συνταγματική Αυτοκρατορία κληρονομικής ισχύος» (κοινοβουλευτική μοναρχία). Το 1831 παραιτήθηκε και, εννέα χρόνια αργότερα, ο 14χρονος γιος του Πέτρος Β΄ ανέλαβε δεύτερος Αυτοκράτορας της Βραζιλίας. Η μοναρχία καταργήθηκε οριστικά το 1889.

Η βραζιλιάνικη δημοκρατία αντικαταστάθηκε με δικτατορίες τρεις φορές - το 1930-1934 και το 1937-1945 υπό τον Ζετούλιο Βάργκας, και το 1964-1985 υπό εναλλασσόμενη στρατιωτική ηγεσία.Κατά το διάστημα της πρώτης δικτακτορίας, το 1932, 9 Ιουλίου, ξεκίνησε ο Βραζιλιάνικος εμφύλιος πόλεμος. Η Πολιτεία του Αγίου Παύλου (Σάο Πάολο) με σύμμαχο τη πολιτεία του Μάτο Γκρόσο (Mato Grosso), εναντιώθηκε στη δικτατορία του Ζετούλιο Βάργκας, και ξεκίνησαν τη λεγόμενη Συνταγματική Επανάσταση του 1932 (Revolução Constitucionalista de 1932). Ο πόλεμος διήρκησε τρεις μήνες και οι επαναστατημένες πολιτείες έχασαν από τις εθνικές στρατιωτικές δυνάμεις υπό την ηγεσία του Ζετούλιο Βάργκας, ο οποίος μετά το πέρας του πολέμου, αναγκάστηκε να προκηρύξει εκλογές, τις οποίες και κέρδισε, 3 Μαΐου του 1933.

Από το 1985, η Βραζιλία έχει δημοκρατικό πολίτευμα, ούσα προεδρική δημοκρατία στο πρότυπο των ΗΠΑ. Αυτό επιβεβαιώθηκε σε δημοψήφισμα του 1993, στο οποίο οι ψηφοφόροι κλήθηκαν να επιλέξουν μεταξύ ενός προεδρικού ή κοινοβουλευτικού συστήματος και μεταξύ αβασίλευτης και βασιλευομένης δημοκρατίας. 

Η πλειοψηφία των αυτοχθόνων κατοίκων του σημερινού κράτους της Βραζιλίας θεωρούνται απόγονοι του πρώτοι κύματος μετανάστευσης από τη Βόρεια Ασία, και συγκεκριμένα τη Σιβηρία, οι οποίοι διέσχισαν τον Βερίγγειο πορθμό προς τα τέλη της τελευταίας εποχής των παγετώνων γύρω στο 9000 π.Χ. Η περιοχή της σύγχρονης Βραζιλίας γύρω στο 1500 μ.Χ. είχε πληθυσμό περίπου 3 εκατομμύρια ιθαγενείς (2000 φυλές και εθνότητες).

Μια γλωσσολογική έρευνα κατέγραψε 188 τοπικές γλώσσες σε χρήση με περίπου 155.000 χρήστες, ενώ το 2007, έρευνα του Εθνικού Ιδρύματος Ινδιάνων ανέφερε 67 διαφορετικές φυλές που ζούσαν χωρίς επαφή με τον πολιτισμό. Το 2005 η αντίστοιχη καταγραφή έδωσε 40 μόλις φυλές. Σε αυτό το πλαίσιο, η Βραζιλία είναι η μεγαλύτερη χώρα, παγκοσμίως, με πρωτόγονους κατοίκους, ακόμα περισσότερους και από το νησί της Νέας Γουινέας.

Όταν οι πρώτοι Πορτογάλοι εξερευνητές έφτασαν στις ακτές το 1500, οι ιθαγενείς ήταν οργανωμένοι κυρίως σε ημινομαδικές φυλές, με το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού να ζει κοντά στην ακτή και κατά μήκος των μεγαλύτερων ποταμών. Σε αντίθεση με τον Χριστόφορο Κολόμβο, ο οποίος πίστευε ότι είχε φτάσει στην Ινδία, ο Πορτογάλος εξερευνητής Βάσκο ντα Γκάμα είχε ήδη προσεγγίσει την Ινδία με τον περίπλου της Αφρικής δύο χρόνια πριν ο Πέδρο Άλβαρες Καμπράλ φτάσει στη Βραζιλία. Ωστόσο η λέξη Ινδιάνοι (Ίντιος) χαρακτήριζε ήδη τους κατοίκους του Νέου Κόσμου και χρησιμοποιείται ακόμα στα Πορτογαλικά, σε αντιδιαστολή με τους κατοίκους της Ινδίας που αποκαλούνται Ινδοί (Ιντιάνος). Οι Ευρωπαίοι χαρακτήρισαν αρχικά τους ιθαγενείς ως ειρηνικούς άγριους και ο εκφυλισμός τους ξεκίνησε άμεσα. Οι φυλετικές διαμάχες και ο κανιβαλισμός έπεισαν τους Πορτογάλους ότι έπρεπε να εκπολιτίσουν του αυτόχθονες.

Η Πορτογαλία δεν έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις Βραζιλιάνικες κτήσεις της, καθώς είχε ήδη μεγάλα κέρδη από το εμπόριό της με την Ινδία, την Ινδονησία, την Κίνα και την Ιαπωνία. Η μόνη εκμετάλλευση της Βραζιλίας ήταν η υλοτομία των τοπικών δέντρων για την ιδιαίτερη κόκκινη χρωστική τους. Από το 1530, το Πορτογαλικό στέμμα καθιέρωσε τα κληρονομικά κυβερνεία ως ένα σύστημα για την αποτελεσματική κατάκτηση της νέας αποικίας, ενώ στη συνέχεια πήρε τον έλεγχο σε όσα κυβερνεία απέτυχαν στο ρόλο τους. Αν και νωρίτερα είχαν ιδρυθεί προσωρινοί εμπορικοί σταθμοί για τη συλλογή ξυλείας, η μόνιμη εγκατάσταση σε περιοχές ενίσχυσε την καλλιέργεια ζαχαροκάλαμου και απαίτησε εντατική εργασία. Αρκετές αποικίες ιδρύθηκαν κατά μήκος των ακτών, όπως μεταξύ άλλων η αποικιακή πρωτεύουσα Σαλβαντόρ που ιδρύθηκε το 1549 στον κόλπο των Αγίων Πάντων στο βορρά, και η πόλη του Ρίο ντε Τζανέιρο το 1567 στον νότο. Οι Πορτογάλοι άποικοι υιοθέτησαν οικονομία βασισμένη στην παραγωγή αγροτικών προϊόντων και την εξαγωγή τους στην Ευρώπη. Η ζάχαρη έγινε το πλέον σημαντικό αποικιακό προϊόν μέχρι και τις αρχές του 18ου αιώνα. Αν και η ζάχαρη της Βραζιλίας ήταν φημισμένη για την ποιότητά της, η βιομηχανία ζάχαρης αντιμετώπισε κρίση τον 17ο και 18ο αιώνα, όταν οι Ολλανδοί και οι Γάλλοι ξεκίνησαν την παραγωγή ζάχαρης στις Αντίλλες, γεγονός που προκάλεσε την πτώση τιμών λόγω της μικρότερης απόστασης από την Ευρώπη.

Το 17ο αιώνα, τυχοδιώκτες εξερευνητές από το κυβερνείο του Σάο Πάολο, γνωστοί σήμερα ως Μπαντεϊράντες, εξερεύνησαν την ενδοχώρα και επέκτειναν τα σύνορα της Βραζιλίας, κυρίως με επιδρομές και υποδούλωση των ιθαγενών φυλών των δασών. Το 18ο αιώνα, οι Μπαντεϊράντες ανακάλυψαν κοιτάσματα χρυσού και διαμαντιών στη σημερινή πολιτεία του Μίνας Ζεράις (Minas Gerais). Τα κέρδη από την εκμετάλλευση αυτών των κοιτασμάτων χρησιμοποιήθηκαν για να ενισχύσουν τα έξοδα της βασιλικής αυλής και να διατηρήσουν τον παγκόσμιο χαρακτήρα της Πορτογαλικής αυτοκρατορίας και την πολυτελή ζωής της αριστοκρατίας. Ο τρόπος εκμετάλλευσης από το Στέμμα και την τοπική ελίτ, επιβάρυναν την τοπική κοινωνία με υπερβολική φορολογία και προκάλεσαν αρκετά δημοφιλή κινήματα ανεξαρτησία, όπως του Τιραντέντες το 1789. Ωστόσο, τα κινήματα καταπνίγονταν από τις αποικιακές αρχές. Προς το τέλος του 18ου αιώνα, η παραγωγή χρυσού μειώθηκε και η ενδοχώρα της Βραζιλίας αντιμετώπισε μία ύφεση και υποβάθμιση.

Σε αντίθεση με τις γειτονικές Ισπανικές κτήσεις στη Νότια Αμερική, η πορτογαλική αποικία της Βραζιλίας διατήρησε τη χωρική, πολιτική και γλωσσική της ακεραιότητα, με τις εντατικές προσπάθειες της πορτογαλικής αποικιακής διοίκησης. Αν και η αποικία απειλήθηκε από πολλά κράτη κατά την πορτογαλική εποχή, και κύρια από την Ολλανδία και τη Γαλλία, οι αρχές και οι κάτοικοι κατάφεραν τελικά να προστατέψουν τα σύνορά τους από επιθέσεις. Αντίθετα με τις αποικιακές συνήθειες, οι Πορτογάλοι έκαναν ακόμα εξαγωγή πολύτιμων μετάλλων στη Βραζιλία για την προστασία της αποικίας.

Το 1808, η πορτογαλική αυλή, δραπετεύοντας από τα στρατεύματα του Ναπολέοντα που κατέλαβαν την Πορτογαλία, μεταφέρθηκε στην πόλη του Ρίο ντε Τζανέιρο, η οποία έγινε η έδρα της κυβέρνησης της χώρας και όλης της αυτοκρατορίας, παρά το ότι ήταν εκτός της Ευρώπης. Το Ρίο ντε Τζανέιρο παρέμεινε πρωτεύουσα της Πορτογαλίας από το 1808 ως το 1815, για το διάστημα που η Πορτογαλία αντιμετώπιζε τη γαλλική επίθεση στην Ιβηρική χερσόνησο. Μετά την απελευθέρωση, το Ηνωμένο Βασίλειο της Πορτογαλίας, της Βραζιλίας και του Αλγκάρβε (1815-1825) ιδρύθηκε με πρωτεύουσα τη Λισαβόνα. Με την επιστροφή του Ιωάννη ΣΤ΄ στην Πορτογαλία το 1821, ο απόγονος και κληρονόμος του Πέτρος Α΄ έγινε διάδοχος του Βασιλείου της Βραζιλίας, στο πλαίσιο της ένωσης των Βασιλείων. Μετά από μία σειρά πολιτικών γεγονότων και διαφορών, η Βραζιλία πέτυχε την ανεξαρτησία της από την Πορτογαλία στις 7 Σεπτεμβρίου του 1822, και ο Πέτρος Α΄, δύο μήνες αργότερα, στέφθηκε ο πρώτος αυτοκράτορας της Βραζιλίας. Η Πορτογαλία αναγνώρισε τη Βραζιλία ως ανεξάρτητο κράτος το 1825.

Το 1824, ο Πέτρος Α΄ κατάργησε τη συνταγματική συνάθροιση, με αφορμή τη διαφύλαξη της εθνικής ελευθερίας, ενώ στη συνέχεια σχημάτισε ένα σύνταγμα παρόμοιο με της Πορτογαλίας και της Γαλλίας. Καθόρισε έμμεσες εκλογές και δημιούργησε τον νομοθετικό, εκτελεστικό και δικαστικό κλάδο του κράτους, προσθέτοντας και έναν ακόμα ως ρυθμιστική δύναμη, δηλαδή το θεσμό του αυτοκράτορα. Η κυβέρνηση του Πέτρου Α΄ θεωρήθηκε αναποτελεσματική τόσο διοικητικά όσο και οικονομικά και οι πολιτικές πιέσεις τον εξανάγκασαν σε παραίτηση το 1831. Ο Πέτρος Α΄ επέστρεψε στην Πορτογαλία, αφήνοντας διάδοχο τον πεντάχρονο γιο του Πέτρο Β΄, με επιτρόπους κυβερνήτες μέχρι την ενηλικίωσή του. Οι επίτροποι κυβέρνησαν τη χώρα μέχρι το 1840 σε μία περίοδο πολλών τοπικών επαναστάσεων, με κυριότερη τη Μαλέ στη Μπαΐα το 1835, η οποία ήταν η μεγαλύτερη αστική επανάσταση σκλάβων στην Αμερική.

Η στέψη του αυτοκράτορα Πέτρου Β΄ έγινε τον Ιούλιο του 1840. Η διακυβέρνησή του σημαδεύτηκε από μία μεγάλη αύξηση στις εξαγωγές καφές, τον Πόλεμο της Τριπλής Συμμαχίας, και το τέλος του εμπορίου σκλάβων από την Αφρική το 1850, αν και η δουλεία στη Βραζιλία καταργήθηκε το 1888. Με το νόμο του Εουσέμπιο ντε Κεϊρός, η Βραζιλία σταμάτησε να εμπορεύεται σκλάβους από την Αφρική το 1850, όμως ήταν η τελευταία χώρα που κατάργησε τη δουλεία στην Αμερική. Το 1888 με την κατάργηση, ξεκίνησε και ένα μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα από την Ευρώπη προς τη χώρα. Μέχρι τη δεκαετία του 1870, ο αυτοκρατορικός έλεγχος στην εθνική πολιτική σκηνή είχε εξασθενήσει με συνεχείς διαμάχες με την Καθολική Εκκλησία, τον στρατό και τους ιδιοκτήτες δούλων. Παράλληλα, η δημοκρατία κέρδιζε έδαφος, καθώς οι άρχουσες τάξεις δεν χρειάζονταν το θεσμό του αυτοκράτορα για την προστασία των συμφερόντων του και ήταν ριζικά αντίθετες στην κατάργηση της δουλείας. Έτσι, η αυτοκρατορία σταδιακά έχανε έδαφος απέναντι στην τοπική αυτονομία και το 1889 ο Πέτρος Β΄ παραιτήθηκε και καθιερώθηκε ένα δημοκρατικό ομοσπονδιακό σύστημα διακυβέρνησης.

Η καθαίρεση του Πέτρου Β΄ στην πράξη έγινε από ένα στρατιωτικό πραξικόπημα με αρχηγό τον στρατηγό Ντεοντόρο ντα Φονσέκα, ο οποίος έγινε ο πρώτος πρόεδρος της χώρας, και τη μετονόμασε σε Δημοκρατία των Ηνωμένων Πολιτειών της Βραζιλίας. Από το 1889 ως το 1930, η περίοδος της λεγόμενης «Παλαιάς Δημοκρατίας» («República Velha»), οι κυρίαρχες πολιτείες του Σάο Πάολο και του Μίνας Ζέρας εναλλάσσονταν στην προεδρία, ενώ στη συνέχεια ανέλαβε μία στρατιωτική κυβέρνηση με πραξικόπημα. Ο Ζετούλιο Βάργκας ανέλαβε τη διακυβέρνηση το 1937, διέλυσε το κοινοβούλιο και κήρυξε την έναρξη του «Νέου Κράτους» («Estado Novo»), οδηγώντας σε πιο συγκεντρωτική πολιτική διακυβέρνησης της χώρας. Παρέμεινε ως αρχηγός του καθεστώτος μέχρι το 1945.

Μετά το 1930, οι διαδοχικές κυβερνήσεις της χώρας προώθησαν τη βιομηχανική και αγροτική ανάπτυξη, καθώς και την ανάπτυξη της αχανούς ενδοχώρας. Ενδεικτικό του κλίματος είναι το κεντρικό σύνθημα που επικρατούσε κατά την προεδρία του Ζουσελίνο Κουμπίτσεκ (1956-1961), το οποίο ήταν «50 χρόνια ανάπτυξης σε μία πενταετία».

Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την πτώση του «Estado Novo», μετά από πραξικόπημα τον Οκτώβριο του 1945, η χώρα εισήλθε σε περίοδο πολιτικής αστάθειας, μέχρι το πραξικόπημα του 1964, η οποία έμεινε γνωστή στη Βραζιλία ως «Δημοκρατία του '46» («República de 46», καθώς και με τον όρο «República Populista»). Στις εκλογές που ακολούθησαν το 1946 πρόεδρος της χώρας αναλαμβάνει ο Εουρίκο Γκασπάρ Ντούτρα, ο οποίος παρέμεινε στη θέση μέχρι το 1951. Το 1951 ο Βάργκας επανεκλέγεται και παραμένει στη θέση του μέχρι το 1954, όπου υπό την πίεση των αντιδράσεων για τη δολοφονία του κύριου αντιπάλου του Κάρλος Λασέρντα, αναγκάζεται σε παραίτηση και τελικά οδηγείται στην αυτοκτονία, κατηγορώντας τους πολιτικούς αντιπάλους του για μηχανορραφίες και συνεργασία με ξένα, ιμπεριαλιστικά κέντρα. Μέχρι το 1956, εν μέσω συνεχόμενων αλλαγών στην ανώτατη ηγεσία της χώρας, παρατηρείται μια αύξηση της τάσης του λαϊκισμού, με κατάληξη την άνοδο στην εξουσία του λαϊκιστή Ζουσελίνο Κουμπίτσεκ, ο οποίος υπήρξε ο χαρακτηριστικότερος πρόεδρος της συγκεκριμένης περιόδου. Μετά το τέλος της περιόδου Κούμπιτσεκ ακολούθησε μια σύντομη περίοδος αναταραχής που έληξε με την άνοδο στην εξουσία του Ζοάο Γκουλάρτ (1961-1964).

Την 1η Απριλίου του 1964, εκδηλώθηκε στρατιωτικό πραξικόπημα εις βάρος του Βραζιλιάνου προέδρου Ζοάο Γκουλάρτ. Ο στρατός παρέμεινε στην κυβέρνηση μέχρι τον Μάρτιο του 1985. Το 1967 η χώρα μετονομάστηκε και επίσημα σε Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Βραζιλίας. Το καθεστώς του '64 προκάλεσε διαμάχες ανάμεσα σε πολιτικές παρατάξεις αλλά και μέσα στο ίδιο το στράτευμα, φαινόμενο που είχε επαναληφθεί και στα καθεστώτα του 1889, 1930 και 1945.

Η δημοκρατία επανήλθε το 1988 (η περίοδος από το 1988 έως σήμερα αναφέρεται ως «Νέα Δημοκρατία» - «Nova República» - σε αντιδιαστολή με την περίοδο της «Παλαιάς Δημοκρατίας», μεταξύ 1889-1930) με την ψήφιση του σημερινού ομοσπονδιακού συντάγματος της χώρας. Πρώτος πρόεδρος με καθολική λαϊκή ψήφο μετά το πραξικόπημα έγινε ο Φερνάντο Κολόρ ντε Μέλο. Το 1992 το Εθνικό Κογκρέσο ψήφισε την καθαίρεσή του μετά από σειρά σκανδάλων και ο τότε αντιπρόεδρος Ιταμάρ Φράνκο πήρε τη θέση του. Με την ισχυρή υποστήριξη του τότε υπουργού οικονομικών, Φερνάντο Ενρίκε Καρντόζο, ο Φράνκο υλοποίησε το ονομαζόμενο «Πλάνο Ρεάλ» («Plano Real») για την οικονομική πολιτική, το οποίο εισήγαγε το νέο νόμισμα της χώρας, το ρεάλ, συνδεδεμένο με το αμερικανικό δολάριο. Στις εκλογές του 1994, ο Καρντόζο ήταν υποψήφιος πρόεδρος και κέρδισε το αξίωμα, ενώ επανεκλέχθηκε και το 1998. Στις εκλογές του 2002, πρόεδρος εκλέχθηκε ο Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα, με επανεκλογή το 2006.

Η ομοσπονδιακή δημοκρατία ως πολίτευμα της Βραζιλίας βασίζεται στην ένωση τριών αυτόνομων πολιτικών οντοτήτων: των πολιτειών, των δήμων και πόλεων, και της ομοσπονδιακής περιοχής. Μία τέταρτη οντότητα είναι η ένωσή τους στο ομοσπονδιακό καθεστώς. Δεν υπάρχει διάκριση και ιεράρχηση ανάμεσα σε αυτές τις οντότητες. Η ομοσπονδία βασίζεται σε έξι βασικές αρχές: την κυριαρχία, την υπηκοότητα, τη λαϊκή αξιοπρέπεια, την κοινωνική αναγνώριση της εργασίας, την ελευθερία του επιχειρείν, και του πολιτικού πλουραλισμού. Η τυπική διάκριση των εξουσιών καθορίζεται από το σύνταγμα ως εκτελεστική, νομοθετική και δικαστική. Η εκτελεστική και νομοθετική εξουσία οργανώνεται αυτόνομα από κάθε μία οντότητα, ενώ η δικαστική εξουσία οργανώνεται σε ομοσπονδιακό και πολιτειακό επίπεδο.

Όλα τα μέλη της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας εκλέγονται άμεσα. Οι δικαστές και οι δικαστικοί αξιωματούχοι διορίζονται μετά από εισαγωγικές εξετάσεις. Η ψήφος είναι υποχρεωτική για τους πολίτες μεταξύ 18 και 65 ετών. Τα πολιτικά κόμματα που ξεχωρίζουν από την πληθώρα πολιτικών σχηματισμών είναι το Εργατικό Κόμμα, το Βραζιλιανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, το Βραζιλιάνικο Κόμμα του Δημοκρατικού Κινήματος, και οι Δημοκρατικοί (πρώην Κόμμα Φιλελεύθερου Μετώπου).

Ο τρόπος διακυβέρνησης είναι η δημοκρατική εξουσία με ένα προεδρικό σύστημα. Ο πρόεδρος είναι αρχηγός τόσο του κράτους όσο και της κυβέρνησης της ένωσης, και εκλέγεται για τετραετή θητεία με τη δυνατότητα επανεκλογής για μία επιπλέον διαδοχική θητεία. Ο πρόεδρος διορίζει τους υπουργούς. Η νομοθετική εξουσία ασκείται από τα νομοθετικά σώματα κάθε οντότητας της χώρας. Το Εθνικό Κογκρέσο είναι το ομοσπονδιακό νομοθετικό όργανο με δύο επιμέρους σώματα, τη Βουλή των Αντιπροσώπων και την Ομοσπονδιακή Γερουσία.

Το νομικό σύστημα της Βραζιλίας βασίζεται στο Ρωμαϊκό και Γερμανικό δίκαιο με πολλές επιρροές από τις ΗΠΑ στο δημόσιο δίκαιο. Υπάρχουν κωδικοποιήσεις και σημαντικοί ειδικοί νόμοι. Η νομολογία δεν δεσμεύεται από προηγούμενες αποφάσεις. Οι ακαδημαϊκές έρευνες και το νομικό πανεπιστημιακό προσωπικό παίζει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση και εξέλιξη του νομικού συστήματος. Το σύστημα βασίζεται στο ομοσπονδιακό σύνταγμα, το οποίο ισχύει από το 1988. Έχουν γίνει δεκάδες αναθεωρήσεις άρθρων του. Οι πολιτείες έχουν τα δικά τους συνταγματικά κείμενα, τα οποία όμως δεν πρέπει να αντιτίθενται στο ομοσπονδιακό Σύνταγμα. Οι πόλεις και η ομοσπονδιακή περιοχή έχουν τους λεγόμενους οργανικούς νόμους ως υπέρτατο νομοθετικό κείμενο.

Η δικαστική εξουσία εφαρμόζεται από τις δικαστικές αρχές. Υπάρχουν εξειδικευμένα στρατιωτικά, εργατικά και εκλογικά δικαστήρια. Το υψηλότερο όργανο είναι το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο. Το σύστημα δέχεται τα τελευταία χρόνια κριτική για τη γραφειοκρατία και τις καθυστερήσεις στην έκδοση των τελικών αποφάσεων, καθώς οι υποθέσεις αργούν να τελεσιδικήσουν ως και μία δεκαετία, ακόμα και για απλές περιπτώσεις.

Η Βραζιλία έχει ηγετική θέση στα πολιτικά και οικονομικά θέματα της Λατινικής Αμερικής. Παρ' όλα αυτά, κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα δεν της έχουν επιτρέψει να είναι μία παγκόσμια δύναμη. Από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και μέχρι το 1990, τόσο οι δημοκρατικές όσο και οι στρατιωτικές κυβερνήσεις της χώρας προσπάθησαν να επεκτείνουν την επιρροή της Βραζιλίας σε παγκόσμιο επίπεδο, εφαρμόζοντας μία κρατική πολιτική στη βιομηχανία και μία ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική. Πρόσφατα, η χώρα κατάφερε να ενδυναμώσει τους δεσμούς της με τις υπόλοιπες χώρες της Νότιας Αμερικής, υιοθετώντας πολυμερείς διπλωματικές σχέσεις μέσω των Ηνωμένων Εθνών και του Οργανισμού των Αμερικανικών Κρατών. Η σύγχρονη εξωτερική της πολιτική βασίζεται στη θέση της Βραζιλίας ως περιφερειακή δύναμη της Λατινικής Αμερικής, ως ηγετική θέση ανάμεσα στις αναπτυσσόμενες χώρες, καθώς και ως βασική ανερχόμενη παγκόσμια δύναμη. Οι άξονες της πολιτικής περιλαμβάνουν την πολυμερή διπλωματία, την ειρηνική επίλυση διαφορών, και τη μη εμπλοκή στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων κρατών. Το σύνταγμα της Βραζιλίας καθορίζει επίσης ότι η χώρα πρέπει να αναζητά την οικονομική, πολιτική, κοινωνική και πολιτιστική ολοκλήρωση με τα υπόλοιπα έθνη της Λατινικής Αμερικής.

Οι ένοπλες δυνάμεις της Βραζιλίας αποτελούνται από το στρατό ξηράς, το ναυτικό και την αεροπορία. Η στρατιωτική αστυνομία (Ομόσπονδη Στρατονομία) είναι μία συμπληρωματική δύναμη των ενόπλων δυνάμεων, κάτω από τις διαταγές του κυβερνήτη κάθε πολιτείας. Οι ένοπλες δυνάμεις της Βραζιλίας είναι οι μεγαλύτερες στη Λατινική Αμερική. Η πολεμική αεροπορία είναι η ισχυρότερη στη Λατινική Αμερική με περίπου 700 αεροσκάφη, ενώ το πολεμικό ναυτικό είναι αρμόδιο για ναυτικές επιχειρήσεις και την περιφρούρηση των χωρικών υδάτων. Ο στρατός αντίστοιχα είναι αρμόδιος για τις χερσαίες επιχειρήσεις με δυναμικό περίπου 190,000 στρατιωτών.

Η Βραζιλία είναι, με βάση το σύνταγμά της, μία ομοσπονδιακή δημοκρατία, η οποία αποτελείται από συνολικά 26 ομόσπονδες πολιτείες (estados), μία ομοσπονδιακή περιοχή (distrito federal) όπου φιλοξενεί την πρωτεύουσα της ομοσπονδίας, Μπραζίλια, και τις πόλεις, δήμους και κοινότητες. Το σύνταγμα δεν επιτρέπει σε καμία από αυτές τις πολιτικές οντότητες να αποχωρήσει ή να αποσχιστεί από την ομοσπονδία.

Η χώρα διακρίνεται σε πέντε περιοχές (με βάση γεωγραφικά κριτήρια) και οι πολιτείες αναφέρονται ανά περιοχή:

Η Βραζιλία, ως ομόσπονδο κράτος, έχει παραχωρήσει στις πολιτείες σημαντική αυτονομία σε θέματα που αφορούν τη νομοθεσία, τη δημόσια τάξη και τη φορολογία. Κάθε πολιτεία έχει έναν κυβερνήτη (governador), ο οποίος εκλέγεται με ψηφοφορία, και το νομοθετικό σώμα της (assembléia legislativa). Επίσης, κάθε πολιτεία διαιρείται σε δήμους (municípios) με νομοθετικό συμβούλιο (câmara de vereadores) και τον δήμαρχο (prefeito). Οι δήμοι είναι αυτόνομοι και ιεραρχικά ανεξάρτητοι στο πλαίσιο του ομοσπονδιακού συντάγματος, τόσο από την ομοσπονδιακή όσο και από την πολιτειακή κυβέρνηση. Ένας δήμος μπορεί να εκτείνεται και να περιλαμβάνει διοικητικά και άλλες πόλεις (distritos) εκτός από την έδρα του, με μία ενιαία δημοτική εξουσία.

Οι ομόσπονδες πολιτείες (estados) της Βραζιλίας έχουν ιδρυθεί και οριοθετηθεί με βάση ιστορικά ή συμβατικά σύνορα στην πλειοψηφία τους, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις η οριοθέτηση ήταν αυθαίρετη. Οι πολιτείες έχουν το δικαίωμα από το σύνταγμα να διαχωρίσουν την επικράτειά τους σε νέες οντότητες ή να ενωθούν μεταξύ τους, με την έγκριση δημοψηφίσματος των κατοίκων τους. Οι αυτόνομες κυβερνήσεις τους έχουν τη δικιά τους φορολογία και εισπράττουν ακόμα μερίδιο από τα ομοσπονδιακά φορολογικά έσοδα. Με καθολική άμεση ψήφο εκλέγεται ο κυβερνήτης κάθε πολιτείας και το νομοθετικό της σώμα. Επίσης, κάθε πολιτεία έχει τη δικιά της ανεξάρτητη δικαστική αρχή. Παρά την ευρύτητα αυτού του συστήματος, οι πολιτείες δεν μπορούν να θεσπίσουν τους δικούς τους νόμους σε ορισμένα δίκαια, όπως για παράδειγμα το ποινικό και αστικό καθεστώς ψηφίζεται μόνο από το Εθνικό Κονγκρέσο και είναι ομοιόμορφο σε όλη τη χώρα.

Το 1977, η πολιτεία του Μάτο Γκρόσο διαχωρίστηκε σε δύο πολιτείες. Η βόρεια νέα πολιτεία διατήρησε την ονομασία Μάτο Γκρόσο και την πρωτεύουσα Κουιαμπά, ενώ η νότια περιοχή έγινε η νέα πολιτεία Μάτο Γκρόσο ντο Σουλ, με πρωτεύουσα το Κάμπο Γκράντε. Το 1988, οι βόρειες περιοχές της πολιτείας Γκοϊάς έγιναν η νέα πολιτεία Τοκαντίνς. Αρχικά η πρωτεύουσα της Τοκαντίνς ήταν η μικρή πόλη Μιρασέμα ντο Νόρτε, αλλά αργότερα η έδρα της πολιτείας μεταφέρθηκε στη νέα πόλη Πάλμας.

Οι δήμοι (municípios) έχουν τη δυνατότητα με βάση το σύνταγμα να διαχωριστούν σε νέους ή να ενωθούν μεταξύ τους, με απόφαση καθολικού δημοψηφίσματος των κατοίκων τους. Τα όρια των νέων δήμων όμως πρέπει να βρίσκονται μέσα στα όρια της αντίστοιχης πολιτείας στην οποία ανήκουν. Οι δήμοι έχουν αυτόνομες διοικήσεις, συλλέγουν τους αντίστοιχους φόρους και λαμβάνουν μερίδιο από την ομοσπονδιακή φορολογία και την πολιτειακή φορολόγηση. Έχουν δήμαρχο και νομοθετικό σώμα που εκλέγονται άμεσα από τους δημότες, αλλά δεν έχουν ξεχωριστή δικαστική αρχή. Ένα σύνολο δήμων μπορεί να αποτελέσει την επικράτεια δικαστικής εξουσίας, γνωστή με την ονομασία κομάρκα (comarca).

Η ομοσπονδιακή περιοχή (Distrito Federal) της Βραζιλίας αποτελεί μία οντότητα ανεξάρτητη από την πρωτεύουσα Μπραζίλια. Βρίσκεται στην περιοχή του Πλανάλτο Σεντράλ (planalto central) και διαιρείται διοικητικά σε 19 περιοχές. Η Μπραζίλια, έδρα της ομοσπονδιακής εξουσίας, είναι και η κύρια πόλη της περιοχής.

Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση μεταφέρθηκε στην έδρα της Μπραζίλια το 1960, και η ομοσπονδιακή περιοχή αποχωρίστηκε από την πολιτεία της Γκοϊάς και της Μίνας Ζεράις (Minas Gerais). Πριν από τη μεταφορά, η ομοσπονδιακή περιοχή ήταν ο δήμος του Ρίο ντε Τζανέιρο, πρώην πρωτεύουσα της Βραζιλίας. Μετά την ίδρυση της Μπραζίλια και τη μεταφορά της έδρας της ομοσπονδίας, ο δήμος του Ρίο ντε Τζανέριο μετονομάστηκε σε πολιτεία του Γκουαναμπάρα, η οποία και είχε ζωή από το 1960 ως το 1975, οπότε και ενσωματώθηκε στην πολιτεία του Ρίο ντε Τζανέιρο.

Η πλειοψηφία του πληθυσμού της ομοσπονδιακής περιοχής αποτελείται από ντόπιους εργάτες οι οποίοι και κατασκεύασαν την πρωτεύουσα, καθώς και υπαλλήλους της ομοσπονδιακής κυβέρνησης που μετοίκησαν στη νέα έδρα της. Η πρωτεύουσα έχει σχεδιαστεί κατάλληλα με χώρους οικίας, επιχειρήσεων, πάρκα τκλ. Οι δρόμοι ονομάζονται με γράμματα και αριθμούς με γεωγραφικό τρόπο. Αρχικά, η Μπραζίλια είχε σχεδιαστεί για να φιλοξενήσει μέχρι και 1 εκατομμύριο κατοίκους.

Το σύνταγμα της Βραζιλίας προβλέπει την ύπαρξη και χωροθέτηση περιοχών, οι οποίες διοικούνται από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση και δεν έχουν την αυτονομία των πολιτειών. Σήμερα, δεν υπάρχουν κάποιες τέτοιες περιοχές. Το πρώτο ομοσπονδιακό έδαφος ήταν η σημερινή πολιτεία Άκρε το 1904, όταν αυτή η περιοχή παραχωρήθηκε από τη Βολιβία στη Βραζιλία. Το 1943, με την είσοδο της Βραζιλίας στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ο πρόεδρος Βάργκας για στρατηγικούς λόγους απέσπασε έξι ακόμα μεθοριακές περιοχές από τις πολιτείες για να έχει την ομοσπονδιακή άμεση διοίκησή τους. Έτσι, οι περιοχές Αμαπά, Ρίο Μπράνκο, Γκουαπορέ, Πόντα Πορά, Ιγκουασού και το αρχιπέλαγος Φερνάντο ντε Νορόνια, έγιναν ομοσπονδιακές περιοχές.

Το 1946, δύο από τις επτά αυτές περιοχές καθαιρέθηκαν διοικητικά και ενσωματώθηκαν στις πρότερες πολιτείες τους. Η πολιτεία του Μάτο Γκρόσο απέκτησε την περιοχή Πόντα Πορά και το βόρειο τμήμα του Ιγκουάτσου, ενώ το κεντρικό Ιγκουάτσου δόθηκε στην πολιτεία Παρανά και το νότιο στην πολιτεία Σάντα Καταρίνα.

Οι υπόλοιπες περιοχές παρέμειναν κάτω από ομοσπονδιακή διοίκηση. Το 1956 η περιοχή Γκουαπορέ μετονομάστηκε σε Ροντόνια και το 1962 η περιοχή Ρίο Μπράνκο πήρε το όνομα Ροράιμα. Η περιοχή Άκρε έγινε ισότιμη πολιτεία το 1962, επίσης. Το 1988, με την ψήφιση του νέου συντάγματος, οι περιοχές Αμαπά, Ροντόνια και Ροράιμα έγιναν επίσης πολιτείες, ενώ το αρχιπέλαγος Φερνάντο ντε Νορόνια έγινε τμήμα της πολιτείας Περναμπούκο. Στις 11 Δεκεμβρίου 2011 έγινε δημοψήφισμα για τη διάσπαση της Παρά σε 3 πολιτείες, τη νέα Παρά, την Ταπατζός και την Καρατζάς. Αν είχε πραγματοποιηθεί, οι σημερινές πολιτείες θα ήταν 29. 

Οι περιφέρειες της Βραζιλίας είναι απλά γεωγραφικές περιοχές και δεν έχουν πολιτική ή διοικητική σημασία, ή κάποιο ιδιαίτερο καθεστώς διακυβέρνησης. Αν και περιγράφονται νομικά στο σύνταγμα, οι περιοχές έχουν χρησιμότητα για στατιστικούς λόγους και για λόγους διασποράς ομοσπονδιακών κονδυλίων.

Η εθνική επικράτεια διαιρέθηκε το 1969 από το το Ινστιτούτο Γεωγραφίας και Στατιστικής της Βραζιλίας σε πέντε (5) περιοχές για δημογραφικούς λόγους. Αυτές είναι η βόρεια, η βορειοανατολική, η κεντροδυτική, η νοτιοανατολική και η νότια.

Η βόρεια περιοχή καλύπτει το 45% της συνολικής έκτασης της χώρας, αλλά έχει τον μικρότερο πληθυσμό. Με εξαίρεση το Μανάους με την αφορολόγητη εμπορική ζώνη, και την Μπελέμ, τη μεγαλύτερη μητροπολιτική περιοχή στο βορρά, είναι αποβιομηχανοποιημένη και υποανάπτυκτη. Το μεγαλύτερο μέρος της καλύπτει το τροπικό δάσος βροχής του Αμαζονίου και φιλοξενεί πολλές φυλές αυτοχθόνων ιθαγενών.

Η βορειοανατολική περιοχή φιλοξενεί περίπου το 30% του πληθυσμού της χώρας και είναι πολυπολιτισμική, με στοιχεία Πορτογάλων αποίκων, αυτόχθονων κατοίκων και Αφρικανών σκλάβων. Είναι επίσης η πιο φτωχή περιοχή της χώρας και υποφέρει από παρατεταμένες περιόδους ξηρασίας. Οι μεγαλύτερες πόλεις είναι το Σαλβαντόρ, η Ρεσίφε και η Φορταλέζα.

Η κεντροδυτική περιοχή έχει χαμηλή δημογραφική πυκνότητα σε σχέση με τις υπόλοιπες, στην προτελευταία θέση πληθυσμιακά μετά τη βόρεια περιοχή. Μέρος της καλύπτεται από το μεγαλύτερο παγκόσμια υδροβιότοπο Παντανάλ, καθώς και τμήμα του τροπικού δάσους βροχής του Αμαζονίου στα βορειοδυτικά της. Το μεγαλύτερο τμήμα της καλύπτεται από τη Σεράντο, τη μεγαλύτερη έκταση σαβάνας στον κόσμο. Η περιοχή συνεισφέρει σημαντικά στην αγροτική παραγωγή της χώρας.

Η νοτιοανατολική περιοχή είναι η πλουσιότερη ως προς την οικονομική παραγωγή, καθώς επίσης έχει και τη μεγαλύτερη πυκνότητα πληθυσμού. Η περιοχή έχει μεγαλύτερο πληθυσμό από κάθε κράτος της Νότιας Αμερικής, εκτός της Βραζιλίας, και φιλοξενεί ορισμένες από τις μεγαλύτερες μητροπόλεις στον κόσμο, καθώς εκτείνεται ανάμεσα στις μεγαλύτερες πόλεις της χώρας, το Σάο Πάολο, το Ρίο ντε Τζανέιρο και το Μπέλο Οριζόντε.

Η νότια περιοχή είναι η πλουσιότερη της χώρας ως προς το κατά κεφαλή εισόδημα και έχει τα καλύτερα επίπεδα διαβίωσης από όλες τις περιοχές της Βραζιλίας. Είναι η πιο ψυχρή περιοχή επίσης, με περιστασιακή παρουσία παγετού και χιονιού σε υψόμετρα. Κατοικείται κυρίως από μετανάστες από την Ευρώπη, καταγωγής από την Ιταλία, Γερμανία και Πορτογαλία, οπότε και έχει επηρεαστεί από αυτούς τους πολιτισμούς.

Το ΑΕΠ της χώρας είναι 1,772 τρις $ (8η στον κόσμο, εκτίμηση 2015). Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ είναι 8.669 $ (εκτίμηση 2015).

 
Ο πληθυσμός της χώρας είναι 211.755.692 κάτοικοι, σύμφωνα με επίσημη εκτίμηση για το 2020. Η απογραφή του 2010 έδειξε 190.755.799 κατοίκους. Ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού είναι 0,77% (εκτίμηση 2015). Ο αριθμός γεννήσεων είναι 14,46/1000 κατοίκους και θανάτων 6,58/1000 κατοίκους (εκτίμηση 2015). Το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού, σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2019 του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας ήταν 75,9 χρόνια (72,4 χρόνια οι άνδρες και 79,4 οι γυναίκες).

Ο λαός της Βραζιλίας είναι ένα μείγμα πολλών φυλετικών και εθνικών ομάδων. Σύμφωνα με τα πλέον πρόσφατα αποτελέσματα δημογραφικής έρευνας, το 49,4% (περίπου 93 εκατομμύρια) του πληθυσμού είναι λευκοί, το 42,3% (περίπου 80 εκατομμύρια) είναι μιγάδες (γνωστοί και ως Πάρντο), το 7,4% (περίπου 13 εκατομμύρια) είναι μαύροι, ενώ το 0,5% (1 εκατ.) ασιατικής καταγωγής και το 0,4% (περίπου 520.000) αυτόχθονες ιθαγενείς. Οι περισσότεροι Βραζιλιάνοι έχουν απώτερη καταγωγή από τους ιθαγενείς κατοίκους της χώρας, τους πρώτους Πορτογάλους αποίκους και Αφρικανούς σκλάβους. Από το 1500 με την άφιξη των Πορτογάλων, η φυλετική σύνθεση αυτών των ομάδων είναι συνεχής. Μετά από σχεδόν τρεις αιώνες Πορτογαλικής εξουσίας, ενσωματώθηκαν στη Βραζιλία περισσότεροι από 700.000 Πορτογάλοι μέτοικοι και τουλάχιστον 4 εκατομμύρια Αφρικανοί σκλάβοι. Η χώρα έχει το μεγαλύτερο αριθμό ατόμων αφρικανικής καταγωγής εκτός Αφρικής.

Με το τέλος του 19ου αιώνα, η Βραζιλία άνοιξε τα σύνορά της στους μετανάστες και το αποτέλεσμα ήταν η εισροή ανθρώπων από περισσότερα από 60 έθνη. Περίπου 5 εκατομμύρια Ευρωπαίοι και Ασιάτες μετανάστες κατέφτασαν μεταξύ του 1870 και του 1953, η πλειοψηφία τους από την Ιταλία, την Πορτογαλία, την Ισπανία και τη Γερμανία. Στις αρχές του 20ου αιώνα, υπήρχε αντίστοιχο ρεύμα από την Ιαπωνία και τη Μέση Ανατολή. Σήμερα, η διασπορά όλων αυτών των λαών στη Βραζιλία είναι σημαντική και έχει διαμορφώσει και τον εθνικό χαρακτήρα του συνολικού πληθυσμού. Η χώρα έχει το μεγαλύτερο πληθυσμό Ιταλικής προέλευσης εκτός Ιταλίας, με περισσότερους από 25 εκατομμύρια Ιταλικής καταγωγής Βραζιλιάνους, αλλά και το μεγαλύτερο πληθυσμό Ιαπωνικής καταγωγής εκτός Ιαπωνίας, με σχεδόν 1,6 εκατομμύριο Ιαπωνοβραζιλιάνους. Επίσης, το δεύτερο μεγαλύτερο πληθυσμό Γερμανικής καταγωγής κατοίκων εκτός Γερμανίας, μετά τις ΗΠΑ, με σχεδόν 12 εκατομμύρια Γερμανικής καταγωγής Βραζιλιάνους. Χαρακτηριστική παραμένει η φυλετική ανάμειξη, καθώς οι Βραζιλιάνοι είναι σε κάποιο βαθμό και Ευρωπαίοι, και Αφρικανοί, και αυτόχθονες. Το σύνολο του πληθυσμού παρουσιάζει ποικιλία φυλετικών τύπων και χαρακτηριστικών, χωρίς σαφείς εθνικές προελεύσεις.

Οι μεγαλύτερες μητροπολιτικές περιοχές της χώρες από άποψη πληθυσμού είναι το Σάο Πάολο, το Ρίο ντε Τζανέιρο, και το Μπέλο Οριζόντε, με περίπου 20, 11 και 4 εκατομμύρια κατοίκους, αντίστοιχα. Οι μεγαλύτερες πόλεις κάθε πολιτείας είναι και πρωτεύουσες, με εξαιρέσεις τη Βιτόρια στην πολιτεία του Εσπίριτο Σάντο και τη Φλοριανόπολις στην πολιτεία Σάντα Καταρίνα. Μεγάλες μητροπολιτικές περιοχές, χωρίς διοικητική έδρα, υπάρχουν στις πολιτείες Σάο Πάολο, Μίνας Ζέρας, Ρίο Γκράντε ντο Σουλ και Σάντα Καταρίνα.

Η επίσημη γλώσσα της Βραζιλίας είναι τα πορτογαλικά τα οποία ομιλούνται από όλο σχεδόν τον πληθυσμό και είναι η μόνη που χρησιμοποιείται στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, στις επιχειρήσεις και στη διοίκηση. Η χώρα είναι η μόνη πορτογαλόφωνη της αμερικάνικης ηπείρου και θεωρεί τα πορτογαλικά εθνική ταυτότητα της χώρας. Η εκδοχή της γλώσσας στη Βραζιλία έχει τη δικιά της εξέλιξη επηρεασμένη από ινδιάνικες, αφρικανικές και άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες. Ως αποτέλεσμα η βραζιλιάνικη εκδοχή έχει φωνολογικές διαφορές από αυτήν της Πορτογαλίας. Το 2008, η Κοινότητα των χωρών της πορτογαλικής γλώσσας (CPLP) ήρθε σε συμφωνία στην ορθογραφική τυποποίηση της γλώσσας με στόχο την ελαχιστοποίηση των διαφορών των δύο εκδοχών.

Μειονοτικές γλώσσες ομιλούνται σε όλη τη χώρα. Η απογραφή του 2010 υπολόγισε ότι 305 ινδιάνικες εθνότητες της χώρας ομιλούν 274 διαφορετικές γλώσσες. Από τους ιθαγενείς από πέντε χρονών και άνω, 37,4% μιλάει μια ινδιάνικη γλώσσα και 76,9% πορτογαλικά.Υπάρχουν επίσης κοινότητες με ομιλητές γερμανικών και ιταλικών στο νότο της χώρας που είναι επηρεασμένες από την πορτογαλική.

Το πολίτευμα της χώρας είναι Ομοσπονδιακή Προεδρική Δημοκρατία. Η ψηφοφορία είναι προαιρετική για όσες και όσους είναι ηλικίας 16-18 ετών και για τους υπερήλικες άνω των 70 ετών. Στην ηλικία των 18 ετών και άνω και μέχρι τα 70 είναι υποχρεωτική. Οι στρατεύσιμοι δεν ψηφίζουν.

Στις προεδρικές εκλογές του 2010 εξελέγη με ποσοστό 56% πρώτη γυναίκα πρόεδρος η Ντίλμα Ρούσεφ, στον δεύτερο γύρο στις 31 Οκτωβρίου 2010.

Στις προεδρικές εκλογές του 2018 εξελέγη με ποσοστό 55,1% ο Ζαΐχ Μπολσονάρου, στον δεύτερο γύρο στις 31 Οκτωβρίου 2018. Αντιπρόεδρος ορκίστηκε ο Χάμιλτον Μουράο.

Οι Βουλευτικές εκλογές 2018 για την ανάδειξη των μελών του Κογκρέσου διεξήχθησαν στις 3 Οκτωβρίου 2018. Το Εθνικό Κογκρέσο αποτελείται από την Ομοσπονδιακή Βουλή και τη Γερουσία. Στις εκλογές αποφασίστηκαν οι έδρες 513 βουλευτών (όλα τα μέλη) και 54 επί συνόλου 81 εδρών στην Ομοσπονδιακή Γερουσία. Ο κυβερνών συνασπισμός Λουλίστα κατέλαβε τις περισσότερες έδρες και στα δύο σώματα (Βουλή και Γερουσία).

Η οδήγηση γίνεται στα δεξιά.




#Article 65: Γαλλία (5149 words)


Η Γαλλία (γαλλικά: France, ΔΦΑ [fʁɑ̃s], επίσημη ονομασία: Γαλλική Δημοκρατία, γαλλικά: République française, ΔΦΑ ​[ʁepyblik fʁɑ̃sɛz]) είναι μία ενιαία, ημιπροεδρική δημοκρατία, της οποίας το μεγαλύτερο μέρος των εδαφών και του πληθυσμού βρίσκεται στη Δυτική Ευρώπη, αλλά που περιλαμβάνει επίσης πολλές περιοχές και εδάφη διάσπαρτα σε ολόκληρη την υφήλιο. Έχει πρωτεύουσα το Παρίσι, επίσημη γλώσσα την γαλλική και νόμισμα το ευρώ. Το σύνθημά της είναι «Ελευθερία, Ισότητα, Αδερφοσύνη», και η σημαία της αποτελείται από τρεις κάθετες λωρίδες χρώματος μπλε, άσπρου και κόκκινου. Ο ύμνος της είναι Η Μασσαλιώτιδα. Η συνταγματική αρχή της είναι «κυβέρνηση του λαού, από τον λαό και υπέρ του λαού».

Η Γαλλία είναι μια παλαιά χώρα, που σχηματίστηκε τον Πρώιμο Μεσαίωνα, παίρνοντας το όνομά της (Φρανς) από τους Φράγκους. Από τις αρχές του 17ου αιώνα ως το πρώτο μισό του 20ου αιώνα, κατέχει μία μεγάλη αποικιακή αυτοκρατορία. Από την δεκαετία του 1950, είναι ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι μία πυρηνική δύναμη, και ένα από τα πέντε μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών. Η Γαλλία παίζει σημαντικό ρόλο στην παγκόσμια ιστορία με τον πολιτισμό της, την γλώσσα της και τις δημοκρατικές και κοσμικιστικές της αξίες.

Η Γαλλία κατείχε, το 2012, την πέμπτη θέση παγκοσμίως στο ακαθάριστο εθνικό προϊόν. Η οικονομία της, κεφαλαιοκρατικού τύπου με αρκετά ισχυρή κρατική παρέμβαση. Είναι ένας από τους ηγέτες παγκοσμίως στους τομείς των τροφίμων, της αεροναυπηγικής, των αυτοκινήτων, των προϊόντων πολυτελείας, του τουρισμού και των πυρηνικών.

Με πληθυσμό 67 εκατομμύρια κατοίκους, η Γαλλία είναι μια ανεπτυγμένη χώρα, με πολύ υψηλό δείκτη ανθρώπινης ανάπτυξης.

Η μητροπολιτική Γαλλία βρίσκεται στα δυτικά άκρα της Ευρώπης. Βρέχεται από την Βόρεια Θάλασσα στον βορρά, από την Μάγχη στα βορειοδυτικά, από τον Ατλαντικό ωκεανό στα δυτικά και από την Μεσόγειο Θάλασσα νοτιοανατολικά. Συνορεύει με το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο στα βορειοανατολικά, με την Γερμανία και την Ελβετία στα ανατολικά, με την Ιταλία και το Μονακό στα νοτιοανατολικά, με την Ισπανία και την Ανδόρρα στα νοτιοδυτικά. 

Μολονότι τα νότια σύνορα της χώρας καθορίζονται από οροσειρές τα βορειοανατολικά σύνορα δεν καθορίζονται από γεωγραφικά όρια αλλά από γλωσσικά
.

Η μητροπολιτική Γαλλία περιλαμβάνει πολλά νησιά, εκ των οποίων τα κυριότερα είναι η Κορσική και τα παράκτια νησιά. Η μητρόπολη εκτείνεται μεταξύ 42°19'46 και 51°5'47 βορείου γεωγραφικού πλάτους και μεταξύ 4°46' δυτικού και 8°14'42 ανατολικού μήκους.

Η Γαλλία περιλαμβάνει πολλά εδάφη εκτός Ευρώπης, που ονομάζονται υπερπόντια εδάφη, που βρίσκονται σε όλους τους ωκεανούς πλην του Αρκτικού.

Αυτά τα εδάφη έχουν ποικίλους τύπους τοπικής αυτοδιοικήσεως της Γαλλίας και βρίσκονται:

Μέσω αυτών των υπερπόντιων εδαφών, η Γαλλία έχει χερσαία σύνορα με την Βραζιλία και το Σουρινάμ, καθώς και με την Ολλανδία μέσω του γαλλικού τμήματος του Αγίου Μαρτίνου.

Η επιφάνεια της μητροπολιτικής Γαλλίας είναι 552.000 τετρ. χιλιόμετρα ή περίπου ένα εκτάριο ανά κάτοικο. Συμπεριλαμβανομένων όλων των υπερπόντιων εδαφών που βρίσκονται πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας η συνολική επιφάνεια είναι 675.000 τ.χλμ.

Είναι η 42η μεγαλύτερη σε επιφάνεια χώρα στον κόσμο. Είναι ακόμη η τρίτη μεγαλύτερη χώρα της Ευρώπης, μετά την Ρωσία και την Ουκρανία, δεύτερη αν συμπεριλάβουμε τους υπερπόντιους νομούς, και η μεγαλύτερη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τα ηπειρωτικά μητροπολιτικά της εδάφη εκτείνονται σε περίπου 1.000 χιλιόμετρα από βορρά προς νότο και από ανατολή προς δύση.

Το μήκος της ακτογραμμής της, συμπεριλαμβανομένων και των υπερπόντιων εδαφών, είναι 8.245 χιλιόμετρα.

Το μητροπολιτικό έδαφος της Γαλλίας προσφέρει μια μεγάλη ποικιλία τοπογραφικών συνόλων και φυσικών τοπίων. Μεγάλα τμήματα του σημερινού εδάφους της Γαλλίας έχουν υψωθεί κατά τη διάρκεια αρκετών τεκτονικών δραστηριοτήτων, κυρίως κατά την Ερκύνια Ορογένεση τον Παλαιοζωικό Αιώνα οπότε σχηματίστηκε ο αρμορικανικός Ορεινός Όγκος, ο κεντρικός Ορεινός Όγκος, η Μορβάν, τα Βόσγια, η οροσειρά των Αρδεννών και η Κορσική. Οι ορεινοί όγκοι των Άλπεων, των Πυρηναίων και του Ιούρα είναι πολύ νεότεροι και έχουν υποστεί λιγότερη διάβρωση — οι Άλπεις φτάνουν στα 4.810 μέτρα υψόμετρο στο Λευκό Όρος. Παρά το γεγονός ότι το 60% των κοινοτήτων έχουν ταξινομηθεί ως περιοχές σεισμικής επικινδυνότητας, οι κίνδυνοι αυτοί παραμένουν μέτριοι.

Αυτοί οι ορεινοί όγκοι οριοθετούν πολλές λεκάνες ιζηματογενέσεως, όπως η λεκάνη της Ακουιτανίας στα νοτιοδυτικά και η λεκάνη του Παρισιού στον βορρά —  η τελευταίας περιλαμβάνει αρκετές περιοχές με ιδιαίτερα εύφορα εδάφη, κυρίως τα λασπώδη οροπέδια του Μπως και του Μπρι . Επιπλέον, διάφορα φυσικά περάσματα, όπως η κοιλάδα του Ροδανού, διευκολύνουν τις επικοινωνίες. Τα παράλια προσφέρουν τοπία αρκετά αντιφατικά.

Το υδρογραφικό σύστημα της Γαλλίας είναι κυρίως οργανωμένο σε τέσσερις μεγάλους ποταμούς, τον Λίγηρα, τον Σηκουάνα, τον Γαρούνα και τον Ροδανό, στους οποίους μπορούμε να προσθέσουμε τον Μόσα και τον Ρήνο, μικρότερης σημασίας στην Γαλλία αλλά μείζονος σημασίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η γαλλική λεκάνη απορροής των τεσσάρων πρώτων αντιστοιχεί σε περισσότερο από το 62 % της μητροπολιτικής περιοχής.

H Γαλλία έχει υπό την δικαιοδοσία και την κυριαρχία της 11 εκατομμύρια τετρ.χλμ θαλασσίου χώρου, σε τρεις ωκεανούς και το 97% στα υπερπόντια εδάφη.

Το κλίμα της μητροπολιτικής Γαλλίας είναι εύκρατο, επηρεαζόμενο από τον αντικυκλώνα των Αζορών όπως και η υπόλοιπη Δυτική Ευρώπη, με αρκετές περιφερειακές ή τοπικές διαφοροποιήσεις. Η σημερινή τυπολογία προσδιορίζει έξι μεγάλες κλιματικές ζώνες.

Η Γαλλία διαιρείται σε 22 περιοχές και 5 υπερπόντιες περιοχές:

Το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού, σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2019 του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας ήταν 82,5 χρόνια (79,8 χρόνια οι άνδρες και 85,1 οι γυναίκες).

Ο πληθυσμός της χώρας είναι 67.098.000  (20η στον κόσμο) σύμφωνα με επίσημη εκτίμηση για το 2020. Ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού είναι 0,35% με 2,06 παιδιά ανά οικογένεια (εκτίμηση 2020). Ρυθμός γεννήσεων 11,9 γεννήσεις/1000 πληθυσμού και θανάτου 9,6 θάνατοι/1000 πληθυσμού (εκτίμηση 2020).

Η γαλλική γεωργία βασίστηκε αρχικά στην καλλιέργεια ειδών διατροφής. Πολύ γρήγορα, τα κρασιά της, τα οπωρικά και οι βιομηχανικές της καλλιέργειες απέκτησαν μεγάλη φήμη. Το σιτάρι καλλιεργείται κυρίως στο Βόρειο και Βορειοδυτικό τμήμα της χώρας και αποτελεί ένα από τα πιο βασικά γεωργικά προϊόντα της Γαλλίας. Μεγάλες ποσότητες του εξάγονται στο εξωτερικό. Παράγει επίσης, βρώμη, σίκαλη, κριθάρι, ζαχαρότευτλα, ρύζι, καλαμπόκι, πατάτες και όλα τα είδη των λαχανικών. Στους γαλλικούς οπωρώνες παράγονται άφθονα και ποικίλα φρούτα, όπως αχλάδια, μήλα, πορτοκάλια, κεράσια, δαμάσκηνα, βερίκοκα κτλ.

Τα αμπελοειδή αποτελούν μια από τις χαρακτηριστικές καλλιέργειες της μεσημβρινής Γαλλίας. Παράλληλα με την παραγωγή κοινών κρασιών, στην Γαλλία παράγεται η πλουσιότερη και περισσότερο φημισμένη ποικιλία κρασιών υψηλής ποιότητας. Το κρασί αποτελεί το γνωστότερο προϊόν της Γαλλίας και εξάγεται σε μεγάλες ποσότητες. Αμπελώνες υπάρχουν σχεδόν σε όλες τις γαλλικές περιοχές. Τα γαλλικά κρασιά θεωρούνται από τα καλύτερα όλου του κόσμου. Υπάρχει μεγάλος αριθμός ποικιλιών, γεύσεων και αποχρώσεων, όπως τα ροζέ της Προβηγκίας, τα ερυθρά του Ροδανού, τα λευκά του Λίγηρα και της Αλσατίας, τα αφρώδη της Καμπανίας (σαμπάνιες), το πιο φημισμένο κρασί είναι το Μπορντό.

Ο κτηνοτροφικός πλούτος της χώρας αυξάνει σταθερά. Στον τομέα της κτηνοτροφίας αφθονούν τα ζώα για την παραγωγή κρέατος και γάλακτος. Τα βοοειδή αντιπροσωπεύουν το μισό περίπου των εκτρεφομένων ζώων. Τα προβατοειδή εκτρέφονται άλλα για το κρέας τους και άλλα για το γάλα τους. Ένα μεγάλο μέρος από την παραγωγή γάλακτος χρησιμοποιείται για την παρασκευή των πολυάριθμων ποικιλιών των (επίσης διάσημων) γαλλικών τυριών.
Στην δεκαετία του 60 εφαρμόστηκαν σχέδια αναδασμού (δηλ. ένωση των μικρών αγροτεμαχίων και αναδιανομή στους κατόχους τους. Έτσι αυξήθηκε σημαντικά το μέγεθος τους.

Οι απόγονοι των Γαλατών είναι που ανήγαγαν τη παραγωγή κρασιού σε επιστήμη. Αυτοί που έμαθαν στον υπόλοιπο κόσμο, ότι το κρασί δεν είναι απλά ένα ακόμα φυτικό προϊόν αλλά είναι ένας ζωντανός οργανισμός που απαιτεί την αμέριστη προσοχή του παραγωγού, από την αρχή που θα φυτευτεί το σταφύλι μέχρι να βγει το πώμα της φιάλης στο τραπέζι του καταναλωτή.

Η παραγωγή του κρασιού είναι τέχνη. Η προώθησή του απαιτεί φαντασία. Και η κατανάλωσή του, σύμφωνα με τους Γάλλους, είναι ένας συνδυασμός των δύο. Γι’ αυτό και σήμερα τα κρασιά τους κρατούν επάξια την πρώτη θέση στο μυαλό των απανταχού «σομελιέ». Όχι πως και άλλες χώρες δεν έχουν αξιόλογες ποικιλίες σταφυλιών και ωραία κρασιά, το εναντίον. Απλά οι Γάλλοι παραγωγοί θεωρούν την κάθε φιάλη παιδί τους και την προσέχουν αναλόγως.

Στη Γαλλία υπάρχουν 13 οινοποιητικές περιοχές. Περισσότερο ή λιγότερο γνωστές όλες έχουν να επιδείξουν ξεχωριστά κρασιά τόσο στη γεύση όσο και στα αρώματα. Οι κυριότερες από αυτές είναι:

Ο μοναχός αυτός κατάλαβε ότι το διοξείδιο του άνθρακα παίζει σημαντικό ρόλο στη παραγωγή του κρασιού και ότι εμφιαλώνοντας το κρασί πριν την ολοκλήρωση της ζύμωσης το αποτέλεσμα θα ήταν διαφορετικό. Το πόσο δίκιο είχε, το ξέρουμε πλέον όλοι. Οι πιο γνωστές ετικέτες από αυτή την περιοχή είναι η Dom Pérignon, η Moët et Chandon, η Ruinart, η Krug, η Pommery, η Veuve Clicquot και η Mumm μεταξύ άλλων.

Η γαλλική βιομηχανία, με τη σημερινή της μορφή, αποτελεί πρόσφατο σχετικά δημιούργημα. Στις αρχές της βιομηχανικής επανάστασης δεν υπήρχαν στη Γαλλία επαρκείς ποσότητες άνθρακα και σιδήρου, τα οποία αποτελούν δύο βασικά προϊόντα για την εδραίωση της βιομηχανίας. Οι βιομηχανικές της ανάγκες δεν μπορούσαν να ικανοποιηθούν από τα σκόρπια αποθέματα άνθρακα. Στην Αλσατία-Λωραίνη και κοντά στο Σάαρ υπήρχαν μεγάλα αποθέματα σιδήρου, που περιείχαν μεγάλες ποσότητες φωσφόρου, για αυτό θεωρούνταν, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, ως μη εκμεταλλεύσιμα. Την εποχή που οι Άγγλοι ανακάλυψαν μια μέθοδο για την αξιοποίηση των σιδηρομεταλλευμάτων αυτής της κατηγορίας, η Γαλλία αναγκάστηκε να εκχωρήσει τις περιοχές αυτές στη Γερμανία. Η Αλσατία-Λωραίνη επιστράφηκε στη Γαλλία μετά τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο.

Σήμερα παρουσιάζει μεγάλη ανάπτυξη η χαλυβουργική βιομηχανία της Γαλλίας. Ο χάλυβας χρησιμοποιείται για τη κατασκευή γεωργικών μηχανών, τροχαίου υλικού, αεροπλάνων και μηχανών αεροπλάνων, σιδηροδρομικών μηχανών και πλοίων. Επίσης χρησιμοποιείται πολύ στη γαλλική αυτοκινητοβιομηχανία, τα προϊόντα της οποίας έχουν μεγάλη απήχηση στη διεθνή αγορά, ενώ ένα μεγάλο μέρος του χάλυβα εξάγεται στο εξωτερικό. Κατά την περίοδο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο η Γαλλία κατέβαλε επίμονες και συντονισμένες προσπάθειες, με σκοπό να εκσυγχρονίσει τη μεταλλευτική βιομηχανία της Λωραίνης. Σήμερα κατέχει την πρώτη θέση στον κόσμο σε παραγωγή σιδηρομεταλλεύματος.

Άφθονη είναι και η υδροηλεκτρική ενέργεια της Γαλλίας, που προέρχεται από τους πολυάριθμους ποταμούς της. Αξιόλογη ήταν και η συμβολή των γαλλικών ποταμών στην ανάπτυξη της υφαντουργίας. Σε ολόκληρη τη κοιλάδα του Ροδανού, καθώς και στη Ρουέν, επί του Σηκουάνα, υπάρχουν εργοστάσια, στα οποία κατασκευάζονται συνθετικά υφάσματα. Τα Βόρεια και τα Βορειοανατολικά τμήματα της Γαλλίας αποτελούν σπουδαία κέντρα βιομηχανίας βαμβακερών και μάλλινων υφασμάτων. Κοιτάσματα πετρελαίου έχουν βρεθεί στην περιοχή Παρεντίς, κοντά στο Μπορντό, καθώς και στο λεκανοπέδιο του Παρισιού. Μετά την ανεξαρτητοποίηση της Αλγερίας έγιναν ειδικές συμβάσεις, με τις οποίες η Γαλλία εξασφάλισε τα δύο τρίτα περίπου από τα πετρέλαια της πρώην αποικίας της. Στα Πυρηναία και κοντά στην πόλη Λακ βρέθηκαν, το 1951, τεράστια αποθέματα φυσικού αερίου. Η περιοχή της Λακ αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα κέντρα βιομηχανίας χημικών και πλαστικών προϊόντων.
 
Ένα άλλο επίτευγμα της Γαλλίας είναι ότι κατόρθωσε να τιθασεύσει και την ενέργεια των παλιρροιών και να κατασκευάσει τον πρώτο παλιρροϊκό σταθμό παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος στον ποταμό Ρανς, κοντά στη Ντινάν της Βρετάνης. Στο Οντελλό των Πυρηναίων έχει εγκατασταθεί ένας μεγάλος πειραματικός σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με την εκμετάλλευση της ηλιακής ενέργειας. Σημαντική είναι, επίσης, στην ενεργειακή παραγωγή της χώρας και η ύπαρξη πυρηνικών εργοστασίων παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.

Αξιόλογη είναι και η υφαντουργική βιομηχανία που κατατάσσεται ανάμεσα στις πρώτες του κόσμου, καθώς και η χημική βιομηχανία, βιομηχανίες κεραμικής, χαρτιού και ελαστικού, οι γεωργικές βιομηχανίες.

Η Γαλλία κατατάσσεται ανάμεσα στις χώρες που διαθέτουν τα καλύτερα οργανωμένα συγκοινωνιακά δίκτυα του κόσμου. Το οδικό δίκτυο της Γαλλίας κατασκευάστηκε κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους και τελειοποιήθηκε από τα τέλη του Μεσαίωνα. Οι οδικές συγκοινωνίες χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά των διάφορων εμπορευμάτων ενώ για τις μεγαλύτερες αποστάσεις χρησιμοποιούνται σιδηροδρομικές συγκοινωνίες. Η Γαλλία διαθέτει τους ταχύτερους συρμούς στην Ευρώπη (TGV / Train de Grande Vitesse, δηλαδή «Τραίνο Υψηλών Ταχυτήτων» στα Γαλλικά) με ταχύτητες έως και 320χλμ/ώρα.

Λιγότερο σημαντικές είναι οι μεταφορές που διεξάγονται με ποταμόπλοια στο εσωτερικό της χώρας. Σπουδαιότερες είναι οι πλωτές λεωφόροι του Βορρά, του Πα-ντε-Καλαί και του Σομ. Για τις θαλάσσιες μεταφορές υπάρχουν πολλά επιβατικά και πετρελαιοφόρα σκάφη, που συνιστούν έναν από τους ωραιότερους στόλους του κόσμου. Τα σπουδαιότερα γαλλικά λιμάνια είναι η Μασσαλία, το Σαιν-Μαλό, το Καλαί, το Σερμπούρ και η Χάβρη. Η Γαλλία συνδέεται θαλάσσια με όλες τις χώρες του κόσμου.

Το γαλλικό συγκοινωνιακό δίκτυο συμπληρώνεται με τις αεροπορικές συγκοινωνίες, με τις οποίες μεταφέρονται εμπορεύματα, επιβάτες και το ταχυδρομείο. Σχεδόν όλες οι μεγάλες γαλλικές πόλεις διαθέτουν αεροδρόμιο.

H οδήγηση γίνεται στα δεξιά και η σήμανση είναι από τις αρτιότερες της Ευρώπης.

Κατά την περίοδο 1420-30 μία νεαρή χωριατοπούλα, η Ζαν ντ' Αρκ, εμφανίστηκε στη γαλλική αυλή, λέγοντας πως πήρε από το Θεό τη διαταγή να μπει επικεφαλής του γαλλικού στρατού και να στεφτεί ο Κάρολος, ο νόμιμος κληρονόμος του θρόνου, Βασιλέας της Γαλλίας στη Ρενς. Η Ζαν ντ’ Αρκ ανέλαβε πράγματι την ηγεσία του στρατού, με αποτέλεσμα να εμψυχωθούν οι Γάλλοι και να εκδιώξουν τους Άγγλους εισβολείς. Η ίδια, όμως, προδόθηκε και βρήκε τραγικό θάνατο. Ο Κάρολος στέφθηκε βασιλέας ως Κάρολος Ζ΄. Οι Γάλλοι ως το 1450 πέτυχαν την ανακατάληψη του μεγαλύτερους μέρους της χώρας και το τέλος του πολέμου βρήκε ισχυροποιημένο τον γαλλικό θρόνο και την χώρα ενωμένη.

Τον 16ο αιώνα διαδόθηκε πολύ στη Γαλλία η θρησκευτική μεταρρύθμιση και έγιναν οπαδοί της πολλοί ευγενείς και μέλη της βασιλικής οικογένειας. Εναντίον των Ουγενότων (Γάλλων διαμαρτυρομένων) στράφηκε ο βασιλέας και η Εκκλησία και ακολούθησαν πολλές αιματηρές συμπλοκές. Ολόκληρη η χώρα χωρίστηκε σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα και ο σκληρός εμφύλιος πόλεμος συντάραξε τη Γαλλία. Το 1572 δόθηκε βασιλική διαταγή, σύμφωνα με την οποία θανατώθηκαν χιλιάδες Ουγενότοι στο Παρίσι και σε διάφορες άλλες γαλλικές πόλεις (νύκτα του Αγίου Βαρθολομαίου). Το 1598 εκδόθηκε από τον βασιλέα Ερρίκο Δ΄ το Έδικτο της Νάντης, σύμφωνα με το οποίο οι Ουγενότοι απέκτησαν κάποιες ελευθερίες και έτσι αποκαταστάθηκε η ειρήνη και η τάξη. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ερρίκου η Γαλλία γνώρισε σημαντική ανάπτυξη και ευημερία. Η γεωργία σημείωσε σπουδαία εξέλιξη, ζωηρή κίνηση άρχισε να παρατηρείται στο εμπόριο και γενικότερα η οικονομία βελτιωνόταν ολοένα και περισσότερο. Τα γαλλικά πλοία αναζήτησαν νέες πηγές πλούτου στα πέρατα του κόσμου και η Γαλλία άρχισε να αποκτά αποικίες στο Νέο Κόσμο. Δώδεκα χρόνια μετά από την έκδοση του Εδίκτου της Νάντης δολοφονήθηκε ο Ερρίκος Δ΄ και τον διαδέχτηκε ο ανήλικος γιος του, Λουδοβίκος ΙΓ΄, τον οποίο επιτρόπευε η μητέρα του Μαρία των Μεδίκων. Κατά τη διάρκεια της αντιβασιλείας της εξασθένησε η βασιλική εξουσία, εξαιτίας της νέας διαμάχης, που ξέσπασε ανάμεσα στους Ουγενότους και τους Καθολικούς.

Το 1614 και ενώ είχε την αντιβασιλεία η Μαρία των Μεδίκων, ανέβηκε στην εξουσία ο καρδινάλιος Ρισελιέ. Στη συνέχεια έγινε πρωθυπουργός του Λουδοβίκου ΙΓ΄ και πήρε στα χέρια του τον απόλυτο έλεγχο της κρατικής μηχανής. Κατέβαλε συνεχείς προσπάθειες για 20 ολόκληρα χρόνια, με σκοπό την αποκατάσταση της εξασθενημένης βασιλικής εξουσίας. Μια άλλη επιδίωξη του ήταν να μεταβάλει τη Γαλλία στο ισχυρότερο ευρωπαϊκό κράτος.
Ο Ρισελιέ εξουδετέρωσε όλες τις αντιδράσεις στο εσωτερικό της χώρας και εκμηδένισε κυρίως την αντίδραση των ευγενών και των Ουγενότων. Επέβαλε βαριά φορολογία στους αγρότες και στους έμπορους των πόλεων, έδωσε νέα ώθηση στο εξωτερικό εμπόριο και συντέλεσε στην επέκταση των ορίων της Γαλλικής Αυτοκρατορίας στη Βόρεια Αμερική, την Καραϊβική, καθώς και σε άλλα μέρη του κόσμου. Επιτυχίες σημείωσε και στην εξωτερική πολιτική. Έτσι αντιτάχτηκε με επιτυχία στις πανίσχυρες αψβουργικές μοναρχίες της Αυστρίας και της Ισπανίας και γενικότερα προετοίμασε με το έργο του το δρόμο της απόλυτης μοναρχίας του Λουδοβίκου ΙΔ΄.

Το 1643 ανέβηκε στο θρόνο ο Λουδοβίκος ΙΔ΄, σε πολύ νεαρή ηλικία. Κατά τα πρώτα 18 χρόνια της βασιλείας του είχε πρωθυπουργό τον καρδινάλιο Μαζαρέν, ο οποίος ακολούθησε την πολιτική του Ρισελιέ. Κατά την περίοδο που ο βασιλιάς ήταν ανήλικος ξέσπασε μια έντονη εσωτερική αντίδραση, η οποία όμως εκμηδενίστηκε και έτσι αποκαταστάθηκε το διεθνές γόητρο της Γαλλίας. Ο Λουδοβίκος, μετά την ενηλικίωσή του, άρχισε να κυβερνά μόνος του και εξελίχτηκε στον ισχυρότερο μονάρχη της Ευρώπης. Ανακάλεσε το Έδικτο της Νάντης και άρχισε άγριος διωγμός των Ουγενότων. Πολλοί από αυτούς αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την χώρα και όσοι αρνούνταν να προσχωρήσουν στον Καθολικισμό θανατώνονταν. Πολέμησε εναντίον της Ισπανίας, της Ολλανδίας και της Αγγλίας, χωρίς να πετύχει κάποιο ουσιαστικό αποτέλεσμα. Διακρινόταν για τις απολυταρχικές του αντιλήψεις και πίστευε ότι ήταν αντιπρόσωπος του Θεού στη γη. Κατά συνέπεια δεν ήταν υποχρεωμένος να λογοδοτήσει σε κανένα. Δική του ήταν η περίφημη φράση: «Το κράτος είμαι εγώ» (L' Etat c' est moi). Συγκέντρωσε στα χέρια του ολόκληρη την εξουσία, διακρίθηκε για την ισχύ και την μεγαλοπρέπεια του, για αυτό τον αποκάλεσαν «Βασιλιά Ήλιο».

Με τις αρχές του 18oυ αιώνα συμπίπτει και η άνοδος στο θρόνο του Λουδοβίκο ΙΕ΄, δισέγγονου του Λουδοβίκου ΙΔ΄. Φαινομενικά, η βασιλική εξουσία ήταν ισχυρή και ακμαία, αλλά κάτω από τη ψεύτικη αυτή εικόνα κρύβονταν και ενεργούσαν καταλυτικές δυνάμεις. Αποτέλεσμα του Επταετούς πολέμου ήταν να νικηθεί η Γαλλία από την Αγγλία και να χάσει τα περισσότερα από τα εδάφη της στη Βόρεια Αμερική. Το 1774 ανέβηκε στο θρόνο ο Λουδοβίκος ΙΣΤ΄, ο οποίος βρήκε το λαό δυσαρεστημένο εξαιτίας των δυσμενών κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών συνθηκών. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την εμφάνιση μιας μαζικής και μορφωμένης αστικής τάξης, προκάλεσε διάφορες διαμαρτυρίες, και εξεγέρσεις που κατέληξαν στη επανάσταση (1789).

Η οικονομία της Γαλλίας είχε εξασθενίσει σημαντικά, εξαιτίας της βοήθειας που πρόσφερε στις επαναστατημένες αμερικανικές αποικίες εναντίον της Αγγλίας. Ο βασιλιάς βρέθηκε σε πολύ άσχημη θέση και για να εξοικονομήσει χρήματα, συγκάλεσε τους αντιπρόσωπους των τριών τάξεων, δηλ. των κληρικών, των ευγενών και των αστών. Έγινε μια απαγορευμένη συγκέντρωση στην αίθουσα του σφαιριστηρίου, κατά την οποία ορισμένοι αντιπρόσωποι της αστικής τάξης αυτοαναγορεύτηκαν σε Εθνοσυνέλευση και αποφάσισαν να καταρτίσουν το Σύνταγμα της χώρας. Στις 14 Ιουλίου 1789 καταλήφθηκε από το λαό του Παρισιού η Βαστίλη, μια παλιά φυλακή, που συμβόλιζε τις καταπιέσεις του παλιού καθεστώτος. Τον Αύγουστο εκδόθηκε από την εθνοσυνέλευση η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Με τα γεγονότα αυτά άρχισε επανάσταση, η οποία έπαιρνε όλο και σφοδρότερη μορφή. Το Σεπτέμβριο του 1792 Η Γαλλία ανακηρύχτηκε δημοκρατία, ενώ λίγους μήνες μετά αποκεφαλίστηκε ο Λουδοβίκος ΙΣΤ΄ και η γυναίκα του Μαρία Αντουανέτα. Την εξουσία πήραν στα χέρια τους ριζοσπάστες ηγέτες, όπως ο Μαξιμιλιανός Ροβεσπιέρος, οι οποίοι άρχισαν να εξοντώνουν όλους τους πολέμιους της επανάστασης.

Στο μεταξύ η Γαλλία άρχισε εξωτερικούς πολέμους με πέντε δυνάμεις, ανάμεσα στις οποίες και η Αγγλία. Το καθεστώς της τρομοκρατίας έπαυσε το 1795 και κατά την επόμενη τετραετία η Γαλλία διακυβερνήθηκε από το Διευθυντήριο. Το 1799 ανέλαβε τη διακυβέρνηση της Γαλλίας ο Ναπολέοντας Βοναπάρτης, ο οποίος σχημάτισε την Υπατεία. Ήταν τριμελής επιτροπή, στην οποία πρώτος ύπατος ήταν ο ίδιος και επομένως σ’ αυτόν ανήκε η πρωτοβουλία όλων των αποφάσεων. Ύστερα από διαταγή του συντάχτηκε ο γνωστός Ναπολεόντειος Κώδικας, που αποτελεί, ακόμα και σήμερα, το θεμέλιο του γαλλικού αστικού δικαίου. Οι σχέσεις της Γαλλίας με τον πάπα αποκαταστάθηκαν με την υπογραφή του Κονκορδάτου του 1801. Το 1804 ο Ναπολέοντας αυτοανακηρύχτηκε αυτοκράτορας, νίκησε τους περισσότερους εχθρούς της χώρας του και κατόρθωσε να επεκτείνει το βασίλειο του.

Το 1812, επικεφαλής της Μεγάλης Στρατιάς o Ναπολέων, εισέβαλε στη Ρωσία και κατέλαβε τη Μόσχα. Οι Ρώσοι υποχωρούσαν συνέχεια καταστρέφοντας καθετί που μπορούσε να εξυπηρετήσει τον εισβολέα. Ο Ναπολέοντας αναγκάστηκε να διατάξει την υποχώρηση προς τη Γαλλία, αλλά ο γαλλικός στρατός καταστράφηκε από τα χιόνια, το δυνατό κρύο και τις συνεχείς επιθέσεις των Ρώσων.
Οι εχθροί του Ναπολέοντα, παίρνοντας θάρρος από την ήττα του στη Ρωσία, συνασπίστηκαν εναντίον του. Το 1814 παραιτήθηκε και εξορίστηκε στο νησί Έλβα της Μεσογείου. Στο μεταξύ, αυτοκράτορας της Γαλλίας έγινε ο Λουδοβίκος ΙΗ΄ και χώρα αποτέλεσε συνταγματική μοναρχία.
Το Μάρτη του 1815 όμως ο Ναπολέοντας ξαναγύρισε στη Γαλλία και διακυβέρνησε τη χώρα μόνο για ένα διάστημα 100 ημερών. Ο Ναπολέοντας νικήθηκε οριστικά τον Ιούνιο του 1815 στο Βατερλώ του Βελγίου από ένα πολυεθνικό στρατό, με επικεφαλής τον Άγγλο δούκα του Ουέλλινγκτον και τον Πρώσο στρατηγό φον Μπλύχερ. Λίγο αργότερα εξορίστηκε στο νησάκι του Νότιου Ατλαντικού, Αγία Ελένη, όπου και πέθανε, το 1821, από καρκίνο.

Η περίοδος της βασιλείας του Λουδοβίκου ΙΗ΄ και του Κάρολου Ι΄ σφραγίστηκε από το μεγαλύτερο περιορισμό των φιλελεύθερων δημοκρατικών θεσμών, που επέβαλε η γαλλική επανάσταση. Η αυξημένη δυσαρέσκεια των λαϊκών μαζών των πόλεων, όπου ήταν συγκεντρωμένη η μεταλλευτική και η υφαντουργική βιομηχανία, οδήγησε στο ξέσπασμα δύο διαδοχικών επαναστάσεων του 1830 και 1848.

Πρόεδρος της Δεύτερης Δημοκρατίας εκλέχτηκε ο Λουδοβίκος Ναπολέοντας, που διέλυσε την εθνοσυνέλευση και στέφθηκε αυτοκράτορας το 1852. Τα επεκτατικά του σχέδια τόσο στο στρατιωτικό τομέα όσο και στο διπλωματικό επίπεδο έφεραν τη Γαλλία μπροστά σε νέα οικονομική αδυναμία. Τη στιγμή αυτή διάλεξε το ισχυρό πρωσικό βασίλειο υπό την ηγεσία του Βίσμαρκ για να κηρύξει τον πόλεμο τον Ιούλιο του 1870. Οι ειρηνευτικοί όροι υπήρξαν βαρύτατοι για την Γαλλία, της οποίας ο στρατός κατατροπώθηκε σε τρεις μήνες.

Η δεύτερη αυτοκρατορία καταλύθηκε με το τέλος του γερμανογαλλικού πολέμου και με την προσάρτηση του μεγαλύτερου τμήματος της Αλσατίας και της Λωραίνης στο πρωσικό βασίλειο. Μετά τη συνθήκη του 1871, οι Γάλλοι επαναστάτησαν και ανακήρυξαν ξανά τη Γαλλία δημοκρατία. Οι εργάτες και φιλελεύθεροι του Παρισιού, εγκαθίδρυσαν δική τους εξουσία, τη γνωστή Παρισινή Κομμούνα.
Ο στρατός των Βερσαλλιών κατέλυσε την Κομμούνα και με την Τρίτη Δημοκρατία η Γαλλία μπήκε σε νέα περίοδο ανάπτυξης.
Η Γαλλία πήρε μέρος (ιδρυτικό μέλος) στην Αντάντ και πολέμησε στο πλευρό των Άγγλων κατά της Αυστροουγγαρίας. (Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος). Με την είσοδο των ΗΠΑ στον πόλεμο και με τη βοήθεια των Άγγλων και των Αμερικανών κατόρθωσαν να απωθήσουν τους Γερμανούς από το γαλλικό έδαφος.

Το 1919, με την Συνθήκη των Βερσαλλιών, η Γαλλία ανέκτησε την Αλσατία και τη Λωρραίνη, ενώ η Γερμανία υποχρεώθηκε να καταβάλει πολεμική αποζημίωση τεράστιου ύψους. Στη δεκαετία 1930-40 η γαλλική οικονομία ξαναβρήκε το ρυθμό της.

Τον Σεπτέμβριο του 1939, όταν οι στρατιές του Χίτλερ εισέβαλαν στην Πολωνία, η Γαλλία και η Αγγλία έσπευσαν σε βοήθεια, η οποία, όμως, περιορίστηκε σε φραστικές επιθέσεις. Όμως, η Γερμανία εισέβαλε στη Γαλλία από τα σύνορα του Βελγίου, αχρηστεύοντας τη μεγάλη αμυντική γραμμή Μαζινό. Τον Ιούνιο του 1940 ο Στρατάρχης Φιλίπ Πεταίν υπέγραψε ανακωχή με τους Γερμανούς, με αποτέλεσμα ένα μεγάλο τμήμα της χώρας να περιέλθει υπό γερμανική στρατιωτική κατοχή και το υπόλοιπο να διοικείται από αυταρχικό φιλογερμανικό καθεστώς υπό τον Πεταίν. Η μεγάλη μάζα πήρε ενεργά μέρος στο αντιστασιακό μέτωπο, οργανώνοντας από απεργίες μέχρι σαμποτάζ και ανταρτοπόλεμο. Ο στρατηγός Σαρλ Ντε Γκωλ τέθηκε επικεφαλής του κινήματος των «Ελεύθερων Γάλλων» και έστειλε μήνυμα στο γαλλικό λαό. Μετά την απελευθέρωση έγινε προσωρινός πρωθυπουργός και πρόεδρος της Τέταρτης Δημοκρατίας. Εξαιτίας της πολιτικής αστάθειας ο ρυθμός της ανασυγκρότησης της Γαλλίας από τον πόλεμο ήταν βραδύς. Από το 1949 και μετά, το σύνολο της βιομηχανικής παραγωγής έφτασε στα προπολεμικά επίπεδα. Το ίδιο έγινε και με τη γεωργική παραγωγή και το εμπόριο.

Πήρε ενεργό μέρος στην Ένωση της Ευρώπης για τη συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση και συμμετείχε στο ΝΑΤΟ. Τα γεγονότα της Αλγερίας το 1958 διαδέχτηκε η Πέμπτη Δημοκρατία του Σαρλ Ντε Γκωλ. Ψηφίστηκε νέο σύνταγμα. Ο Ντε Γκωλ παρέμεινε πρόεδρος για 11 χρόνια, με το όνειρο να μετατρέψει τη Γαλλία σε μια «ηγετική δύναμη» στην Ευρώπη. Απέσυρε τη χώρα από το ΝΑΤΟ και αρνήθηκε επίμονα την είσοδο της Αγγλίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (τότε ΕΟΚ). Το 1969 απορρίφθηκε η πρόταση του για νέες συνταγματικές μεταρρυθμίσεις και μετά από αυτό παραιτήθηκε. Οι Γάλλοι εξέλεξαν δεύτερο πρόεδρο της Πέμπτης Δημοκρατίας τον γκωλικό Ζωρζ Πομπιντού.

Αν και τα πρώτα δείγματα της τέχνης στην Γαλλία ξεκινούν την εποχή του Καρλομάγνου, μόνο από τον 10ο αιώνα και ύστερα αναπτύσσεται η καλλιτεχνική δραστηριότητα για να φτάσει σε μεγάλη ανάπτυξη τον επόμενο αιώνα. Στην Βουργουνδία και στην Προβηγκία ανευρίσκονται μοναστηριακά κτίσματα της ρομανικής αρχιτεκτονικής. Στο τέλος του Μεσαίωνα εξελίσσεται ο γοτθικός ρυθμός με τα λεπτά αρχιτεκτονικά μέλη και τους λεπτόμορφους σχηματισμούς. Αυτή η τάση διατηρείται ακόμη και μετά τα μέσα του 16ου αιώνα. Την επίδραση της Αναγέννησης την δέχτηκε η Γαλλία προς τα τέλη του 15ου αιώνα, κάτω από την λάμψη της Φλωρεντίας και την επίδραση των ιταλικών καλλιτεχνικών κέντρων της περιόδου. Οι Βερσαλλίες, το πιο πολυτελές ανάκτορο στην Ευρώπη, φανερώνουν την τάση για μεγάλα και πολυτελή αρχιτεκτονικά κτίσματα τον 17ο αιώνα.

Ως αντίδραση στον κλασσικισμό έρχεται ο 18ος αιώνας, ο οποίος, όπως και στην λογοτεχνία, είναι διαποτισμένος από τα νέα κοινωνικά ρεύματα. Η σχέση καλλιτέχνη και κοινού γίνεται αμεσότερη. Η προσωπογραφία είναι κύριο γνώρισμα αυτής της εποχής. Αναφαίνεται, όμως, πάλι και νέο κύμα κλασικισμού, το οποίο διαφαίνεται στο Πάνθεον του Παρισιού. Ο 19ος αιώνας βλέπει το ξαναγύρισμα σε παλαιότερες μορφές, ενώ ταυτόχρονα ο νατουραλισμός και ο λογοτεχνικός ρομαντισμός επηρεάζουν τις τάσεις στις τέχνες. Στις τελευταίες δεκαετίες του αιώνα επιβλήθηκε ο ιμπρεσιονισμός, ο οποίος διατηρήθηκε και στις αρχές του επόμενου. Μερικοί από τους εκπρόσωπους του ήταν οι Κλωντ Μονέ, Πιερ Ωγκύστ Ρενουάρ, Πωλ Γκωγκέν και Πωλ Σεζάν. Ο 20ος αιώνας έχει ανάμεικτες επιδράσεις και κατευθύνσεις. Ο κυβισμός, ο σουρεαλισμός, η αφηρημένη τέχνη, που αποτελούν το κοινό γνώρισμα της διεθνούς καλλιτεχνικής πορείας, σημαδεύουν και την αρχιτεκτονική και την γλυπτική.

Μεγάλη είναι η ανάπτυξη του γαλλικού πολιτισμού σε όλους τους τομείς καθώς και η επίδραση του σε όλο τον δυτικό πολιτισμό. Η ανάπτυξη του γαλλικού πολιτισμού ξεκίνησε τον Μεσαίωνα και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Η βαθμιαία αλλοίωση της λατινικής γλώσσας στη Γαλατία κατέληξε στον σχηματισμό μιας νέας γλώσσας, της γαλλικής. Παραδοσιακά θεωρείται ότι οι «Όρκοι του Στρασβούργου» (842) είναι το πρώτο κείμενο που γράφτηκε στη γαλλική γλώσσα. Γενικά όμως θεωρείται ότι η γαλλική γλώσσα άρχισε να χρησιμοποιείται στα γραπτά κείμενα μετά τον 12ο αιώνα, όταν άρχισαν να παρουσιάζουν και έναν πραγματικά λογοτεχνικό χαρακτήρα.

Κύριο λήμμα: Γαλλική λογοτεχνία του Μεσαίωνα

Τα επικά ποιήματα υμνούν, εξαίρουν το πατριωτικό και θρησκευτικό ιδεώδες στην εποχή των σταυροφοριών. Το «Τραγούδι του Ρολάνδου» (12ος αιώνας) είναι το ωραιότερο από αυτά. Ακολουθούν τα ιπποτικά μυθιστορήματα με θέματα από πολεμικές και ερωτικές περιπέτειες. Φανερώνουν μια κοινωνία που εμπνέεται από το ιπποτικό πνεύμα, όπως τα έργα «Τριστάνος και Ιζόλδη», οι «Ιππότες της Στρογγυλής Τραπέζης» κ.α. Τότε δημιουργείται και η λυρική ποίηση, καθώς και το ξεκίνημα μιας αστικής λογοτεχνίας με σατιρικές και ηθικολογικές διαθέσεις. Παράλληλα εμφανίζεται το θεατρικό είδος.

Αν και σε αυτήν την περίοδο καλλιεργήθηκαν τα είδη λόγου που άνθισαν στους προηγούμενους αιώνες, χαρακτηριστικό της είναι η ανάπτυξη της δραματικής τέχνης. Το θέατρο εμπνέεται πάντα από θέματα θρησκευτικά, δημιουργεί όμως διάφορα μυστήρια με θέματα παρμένα από την Αγία Γραφή. Η κωμωδία επηρεάζεται από την Ιταλία.

Κύριο λήμμα: Γαλλική λογοτεχνία του 16ου αιώνα

Το έργο του Ραμπελέ εκφράζει τον ουμανισμό της αναγέννησης που ζητά να βρει στην ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα ένα νέο ιδεώδες. Έπειτα από το 1550 και η λυρική ποίηση ξαναγεννιέται, χάρη στον Πιερ ντε Ρονσάρ και την κίνηση της Πλειάδας, ομάδας λογοτεχνών με στόχο την δημιουργία γαλλικής λογοτεχνίας που μπορεί να συναγωνιστεί την ιταλική. Ο Μοντέν αναζητώντας νέους δρόμους θα επηρεάσει σοβαρά τον επόμενο αιώνα με τα δοκίμιά του.

Κύριο λήμμα: Γαλλική λογοτεχνία του 17ου αιώνα

Στο πρώτο μισό του αιώνα οι συγγραφείς προσπάθησαν να βάλουν σε τάξη τα λογοτεχνικά είδη και τις διάφορες μορφές της σκέψης. Ο Καρτέσιος (René Descartes) καθιερώνει μία παγκόσμια μέθοδο κριτικής. Ο Κορνέιγ (Corneille) χαρίζει στην τραγωδία την κανονική της δομή. Ο Πασκάλ (Pascal) εκφράζεται σε μια φωτεινή πρόζα που επηρεάζει όλη τη ηθική του αιώνα.
Όλοι αυτοί οι συγγραφείς προετοιμάζουν τον δρόμο στους λογοτέχνες που έπειτα από το 1660 θα ενσαρκώσουν το κλασσικό ιδεώδες. Τα έργα τους τείνουν προς την τελειότητα, χάρη στην κοινωνικότητα της μορφής, την αρμονία της σύνθεσης και την ακρίβεια της έκφρασης. Τα μεγάλα κλασσικά έργα είναι: οι μύθοι του Λα Φοντέν (La Fontaine), οι κωμωδίες του Μολιέρου (Molière), οι τραγωδίες του Ρακίνα (Racin), η ποίηση του Μπουαλό. Στην περίοδο από το 1680 ως την Γαλλική Επανάσταση αναπτύχθηκε το κίνημα του Διαφωτισμού, που στηρίχθηκε στον ορθολογισμό και ευνόησε την ανάπτυξη της φιλοσοφίας και των φυσικών επιστημών. Οι ριζοσπαστικές ιδέες του γαλλικού διαφωτισμού διαδόθηκαν στην προεπαναστατική Ελλάδα, όπου βρήκαν ένθερμους υποστηρικτές.

Κύριο λήμμα: Γαλλική λογοτεχνία του 18ου αιώνα

Το κριτικό πνεύμα που γεννήθηκε από τον καρτεσιανό ορθολογισμό αναπτύσσεται. Έτσι κυριαρχούν τα έργα σε πεζό λόγο, που αποσκοπούν στο να πείθουν με την ανάλυση και τη συζήτηση σχετικά με θέματα που αναφέρονται στη φυσική, την κοινωνία και την πολιτική. Οι μεγάλοι φιλόσοφοι αυτού του αιώνα είναι ο Βολταίρος, που το γόητρο του καλύπτει όλους τους άλλους, ο Μοντεσκιέ, ο Ντιντερό και ο Ρουσώ.

Κύριο λήμμα: Γαλλική λογοτεχνία του 19ου αιώνα

Ο ερχομός του ρομαντισμού προαναγγέλλεται με τα έργα του μεγάλου φιλέλληνα Σατομπριάν και της κυρίας Ντε Σαέλ. Ο ρομαντισμός αυτός αποτελεί μία αντίδραση στην κλασική τάξη, γιατί θέλει να αφήσει κάθε ελευθερία στον συγγραφέα. Η καθαυτή ρομαντική επανάσταση ξέσπασε πρώτα στο θέατρο και στο μυθιστόρημα και αργότερα στην ποίηση. Η κριτική εκπροσωπείται από τον Σεν Μπεβ, η ιστορία από τους Τιερί και Μισελιέ, η φιλοσοφία από τον εκλεκτισμό του Βικτόρ Κουζέν και τον θετικισμό του Ογκίστ Κοντ. Από το 1850 αναφαίνονται νέες τάσεις, που, αν και εξωτερικά είναι αντίθετες στον ρομαντισμό, πηγάζουν συχνά από το ρεύμα του. Στην ποίηση διακρίνονται οι παρνασσικοί Θεόφιλος Γκωτιέ και Λεκόντ ντε Λιλ. Οι Σαρλ Μπωντλαίρ, Αρθούρος Ρεμπώ και Πολ Βερλέν δημιουργούν την κίνηση του Συμβολισμού. Στο μυθιστόρημα κυριαρχεί ο ρεαλισμός, με τα έργα του Γκυστάβ Φλομπέρ και την νατουραλιστική σχολή του Εμίλ Ζολά. Στο θέατρο θριαμβεύουν τα δράματα του Αλέξανδρου Δουμά.

Κύριο λήμμα: Γαλλική λογοτεχνία του 20ού αιώνα

Η γαλλική λογοτεχνία του 20ού αιώνα δέχεται βαθιά επίδραση από τις πολιτικές, ηθικές, καλλιτεχνικές και ιστορικές κρίσεις. Το λογοτεχνικό κίνημα που κυριαρχεί στη Γαλλία του 20ού αιώνα είναι ο υπερρεαλισμός (surrealisme) με εκπροσώπους όπως οι Αντρέ Μπρετόν (André Breton), θεμελιωτή του κινήματος, και Ρομπέρ Ντενό (Robert Desnos), ενώ στην φιλοσοφία αναδεικνύεται ο υπαρξισμός, με θεμελιωτές τον Ζαν Πολ Σαρτρ (Jean-Paul Sartre) και τον Αλμπέρ Καμύ (Albert Camus). Το νέο μυθιστόρημα (Nouveau Roman), θεωρητικοποιημένο από τον Αλαίν Ρομπ - Γκριγιέ (Alain Robbe-Grillet) αρχικά περιλαμβάνει λίγους λογοτέχνες, οι οποίοι, όμως, εμπνέουν με την σειρά τους άλλους σημαντικούς συγγραφείς, όπως οι Ζαν Φιλίπ Τουσαίν (Jean-Philippe Toussaint), Κριστιάν Οστέρ (Christian Oster) κ. ά. Σημαντικές λογοτεχνικές μορφές του αιώνα υπήρξαν, επίσης, η Μαργκερίτ Ντυράς (Marguerite Duras), Μαργκερίτ Γιουρσενάρ (Marguerite Yοurcenar) - αν και Βελγικής καταγωγής η πρώτη γυναίκα που έγινε δεκτή στην Γαλλική Ακαδημία, Μπορίς Βιάν, Μαρσέλ Προυστ (Marcel Proust), Ρεϊμόν Κενό (Raymond Queneau), Αντρέ Μαλρώ (André Malraux), Ανρί Τρουαγιά (Henri Troyat), Σιμόν ντε Μποβουάρ (Simone de Beauvoir) και ο Ζωρζ Σιμενόν (Georges Simenon).

Η Γαλλία είναι Ημιπροεδρική Δημοκρατία με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να έχει σημαντικές εξουσίες και αρμοδιότητες και με διευρυμένο εκτελεστικό ρόλο.Ο Πρωθυπουργός ηγείται της Κυβέρνησης η οποία μετά το 1958 έχει περιορισμένες εξουσίες και βρίσκεται υπό την σκέπη του Προέδρου της Γαλλίας γιατί χωρίς την έγκρισή του δεν παραμένει στην εξουσία. Παρόλα αυτά έχει και αυτή σημαντικές αρμοδιότητες κυρίως στα εσωτερικά ζητήματα της χώρας με εκείνες του προέδρου πάντως να υπερέχουν. Στις 21 Ιουλίου του 2008 το Κοινοβούλιο ενέκρινε οριακά, με 539 ψήφους υπέρ έναντι 537 κατά, την τροποποίηση του Συντάγματος.

Στις 24 Μαρτίου του 2009 η Γαλλία ανακοίνωσε ότι θα καταβάλει αποζημιώσεις σε πολιτικό και στρατιωτικό προσωπικό όπως επίσης και σε κατοίκους που παρουσίασαν προβλήματα υγείας συνεπεία των πυρηνικών δοκιμών της χώρας, αρχικά στην Αλγερία και στη συνέχεια στη Γαλλική Πολυνησία εντός 30 ετών.

Η Κυβέρνηση Φίγιον ψήφισε ένα νέο συνταξιοδοτικό νομοσχέδιο, που πυροδότησε αντιδράσεις σε όλη την Γαλλία. Με βάση αυτό, το όριο ηλικίας για συνταξιοδότηση αυξήθηκε από τα 60 στα 62 χρόνια.

Δικαίωμα ψήφου στις εκλογές έχουν όσες και όσοι είναι ηλικίας 18 ετών και άνω.

Στις 11 Μαρτίου του 2009 o Πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί ανακοίνωσε επίσημα την επιστροφή - έπειτα από 43 χρόνια -της χώρας στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Εξαιτίας της απόφασης αυτής, η Κυβέρνηση Φίγιον ήρθε αντιμέτωπη με πρόταση μομφής. Με 329 ψήφους κατά της πρότασης μομφής έναντι 238 υπέρ η κυβέρνηση έλαβε την ψήφο εμπιστοσύνης από το κοινοβούλιο στις 17 Μαρτίου του 2009.

Η Γαλλία διατηρεί στρατιωτικές βάσεις σε άλλες χώρες. Στις 26 Μαΐου του 2009 ο πρωθυπουργός Φρανσουά Φιγιόν εγκαινίασε στρατιωτική βάση στο Αμπού Ντάμπι (στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα).




#Article 66: Γερμανία (4326 words)


Η Γερμανία, επίσημα Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (γερμανικά: Bundesrepublik Deutschland), είναι η δεύτερη μεγαλύτερη σε πληθυσμό χώρα της Ευρώπης, και πρώτη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και μία από τις σημαντικότερες βιομηχανικές και ανεπτυγμένες χώρες του κόσμου. Συνορεύει προς τα βόρεια με τη Δανία, στα ανατολικά με την Πολωνία και την Τσεχία, στα νότια με την Αυστρία και την Ελβετία και στα δυτικά με τη Γαλλία, το Λουξεμβούργο, το Βέλγιο και την Ολλανδία. Στα βόρεια βρέχεται από τη Βόρεια Θάλασσα και τη Βαλτική. Η Γερμανία (η τότε Δυτική Γερμανία) είναι ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επίσης, η Γερμανία είναι ο δεύτερος πιο δημοφιλής προορισμός μετανάστευσης μετά από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η πρωτεύουσα και η μεγαλύτερη μητρόπολη της Γερμανίας είναι το Βερολίνο, ενώ η μεγαλύτερη συγκέντρωση είναι στην κοιλάδα του Ρουρ, (κύρια κέντρα: Ντόρτμουντ και Έσσεν). Στις άλλες μεγάλες πόλεις της χώρας συμπεριλαμβάνονται το Αμβούργο, το Μόναχο, η Κολωνία, η Φρανκφούρτη, η Στουτγκάρδη, το Ντίσελντορφ, η Λειψία, η Βρέμη, η Δρέσδη, το Αννόβερο και η Νυρεμβέργη.

Αρκετές γερμανικές φυλές έχουν κατοικήσει τα βόρεια εδάφη της σημερινής Γερμανίας από την κλασική αρχαιότητα. Μια περιοχή με το όνομα Γερμανία αναφέρθηκε πριν από το 100 μ.Χ. Κατά την Εποχή των Μεταναστεύσεων, οι Γερμανικές φυλές επεκτάθηκαν νοτιότερα. Στις αρχές του 10ου αιώνα, οι Γερμανικές επικράτειες σχημάτισαν ένα κεντρικό μέρος της Άγιας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Κατά την διάρκεια του 16ου αιώνα, οι βόρειες περιοχές της Γερμανίας έγιναν το κέντρο της Προτεσταντική Μεταρρύθμιση. Τα απομεινάρια της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας σχημάτισαν την Γερμανική Συνομοσπονδία το 1815, ενώ οι Γερμανικές επαναστάσεις του 1848-49 εγκαθίδρυσαν πολλά δημοκρατικά δικαιώματα. Το 1871, η Γερμανία έγινε εθνικό κράτος μετά από την ένωση των περισσότερων Γερμανικών κρατών στην Γερμανική Αυτοκρατορία. Μετά από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την Γερμανική Επανάσταση του 1918-1919, η Αυτοκρατορία αντικαταστάθηκε με την Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Το 1933, μετά την ανάληψη της εξουσίας από τους Ναζί, ιδρύθηκε η Ναζιστική Γερμανία, μία δικτατορία που γρήγορα οδήγησε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και σε μία από τις μεγαλύτερες γενοκτονίες της ιστορίας, το Ολοκαύτωμα. Το 1945, η Γερμανία και το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης είχε καταστραφεί και παντού υπήρχαν ερείπια. Μετά από το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου στην Ευρώπη και μετά από μια περίοδο Συμμαχικής κατοχής, ιδρύθηκαν δύο γερμανικά κράτη: η δημοκρατική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (κοινώς γνωστή ως Δυτική Γερμανία) και η σοσιαλιστική Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας (κοινώς γνωστή ως Ανατολική Γερμανία). Στις 3 Οκτωβρίου του 1990, η χώρα επανενώθηκε.

Στον 21ο αιώνα, η Γερμανία είναι μια μεγάλη δύναμη και έχει το τέταρτο μεγαλύτερο ΑΕΠ σε ονομαστική αξία και το 5ο μεγαλύτερο ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης. Ως παγκόσμιος αρχηγός σε αρκετούς τεχνολογικούς και βιομηχανικούς τομείς, είναι ο τρίτος μεγαλύτερος εξαγωγέας και εισαγωγέας αγαθών. Η Γερμανία είναι μία άκρως ανεπτυγμένη χώρα με πολύ υψηλή ποιότητα ζωής και αποτελείται από μία εξειδικευμένη και παραγωγική κοινωνία. Επίσης, παρέχει κοινωνική ασφάλιση και ένα πολύ καλό σύστημα υγείας, περιβαλλοντική προστασία και πανεπιστημιακή εκπαίδευση χωρίς δίδακτρα.Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ήταν ιδρυτικό μέλος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας το 1957 και της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 1993. Αποτελεί μέρος της Ζώνης Σένγκεν, και είναι ιδρυτικό μέλος της Ευρωζώνης το 1999. Η Γερμανία είναι μέλος των Ηνωμένων Εθνών, του NATO, της Ομάδας των Οχτώ, της Ομάδας των 20, και του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης. Η εθνική στρατιωτική δαπάνη είναι η 9η μεγαλύτερη παγκοσμίως. Γνωστή για την πλούσια πολιτισμική της ιστορία, η Γερμανία είναι συνεχώς η πατρίδα σημαντικών και επιτυχημένων καλλιτεχνών, φιλόσοφων, μουσικών, αθλητών, επιχειρηματιών, επιστημόνων, μηχανικών και εφευρετών.

Η Ελληνική λέξη Γερμανία προέρχεται από την Λατινική Germania, που πρωτοχρησιμοποιήθηκε από τον Ιούλιο Καίσαρα για τους ανθρώπους ανατολικά του Ρήνου. Ο γερμανικός όρος Deutschland, αρχικά ως diutisciu land («η Γερμανική γη») αντλείται από την λέξη deutsch, και προέρχεται από την λέξη diutisc, που σημαίνει «δημοφιλής» στα Παλιά Άνω Γερμανικά. Αρχικά χρησιμοποιήθηκε για να αποσαφηνιστεί η γλώσσα των απλών ανθρώπων από τα Λατινικά. Αυτό με την σειρά του προέρχεται από την Πρωτογερμανική λέξη þiudiskaz, που σημαίνει «δημοφιλής» (δείτε επίσης την Λατινοποιημένη μορφή Theodiscus), που προέρχεται από την λέξη þeudō, που κατάγεται από την Πρωτοϊνδοευρωπαϊκή λέξη tewtéh₂, που σημαίνει «άνθρωποι». Ακόμη, από την λέξη αυτή προέρχεται η λέξη «Τεύτονες».

Πριν από περίπου 5.000 χρόνια εμφανίζονται οι πρώτοι οικισμοί στον χώρο της σημερινής Γερμανίας. Η ανακάλυψη στην περιοχή Μάουερ 1 δείχνει ότι οι αρχαίοι άνθρωποι εμφανίστηκαν στην Γερμανία τουλάχιστον 600.000 χρόνια πριν. Τα πρώτα ολοκληρωμένα κυνηγετικά όπλα στον κόσμο ανακαλύφθηκαν σε ένα ανθρακωρυχείο στο Σένινγκεν, όπου βρέθηκαν ξύλινα ακόντια 380,000 ετών. Στην κοιλάδα Νεάντερ ανακαλύφθηκαν τα πρώτα μη-σύγχρονα απολιθώματα ανθρώπων. Το συγκεκριμένο είδος είναι γνωστό ως Νεάντερταλ. Τα απολιθώματα Νεάντερταλ 1 έχουν ηλικία 40.000 περίπου ετών. Η παρουσία του σύγχρονου ανθρώπου, σε παρόμοια χρονολογία, έχει βρεθεί σε σπηλιές στην Σουαβιανή Γιούρα κοντά στο Ούλμ. Στα ευρήματα περιλαμβάνεται ένα κόκαλο πουλιού και ελάσματα από ελεφαντόδοντο ηλικίας 42.000 ετών. Είναι τα παλαιότερα μουσικά όργανα που έχουν βρεθεί ποτέ, ενώ ο Άνθρωπος Λιοντάρι της Εποχής των Παγετώνων είναι η παλαιότερη μη αμφισβητούμενη εικαστική τέχνη, και δημιουργήθηκε 40,000 χρόνια πριν. Η Αφροδίτη του Χόχλε Φελς είναι η παλαιότερη μη αμφισβητούμενη ανθρώπινη εικονική τέχνη, και δημιουργήθηκε 35,000 χρόνια πριν. Ο Δίσκος της Νέμπρα είναι ένα αργυρό καλλιτέχνημα που δημιουργήθηκε στην Ευρωπαϊκή Εποχή του Χαλκού, και βρίσκεται σε ένα χώρο κοντά στην Νέμπρα, στην Σαξονία-Άνχαλτ. Είναι μέρος του Προγράμματος της Μνήμης του Κόσμου της Ουνέσκο.

Από το 58 π.Χ. και μετά, τα νερά του Ρήνου αποτελούν το φυσικό σύνορο μεταξύ της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και των γερμανικών φύλων. Στα τέλη του 1ου αι. π.Χ. οι Ρωμαίοι δοκιμάζουν να επεκταθούν ανατολικά του ποταμού, στη μεγάλη και σχετικά ανεξερεύνητη περιοχή της Κεντρικής Ευρώπης, τη λεγόμενη Μεγάλη Γερμανία, αλλά η προσπάθεια αποτυγχάνει. Μεταξύ του 1ου και του 6ου αιώνα τα γερμανικά φύλα εξαπλώνονται στην Ευρώπη και αναμειγνύονται με τους Κέλτες. Μεγάλες εκτάσεις των σημερινών ανατολικών κρατιδίων της Γερμανίας παραμένουν μέχρι τα τέλη του Μεσαίωνα πολιτιστικά στον σλαβικό χώρο.

Υπό την ηγεσία του Καρλομάγνου, το Βασίλειο των Φράγκων αγωνίζεται από το 800 και μετά να γίνει πρώτη ευρωπαϊκή δύναμη. Η αυτοκρατορία του όμως δε θα διαρκέσει για πολύ: κατά τη Συνθήκη του Βερντέν, που υπογράφεται στην ομώνυμη πόλη το 843, οι τρεις εγγονοί του Καρλομάγνου διαιρούν το τεράστιο αυτοκρατορικό κράτος του στο γαλλόφωνο Δυτικό Βασίλειο των Φράγκων και το γερμανόφωνο Ανατολικό Βασίλειο των Φράγκων.

Στις 2 Φεβρουαρίου του 962 ο Όθων Α΄ στέφεται στη Ρώμη πρώτος αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Έθνους, η οποία όμως με την πάροδο των αιώνων διαιρείται σε πολυάριθμα ανεξάρτητα βασίλεια και ελεύθερες πόλεις (Freie Reichsstadt). Τέλος, μετά τον Τριακονταετή Πόλεμο (1618-1648), ο οποίος χωρίζει τη δυτική Ευρώπη σε καθολικούς και προτεστάντες, o αυτοκράτορας της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας χάνει τη δύναμή του και παραμένει συμβολική μορφή.

Το 1806 ο Ναπολέων Α΄ Βοναπάρτης αναγκάζει τον Αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, Φραγκίσκο Β΄, να παραιτηθεί. Κατόπιν ενώνει πολλά από τα γερμανικά βασίλεια, στα οποία ενσωματώνει και πολλές ανεξάρτητες (άλλοτε περισσότερες από 80). Το Συνέδριο της Βιέννης συνεχίζει την πολιτική της ένωσης με τελικό αποτέλεσμα την ίδρυση της Γερμανικής Συνομοσπονδίας, η οποία αποτελείται από 38 γερμανικά κράτη. Η ισχυρότερη δύναμη εντός της χαλαρής αυτής συνομοσπονδίας είναι η Αυστρία.

Οι συνεχείς συγκρούσεις μεταξύ της Αυστρίας και της νέας γερμανικής δύναμης της Πρωσίας οδηγούν στον Αυστρο-πρωσικό πόλεμο του 1866. Αφού η Πρωσία νικά την Αυστρία, η Γερμανική Ομοσπονδία διαλύεται. Μετά τον Γάλλο-Πρωσικό πόλεμο του 1871/72 ιδρύεται η Βόρεια Γερμανική Συνομοσπονδία με πρώτη δύναμη την Πρωσία και δίχως την Αυστρία.

Το ίδιο έτος οι Γερμανοί ηγεμόνες ανακηρύσσουν στα ανάκτορα των Βερσαλλιών το Γερμανικό Ράιχ (το Ράιχ) και προσφέρουν το στέμμα στον Γουλιέλμο Α΄ της Πρωσίας. O Ότο φον Μπίσμαρκ ονομάζεται καγκελάριος της αυτοκρατορίας.

Στα τέλη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και η γερμανική μοναρχία βρίσκει το τέλος της. Ο Γουλιέλμος Β΄ παραιτείται και το Ράιχ μετατρέπεται σε κοινοβουλευτική δημοκρατία. Με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών οι Γερμανοί χάνουν μεγάλες εκτάσεις (στο σύνολο περίπου 11%) του κράτους τους που περιέρχονται στη Γαλλία, το Βέλγιο, την Τσεχοσλοβακία, τη Δανία, τη Λιθουανία και την Πολωνία. Επίσης χάνουν όλες τις αποικίες τους και υποχρεώνονται να πληρώνουν αρκετά μεγάλο ετήσιο ποσό επανορθώσεων στις νικητήριες δυνάμεις για περίπου 80 χρόνια.

Μετά την πτώση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης η Γερμανία της μορφής του ναζιστικού Τρίτου Ράιχ ακολουθεί από το 1933 αυστηρή επεκτατική πολιτική: το 1938 ο ηγέτης της Γερμανίας, Αδόλφος Χίτλερ, ενσωματώνει την πατρίδα του Αυστρία και εξασφαλίζει με τη συμφωνία του Μονάχου την προσάρτηση της Σουδητίας (περιοχή Γερμανόφωνων της Τσεχοσλοβακίας). Με τη γερμανική επίθεση κατά της Πολωνίας την 1 Σεπτεμβρίου 1939 αρχίζει ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, ο οποίος για τη Γερμανία λήγει στις 8 Μαΐου 1945 με συνθηκολόγηση άνευ όρων. Πριν, στις 30 Απριλίου, ο Χίτλερ αυτοκτονεί, ενώ το 1946 οι επιζώντες πολιτικά και στρατιωτικά κυρίως υπεύθυνοι καταδικάζονται στη δίκη της Νυρεμβέργης. Μετά το τέλος του πολέμου και την πτώση του τρίτου Γερμανικού Ράιχ, οι νικητήριες δυνάμεις ΗΠΑ και Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς και η Γαλλία, ιδρύουν στις ζώνες διοίκησης τους νέο δημοκρατικό κράτος, ενώ η ΕΣΣΔ ιδρύει σοσιαλιστικό κράτος. Η Γερμανία χάνει μεγάλα τμήματα της ανατολικής επικράτειάς της, τα οποία αποδίδονται κυρίως στην Πολωνία, ενώ το βόρειο τμήμα της ανατολικής Πρωσίας ενσωματώνεται στην ΕΣΣΔ.

Στις 23 Μαΐου 1949 ψηφίζεται το σύνταγμα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (Δυτική Γερμανία), η οποία ιδρύεται στις τρεις ζώνες διοίκησης των Συμμαχικών δυνάμεων, Η.Π.Α., Μεγάλης Βρετανίας και Γαλλίας. Η Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας (Ανατολική Γερμανία) ιδρύεται στις 7 Οκτωβρίου 1949 στη Σοβιετική ζώνη διοίκησης. Μεγάλες εκτάσεις στα ανατολικά του πρώην Γερμανικού Ράιχ παραχωρούνται στις γειτονικές χώρες. Ο κατοπινός ψυχρός πόλεμος μεταξύ ανατολής και δύσεως χωρίζει την κεντρική Ευρώπη, συμπεριλαμβάνοντας τα δύο γερμανικά κράτη, με το λεγόμενο «σιδηρούν παραπέτασμα» (βλ. Τείχος του Βερολίνου). Στα τέλη της δεκαετίας του '80 η αλλαγή της ηγεσίας της Σοβιετικής Ένωσης οδηγεί σε πολιτική σύγκλισης, σε (ειρηνικές) επαναστάσεις και τελικά στην πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος της Ανατολικής Γερμανίας και των άλλων κρατών μερών του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Με την πτώση του σιδηρού παραπετάσματος στην κεντρική Ευρώπη ανοίγουν και τα σύνορα μεταξύ Δυτικής Γερμανίας και Ανατολικής Γερμανίας. Στις 3 Οκτωβρίου 1990 πραγματοποιείται η προσχώρηση της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Οι νικήτριες Συμμαχικές δυνάμεις του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου αφήνουν τη χώρα, γεγονός που για τη Γερμανία σημαίνει την επανάκτηση της ανεξαρτησίας της.

Αρχείο:Reichstag_Berlin_Germany.jpg|μικρογραφία|270x270εσ|Οι δύο Γερμανίες ενώθηκαν στις 3 Οκτωβρίου του 1990. Από το 1999, το Ράιχσταγκ του Βερολίνου είναι το σημείο συνάντησης της Μπούντεσταγκ. 
Η ενωμένη Γερμανία θεωρεί ότι είναι η διευρυμένη συνέχεια της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και όχι κράτος διάδοχος. Σύμφωνα με τον νόμο Βερολίνου/Βόννης, που υιοθετήθηκε το 1994, το Βερολίνο έγινε και πάλι η πρωτεύουσα της ενωμένης Γερμανίας, ενώ η Βόννη είχε το καθεστώς του Μπούντεσταντ (ομοσπονδιακή πόλη) και ήταν η έδρα μερικών ομοσπονδιακών υπουργείων. Η μετατόπιση της κυβέρνησης ολοκληρώθηκε το 1999. Μετά από τις εκλογές του 1998, ο Γκέρχαρντ Σρέντερ έγινε ο πρώτος Καγκελάριος μίας συμμαχίας με την Συμμαχία '90/Οι Πράσινοι. Στα κύρια σχέδια των δύο κυβερνήσεων του Σρέντερ περιλαμβανόταν η Agenda 2010, για τον ανασχηματισμό της εργατικής αγοράς, ώστε να γίνει πιο ευέλικτη και να μειωθεί η ανεργία.

Ξεκινώντας από τον βορρά και προχωρώντας προς τον νότο διακρίνονται τέσσερις φυσικές περιοχές που διαφέρουν μεταξύ τους: το Γερμανικό Βαθύπεδο (Norddeutsche Tiefebene), τα Μεσαία Όρη (Mittelgebirge), το Σουηβοβαυαρικό Υψίπεδο (Nördliches Alpenvorland) και οι Γερμανικές Άλπεις (Ostalpen).

Το Γερμανικό Βαθύπεδο κλείνεται στα νότια από τους ορεινούς όγκους της κεντρικής Ευρώπης ενώ στα βόρεια κατεβαίνει προς τις πεδινές λεκάνες που βρέχονται από τη Βόρεια Θάλασσα και τη Βαλτική Θάλασσα και γενικώς έχει όψη μάλλον ομοιόμορφη.

Τα Μεσαία Όρη δεν έχουν πραγματική μορφολογική ενότητα. Το ίδιο το βόρειο όριο με το βαθύπεδο είναι συχνά ασαφές και μερικές φορές πολύ έντονο με μεγάλες προεξοχές. Στα νότια, στην περιοχή του άνω Δούναβη περίπου, τα Μεσαία Όρη αποτελούν προϊόν πολύπλοκων ορογενετικών και ηπειρογενετικών φαινομένων που ανάγονται στην πρωτογενή εποχή. Ερκύνιες ορογενετικές κινήσεις παραμόρφωσαν έντονα την περιοχή ώστε να καταλήξει σε σειρά πολλών λόφων που σκεπάστηκε πολλές φορές από τα νερά της θάλασσας. Έπειτα από την αλπική ορογένεση, η περιοχή καλύφτηκε από ακανόνιστες οροσειρές που προκάλεσαν τεκτονικές μετατοπίσεις.

Νότια του Δούναβη υψώνεται βαθμιαία το Σουηβοβαυαρικό Υψίπεδο, το οποίο αποτελεί κεντρικό τμήμα της εκτεταμένης περιοχής των υποαλπικών υψωμάτων, που απλώνονται στους πρόποδες των εξωτερικών πλαγιών των Άλπεων, ανάμεσα στη Σαβοΐα και στη λεκάνη της Βιέννης, πλούσια σε βοσκότοπους και δάση κωνοφόρων.

Το γερμανικό τμήμα των Άλπεων αποτελεί στενή λωρίδα μονάχα που αντιστοιχεί στο Βαυαρικό οροπέδιο και τις Βαυαρικές Προάλπεις. Ψηλότερη κορυφή των Γερμανικών Άλπεων και συγχρόνως ολόκληρης της Γερμανίας είναι η Τσούγκσπιτσε στη Βαυαρία, που φτάνει τα 2.962 μ. Η μεγαλύτερη λίμνη είναι η λίμνη της Κωνσταντίας στις Άλπεις.

Το μεγαλύτερο τμήμα της χώρας έχει ένα εύκρατο κλίμα με εποχικές διακυμάνσεις, ενώ γενικά επικρατούν υγροί δυτικοί άνεμοι. Το κλίμα επηρεάζεται από το βόρειο Ατλαντικό ρεύμα, ως βόρεια προέκταση του Ρεύματος του Κόλπου. Αυτά τα θερμά νερά επηρεάζουν τις βόρειες παράκτιες στη Βόρεια Θάλασσα περιοχές, συμπεριλαμβάνοντας τη χερσόνησο της Γιουτλάνδης και τις περιοχές κατά μήκος του Ρήνου, ο οποίος εκβάλλει στη Βόρεια Θάλασσα. Αυτό έχει ως συνέπεια την παρουσία ωκεάνιου κλίματος στις βορειοδυτικές και βόρειες περιοχές, με μέγιστη βροχόπτωση το καλοκαίρι και παρουσία υετού όλο το χρόνο. Οι χειμώνες είναι ήπιοι και τα καλοκαίρια δροσερά, αν και σε ορισμένες περιοχές οι θερμοκρασίες υπερβαίνουν και τους 30 °C για παρατεταμένες περιόδους.

Στα ανατολικά της χώρας το κλίμα είναι περισσότερο ηπειρωτικό, με ψυχρούς χειμώνες και θερμά καλοκαίρια, αλλά και με παρατεταμένες περιόδους ανομβρίας. Η κεντρική και η νότια Γερμανία είναι περιοχές μετάβασης που κυμαίνονται από ήπιο ωκεάνιο μέχρι ηπειρωτικό κλίμα. Επιπλέον του ωκεάνιου και ηπειρωτικού κλίματος, τα οποία κυριαρχούν στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας, οι αλπικές περιοχές στα άκρα νότια και λιγότερο σε μερικές περιοχές των κεντρικών υψιπέδων της Γερμανίας έχουν ορεινό κλίμα, με χαμηλότερες θερμοκρασίες και περισσότερο υετό.

Το πολίτευμα της Γερμανίας είναι Ομοσπονδιακή Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία. Αρχηγός του κράτους είναι ο Ομοσπονδιακός Πρόεδρος, ο οποίος είναι ο εγγυητής του πολιτεύματος και εκπροσωπεί το γερμανικό κράτος διεθνώς. Η θητεία του διαρκεί πέντε χρόνια. Αρχηγός της κυβέρνησης είναι ο Καγκελάριος, ο οποίος ασκεί εκτελεστική εξουσία. Σήμερα, Πρόεδρος της Γερμανίας από τις 18 Μαρτίου 2015 είναι ο Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ. Καγκελάριος της Γερμανίας είναι η Άνγκελα Μέρκελ.

Σε ομοσπονδιακό επίπεδο υπάρχουν δύο νομοθετικά σώματα: η Ομοσπονδιακή Βουλή (Bundestag) και το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο (Bundesrat). Τα μέλη της Ομοσπονδιακής Βουλής εκλέγονται απ' ευθείας από τον λαό σε εθνικό επίπεδο κάθε τέσσερα χρόνια. Αρμοδιότητα της Ομοσπονδιακής Βουλής είναι και η εκλογή του Καγκελάριου.
Το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο αντιπροσωπεύει τα ομόσπονδα κράτη (Länder) και τα μέλη του ορίζονται από τις κυβερνήσεις αυτών.

Τα υπουργεία και οι αρμόδιοι υπουργοί της Γερμανίας είναι οι εξής:

Ο Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάιερ από το SPD εξελέγη με 931 ψήφους από το Κοινοβούλιο Πρόεδρος της Γερμανίας στις 12 Φεβρουαρίου 2017 και ανέλαβε καθήκοντα στις 19 Μαρτίου.

Έπειτα από την παραίτηση του Κρίστιαν Βουλφ, ο Γιόαχιμ Γκάουκ εξελέγη Πρόεδρος από το Κοινοβούλιο με 991 ψήφους από συνολικά 1228, ως υποψήφιος της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης, της Χριστιανοκοινωνικής Ένωσης, του Ελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος και του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος.

Στη μεταπολεμική ιστορία της Γερμανίας κυριαρχούν δύο κόμματα: το Χριστιανοδημοκρατικό (CDU) και το Σοσιαλδημοκρατικό (SPD). Καθώς το εκλογικό σύστημα ευνοεί τη δημιουργία συνασπισμών, άλλα μικρότερα κόμματα έχουν κατά καιρούς συμμετάσχει στην κυβέρνηση. Σήμερα εκτός των CDU/CSU και SPD στην Ομοσπονδιακή Βουλή μετέχουν το Ελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα (FDP), Η Αριστερά (Die Linke) και η Συμμαχία '90/Οι Πράσινοι (Bündnis 90/Die Grünen).

Στις εκλογές του 2005 το αποτέλεσμα των εκλογών ήταν περίπου ισόπαλο για τα δύο μεγάλα κόμματα, με βραχεία κεφαλή του CDU. Έτσι σχηματίστηκε κυβέρνηση μεγάλου συνασπισμού με Καγκελάριο την αρχηγό των χριστιανοδημοκρατών Άνγκελα Μέρκελ. Στις εκλογές του 2009 πρώτα κόμμα αναδείχτηκαν και πάλι οι χριστιανοδημοκράτες. Η Άνγκελα Μέρκελ αναμένεται να σχηματίσει κυβέρνηση συνασπισμού με τους ελεύθερους δημοκράτες που ενίσχυσαν σημαντικά τα ποσοστά τους.

Οι πιο πρόσφατες εκλογές διεξήχθησαν τον Σεπτέμβριο του 2017.

Η Γερμανία διαιρείται σε δεκαέξι ομόσπονδα κράτη, τα λεγόμενα Bundesländer (στον ενικό Bundesland). Το κάθε ομόσπονδο κράτος έχει τη δική του κυβέρνηση και το δικό του κοινοβούλιο, καθώς και τα δικά του σύμβολα (σημαία, εθνόσημο). Ορισμένα μάλιστα έχουν το δικό τους εθνικό ύμνο, όπως π.χ. η Βαυαρία. Ο αρχηγός του κάθε κράτους κατέχει τον τίτλο του πρωθυπουργού (γερμαν. Ministerpräsident).

Από τα δεκαέξι ομόσπονδα κράτη, τα τρία αποτελούν κράτη-πόλεις. Αυτά είναι: η πρωτεύουσα Βερολίνο, η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη και κύριο λιμάνι της χώρας Αμβούργο, καθώς και η Βρέμη. Οι δύο τελευταίες πόλεις έχουν μακρά παράδοση αυτονομίας, που χρονολογείται από τα ύστερα μεσαιωνικά έτη, όταν αμφότερες αποτελούσαν μέλη της Χανσεατικής Ένωσης.

Τα υπόλοιπα δεκατρία κράτη είτε αποτελούν την ιστορική συνέχεια ανεξαρτήτων γερμανικών κρατών πριν από την ένωση του 1871 (όπως π.χ. η Βαυαρία, η Έσση) είτε δημιουργήθηκαν μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (όπως η Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, η Κάτω Σαξονία). Μετά την επανένωση του 1990, δημιουργήθηκαν πέντε νέα ομόσπονδα κράτη από τα εδάφη της Ανατολικής Γερμανίας, των οποίων οι ονομασίες αντιστοιχούν είτε σε ιστορικά κράτη προ του 1871 (π.χ. η Σαξονία) είτε σε ιστορικές περιοχές (π.χ. το Βρανδεμβούργο). Τα μεγάλα σε πληθυσμό ομόσπονδα κράτη υποδιαιρούνται σε μικρότερες διοικητικές ενότητες, αντιστοίχων των ελληνικών νομών.

Οι οκτώ μεγαλύτερες σε πληθυσμό πόλεις της Γερμανίας (χωρίς τις μητροπολιτικές τους περιοχές, 26 Δεκεμβρίου 2010):

Η οικονομία της Γερμανίας βασίζεται κυρίως στον βιομηχανικό τομέα και στον τομέα παροχής υπηρεσιών. Ενώ μεγάλες εκτάσεις της χώρας καταλαμβάνονται από αγροτικές καλλιέργειες, μόνο το 2-3% του πληθυσμού ασχολείται με τον τομέα αυτό, λόγω της μηχανοποίησης των καλλιεργειών. Με ΑΕΠ 2.714.418 εκατομμυρίων δολαρίων (2005), η Γερμανία αποτελεί την μεγαλύτερη εθνική οικονομία στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την τρίτη μεγαλύτερη παγκοσμίως. Εκτός αυτού, ήταν η μεγαλύτερη εξαγωγός χώρα του κόσμου από το 2003 έως το 2008. Από το 2011 παραμένει ο δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας.

Όσον αφορά το βιοτικό επίπεδο, η Γερμανία είναι, βάσει Δείκτη Ανθρώπινης Ανάπτυξης (Human Development Index), 19η στον κόσμο, ενώ η World Bank Group εκτιμά την ευημερία ανά κάτοικο ως την 5η μεγαλύτερη στον κόσμο, μετά από Ελβετία, Δανία, Σουηδία και ΗΠΑ. Το υψηλό βιοτικό επίπεδο συνοδεύεται με ιδιαίτερα χαμηλή φοροδιαφυγή και χαμηλό επίπεδο διαφθοράς.

Ως προς την οικονομική ανάπτυξη υπάρχουν μεγάλες τοπικές διαφορές, ο νότος τις Γερμανίας με τα κρατίδια Βάδη-Βυρτεμβέργη, Βαυαρία και Έσση θεωρείται πλουσιότερος από τον βορρά. Η οικονομία του νότου στηριζόταν το πλείστον σε μικρότερες βιομηχανίες από περισσότερους τομείς.

Η Γερμανία είναι η έβδομη πιο επισκεπτόμενη χώρα στον κόσμο, με 407 εκατομμύρια διανυκτερεύσεις κατά την διάρκεια του 2012. Αυτός ο αριθμός περιλαμβάνει 68,83 εκατομμύρια διανυκτερεύσεις από ξένους επισκέπτες. Το 2012, πάνω από 30,4 εκατομμύρια διεθνείς τουρίστες έφτασαν στην Γερμανία. Το Βερολίνο είναι η τρίτος μεγαλύτερος σε επισκέψεις προορισμός της Ευρώπης. Επιπροσθέτως, πάνω από 30% των Γερμανών περνούν τις διακοπές τους στην χώρα τους, και ο πιο δημοφιλής εγχώριος προορισμός είναι το Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία. Τα εγχώρια και διεθνή ταξίδια και τουρισμός συνεισφέρει κατά 43,2 δισεκατομμύρια ευρώ στο Γερμανικό ΑΕΠ. Επίσης, η τουριστική βιομηχανία αποτελεί το 4,5% του Γερμανικού ΑΕΠ και παρέχει 2 εκατομμύρια θέσεις εργασίας (το 4,8% της συνολικής απασχόλησης).

Στα πιο δημοφιλή ορόσημα της Γερμανίας περιλαμβάνεται το Κάστρο Νόισβανσταϊν, ο Καθεδρικός Ναός της Κολωνίας, η Μπούντεσταγκ, το Χοφμπρεουχάους στο Μόναχο, το Κάστρο της Χαϊδελβέργης, το Τσβίνγκερ στην Δρέσδη, ο Τηλεοπτικός πύργος στο Βερολίνο και ο Καθεδρικός Ναός του Άαχεν. Το Europa-Park κοντά στο Φράιμπουρκ είναι το δεύτερο μεγαλύτερο θεματικό πάρκο της Ευρώπης, με βάση τις επισκέψεις.

Ως πυκνοκατοικημένη χώρα σε κεντρική τοποθεσία στην Ευρώπη και με ανεπτυγμένη οικονομία, η Γερμανία διαθέτει πυκνό δίκτυο και υποδομή μεταφορών. Σημαντικότερο λιμάνι της χώρας είναι το Αμβούργο, ενώ ναυσιπλοΐα γίνεται και στους ποταμούς, το πλείστον για την μεταφορά βαριών εμπορευμάτων. Το μεγαλύτερο αεροδρόμιο είναι το διεθνές αεροδρόμιο της Φρανκφούρτης, που είναι και το κέντρο για ταξίδια στο εξωτερικό. Ταξίδια στο εσωτερικό γίνονται συνήθως με τραίνα της εταιρίας Deutsche Bahn, εκ τον οποίων τα ICE είναι τα τραίνα υψηλής ταχύτητας. Λεωφορεία υπάρχουν μόνο στον εκδρομικό τομέα ή σε διαδρομές ελάχιστης κίνησης.

Η χώρα καλύπτεται από πυκνό δίκτυο αυτοκινητοδρόμων (Autobahn) υψηλής ποιότητας και με άψογη σήμανση. Η οδήγηση για οικολογικούς λόγους δεν είναι πρώτη προτίμηση , δημοφιλής παραμένει σε αυτές της καθημερινές διαδρομές που οι δημόσιες συγκοινωνίες είναι ακριβές ή δεν εξυπηρετούν. Μια πολιτική των δήμων για την βελτίωση του κλίματος είναι η ελάττωση των θέσεων στάθμευσης στα κέντρα και στις γειτονιές. Μέχρι σήμερα όμως το αυτοκίνητο έχει ισχυρή θέση λόγω της παρούσιας σημαντικών αυτοκινητοβιομηχανιών, που αποτελούν και παράγοντα θέσεων εργασίας.

Το μεγαλύτερο αεροδρόμιο της Γερμανίας είναι της Φρανκφούρτης. Εκεί βρίσκεται η έδρα μία από τις μεγαλύτερες αεροπορικές εταιρίες του κόσμου, η Lufthansa, καθώς έχει και έδρα και στο Μόναχο.

Με 83.122.889 κατοίκους, σύμφωνα με επίσημη εκτίμηση για το 2020, η Γερμανία είναι η μεγαλύτερη πληθυσμιακά χώρα της Ευρώπης. Ο ρυθμός γεννήσεων είναι όμως ένας από τους χαμηλότερους στην ήπειρο, ενώ στατιστικά αντιστοιχούν 1,55 παιδιά ανά γυναίκα. Ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού είναι αρνητικός, με τελευταία εκτίμηση -0,05% σε ετήσια βάση, και διατηρείται σε αυτό το επίπεδο αποκλειστικά από το μεταναστευτικό ρεύμα και τους μετανάστες που ζουν εκεί. Σε άλλη περίπτωση, ο πληθυσμός της χώρας θα μειωνόταν με ρυθμό 0,9% το χρόνο.

Η πλειονότητα των κατοίκων, περίπου 68 εκατομμύρια (82%), είναι Γερμανικής καταγωγής, ενώ συνολικά περίπου 75 εκατομμύρια έχουν την γερμανική υπηκοότητα. Περίπου 15 εκατομμύρια κάτοικοι είναι ξένης καταγωγής, ενώ 8 εκατομμύρια έχουν ξένες υπηκοότητες. Οι μεγαλύτερες ομάδες μεταναστών προέρχονται κυρίως από χώρες της ανατολικής Ευρώπης, έχοντας γερμανική καταγωγή, όπως Ρώσοι και Πολωνοί. Επίσης, μεγάλο τμήμα προέρχεται από χώρες της Ασίας, όπως Τούρκοι, Κούρδοι, Ιρανοί και Άραβες. Το υπόλοιπο ποσοστό των μεταναστών προέρχεται από χώρες της νότιας Ευρώπης, όπως την Ιταλία, τη Βοσνία Ερζεγοβίνη, τη Σλοβενία, τη Σερβία, την Αλβανία και την Ελλάδα. Τέλος, μικρό ποσοστό προέρχεται από χώρες της Αφρικής.

Σημαντικές πληθυσμιακές ομάδες με πλήρη ή μερική γερμανική καταγωγή, καταγράφονται στις ΗΠΑ (περίπου 50 εκατ.), στη Βραζιλία (περίπου 5 εκατ.), και στον Καναδά (περίπου 3 εκατ.).

Το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού, σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2019 του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας ήταν 81,7 χρόνια (78,7 χρόνια οι άνδρες και 84,8 οι γυναίκες).

Μεγάλο μέρος του πληθυσμού συγκεντρώνεται σε μεγάλα αστικά συγκροτήματα, όπως το Βερολίνο, το Αμβούργο, το Μόναχο, η Κολονία, η Φρανκφούρτη και η Στουτγκάρδη. Παράλληλα, η επαρχία της χώρας είναι αρκετά πυκνοκατοικημένη, με μικρές πόλεις, κωμοπόλεις, αλλά και μεγάλα χωριά, σε όλη την έκτασή της. Μεγάλη αστική συγχώνευση καταγράφεται στην περιοχή του Ρήνου στο Ρουρ, στο ομόσπονδο κρατίδιο της Βόρεια Ρηνανίας-Βεστφαλίας, όπου περίπου 12 εκατ. κατοικούν στις γειτονικές πόλεις του Ντίσελντορφ, της Κολονίας, του Έσσεν, του Ντόρτμουντ, του Ντούισμπουργκ και του Μπόχουμ.

Ο χριστιανισμός είναι η επικρατέστερη θρησκεία στη Γερμανία, με περίπου 53 εκατομμύρια πιστούς, σχεδόν το 64% του συνολικού πληθυσμού. Συγκεκριμένα, το 32,3% (περίπου 27 εκατ.) είναι προτεστάντες που ανήκουν κυρίως στην Ευαγγελική Εκκλησία, και το υπόλοιπο 31% (περίπου 26 εκατ.) καθολικοί. Επίσης, υπάρχουν μειονότητες ορθοδόξων, κοπτών και άλλων χριστιανικών δογμάτων. Οι ορθόδοξοι κυρίως προέρχονται από τη Σερβία και την Ελλάδα. Οι προτεστάντες καταγράφονται στη βόρεια και την ανατολική Γερμανία, ενώ οι καθολικοί κυριαρχούν στο νότο και τα δυτικά της χώρας. Επίσης, υπάρχουν 164.885 Μάρτυρες του Ιεχωβά και 38.992 Μορμόνοι της Εκκλησίας του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών. Ο μέχρι την 28 Φεβρουαρίου 2013 προκαθήμενος της Καθολικής Εκκλησίας Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ' έχει γεννηθεί στη Βαυαρία.

Το Ισλάμ αποτελεί τη δεύτερη μεγαλύτερη θρησκευτική κοινότητα της χώρας, με σχεδόν 4,5 εκατ. πιστούς, που αναλογούν περίπου στο 5% του συνολικού πληθυσμού. Οι περισσότεροι προέρχονται από μεταναστευτικά ρεύματα, ενώ κυριαρχούν οι Σουνίτες και οι Αλεβίτες, προερχόμενοι από την Τουρκία. Επίσης, καταγράφεται μικρός αριθμός Σιιτών.

Ο Βουδισμός και οι Εβραίοι έχουν περίπου 200.000 πιστούς (0,25%), ενώ ο Ινδουισμός και οι Σιχ ακολουθούν με μικρότερα ποσοστά. Σχεδόν το 50% των βουδιστών στη Γερμανία είναι μετανάστες από χώρες της Ασίας. Επίσης, η Γερμανία έχει τον τρίτο μεγαλύτερο πληθυσμό Εβραίων στην Ευρώπη, μετά τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία, ενώ πόλεις με σημαντική εβραϊκή παρουσία είναι το Βερολίνο, η Φρανκφούρτη και το Μόναχο.

Το ποσοστό του μη θρησκευόμενου πληθυσμού, που περιλαμβάνει άθεους και αγνωστικιστές, ανέρχεται περίπου στο 30% του συνολικού πληθυσμού, ενώ γεωγραφικά καταγράφεται ιδιαίτερα στα πρώην κρατίδια της Ανατολικής Γερμανίας, καθώς και σε μεγάλες αστικές περιοχές. Σύμφωνα με έρευνα του 2005 για το Ευρωβαρόμετρο, το 47% των πολιτών της Γερμανίας συμφωνούν με τη φράση «Πιστεύω ότι υπάρχει Θεός», ενώ το 25% συμφωνεί με τη φράση «Πιστεύω ότι υπάρχει ένα είδος πνευματικής δύναμης», και άλλο ένα 25% αναφέρει ότι «Δεν πιστεύω ότι υπάρχει κάποιο είδος πνευματικής δύναμης ή Θεού».

Τα Γερμανικά αποτελούν την επίσημη και κυρίαρχη γλώσσα στη Γερμανία. Είναι μία από τις 24 επίσημες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μία από τις τρεις γλώσσες εργασίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, μαζί με τα Γαλλικά και τα Αγγλικά. Αναγνωρισμένες γλωσσικές μειονότητες στη Γερμανία αποτελούν τα Δανικά, τα Σορβικά, τα Ρωμανικά και τα Φριζικά, ενώ η πιο διαδεδομένες γλώσσες ανάμεσα στους μετανάστες είναι τα Τουρκικά, τα Πολωνικά, τα Ρώσικα, και διάφορες Βαλκανικές γλώσσες.

Η επίσημη Γερμανική γλώσσα ανήκει στην οικογένεια των δυτικών γερμανικών γλωσσών, ενώ κατατάσσεται και συγγενεύει με τα Αγγλικά, τα Ολλανδικά, αλλά και τις Φριζικές γλώσσες. Σε μικρότερο βαθμό συνδέεται επίσης με την οικογένεια των ανατολικών και βόρειων (σήμερα εκλειπουσών) γερμανικών γλωσσών. Το μεγαλύτερο μέρος του λεξιλογίου της προέρχεται από τον γερμανικό κλάδο των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών, ενώ μικρά τμήματά του κατάγονται από τα Λατινικά και τα Ελληνικά, καθώς και τα Γαλλικά και τα σύγχρονα Αγγλικά. Η γραφή γίνεται με τη χρήση του Λατινικού αλφαβήτου, το οποίο έχει 26 χαρακτήρες, με την προσθήκη τριών φωνηέντων με διπλή άνω στίξη, γνωστή ως Ούμλαουτερν (Umlautern), των ä, ö, και ü, και του χαρακτήρα Εστσέτ (Eszett), ß, ορθογραφική παραλλαγή του ss (προφορά: [s]) όταν ακολουθεί μακρά φωνήεντα και διφθόγγους.

Διάφορες διάλεκτοι της γλώσσας καταγράφονται ως ποικιλίες, με κύριο άξονα παραδοσιακά τοπικές ιδιαιτερότητες στο λόγο, προερχόμενες από ιστορικά διαφορετικά γερμανικά φύλα. Ορισμένες από αυτές είναι δυσνόητες για όσους γνωρίζουν μόνο τα επίσημα Γερμανικά, καθώς διαφέρουν στο λεξιλόγιο, την προφορά, αλλά και τη σύνταξη.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, η Γερμανική γλώσσα ομιλείται από περίπου 100 εκατομμύρια ανθρώπους, αλλά σχεδόν 80 εκατομμύρια μη Γερμανόφωνους. Αποτελεί την κύρια γλώσσα για περίπου 90 εκατομμύρια κατοίκων (18%) της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παράλληλα, τα Γερμανικά αποτελούν επίσημη γλώσσα στην Αυστρία, την Ελβετία, το Λουξεμβούργο και το Βέλγιο, ενώ γερμανόφωνοι κάτοικοι υπάρχουν στην Ολλανδία, στην Δανία, στην Τσεχία, την Πολωνία, την Ουγγαρία και τη Λιθουανία.

Από τη Γερμανία κατάγονταν σπουδαίοι δημιουργοί σε όλο το φάσμα των τεχνών και των επιστημών από την Αναγέννηση έως και τις μέρες μας μεταξύ των οποίων οι: Ντύρερ, Χολμπάιν, Ρούμπενς (ζωγραφική), Γκαίτε, Τόμας Μαν (λογοτεχνία), Χέγκελ, Καντ, Νίτσε, Σοπενάουερ (φιλοσοφία),Γκότφριντ Βίλχελμ Λάιμπνιτς, Καρλ Φρίντριχ Γκάους, Μπέρναρντ Ρίμαν, Γκέοργκ Κάντορ, Ντάβιντ Χίλμπερτ, Φέλιξ Κλάιν, Χέρμαν Σβαρτς (Μαθηματικά) κ.α.

Σημαντικότατη υπήρξε η συμβολή των Γερμανών καλλιτεχνών στο χώρο της κλασικής μουσικής με κύριους εκπροσώπους τους Μπετόβεν, Μπαχ, Στράους, Βάγκνερ, Μπραμς και Μέντελσον.




#Article 67: Ανδόρρα (1242 words)


Το Πριγκηπάτο της Ανδόρρας (καταλανικά: Principat d'Andorra, γαλλικά: Principauté d'Andorre, ισπανικά: Principado de Andorra) είναι πολύ μικρό περίκλειστο κράτος, που βρίσκεται στη νοτιοδυτική Ευρώπη, στα ανατολικά Πυρηναία, μεταξύ Γαλλίας και Ισπανίας. Έχει έκταση 468 τ.χλμ. και πληθυσμό 78.015 σύμφωνα με επίσημη εκτίμηση για το 2020. Το συνολικό μήκος της χώρας είναι 40 χλμ. Εκτός της πρωτεύουσας, Ανδόρρα λα Βέλια, περιλαμβάνει και 7 χωριά. Το κράτος ονομάζεται και Πριγκιπάτο των Κοιλάδων της Ανδόρρας.

Εξαιτίας της θέσης της στα ανατολικά Πυρηναία, η Ανδόρρα αποτελείται κυρίως από όρη με μέσο υψόμετρο 1.996 μ. Το μεγαλύτερο σε ύψος βουνό είναι το Κόμα Πεδρόσα (Coma Pedrosa) στα 2.946 μ. Το χαμηλότερο σημείο είναι 870 μ. στο σημείο που ενώνονται τρεις στενές κοιλάδες σε σχήμα Υ, στον ποταμό Βαλίρα.

Το εύκρατο κλίμα του κρατιδίου είναι παρόμοιο με εκείνο των όμορων χωρών του. Έτσι, εξαιτίας του μεγάλου υψομέτρου οι χειμώνες χαρακτηρίζονται από συχνές χιονοπτώσεις κατά μέσο όρο και παρατηρείται σχετική δροσιά το καλοκαίρι.Οι βροχοπτώσεις κατά μέσο όρο είναι της τάξης των 808 mm και η μέση θερμοκρασία κυμαίνεται από -1 ως 6 βαθμούς Κελσίου τον Ιανουάριο σε 12 με 26 βαθμούς Κελσίου τον Ιούλιο.

Φυτογεωγραφικά η χώρα ανήκει στην ευρωπαϊκή κυκλοβόρεια ατλαντική περιοχή. Σύμφωνα με το WWF, το έδαφος της Ανδόρρας ανήκει στην οικολογική ζώνη των κωνοφόρων και των μικτών δασών των Πυρηναίων. Τα δάση της αποτελούνται από πεύκα, ελάτες, βελανιδιές και άλλα δέντρα.

Η Πολιτεία της Ανδόρρας δημιουργήθηκε το 1278, όταν η περιοχή περιήλθε στον κόμη της Φουά (Comte de Foix) και στον επίσκοπο του Ουρζέλ. Τα δικαιώματα όμως της Κομητείας αυτής πέρασαν μετά από γάμο του Ερρίκου Δ΄ στο Γαλλικό Στέμμα. Έτσι, συνέχισε να βρίσκεται αυτοτελές μεν αλλά υπό την προστασία του εκάστοτε Βασιλέως, και σήμερα (κατά κληρονομικό δικαίωμα) Προέδρου της Γαλλικής Δημοκρατίας. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η χώρα παραλείφθηκε από την συνθήκη του 1919, με αποτέλεσμα να παραμείνει σε εμπόλεμη κατάσταση με τη Γερμανία ως το 1958. Το 1982 ανέλαβε πρώτος πρωθυπουργός ο Όσκαρ Ρίβας Ρετς και στις 14 Μαρτίου  του 1993 εγκρίθηκε Σύνταγμα με δημοψήφισμα. Σύμφωνα με το ίδιο το Σύνταγμα, τέθηκε σε ισχύ την ημέρα που δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στις 28 Απριλίου του 1993. Μερικούς μήνες αργότερα, στις 28 Ιουλίου του 1993, η Ανδόρρα έγινε μέλος του ΟΗΕ. Έπειτα από τις γενικές εκλογές του 2009, οι Σοσιαλδημοκράτες του Ζάουμε Μπαρτουμέου κέρδισαν συνολικά 14 έδρες στο 28μελές Γενικό Συμβούλιο έναντι 11 για το συνασπισμό του απερχόμενου πρωθυπουργού, Αλμπέρτ Πιντάτ. Ο Μπαρτουμέου σχημάτισε κυβέρνηση συνασπισμού από κοινού με το Ανδορρανό Κόμμα για την Αλλαγή (ApC), το οποίο κατέλαβε 3 έδρες. Ο Μπαρτουμέου εξελέγη πρωθυπουργός τον Ιούνιο του 2009 και ανέλαβε καθήκοντα στις 5 Ιουνίου του ιδίου έτους.

Ο πληθυσμός της χώρας είναι 78.015 κάτοικοι το 2020 (206η στον κόσμο). Στο κρατίδιο ζουν Ισπανοί, Γάλλοι, Πορτογάλοι, Βρετανοί και Ιταλοί, σε ποσοστό 67,7%. Οι Ανδορρανοί αποτελούν μειονότητα στην ίδια τους τη χώρα, με 33% του συνολικού πληθυσμού. Ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού είναι -0,1% (εκτίμηση 2021) με τον ρυθμό γεννήσεων να είναι 6,91 γεννήσεις/1000 κατοίκους και θανάτων 7,86 θάνατοι/1000 κατοίκους πληθυσμού (εκτίμηση 2021).

Η καταλανική γλώσσα είναι η εθνική γλώσσα της χώρας. Οι περισσότεροι κάτοικοι της χώρας μιλούν παράλληλα ισπανικά και γαλλικά. Το κρατίδιο είναι το μοναδικό μαζί με άλλα τρία (Γαλλία, Μονακό και Τουρκία) στην Ευρώπη που δεν έχει υπογράψει την Θεμελιώδη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Προστασία των Μειονοτήτων.

Ο πληθυσμός πρεσβεύει κυρίως το Ρωμαιοκαθολικό δόγμα. Η προστάτιδά τους είναι η Θεοτόκος του Μεριτσέλ (Mare de Déu de Meritxell). Στις 8 Σεπτεμβρίου είναι εθνική εορτή, καθώς τιμάται η μνήμη της. Επίσης, υπάρχουν 181 Μάρτυρες του Ιεχωβά.

Σύμφωνα με αμερικανική έρευνα του 2007, η Ανδόρα κατέχει το ρεκόρ μακροζωίας διεθνώς. Σύμφωνα με εκτιμήσεις για το 2021, το μέσο προσδόκιμο ζωής στη χώρα είναι 83,23 χρόνια (στους άνδρες 80,99 και στις γυναίκες 85,6).

Το κρατίδιο διαιρείται σε 7 ενορίες. Αυτές είναι:

Η οικονομία της βασίζεται κυρίως στον τουρισμό και αποτελεί οικονομικό κέντρο χάρη στις φορολογικές απαλλαγές. Το 1982 το Πριγκιπάτο επισκέφθηκαν, διερχόμενοι, περισσότεροι από 6 εκατομ. τουρίστες, αριθμός που ανέρχεται σε περισσότερο από 11,5 εκατομμύρια (εκτ. 2009). Επίσης οι κάτοικοι ασχολούνται με την καλλιέργεια πατάτας και καπνού. Καλλιεργούνται ακόμα κριθάρι και σίκαλη. Παράγεται επίσης ξυλεία και μόλυβδος. Οι εξαγωγές περιλαμβάνουν τσιγάρα, πούρα, έπιπλα, μεταλλικό νερό και γραμματόσημα. Η παραγωγή ηλεκτρισμού το 1984 ήταν 140 εκατομμύρια kwh και εισήγαγε ακόμη 200 εκατομμύρια kwh. Νόμισμα της χώρας είναι το ευρώ.

Αρχηγός Κράτους είναι από κοινού, ο εκάστοτε Πρόεδρος της Γαλλίας και ο επίσκοπος του Ουρζέλ. Έτσι, Αρχηγοί Κράτους (συνηγεμόνες) είναι σήμερα ο Εμμανυέλ Μακρόν και ο επίσκοπος του Ουρζέλ, Ζουάν Ενρίκ Βίβες Σισίλια. Ο Πρόεδρος της Γαλλίας εκπροσωπείται διά του προσωπικού του αντιπροσώπου στη συνηγεμονία. Στο αξίωμα αυτό υπηρετεί από τo 2017 ο Πατρίκ Στρζοντά. Αντιπρόσωπος του επισκόπου είναι ο Ζοζέπ Μαρία Μαουρί Πριόρ, από τον Ιούλιο του 2012. Την εκτελεστική εξουσία ασκεί ο αρχηγός κυβερνήσεως Zαβιέρ Εσπότ Ζαμόρα (από το 2019). Το τελευταίο Σύνταγμα της χώρας εγκρίθηκε σε δημοψήφισμα, το 1993. Το Κοινοβούλιο (Γενικό Συμβούλιο) αποτελείται από 28 μέλη, των οποίων η θητεία διαρκεί 4 έτη και ο πρόεδρός του (σήμερα ο Βισένς Ματέου Ζαμόρα, ανέλαβε καθήκοντα στις 28 Απριλίου 2011) καλείται Σύνδικος (Síndic General de les Valls d'Andorra). Δικαίωμα ψήφου έχουν όσες και όσοι είναι ηλικίας 18 ετών και άνω.

Η Ισπανία και η Γαλλία έχουν την ευθύνη για την άμυνα της Ανδόρρας. Σήμερα έχει πολύ μικρή στρατιωτική δύναμη, 700 περίπου αντρών, η οποία χρησιμοποιείται μόνο για εθιμοτυπικούς λόγους.

Οι αναλογικές τηλεοπτικές μεταδόσεις σταμάτησαν στις 25 Σεπτεμβρίου του 2007 και έκτοτε όλες οι τηλεοπτικές υπηρεσίες παρέχονται από την Επίγεια Ψηφιακή Τηλεόραση (Televisió Digital Terrestre ή TDT), η οποία μεταδίδει εκτός από τον μοναδικό τηλεοπτικό σταθμό της Ανδόρας και ισπανικά και γαλλικά κανάλια. Η κρατική ραδιοφωνία (Radio Nacional d’Andorra) ευθύνεται για τη λειτουργία του Radio Andorra και του μουσικού σταθμού Andorra Música.

Η Ανδόρρα συνδέεται με τις εθνικές οδούς Ισπανίας και Γαλλίας. Στερείται σιδηροδρομικού δικτύου και αεροδρομίου, με πλησιέστερους αερολιμένες αυτούς του Σέου δ' Ουρζέλ, της Βαρκελώνης και του Περπινιάν. Καθώς αποτελεί περίκλειστη χώρα, η Ανδόρα στερείται και λιμανιών. Η οδήγηση γίνεται στην δεξιά πλευρά του δρόμου. Για τις μεταφορές του κοινού γίνονται τακτικά δρομολόγια λεωφορείων.

Ο αλφαβητισμός είναι της τάξης του 100%. Το 1986 στα σχολεία του κράτους φοιτούσαν 3.490 μαθητές και μαθήτριες πρωτοβάθμιας, 3.113 δευτεροβάθμιας, 170 τεχνολογίας και 46 ειδικών σχολών. Η χώρα διαθέτει δημόσιο πανεπιστήμιο (Universitat d'Andorra) από το 1997. Αποτελείται από νοσηλευτική σχολή, μία σχολή επιστημών πληροφορικής και ένα κέντρο για σπουδές εξ αποστάσεως. Είναι μέλος της Ένωσης Ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων.

Στη χώρα διοργανώνονται μουσικά φεστιβάλ και παρουσιάζονται παραδοσιακοί χοροί, όπως οι «κοντραπάς» (contrapàs) και «μαράτσα» (marratxa). Σημαντικός χορός, τυπικός της Καταλονίας, είναι και η σαρδάνα (sardana). Επίσης, στο Εσκάλντες-Ενγκορδάν χορεύεται και ο «χορός της Αγίας Άννας».
Στην Κάβρα δε Αντόρα δραστηριοποιείται και Ορχήστρα Νέων. Από το 2004 μεχρι το 2009 η χώρα συμμετείχε στον ευρωπαϊκό διαγωνισμό τραγουδιού της Eurovision.

Η Ανδόρρα είναι δημοφιλής τόπος για χειμερινά αθλήματα, εξαιτίας των ορέων της. Ωστόσο, το ποδόσφαιρο είναι επίσης σημαντικό άθλημα για το μικρό κράτος. Η εθνική της ποδοσφαιρική ομοσπονδία (Federació Andorrana de Fútbol) ιδρύθηκε το 1994. Είναι μέλος της FIFA από το 1996. Έχει επίσης εθνική ομάδα ανδρών (εθνικά χρώματα είναι το κόκκινο, το μπλε και το κίτρινο), η οποία τον Απρίλιο του 2009 ήταν 195η στην παγκόσμια κατάταξη.

Σημαντικότερη, είναι η παρουσία της Ανδόρρας στο άθλημα του Ράγκμπι γιούνιον. 
Στην Ευρώπη (FIRA - AER)(Διεθνές Συμβούλιο Ράγκμπυ) την κατατάσσει 58η μεταξύ 93 χωρών.

Στην Ανδόρρα επίσης εδρεύει η ομάδα μπάσκετ ΜΚ Ανδόρρα η οποία συμμετέχει στο ισπανικό πρωτάθλημα.

Στην Ανδόρρα υπάρχουν πολλές πρεσβείες και προξενεία από χώρες που εκπροσωπούνται άμεσα σε αυτήν. 




#Article 68: Αφγανιστάν (1640 words)


Το Αφγανιστάν, επίσημα Ισλαμική Δημοκρατία του Αφγανιστάν (Περσικά: جمهوری اسلامی افغانستان,(Jomhūrī-ye Eslāmī-ye Afġānistān) Παστού: د افغانستان اسلامي جمهوریت (Da Afġānistān Islāmī Jomhoriyat') είναι μία χώρα στη νότια κεντρική Ασία. Συνορεύει βόρεια με το Τουρκμενιστάν, Ουζμπεκιστάν και Τατζικιστάν, επί συνολικού μήκους συνόρων 1.680 χλμ., βορειοανατολικά με την αυτόνομη περιοχή Σινκιάγκ Ουιγκούρ, της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, με μήκος συνόρων 80 χλμ., καθώς και με την περιοχή Τζαμού Κασμίρ, που διεκδικεί το Πακιστάν με μήκος συνόρων 320 χλμ., ανατολικά και νότια με το Πακιστάν με συνολικό μήκος συνόρων 1810 χλμ. και δυτικά με το Ιράν, με μήκος συνόρων 820 χλμ. Έχει έκταση περίπου 647.500 τ.χλμ.. Ο πληθυσμός (κατατάσσεται 42η στον κόσμο) της χώρας είναι 32.890.171 κάτοικοι, σύμφωνα με επίσημη εκτίμηση για το 2020. Πρόεδρος της χώρας είναι ο Ασράφ Γκάνι.

Είναι εξ ολοκλήρου μεσόγεια και ορεινή χώρα. Απέχει από τη θάλασσα (Αραβικό Κόλπο) περί τα 360 χλμ. Το περίγραμμά της μοιάζει με φύλλο δένδρου όπου μίσχος του φέρεται ο μεγάλος διάδρομος, χαράδρα Βαχάν, που διασχίζει τη Χώρα από ΝΔ προς ΒΑ. 
Η συνολική έκταση του Αφγανιστάν είναι 647.500 τ.χλμ. Το μέγιστο μήκος από τα δυτικά μέχρι ανατολικά σύνορα είναι 1.240 χλμ. και από το βορρά στο νότο περίπου τα 1.015 χλμ. Η βορειοδυτική, δυτική, προς Ιράν και νότια παραμεθόριες περιοχές είναι κατά κύριο λόγο έρημοι πεδιάδες και βραχώδεις περιοχές, ενώ τα βορειοανατολικά σύνορα καλύπτονται από τον κορυφο-παγετώνα του Χίντου Κους, ως επέκταση των δυτικών Ιμαλαΐων. Τα βόρεια σύνορα ορίζονται από τον ποταμό Αμού Ντάρια.

Περισσότερο από τα 2/3 του εδάφους του Αφγανιστάν καλύπτονται από ψηλά βουνά με μέσο υψόμετρο τα 2000 μέτρα, και κυρίως, τα βουνά Χίντου Κους (Hindu Kush) οροσειρά που δεσπόζει στο κέντρο της χώρας και που καλύπτει μήκος προς τα ΝΔ 800 χιλιόμετρα. Η οροσειρά αυτή διακλαδίζεται σαν βεντάλια που συνεχίζει με τρεις επιμέρους οροσειρές τις Κούχε Μπάμπα, Μπαντ-έ Μπάγιαν και Σαφίντ Κοχ ή Κουχ με συνέπεια να χωρίζεται η Χώρα σε τρία μεγάλα τμήματα: το κεντρικό υψίπεδο, τις βόρειες πεδιάδες και το νοτιοδυτικό οροπέδιο. Ψηλότερη κορυφή είναι ο Χιονισμένος Όγκος, ύψος 6.504 μ., τα Παροπαμίζ (4.231 μ.) και τα Κεντρικά Αφγανικά Βουνά (4.145 μ.).

Οι Βόρειες πεδιάδες βρίσκονται βόρεια των κεντρικών υψιπέδων και εκτείνονται από τα σύνορα του Ιράν, δυτικά, μέχρι τους πρόποδες του Παμίρ (ανατολικά) με συνολική έκταση περίπου τα 100.000 τ.χλμ. Οι νότιες περιοχές, νοτιοδυτικό οροπέδιο έχει μέσο υψόμετρο τα 550 μ. περιλαμβάνει τη γεωγραφική περιοχή Σιστάν, το ΝΔ άκρο όπου πρόκειται κυρίως για ερήμους και στέπες. 
Κυριότερες από τις πεδιάδες είναι η Ρεγκιστάν και Νταστί-Μαρκόχ. 
Κυριότερα ποτάμια της χώρας είναι: 

Οι λίμνες του Αφγανιστάν είναι μικρές σε μέγεθος και αριθμό, σημαντικότερες των οποίων και είναι: 

Επίσης υφίστανται μερικές αλυκές στα όρια του Χέλμαντ, στα δυτικά σύνορα με το Ιράν.

Το κλίμα του Αφγανιστάν είναι κυρίως ηπειρωτικό ξηρό, ενώ στα νότια και ανατολικά (στα σύνορα προς το Πακιστάν) είναι υποτροπικό, δηλαδή αυτό της άνυδρης στέπας με ψυχρούς χειμώνες και πολύ ζεστά καλοκαίρια, με πολλές όμως κλιματικές διαφορές, όπως στο ΒΑ τμήμα όπου το κλίμα είναι υποαρκτικό. Γενικά το κλίμα της Χώρας επηρεάζεται και από τους Μουσώνες του Ινδικού Ωκεανού με υγρασία και βροχές (Ιούλιος - Σεπτέμβριος). Γενικά στο Αφγανιστάν παρατηρούνται μεγάλες διαφορές θερμοκρασίας από 49 °C (Τζαλαλαμπάντ) τον Ιούλιο, μέχρι -31 °C (ορεινές περιοχές), το χειμώνα. Οι περισσότερες βροχοπτώσεις παρατηρούνται στο διάστημα από Δεκέμβριο μέχρι Μάρτιο, ενώ στα πεδινά συνεχίζουν μέχρι και Απρίλιο.

Στο Αφγανιστάν κατοικούν 50 περίπου εθνότητες, που καθεμιά έχει και τη δική της γλώσσα. Από το 1930 καθιερώθηκαν ως επίσημες γλώσσες η Παστού και η Περσική. Την παστού τη μιλάνε κυρίως οι Αφγανοί (Παστούν), ενώ η άλλη μεγάλη εθνότητα, οι Τατζίκοι, μιλάνε την περσική γλώσσα, την οποία και θεωρούν ως πιο εξελιγμένη γλώσσα. 
Η κυριότερη θρησκεία στο Αφγανιστάν είναι το Ισλάμ, κυρίως όμως οι Αφγανοί είναι μουσουλμάνοι σουνίτες, με εξαίρεση μερικές μειονότητες που είναι μουσουλμάνοι σιίτες. Ο πληθυσμός είναι πολύ ανισομερώς κατανεμημένος, ως αποτέλεσμα φυσικά της μορφολογίας του εδάφους.

Το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού, σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2019 του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας ήταν 63,2 χρόνια (63,3 χρόνια οι άνδρες και 63,2 οι γυναίκες).

Οι πρώτες ιστορικές πληροφορίες για τους Αφγανούς και το Αφγανιστάν είναι από τον 10ο - 11ο αιώνα και τις παρέχουν οι Πέρσες, οι Τατζίκοι και οι Άραβες. Οι πρώτες όμως ιστορικές καταβολές του Αφγανιστάν αρχίζουν από τον 6ο αιώνα π.Χ. όπου και δέσποζαν στην περιοχή κατά σειρά οι Αχαιμενίδες, οι Έλληνες, από εκεί πέρασε ο Μέγας Αλέξανδρος κατά την εκστρατεία του στην Ινδία, άλλωστε, η Κανταχάρ, που κάποτε ήταν και πρωτεύουσα, χτίστηκε από τον Αλέξανδρο ως η Ἀλεξάνδρεια ῆ ἔν Ἀραχωσία, και στη συνέχεια οι Σελευκίδες, οι Πάρθοι, οι Κουσαίοι ή Κουσάνα, οι Σασανίδες και οι Εφθαλίτες.

Από τον 7ο μέχρι τον 18ο αιώνα ακολούθησαν οι πρώτες μουσουλμανικές δυναστείες σημαντικότερες των οποίων ήταν οι Γαζναβίδες ή Γαζνεβίδες, οι Γκούριοι ή Γουρίδες, μέχρι της εισβολής των Μογγόλων των οποίων ακολούθησε ο Ταμερλάνος ή Τιμούρ που εγκαθίδρυσε τη δυναστεία των Τιμουρίδων. Αυτή αντικαταστάθηκε από τη δυναστεία των Σαφαβίδων και αυτή από την τελευταία των Μπαρακζάι.

Από τον 14ο αιώνα αρχίζει πλέον και οργανώνεται το Αφγανιστάν ως κράτος. Οι Αφγανοί κατάφεραν, ύστερα από πολλούς πολέμους, να επιβληθούν στις άλλες εθνότητες. Τον 19ο αιώνα άρχισε ο πρώτος πόλεμος των Αφγανών με τους Βρετανούς. Αφού κατέλαβαν και το Πακιστάν, άρχισαν να προχωρούν βορειότερα. Τελικά, το 1842 οι Αφγανοί κατάφεραν να εκδιώξουν τους Βρετανούς από τη χώρα τους, για να ακολουθήσει δεύτερος πόλεμος, το 1878-1880, κατά τον οποίο οι Βρετανοί πέτυχαν να θέσουν το Αφγανιστάν κάτω από τον έλεγχο του Άγγλου αντιβασιλέα των Ινδιών.

Στον τρίτο αγγλο-αφγανικό πόλεμο του 1919 οι Αφγανοί κατάφεραν τελικά να νικήσουν τους Άγγλους και να τους υποχρεώσουν να αναγνωρίσουν την ανεξαρτησία τους. Στην περίοδο του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου το Αφγανιστάν τήρησε απόλυτη ουδετερότητα απέναντι και στα δύο στρατόπεδα. Το 1973 ανατράπηκε η μοναρχία και τη διακυβέρνηση ανάλαβε το καθεστώς Νταούντ, που ανατράπηκε, μετά από στρατιωτικό πραξικόπημα, το 1978. Την εξουσία ανάλαβε το καθεστώς Ταράκι, το οποίο τήρησε φιλοσοβιετική στάση. Το 1980 ανατράπηκε και αυτό. Ακολούθησε η εγκατάσταση νέου φιλοσοβιετικού καθεστώτος και η κατάληψη της χώρας από στρατεύματα της ΕΣΣΔ.

Οι σοβιετικές δυνάμεις συνάντησαν σθεναρή αντίσταση από ένοπλες ομάδες ανταρτών μουτζαχεντίν. Στα πλαίσια της στρατηγικής του Ψυχρού Πολέμου οι μουτζαχεντίν υποστηρίχθηκαν από τις ΗΠΑ, το Πακιστάν, την Κίνα, το Ιράν και τη Σαουδική Αραβία. Οι πολεμικές συρράξεις αναγκάζουν χιλιάδες ανθρώπους να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Οι σοβιετικοί αποχωρούν το 1989 και ακολουθεί μια ακόμα περίοδος αστάθειας κατά την οποία αναδεικνύεται το ισλαμικό φονταμενταλιστικό κίνημα των Ταλιμπάν. Οι Ταλιμπάν καταλαμβάνουν την Καμπούλ το 1996 και επιβάλουν ένα αυστηρό ισλαμικό καθεστώς. Το 2001 οι Ταλιμπάν ανατινάζουν δύο γιγάντια σκαλισμένα στο βράχο αγάλματα του Βούδα στην περιοχή Μπαμιγιάν.

Μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 οι ΗΠΑ, η Βρετανία και συμμαχικές δυνάμεις αναλαμβάνουν στρατιωτική δράση και ανατρέπουν το καθεστώς των Ταλιμπάν. Με απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ στη χώρα εγκαθίσταται διεθνής στρατιωτική δύναμη, τη διοίκηση της οποίας ανέλαβε το 2003 το NATO. Το 2004 διενεργούνται εκλογές και πρόεδρος εκλέγεται ο Χαμίντ Καρζάι. Έκτοτε το κίνημα των Ταλιμπάν έχει ανασυγκροτηθεί και επιτίθεται στις ξένες στρατιωτικές δυνάμεις αλλά και στην κυβέρνηση της χώρας. Μετά από δεκαετίες πολιτικής αστάθειας και πολεμικών επιχειρήσεων η ανθρωπιστική κρίση έχει λάβει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Εκατομμύρια Αφγανοί προσφυγές έχουν εγκαταλείψει τη χώρα και η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες έχει συστήσει ειδική επιχείρηση για να διαχειριστεί την κρίση.

Πρωτεύουσα του Αφγανιστάν είναι η Καμπούλ (2.413.000 κάτοικοι, εκτίμηση 2009). Άλλη σπουδαία πόλη είναι η Κανταχάρ ή Κουνταχάρ με 358.845 κατοίκους. Την πόλη αυτή την ίδρυσε ο Μέγας Αλέξανδρος και είχε γίνει πολλές φορές πρωτεύουσα του κράτους.

Άλλες πόλεις είναι: η Χεράτ ή Χαράτ (395.877 κατ.), που βρίσκεται στην κοιλάδα Χάρι - Ραντ, η Μαζάρι Σαρίφ (300.467 κατ.), η Τζαλαλαμπάντ (147.474 κατ.), η Μπαγκλάν (76.968 κατ.), που είναι και αξιόλογο βιομηχανικό κέντρο και διαθέτει αρκετά ζαχαρουργεία.

Το Αφγανιστάν χωρίζεται σε 34 διοικητικές περιφέρειες (ή περιοχές). Οι περιφέρειες υποδιαιρούνται περαιτέρω σε επαρχίες.

Τα μέσα συγκοινωνίας του Αφγανιστάν είναι ελάχιστα, ενώ δεν υφίσταται καθόλου σιδηροδρομικό δίκτυο. Το οδικό δίκτυο βρίσκεται σε πολύ άσχημη κατάσταση και μόνο λίγοι δρόμοι είναι ελεύθεροι ολόκληρο το χρόνο για την κίνηση των αυτοκινήτων, ενώ οι περισσότεροι τον χειμώνα καλύπτονται με χιόνια και γίνονται αδιάβατοι. Το συνολικό οδικό δίκτυο της χώρας δεν ξεπερνά τα 60 χιλιόμετρα. Η οδήγηση γίνεται στα δεξιά.

Το πολίτευμα είναι ισλαμική προεδρική δημοκρατία. Αρχηγός Κράτους είναι ο Πρόεδρος. Πρόεδρος, από τις 29 Σεπτεμβρίου 2014, είναι ο Ασράφ Γκανί, ύστερα από συμφωνία τον Σεπτέμβριο του 2014 για σχηματισμό κυβέρνησης εθνικής ενότητας, ενώ Πρωθυπουργός του Αφγανιστάν, με βάση την ίδια συμφωνία, ο Αμπντουλάχ Αμπντουλάχ.

Οι πιο πρόσφατες προεδρικές εκλογές διεξήχθησαν στις 5 Απριλίου 2014 και στις 14 Ιουνίου 2014. Πρόεδρος εξελέγη ο Ασράφ Γκάνι.

Δικαίωμα ψήφου στις εκλογές έχουν όσες και όσοι είναι ηλικίας 18 ετών και άνω.

Η αφγανική οικονομία είναι, ως επί το πλείστον, αγροτική. Το Αφγανιστάν είναι διάσημο για τα ρόδια, σταφύλια, βερίκοκα, πεπόνια και πολλά άλλα είδη φρούτων. Ωστόσο, η μεγάλη φτώχεια σε συνδυασμό με τα χαμηλά κέρδη που αποφέρει η καλλιέργεια φρούτων ωθεί πολλούς αφγανούς προς τις παράνομες καλλιέργειες, με κυριότερη αυτήν του οπίου. Το Αφγανιστάν σήμερα είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας οπίου παγκοσμίως ενώ τα κέρδη που αποφέρει εκτιμάται πως αντιστοιχούν στο 11% την οικονομίας της χώρας. Το γεγονός αυτό έχει σοβαρές κοινωνικές επιπτώσεις, αφού η χώρα έχει μεγάλο αριθμό εξαρτημένων στα οπιοειδή όπως την ηρωίνη.

Παρά τη μικρή βιομηχανία του το Αφγανιστάν είναι πλούσιο σε μεταλλεύματα. Το Αφγανιστάν διαθέτει πλούσια ανεκμετάλλευτα κοιτάσματα ορυκτών πρώτων υλών η αξία των οποίων εκτιμάται από 1 έως 3 τρισ. δολάρια. Ειδικότερα διαθέτει τεράστια αποθέματα μεταλλευμάτων, κυρίως χαλκού, σιδήρου, μολύβδου και λιθίου, επίσης κοιτάσματα γαιανθράκων και πετρελαίου, πολύτιμων και ημιπολύτιμων λίθων καθώς και μαρμάρου, το οποίο εξορύσσεται με απαρχαιωμένα μέσα και εξοπλισμό σε διάφορες περιοχές του Αφγανιστάν.

Το Αφγανιστάν επίσης είναι γνωστό για τα χαλιά του. Τα Αφγανικά χαλιά διαφέρουν από τα περσικά και έχουν μεγάλη ζήτηση παγκοσμίως.

Το ΑΕΠ της χώρας είναι 14,022 δισ. $ (σε ονομαστικές τιμές, 107η στον κόσμο, εκτίμηση 2009). Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ είναι 812 $.

Το Αφγανιστάν έχει ως νόμισμα το αφγάνι.




#Article 69: Αρμενία (7203 words)


Η Αρμενία (αρμενικά: Հայաստան, μτγ: χαγιαστάν, ΔΦΑ: ), επίσημα ως Δημοκρατία της Αρμενίας, είναι χώρα της Ευρασίας ανάμεσα στη Μαύρη Θάλασσα και την Κασπία Θάλασσα στο νότιο τμήμα του Καυκάσου. Συνορεύει στα δυτικά με την Τουρκία, στα βόρεια με τη Γεωργία, στα ανατολικά με το Αζερμπαϊτζάν και στα νότια με το Ιράν. Βρίσκεται στο σταυροδρόμι ανάμεσα στην Ανατολική Ευρώπη και τη Δυτική Ασία, ενώ είχε και έχει εκτεταμένους κοινωνικοπολιτικούς, πολιτιστικούς και οικονομικούς δεσμούς με την Ευρώπη. Ο πληθυσμός της Αρμενίας σύμφωνα με την πιο πρόσφατη απογραφή, αυτήν του 2011 ανέρχεται σε 3.018.854 κατοίκους, ενώ σύμφωνα με την επίσημη εκτίμηση για το 2020 ο πληθυσμός της χώρας είναι 2.963.000 κάτοικοι.

Πρώην Σοβιετική Δημοκρατία και τμήμα της Σοβιετικής Ένωσης, η Αρμενία είναι σήμερα μια πολυκομματική δημοκρατία, με αρχαία και ιστορική πολιτιστική κληρονομιά. Το Βασίλειο της Αρμενίας ήταν το πρώτο κράτος που υιοθέτησε το Χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία στις αρχές του 4ου αιώνα (η παράδοση αναφέρει ως ημερομηνία το έτος 301). Η σύγχρονη Δημοκρατία της Αρμενίας είναι κατά το σύνταγμα Προεδρευόμενη κοινοβουλευτική Δημοκρατία και η χριστιανική πίστη παίζει σημαντικό ρόλο στην ιστορία και την συνείδηση του αρμένικου λαού.

Η Αρμενία είναι μέλος σε πάνω από 40 διεθνείς οργανισμούς, μεταξύ άλλων στα Ηνωμένα Έθνη,την Ασιατική Τράπεζα Ανάπτυξης, την Κοινοπολιτεία Ανεξάρτητων Κρατών, τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου και τον Οργανισμό για την Οικονομική Συνεργασία στη Μαύρη Θάλασσα. Συμμετέχει επίσης στο πρόγραμμα του ΝΑΤΟ «Συνεργασία για την ειρήνη» (PfP) και στον Οργανισμό Συνθήκης Συλλογικής Ασφάλειας. Είναι επίσης μέλος-παρατηρητής στην Ευρασιατική Οικονομική Κοινότητα και στο Κίνημα των Αδεσμεύτων. Η χώρα, εξαιτίας της στρατηγικής της θέσης, βρίσκεται ανάμεσα στις σφαίρες επιρροής της Ρωσίας και της Δύσης.

Η ονομασία της χώρας στην Αρμένικη γλώσσα είναι Χάικ. Κατά το Μεσαίωνα, το όνομα αυτό επεκτάθηκε σε Χαγιαστάν με την προσθήκη της περσικής κατάληξης -σταν (που σημαίνει χώρα, τόπος). Το όνομα κατά την παράδοση προέρχεται από τον Χάικ, μυθικό γενάρχη των Αρμενίων και δισέγγονο του Νώε, που σύμφωνα με τον Μωυσή της Κορέν νίκησε τον Βαβυλώνιο βασιλιά Μπελ το 2492 π.Χ. και εγκαταστάθηκε μαζί με το λαό του στην περιοχή του όρους Αραράτ. Δεν υπάρχει επιβεβαιωμένη περαιτέρω εξήγηση του ονόματος.

Το εξώνυμο Αρμενία απαντάται για πρώτη φορά το 515 π.Χ. στην επιγραφή του Μπεχιστούν στην παλαιά περσική ως Αρμίνα. Στα ελληνικά το όνομα Αρμενία απαντάται περίπου την ίδια εποχή, με πιθανή προέλευση ένα απόσπασμα που αποδίδεται στον Εκαταίο τον Μιλήσιο από τα 476 π.Χ. Ο Ηρόδοτος στα 440 π.Χ. έγραφε «» δηλαδή «οι Αρμένιοι ήταν εξοπλισμένοι σαν τους Φρύγες, αφού ήταν άποικοι των Φρυγών» (7.73). Μερικές δεκαετίες αργότερα ο Ξενοφώντας, στην περιγραφή της εκστρατείας του κατά των Περσών, περιγράφει με αρκετή λεπτομέρεια τη ζωή των Αρμενίων χωρικών και τη φιλοξενία τους. Αναφέρει ότι μιλούσαν μια γλώσσα που στα δικά του αυτιά έμοιαζε με τη γλώσσα των Περσών.

Οι Αρμένιοι κατάγονται από τους αρχαίους Χουρρίτες οι οποίοι από την 3η χιλιετία π.Χ. δημιούργησαν αξιόλογους πολιτισμούς στα υψίπεδα που περιβάλλουν το Αραράτ, πάνω στο οποίο, σύμφωνα με την ιουδαϊκή και χριστιανική πίστη, προσάραξε η κιβωτός του Νώε μετά τον κατακλυσμό (Γένεση 8:4). Το πρώτο γνωστό βασίλειο των Χουρριτών βρισκόταν την 3η χιλιετία π.Χ. στην πόλη Ουρκές (σημερινή Τέλλ Μοζάν), σύμμαχοι των Ακκάδων, καταλύθηκαν από τους Αμορραίους της Μαρί τον 18ο αιώνα π.Χ. Ακολούθησε το βασίλειο των Γιαμχάντ στην βόρεια Συρία, καταλύθηκε από τους Χετταίους στην διάρκεια της εκστρατείας του βασιλιά Μουρσίλις Α΄ εναντίον της Βαβυλώνας. Η κοσμοκρατορία των Μιτάννι κράτησε περίπου δύο αιώνες (15ος – 14ος αιώνας π.Χ.), κατέλαβαν και την Ασσυρία ως την εποχή που ο Χετταίος βασιλιάς Σουπιλουλιούμας Α΄ τους έκανε υποτελείς τους. Στην συνέχεια κυριάρχησαν στην περιοχή τα βασίλεια των Χαγιάζα-Άσι (1500-1200 π.Χ.), οι Ναϊρί (1200 – 1000 π.Χ.) και οι Ουραρτού (1000 – 600 π.Χ.)
Καθένας από αυτούς τους λαούς και τα βασίλεια συντέλεσαν στην εθνογένεση του αρμενικού λαού. Το Γερεβάν, πρωτεύουσα της σύγχρονης Αρμενίας, ιδρύθηκε το 782 π.Χ. από τον βασιλιά των Ουραρτού Αργκίσθι Α΄.

Γύρω στο 600 π.Χ. ιδρύθηκε το Βασίλειο της Αρμενίας από τη Δυναστεία των Οροντιδών. Το βασίλειο έφτασε στην ακμή του κατά το 95-66 π.Χ., την εποχή του Τιγράνη του Μέγα, και ήταν ένα από τα πιο ισχυρά βασίλεια της περιοχής. Το βασίλειο της Αρμενίας υπήρξε άλλοτε ανεξάρτητο και άλλοτε προτεκτοράτο ισχυρότερων αυτοκρατοριών. Η στρατηγική θέση της Αρμενίας, μεταξύ δυο ηπείρων, προκάλεσε την εισβολή πολλών λαών ανά τους αιώνες, όπως οι Ασσύριοι, οι Έλληνες, οι Ρωμαίοι, οι Βυζαντινοί, οι Άραβες, οι Μογγόλοι, οι Πέρσες, οι Οθωμανοί και οι Ρώσοι.

Στις αρχές του 4ου αιώνα η Αρμενία έγινε το πρώτο κράτος στην ιστορία που υιοθέτησε το Χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία, ενώ χριστιανικές κοινότητες είχαν κάνει την εμφάνισή τους ήδη από το 40 μ.Χ. Υπήρχαν επίσης και παγανιστικές κοινότητες, όμως προσηλυτίστηκαν στο χριστιανισμό από τους πολυάριθμους ιεραπόστολους που έδρασαν στην Αρμενία. Ο Τιριδάτης Γ΄ έγινε ο πρώτος μονάρχης που εκχριστιάνισε επίσημα τους υπηκόους του, δέκα χρόνια πριν την παύση των διώξεων από το Γαλέριο και τριάντα χρόνια πριν βαπτιστεί ο Μέγας Κωνσταντίνος.

Μετά την κατάρρευση του Βασιλείου της Αρμενίας στα 428, το μεγαλύτερο μέρος του ενσωματώθηκε στην Περσική Αυτοκρατορία των Σασσανιδών. Μετά την αρμενική εξέγερση που κορυφώθηκε στη Μάχη του Βαρτανάντζ το 451, οι Χριστιανοί Αρμένιοι διατήρησαν τη θρησκευτική τους ελευθερία, ενώ στην περιοχή παραχωρήθηκε καθεστώς αυτονομίας. Το δυτικό τμήμα του βασιλείου της Αρμενίας ενσωματώθηκε στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και οργανώθηκε σε τέσσερα θέματα από τον Ιουστινιανό, οι Αρμένιοι στο τμήμα αυτό έγιναν Βυζαντινοί πολίτες. Οι Αρμένιοι ήταν μεγάλοι στρατιωτικοί ηγέτες και σκληροί μαχητές γι'αυτό διέπρεψαν τον επόμενο αιώνα στο Βυζάντιο αναδεικνύοντας ισχυρούς στρατηγούς και αυτοκράτορες όπως ο Ηράκλειος, γιος ενός επίσης σπουδαίου Αρμένιου στρατηγού, του Ηρακλείου έξαρχου της Καρχηδόνας.
Ο Αρμένιος ιστορικός Σεβεός που έζησε τον 7ο αιώνα μ.Χ. περιγράφει αναλυτικά τα γεγονότα της εποχής του ως την κατάκτηση της χώρας του από τους Άραβες το 661.

Μετά την κατάκτησή της από τους Άραβες η Αρμενία έγινε το Εμιράτο της Αρμενίας, μια αυτόνομη περιοχή μέσα στην Αραβική αυτοκρατορία, παίρνοντας πίσω και τα εδάφη που είχαν πριν αποτελέσει τμήμα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Το Εμιράτο κυβερνούνταν από τον Πρίγκιπα της Αρμενίας, που αναγνωριζόταν από τον Χαλίφη και τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα. Ήταν τμήμα της διοικητικής υποδιαίρεσης Αμρινίγια που δημιουργήθηκε από τους Άραβες, που περιελάμβανε και τμήματα της Γεωργίας και της Αλβανίας του Καυκάσου, και είχε ως πρωτεύουσα την αρμενική πόλη Ντβιν. Το πριγκιπάτο διατηρήθηκε μέχρι το 884, όταν και απέκτησε και πάλι την ανεξαρτησία του από την αποδυναμωμένη πλέον Αραβική Αυτοκρατορία.

Το νέο βασίλειο κυβερνήθηκε από την Δυναστεία των Βαγρατιδών, και κράτησε έως το 1045. Με το πέρασμα του χρόνου, πολλά τμήματα της Βαγρατιδικής Αρμενίας διαχωρίστηκαν ως ανεξάρτητα βασίλεια και πριγκιπάτα, όπως το βασίλειο του Βασπουραχάν που κυβερνούνταν από τον Οίκο των Αρτσρούνι, που ωστόσο αναγνώριζαν την εξουσία των Βαγρατιδών βασιλέων.

Το 1045, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία κατέκτησε τη Βαγραδιτική Αρμενία και σύντομα και τα υπόλοιπα αρμενικά κράτη. Η κατοχή από τους Βυζαντινούς ήταν σύντομη, καθώς το 1071 οι Σελτζούκοι Τούρκοι τους νίκησαν στη Μάχη του Ματζικέρτ κατακτώντας την Αρμενία και εγκαθιδρύοντας την Αυτοκρατορία των Σελτζούκων. Για να αποφύγει το θάνατο ή την υποτέλεια στα χέρια αυτών που δολοφόνησαν τον πρόγονό του Γκαγκίκ Β΄, βασιλιά της Ανί, πρωτεύουσας του βασιλείου των Βαγρατίδων, ο Ρουπέν Α΄, μαζί με μερικούς ακόμη Αρμένιους, κατέφυγε στα φαράγγια της οροσειράς του Ταύρου και από εκεί στην Ταρσό της Κιλικίας. Ο Βυζαντινός κυβερνήτης της πόλης τους φιλοξένησε. Λίγο αργότερα εκεί θα ιδρυόταν το Αρμενικό Βασίλειο της Κιλικίας.

Η αυτοκρατορία των Σελτζούκων σύντομα άρχισε να καταρρέει. Στις αρχές του 12ου αιώνα, πρίγκιπες από των οίκο των Ζακαριδών εγκαθίδρυσαν ένα ημιαυτόνομο πριγκιπάτο στη βόρεια και ανατολική Αρμενία, που έμεινε γνωστό ως Ζακαριδική Αρμενία. Οι ευγενείς της οικογένειας των Ομπελιάν διακυβέρνησαν μαζί με τους Ζακαρίδες διάφορα τμήματα της χώρας.

Κατά τη δεκαετία του 1230 οι Μογγόλοι Ιλκχάν κατέκτησαν το πριγκηπάτο και την υπόλοιπη Αρμενία. Τις εισβολές των Μογγόλων σύντομα ακολούθησαν αυτές άλλων φυλών της Κεντρικής Ασίας, που συνεχίστηκαν έως και το 15ο αιώνα. Μετά από τόσες εισβολές, που καθεμιά τους έφερνε την καταστροφή στη χώρα, η Αρμενία αποδυναμώθηκε. Κατά το 16ο αιώνα η Οθωμανική Αυτοκρατορία και οι Πέρσες Σαφαβίδες μοιράστηκαν την Αρμενία. Αργότερα, η Ρωσική Αυτοκρατορία ενσωμάτωσε την ανατολική Αρμενία (που αποτελούνταν από τα χανάτα του Γερεβάν και του Καραμπάχ) το 1813 και 1828.

Κάτω από την οθωμανική κυριαρχία, οι Αρμένιοι απολάμβαναν σχετικά μεγάλη αυτονομία στις περιοχές τους και ζούσαν σε σχετική αρμονία με τις άλλες εθνοτικές ομάδες της αυτοκρατορίας (συμπεριλαμβανομένων των κυρίαρχών τους Τούρκων). Παρόλα αυτά, σαν Χριστιανοί που ζούσαν σε ένα αυστηρά Μουσουλμανικό κοινωνικό σύστημα, οι Αρμένιοι υπήρξαν θύματα διακρίσεων. Στα μέσα του 19ου αιώνα, όταν οι Αρμένιοι άρχισαν να διεκδικούν την αυτονομία τους, προέκυψε και το λεγόμενο αρμενικό ζήτημα. Το πρόβλημα της αυτοδιάθεσής τους, όταν ανέλαβαν να το ενισχύσουν και οι Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής πήρε διεθνείς διαστάσεις. Όταν άρχισαν να διεκδικούν περισσότερα δικαιώματα, ο Σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ Β΄ οργάνωσε σφαγές των Αρμενίων κατά το 1894-96, με τελικό απολογισμό 100-200.000 θύματα.

Ειδικά κατά των Αρμενίων, όπως και κατά άλλων χριστιανών, κάποτε εφαρμόστηκαν ακραία μέτρα όπως η απαγόρευση χρήσης της μητρικής γλώσσας επί ποινή κοψίματος της γλώσσας, κάτι που θεωρείται σύμφωνο με την τουρκική παράδοση. Επίσης, σε έγγραφα του Βρετανικού Foreign Office του 1911 αναφέρεται ότι τοπικοί αξιωματούχοι, παρακάμπτοντας τα προνόμια που είχαν δοθεί στο Αρμενικό Πατριαρχείο για την λειτουργία των σχολείων, έθεταν νομικά εμπόδια στη λειτουργία κάποιων σχολείων.

Καθώς η Οθωμανική Αυτοκρατορία άρχισε να καταρρέει, η Επανάσταση των Νεότουρκων το 1908 ανέτρεψε τον Αμπντουλχαμίτ. Οι Αρμένιοι ήλπισαν πως η Επιτροπή Ενότητας και Προόδου θα τους αποκαθιστούσε ως ισότιμους πολίτες. Το 1914 εξαγγέλθηκε ένα πακέτο μεταρρυθμίσεων που αφορούσαν τους Αρμένιους και διορίστηκε ένας γενικός επιθεωρητής για τα θέματά τους.

Με το ξέσπασμα του Α' Παγκόσμιου Πολέμου και την περιφερειακή διαμάχη μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας στον Καύκασο και την Περσία, η νέα κυβέρνηση άρχισε να βλέπει με καχυποψία τους Αρμένιους, επειδή στο Ρωσικό στρατό υπήρχε ένα τμήμα Αρμενίων εθελοντών. Στις 24 Απριλίου 1915 διάφοροι σημαίνοντες και διανοούμενοι Αρμένιοι διώχτηκαν από την Κωνσταντινούπολη. Στις 29 Μαΐου 1915 το Οθωμανικό Κοινοβούλιο πέρασε νόμο με τον οποίο διατασσόταν η μετακίνηση των αρμενικών πληθυσμών προς τη σημερινή Συρία, καθώς θεωρούνταν απειλή για την εθνική ασφάλεια. Κατά τη διάρκεια αυτής της μετακίνησης, πέθαναν ή δολοφονήθηκαν εκατοντάδες χιλιάδες Αρμένιοι, στα γεγονότα που σήμερα περιγράφονται με τον όρο «Γενοκτονία των Αρμενίων». Τα γεγονότα αυτά θεωρούνται από τους Αρμένιους και από μεγάλο μέρος των Δυτικών ιστορικών ως γενοκτονία οργανωμένη από το τουρκικό κράτος. Παρόλα αυτά, η κυβέρνηση των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας υποστηρίζουν τη θέση ότι δεν υπάρχουν αδιαμφισβήτητες αποδείξεις που επιτρέπουν το χαρακτηρισμό των γεγονότων ως γενοκτονία, αν και πρόσφατα η Γενοκτονία των Αρμενίων αναγνωρίστηκε από το Κοινοβούλιο των ΗΠΑ. Οι τουρκικές αρχές υποστηρίζουν ότι οι θάνατοι ήταν αποτέλεσμα εμφυλίου πολέμου, ασθενειών και λιμού, και ότι θύματα υπήρξαν και από τις δυο πλευρές. Οι περισσότερες πηγές υπολογίζουν τον αριθμό των θυμάτων από 30.000 έως 1,5 εκατομμύριο ανθρώπους. Η Αρμενία και η αρμενική διασπορά εδώ και πάνω από 30 χρόνια κάνουν διεθνή εκστρατεία για την αναγνώριση της Γενοκτονίας. Ως ημέρα μνήμης θεωρείται η 24η Απριλίου, όταν και ξεκίνησαν οι διωγμοί κατά των Αρμενίων.

Αν και ο Ρωσικός στρατός κυρίευσε το μεγαλύτερο μέρος της Οθωμανικής Αρμενίας κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι εδαφικές αυτές κτήσεις χάθηκαν με τη Ρωσική Επανάσταση του 1917. Τότε, η υπό ρωσικό έλεγχο Ανατολική Αρμενία, η Γεωργία και το Αζερμπαϊτζάν επιχείρησαν να δημιουργήσουν την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Υπερκαυκασίας, που ωστόσο διήρκεσε μόλις μέχρι τον Μάιο του 1918, όταν τα συμβαλλόμενα μέρη αποφάσισαν τη διάλυσή της. Κατόπιν, η Ανατολική Αρμενία ανεξαρτητοποιήθηκε στις 28 Μαΐου 1918 ως Δημοκρατία της Αρμενίας.

Η σύντομη αυτή ανεξαρτησία σημαδεύτηκε από πόλεμο, εδαφικές αμφισβητήσεις, μαζική εισροή προσφύγων από την καταρρέουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία, επιδημίες και λιμό. Παρ'όλα αυτά, οι νικήτριες του πολέμου δυνάμεις της Αντάντ θέλησαν να ενισχύσουν το νέο αρμενικό κράτος με κεφάλαια και άλλες μορφές βοήθειας.

Κατά το τέλος του πολέμου, η Αντάντ επεδίωκε τη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η Συνθήκη των Σεβρών, που υπογράφηκε ανάμεσα στους νικητές του πολέμου και την Υψηλή Πύλη στις 10 Αυγούστου 1920, εγγυάτο την ύπαρξη της Δημοκρατίας της Αρμενίας και προέβλεπε την προσθήκη σε αυτή επιπλέον των εδαφών της Οθωμανικής Αρμενίας. Καθώς τα νέα σύνορα της χώρας χάραξε ο τότε Πρόεδρος των ΗΠΑ Γούντροου Ουίλσον, το κράτος μερικές φορές αποκαλείται «Ουιλσονιανή Αρμενία». Υπήρχε επίσης η σκέψη να γίνει η Αρμενία προτεκτοράτο των Ηνωμένων Πολιτειών. Η Συνθήκη, παρόλα αυτά, απορρίφθηκε από το Τουρκικό Εθνικό Κίνημα και δεν εφαρμόστηκε ποτέ. Το Κίνημα, με αρχηγό τον Κεμάλ Ατατούρκ, χρησιμοποίησε τους ταπεινωτικούς όρους της Συνθήκης ως αφορμή για να πάρει την εξουσία στην Τουρκία και να αντικαταστήσει τη μοναρχία με τη δημοκρατία, επανιδρύοντας το κράτος με πρωτεύουσα την Άγκυρα.

Το 1920 τουρκικές εθνικιστικές δυνάμεις εισέβαλαν στη Δημοκρατία της Αρμενίας από τα ανατολικά, κι έτσι ξεκίνησε ο Τουρκοαρμενικός πόλεμος. Οι τουρκικές δυνάμεις, υπό την ηγεσία του Καζίμ Καραμπεκίρ, κατέλαβαν τα εδάφη που είχε προσαρτήσει η Ρωσία μετά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877 και το Αλεξαντροπόλ (το σημερινό Γκιουμρί). Οι συγκρούσεις τελείωσαν με τη Συνθήκη του Αλεξαντροπόλ, που υπογράφηκε στις 2 Δεκεμβρίου 1920. Η Συνθήκη ανάγκασε την Αρμενία να αφοπλίσει το μεγαλύτερο μέρος του στρατού της, να επιστρέψει στην Τουρκία περισσότερο από 50% των προπολεμικών εδαφών της, και να εγκαταλείψει τις αξιώσεις για αρμενικό κράτος κατά το σχέδιο Ουίλσον και τους όρους της Συνθήκης των Σεβρών. Ταυτόχρονα όμως, η Εντέκατη Στρατιά της Σοβιετικής Ένωσης εισέβαλε στην Αρμενία στο Καραβανσαράι (το σημερινό Ιτζεβάν) στις 29 Νοεμβρίου. Έως τις 4 Δεκεμβρίου, οι Σοβιετικές δυνάμεις είχαν μπει στο Γερεβάν, σημαίνοντας και το τέλος της Δημοκρατίας της Αρμενίας.

Η Αρμενία ενσωματώθηκε στη Σοβιετική Ένωση και μαζί με τη Γεωργία και το Αζερμπαϊτζάν αποτέλεσε την Ομοσπονδία Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών της Υπερκαυκασίας, που ιδρύθηκε στις 12 Μαρτίου του 1922. Με την προσάρτηση αυτή, η Συνθήκη της Αλεξανδρούπολης αντικαταστάθηκε με την τουρκο-σοβιετική Συνθήκη του Καρς. Σύμφωνα με αυτή, η Τουρκία παρέδιδε στη Σοβιετική Ένωση τον έλεγχο της Αζαρίας και του λιμανιού Μπατούμι με αντάλλαγμα την κυριαρχία στις πόλεις Καρς, Αρνταχάν και Ιγντίρ, που όλες ήταν τμήμα της Ρωσικής Αρμενίας.

Η ΟΣΣΔΥ συνέχισε να υπάρχει έως το 1936, οπότε διαιρέθηκε σε τρεις ξεχωριστές οντότητες, την Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Αρμενίας, την ΣΣΔ του Αζερμπαϊτζάν και την ΣΣΔ της Γεωργίας. Οι Αρμένιοι έζησαν σε κλίμα σχετικής σταθερότητας ως τμήμα της ΕΣΣΔ. Έλαβαν φάρμακα, τρόφιμα και άλλες ενισχύσεις από τη Μόσχα, και το κομμουνιστικό καθεστώς αποτέλεσε θετική εξέλιξη σε σχέση με τα προηγούμενα τελευταία χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η κατάσταση δυσκόλεψε για την εκκλησία, που αντιμετώπισε αρκετά προβλήματα κατά τη Σοβιετική εποχή. Μετά το θάνατο του Λένιν, ηγέτης της ΕΣΣΔ έγινε ο Ιωσήφ Στάλιν οπότε και ξεκίνησε μια νέα εποχή διώξεων για τους Αρμένιους. Όπως συνέβη και με άλλες εθνοτικές μειονότητες που ζούσαν στην ΕΣΣΔ, πολλές χιλιάδες Αρμένιοι εκτοπίστηκαν και άλλοι εκτελέστηκαν.

Εκείνη την εποχή ξεκίνησε και η βιομηχανοποίηση της Αρμενίας, που αν και η μικρότερη από τις Σοβιετικές Δημοκρατίες θα γινόταν ένα από τα σημαντικότερα παραγωγικά κέντρα της ΕΣΣΔ. Η Αρμενία ευτύχησε να μη γνωρίσει την καταστροφή που έπληξε την δυτική ΕΣΣΔ κατά τη διάρκεια του Β' Παγκόσμιου Πόλεμου, αν και ήταν στόχος των Ναζί καθώς αποτελούσε πέρασμα για τα πετρέλαια του Καυκάσου· όμως τελικά τα σχέδιά τους δεν πέτυχαν. Οι Αρμένιοι συμμετείχαν στην πολεμική προσπάθεια της ΕΣΣΔ και θρήνησαν περίπου 150.000 θύματα. Ο Αρμένιος στρατηγός Χοβάνες Μπαγκραμιάν ανέλαβε τη διοίκηση του Μετώπου της Βαλτικής και για τις επιτυχίες του εκεί τιμήθηκε ως Ήρωας της Σοβιετικής Ένωσης.

Με το τέλος του πολέμου, οι Αρμένιοι ζήτησαν από το Στάλιν να παρθούν πίσω οι επαρχίες Καρς, Ιγκντίρ και Αρνταχάν που είχαν παραχωρηθεί στην Τουρκία κατά τη συνθήκη του Καρς. Η ΕΣΣΔ κήρυξε τη Συνθήκη άκυρη και ετοιμάστηκε να εισβάλλει στην Τουρκία προκειμένου να προσαρτήσει τα εδάφη αυτά, καθώς όμως εκείνη την εποχή ξεκινούσε ο Ψυχρός Πόλεμος η επέμβαση ματαιώθηκε προκειμένου να μη συμβεί ευρύτερη σύρραξη, καθώς η Τουρκία είχε αρχίσει να αναπτύσσει δεσμούς με τη Δύση.

Η ζωή στη Σοβιετική Αρμενία παρουσίασε βελτίωση όταν τα ηνία της ΕΣΣΔ ανέλαβε ο Νικήτα Χρουστσώφ το 1954. Η εκκλησία γνώρισε μια ανανέωση με την ανάληψη καθηκόντων από τον Καθολικό Βάζγκεν Α' το 1955. Το 1967 κατασκευάστηκε ένα μνημείο για τα θύματα της Γενοκτονίας των Αρμενίων στους λόφους πάνω από τον ποταμό Χραζντάν στο Γερεβάν. Αυτό υπήρξε αποτέλεσμα των μαζικών διαμαρτυριών των Αρμενίων στα 50χρονα της Γενοκτονίας το 1965.

Στην εποχή του Γκορμπατσώφ κατά τη δεκαετία του '80, οι Αρμένιοι άρχισαν να απαιτούν περιβαλλοντικά μέτρα για την περιοχή τους, καθώς η έντονη βιομηχανοποίηση είχε δημιουργήσει μεγάλη ρύπανση. Άρχισαν επίσης εντάσεις μεταξύ του Αζερμπαϊτζάν και του θύλακα του Ναγκόρνο-Καραμπάχ, περιοχή όπου ο πληθυσμός είναι κατά πλειοψηφία αρμενικός και διαχωρίστηκε από την Αρμενία κατά διαταγή του Στάλιν το 1923. Οι Αρμένιοι του Καραμπάχ απαιτούσαν την επανένωσή τους με την Αρμενία. Ειρηνικές πορείες στο Γερεβάν προς αλληλεγγύη των αιτημάτων των Αρμενίων του Καραμπάχ απαντήθηκαν με ένα πογκρόμ Αρμενίων στην αζερική πόλη του Σουμγκαίτ. Η δεκαετία έκλεισε με έναν καταστρεπτικό σεισμό μεγέθους 7,2 που έπληξε την Αρμενία το 1988 και προκάλεσε το θάνατο 50.000 ανθρώπων και πάρα πολλές υλικές ζημιές.

Η ανικανότητα του Γκορμπατσώφ να λύσει τα προβλήματα της Αρμενίας (ειδικά αυτό του Καραμπάχ) δημιούργησε τάσεις ανεξαρτητοποίησης στη χώρα. Τον Μάιο του 1990 ιδρύθηκε ο Νέος Αρμενικός Στρατός, δύναμη με αποκλειστικά αρμενική σύνθεση σε αντίθεση με τον Κόκκινο Στρατό της Σοβιετικής Ένωσης. Σύντομα ξέσπασαν συγκρούσεις μεταξύ του Αρμενικού Στρατού και Σοβιετικών Δυνάμεων Εσωτερικής Ασφάλειας στο Γερεβάν, όταν οι Αρμένιοι αποφάσισαν να γιορτάσουν την επέτειο της ίδρυσης της Δημοκρατίας της Αρμενίας, με απολογισμό πέντε νεκρούς Αρμένιους. Οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν κοντά στην πρωτεύουσα με αποτέλεσμα να βρουν το θάνατο είκοσι έξι επιπλέον Αρμένιοι, κυρίως άμαχοι. Στις 17 Μαρτίου του 1991 η Αρμενία, καθώς και οι Βαλτικές Δημοκρατίες, η Γεωργία και η Μολδαβία, μποϊκοτάρισαν το δημοψήφισμα που διεξάχθηκε στη Σοβιετική Ένωση και στο οποίο 78% των πολιτών αποφάσισαν τη διατήρηση της Ένωσης με τροποποιημένη μορφή.

Το 1991 η Σοβιετική Ένωση διαλύθηκε και η Αρμενία έγινε ξανά ανεξάρτητο κράτος. Έγινε η πρώτη μη-Βαλτική χώρα που διακήρυξε την ανεξαρτησία της στις 23 Αυγούστου του 1991. Όμως, τα πρώτα χρόνια εκτός Σοβιετικής Ένωσης σημαδεύτηκαν από οικονομικές δυσκολίες καθώς και από την εισβολή της Αρμενίας στο Καραμπάχ κατά τον Πόλεμο του Ναγκόρνο Καραμπάχ ανάμεσα στους Αρμένιους του Καραμπάχ και το Αζερμπαϊτζάν. Τα οικονομικά προβλήματα επιδεινώθηκαν σε μεγάλο βαθμό από αυτή τη σύγκρουση, καθώς το Κόμμα Λαϊκού Μετώπου του Αζερμπαϊτζάν έπεισε την κυβέρνηση να επιβάλλει σιδηροδρομικό και αεροπορικό αποκλεισμό στην Αρμενία. Το εμπάργκο τσάκισε την οικονομία της Αρμενίας καθώς το 85% των εισαγωγών και εξαγωγών της γίνονταν μέσω σιδηροδρόμου. Το 1993 η Τουρκία επέβαλλε και αυτή αποκλεισμό στην Αρμενία σε υποστήριξη του Αζερμπαϊτζάν.

Ο Πόλεμος του Καραμπάχ τελείωσε με την κατάπαυση πυρός που επιβλήθηκε το 1994 μετά από προσπάθειες των Ρώσων. Ο πόλεμος θεωρήθηκε επιτυχημένος για τους Αρμένιους του Καραμπάχ που στο τέλος του έλεγχαν το 14% του διεθνώς αναγνωρισμένου εδάφους του Αζερμπαϊτζάν, έκταση που συμπεριλαμβάνει και τον θύλακα του Ναγκόρνο Καραμπάχ. Από τότε η Αρμενία και το Αζερμπαϊτζάν διεξάγουν ειρηνευτικές συνομιλίες υπό τη μεσολάβηση του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη. Το διοικητικό καθεστώς του Καραμπάχ δεν έχει καθοριστεί ακόμη με σαφήνεια. Οι οικονομίες και των δυο χωρών έχουν πληγεί από την απουσία μιας τελικής συμφωνίας και τα σύνορα της Αρμενίας με το Αζερμπαϊτζάν και την Τουρκία παραμένουν κλειστά.

Καθώς μπαίνει στο Εικοστό Πρώτο αιώνα, η Αρμενία αντιμετωπίζει πολλές δυσκολίες. Παρόλα αυτά, έχει καταφέρει κάπως να βελτιώσει τη θέση της. Έχει στραφεί προς την οικονομία της αγοράς και το 2008 ήταν η 28η οικονομικά πιο απελευθερωμένη χώρα του κόσμου. Οι σχέσεις της με την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή και την Κοινοπολιτεία Ανεξάρτητων Κρατών έχουν βοηθήσει το εμπόριό της να αναπτυχθεί. Φυσικό αέριο, πετρέλαιο και άλλες πρώτες ύλες φτάνουν μέσω δυο χωρών, της Γεωργίας και του Ιράν, με τις οποίες η Αρμενία διατηρεί καλές και στενές σχέσεις.

Το πολιτικό σύστημα της Αρμενίας είναι Κοινοβουλευτική δημοκρατία, πολυκομματική αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Σύμφωνα με το Σύνταγμα της χώρας, ο Πρόεδρος είναι ο αρχηγός του κράτους. Η εκτελεστική εξουσία εξασκείται από την κυβέρνηση με επικεφαλή τον πρωθυπουργό. Η νομοθετική εξουσία ασκείται από την κυβέρνηση και το Κοινοβούλιο, το οποίο ελέγχεται από τον συνασπισμό τριών κομμάτων: του συντηρητικού Ρεπουμπλικανικού Κόμματος Αρμενίας, του κόμματος «Ευημερούσα Αρμενία» και της Αρμενικής Επαναστατικής Ομοσπονδίας. Τα κυριότερα κόμματα της αντιπολίτευσης είναι τα «Εξουσία του Νόμου» και «Κληρονομιά», που αμφότερα επιθυμούν την ένταξη της Αρμενίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ.

Δεδηλωμένη πρόθεση της κυβέρνησης είναι να οικοδομήσει μια  προεδρευόμενη κοινοβουλευτική Δημοκρατία δυτικού τύπου. Τον Δεκέμβριο του 2015 με δημοψήφισμα, οι πολίτες ψήφισαν υπέρ της μετατροπής του πολιτεύματος σε κοινοβουλευτική δημοκρατία.

Δικαίωμα ψήφου στις εκλογές έχουν όσες και όσοι είναι ηλικίας 18 ετών και άνω.

Οι διεθνείς παρατηρητές του Συμβουλίου της Ευρώπης και του Στέιτ Ντιπάρτμεντ έχουν αμφισβητήσει την εγκυρότητα των κοινοβουλευτικών και προεδρικών εκλογών και του δημοψηφίσματος για το Σύνταγμα από το 1995, σημειώνοντας παρατυπίες στις εκλογικές διαδικασίες, απροθυμία συνεργασίας της Εκλογικής Επιτροπής και αμέλεια στην τήρηση των εκλογικών καταλόγων και τη συντήρηση των εκλογικών κέντρων. Η ΜΚΟ Freedom House χαρακτηρίζει την Αρμενία ως «σχετικά ελεύθερη» αν και δεν την κατατάσσει στις «εκλογικές δημοκρατίες». Παρά το γεγονός ότι οι προεδρικές εκλογές του Φεβρουαρίου του 2008 χαρακτηρίστηκαν ως γενικά δίκαιες από τον ΟΑΣΑ και άλλους δυτικούς παρατηρητές, ο επικεφαλής της αντιπολίτευσης και πρώην Πρόεδρος Λεβόν Τερ-Πετροσιάν τις χαρακτήρισε νόθες. Στη χώρα ξέσπασαν ταραχές που είχαν αποτέλεσμα το θάνατο οκτώ ανθρώπων και την επιβολή κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Ο Τερ-Πετροσιάν κάλεσε τους υποστηρικτές του να αποφύγουν τις συγκρούσεις με την αστυνομία, και το ζήτημα των εκλογών εξετάστηκε στο συνταγματικό δικαστήριο, επικυρώνοντας το αποτέλεσμα και δίνοντας την προεδρία στον Σερζ Σαρκσιάν.

Η Αρμενία διατηρεί καλές σχέσεις σχεδόν με όλα τα κράτη του κόσμου, με δύο εξαιρέσεις: τους γείτονές της Αζερμπαϊτζάν και Τουρκία. Οι σχέσεις με το Αζερμπαϊτζάν κατέρρευσαν κατά τα τελευταία χρόνια της Σοβιετικής Ένωσης και το ζήτημα του Ναγκόρνο-Καραμπάχ κυριάρχησε στην περιοχή κατά τη δεκαετία του 1990. Τα σύνορα ανάμεσα στις δυο χώρες παραμένουν κλειστά μέχρι και σήμερα, και δεν έχει βρεθεί μόνιμη λύση στις διαφορές των δυο χωρών.

Η Τουρκία έχει επίσης μακρά ιστορία κακών σχέσεων με την Αρμενία, κυρίως λόγω της Γενοκτονίας των Αρμενίων και της διαφορετικής άποψης που έχουν οι δυο χώρες πάνω στο θέμα αυτό. Η διαμάχη στο Καραμπάχ έγινε η επίσημη αιτία να κλείσουν και τα τουρκικά σύνορα με την Αρμενία το 1993. Η Τουρκία μέχρι σήμερα δεν έχει άρει τον αποκλεισμό παρά τις πιέσεις Τούρκων επιχειρηματιών που ενδιαφέρονται για επενδύσεις στις αγορές της Αρμενίας.

Στις 10 Οκτωβρίου του 2009, η Αρμενία και η Τουρκία υπέγραψαν πρωτόκολλα για την εξομάλυνση των σχέσεων, τα οποία καθόρισαν ένα χρονοδιάγραμμα για την αποκατάσταση των διπλωματικών δεσμών και την επανέναρξη των κοινών συνόρων. Η επικύρωση αυτών έπρεπε να γίνει στα εθνικά κοινοβούλια. Στην Αρμενία πέρασε τη νομοθετικά απαιτούμενη έγκριση του Συνταγματικού Δικαστηρίου και απεστάλη στο κοινοβούλιο για τελική επικύρωση. Ο Πρόεδρος είχε κάνει πολλές ανακοινώσεις, τόσο στην Αρμενία όσο και στο εξωτερικό, ότι, ως ηγέτης της πολιτικής πλειοψηφίας της Αρμενίας, διαβεβαίωσε την επικύρωση των πρωτοκόλλων, αν την κυρώσει και η Τουρκία. Παρ 'όλα αυτά, η διαδικασία σταμάτησε, καθώς η Τουρκία προσέθεσε συνεχώς περισσότερες προϋποθέσεις στην επικύρωσή της και «καθυστέρησε την πάροδο της εύλογης χρονικής περιόδου».

Λόγω της δύσκολης θέσης της ανάμεσα σε δυο μη φιλικές χώρες, η Αρμενία διατηρεί ισχυρή συμμαχία με τη Ρωσία. Μετά από αίτημα της αρμενικής κυβέρνησης, η Ρωσία διατηρεί μια στρατιωτική βάση στην πόλη Γκιουμρί της νοτιοδυτικής Αρμενίας, ως αποτρεπτική δύναμη κατά της Τουρκίας, και αεροπορική δύναμη για την επιτήρηση του εναέριου χώρου της Αρμενίας. Οι καλές σχέσεις των δύο χωρών ενισχύονται και από το γεγονός ότι μοιράζονται κοινή χριστιανική θρησκεία και πολιτιστικούς δεσμούς. Παρόλα αυτά, η Αρμενία προσανατολίζεται και στη συνεργασία με Ευρωατλαντικές δυνάμεις τα τελευταία χρόνια. Διατηρεί καλές σχέσεις με τις ΗΠΑ, ιδιαίτερα καθώς υπάρχει μεγάλη αρμενική διασπορά στη χώρα αυτή. Σύμφωνα με πηγές των Ηνωμένων Εθνών, στις ΗΠΑ το 2000 ζούσαν 385.488 Αρμένιοι, από τους οποίους η πλειοψηφία βρίσκεται στην Καλιφόρνια.

Λόγω των παράνομων αποκλεισμών των συνόρων από το Αζερμπαϊτζάν και την Τουρκία, η Αρμενία εξακολουθεί να διατηρεί σταθερές σχέσεις με την νότια γειτονική της χώρα, το Ιράν, ιδίως στον οικονομικό τομέα. Έχουν αναπτυχθεί οικονομικά έργα όπως ένας αγωγός φυσικού αερίου από το Ιράν προς την Αρμενία.

Η Αρμενία είναι επίσης μέλος του προγράμματος Συνεργασία για την Ειρήνη, του ΝΑΤΟ και του Συμβουλίου της Ευρώπης, και διατηρεί φιλικές σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση, ειδικά με τη Γαλλία και την Ελλάδα, όπου υπάρχει σχετικά μεγάλη αρμενική παροικία. Μια δημοσκόπηση του 2005 έδειξε ότι 64% των πολιτών θα ήταν υπέρ της συμμετοχής της Αρμενίας στην Ε.Ε. Πολλοί Αρμένιοι αξιωματούχοι έχουν επίσης εκφράσει την επιθυμία για εισδοχή της χώρας στην Ε.Ε. καθώς και στο ΝΑΤΟ. Ο πρώην Πρόεδρος Ρόμπερτ Κοτσαριάν, ωστόσο, θέλησε να κρατήσει την Αρμενία συνδεδεμένη με τη Ρωσία και την Κοινοπολιτεία Ανεξάρτητων Κρατών, επιθυμώντας τη συνεργασία με την Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ αλλά όχι την πλήρη ενσωμάτωση της χώρας στις δύο αυτές δομές.

Ο Αρμενικός Στρατός, η Πολεμική Αεροπορία της Αρμενίας, η Αεράμυνα και η Συνοριοφυλακή αποτελούν τους τέσσερις κλάδους των Αρμενικών Ενόπλων Δυνάμεων. Συγκροτήθηκαν μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991 και τη δημιουργία του Υπουργείου Άμυνας το 1992. Αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων είναι ο εκάστοτε Πρόεδρος της χώρας. Το Υπουργείο Άμυνας έχει την πολιτική ηγεσία, ενώ η στρατιωτική εξουσία ασκείται από το Γενικό Επιτελείο, του οποίου ηγείται ο Επιτελάρχης.

Οι μάχιμες δυνάμεις αριθμούν περίπου 60.000 στρατιώτες, ενώ η εφεδρεία 32.000 και η «εφεδρεία της εφεδρείας» 350.000. Οι συνοριοφύλακες έχουν την ευθύνη της επιτήρησης των συνόρων της χώρας με τη Γεωργία και το Αζερμπαϊτζάν, ενώ τα σύνορα με την Τουρκία και το Ιράν φυλάσσουν Ρωσικές δυνάμεις. Η Ρωσία επιπλέον έχει αναλάβει και την επιτήρηση του εναέριου χώρου με δικά της αεροσκάφη, καθώς η Αρμενία δεν διαθέτει αξιόλογο αριθμό μαχητικών αεροσκαφών. Στην περίπτωση πολέμου, προβλέπεται η δυνατότητα επιστράτευσης όλων των αρτιμελών ανδρών μεταξύ 15 και 59 ετών που έχουν λάβει στρατιωτική εκπαίδευση.

Η Συνθήκη για τα Συμβατικά Όπλα στην Ευρώπη, που επιβάλλει περιορισμούς σε καίριες κατηγορίες στρατιωτικού εξοπλισμού, επικυρώθηκε από την Αρμενία το 1992. Τον Μάρτιο του 1993 η Αρμενία υπέγραψε τη Συνθήκη για τα Χημικά Όπλα, που προβλέπει τη σταδιακή κατάργηση των χημικών όπλων και τον Ιούλιο του 1993 τη Συνθήκη για τη μη Διάδοση των Πυρηνικών Όπλων ως μη πυρηνική δύναμη. Είναι μέλος στον Οργανισμό Συνθήκης Συλλογικής Ασφάλειας μαζί με τη Λευκορωσία, το Καζακστάν, το Κιργιζιστάν, τη Ρωσία, το Τατζικιστάν και το Ουζμπεκιστάν. Έχει αποστείλει στρατεύματα στο Κόσοβο ως μέρος της KFOR υπό ελληνική διοίκηση. Η Αρμενία έχει επίσης στείλει 46 μέλη των ενόπλων της δυνάμεων ως τμήμα των Συμμαχικών Δυνάμεων στο Ιράκ.

Η Αρμενία χωρίζεται σε δέκα νομούς (που λέγονται μαρζ), ενώ το Γερεβάν και τα προάστιά του αποτελεί ξεχωριστή διοικητική περιφέρεια. Κάθε νομός διοικείται από τον κυβερνήτη (μαρζπέτ) που διορίζεται από την κυβέρνηση. Ο διοικητής της περιφέρειας του Γερεβάν είναι ο Δήμαρχος, που διορίζεται από τον Πρόεδρο της χώρας. Η Αρμενία έχει 953 χωριά, 48 πόλεις και 932 κοινότητες, από τις οποίες 871 είναι αγροτικές και 61 αστικές.

Η Αρμενία βρίσκεται στα νότια της οροσειράς του Καυκάσου, στην Υπερκαυκασία. Βρίσκεται ανάμεσα στην Κασπία θάλασσα και τον Εύξεινο Πόντο και συνορεύει βόρεια και ανατολικά με τη Γεωργία και το Αζερμπαϊτζάν και νότια και δυτικά με το Ιράν και την Τουρκία.

Η Αρμενία, που έχει έκταση 30.000 τ.χλμ., καταλαμβάνει το βορειοανατολικό τμήμα των Αρμενικών υψιπέδων (με συνολική έκταση 400.000 τ.χλμ.) που είναι γνωστά και ως «Ιστορική Αρμενία» και θεωρούνται πατρίδα των Αρμενίων. Το ανάγλυφο είναι κυρίως ορεινό, με ορμητικά ποτάμια και λίγα δάση. Το κλίμα είναι ορεινό ηπειρωτικό, δηλαδή η χώρα έχει ζεστά καλοκαίρια και κρύους χειμώνες. Το ψηλότερο σημείο είναι το βουνό Αραγάτς (4.095 m) και το χαμηλότερο βρίσκεται σε υψόμετρο 400 μ. Η λίμνη Σεβάν σε υψόμετρο 1.900 μέτρα από το επίπεδο της θάλασσας, καλύπτει περίπου το 5% της επικράτειας της χώρας.

Το όρος Αραράτ, που ιστορικά αποτελούσε τμήμα της Αρμενίας, είναι το ψηλότερο βουνό της ευρύτερης περιοχής. Αν και σήμερα αποτελεί τουρκικό έδαφος, είναι ορατό από την Αρμενία και το Γερεβάν, και θεωρείται από τους Αρμένιους σύμβολο της πατρίδας τους, ενώ απαντάται συχνά και στις παραδόσεις των Αρμενίων. Για αυτούς τους λόγους, το Αραράτ απεικονίζεται στο σημερινό εθνικό σύμβολο της Αρμενίας.

Η Αρμενία προσπαθεί να αντιμετωπίσει τα πολλά περιβαλλοντικά της προβλήματα, κληρονομιά από την έντονη βιομηχανοποίηση της περιοχής επί Σοβιετικής Ένωσης. Έχει ιδρυθεί Υπουργείο Προστασίας της Φύσης, που επέβαλλε φόρους στη μόλυνση των υδάτων και της ατμόσφαιρας, καθώς και στη διάθεση των στερεών αποβλήτων, τα έσοδα από τους οποίους διατίθενται σε δράσεις προστασίας του περιβάλλοντος. Η χώρα επιδιώκει τη συνεργασία με την Κοινοπολιτεία Ανεξάρτητων Κρατών και με τη διεθνή κοινότητα για την αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών προβλημάτων. Η κυβέρνηση έχει αποφασίσει να κλείσει το πυρηνικό εργοστάσιο του Μεντζαμόρ, που έπαθε ζημιές με τους σεισμούς του 1988 αν βρεθούν άλλες πηγές ενέργειας. Ωστόσο υπάρχουν σκέψεις και για την κατασκευή ενός πυρηνικού εργοστασίου διπλάσιου μεγέθους στην ίδια τοποθεσία, προκειμένου η Αρμενία να αποτελέσει ενεργειακό κέντρο της περιοχής.

Το κλίμα της Αρμενίας χαρακτηρίζεται ως ηπειρωτικό. Τα καλοκαίρια είναι ξηρά και ηλιόλουστα, και κρατούν από τον Ιούνιο έως τα μέσα του Σεπτέμβρη. Η θερμοκρασία κυμαίνεται μεταξύ 22° και 36° βαθμούς Κελσίου, όμως η χαμηλή υγρασία μετριάζει τα αποτελέσματα της ζέστης. Η βραδινή αύρα που κατεβαίνει από τα βουνά προσφέρει συχνά αναζωογονητική δροσιά. Η άνοιξη είναι σύντομη, σε αντίθεση με το φθινόπωρο. Οι χειμώνες είναι σχετικά βαροί, με πολλές χιονοπτώσεις και θερμοκρασίες που κυμαίνονται μεταξύ -10° και -5 °C.

Πηγή : BBC Weather

Η οικονομία της Αρμενίας βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις επενδύσεις και την οικονομική βοήθεια των Αρμενίων της διασποράς. Πριν την ανεξαρτητοποίησή της, η οικονομία της Αρμενίας βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στη βιομηχανία, που παρήγαγε μεταξύ άλλων χημικά, ηλεκτρονικά, μηχανές, τρόφιμα, συνθετικό καουτσούκ και υφάσματα. Η Αρμενία ήταν σημαντικό παραγωγικό και βιομηχανικό κέντρο της Σοβιετικής Ένωσης, αυτό όμως είχε το μειονέκτημα ότι η οικονομία της εξαρτώταν από εξωτερικούς παράγοντες. Η αγροτική παραγωγή συνεισέφερε μόνο 20% στο ΑΕΠ πριν το 1991, και η Αρμενική ΣΣΔ προσέφερε εργαλειομηχανές, υφάσματα και άλλα βιομηχανικά προϊόντα στις άλλες Δημοκρατίες με αντάλλαγμα πρώτες ύλες και ενέργεια.

Τα ορυχεία της Αρμενίας παράγουν χαλκό, ψευδάργυρο, χρυσό και μόλυβδο. Το μεγαλύτερο μέρος της ενέργειας παράγεται με καύσιμα που έρχονται από τη Ρωσία, τόσο φυσικό αέριο όσο και πυρηνικά καύσιμα, για το μοναδικό πυρηνικό εργοστάσιο της Αρμενίας στο Μεντζαμόρ. Η κύρια πηγή ενέργειας είναι τα υδροηλεκτρικά έργα. Μικρά κοιτάσματα άνθρακα, φυσικού αερίου και πετρελαίου που έχουν εντοπιστεί δεν έχουν ακόμα αξιοποιηθεί.

Όπως συνέβη και σε άλλες πρώην Δημοκρατίες της Σοβιετικής Ένωσης, η οικονομία της Αρμενίας έμεινε μετέωρη μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, καθώς ήταν προσαρμοσμένη στον κεντρικό οικονομικό σχεδιασμό της Μόσχας. Η υποστήριξη που παρείχε η ΕΣΣΔ στις βιομηχανίες και επιχειρήσεις εξαφανίστηκε, με αποτέλεσμα λίγες μόνο να καταφέρουν να συνεχίσουν τη λειτουργία τους. Επιπλέον, τα καταστρεπτικά αποτελέσματα του σεισμού του 1988, που σκότωσε 50.000 ανθρώπους και άφησε 500.000 άστεγους, είναι ακόμα αισθητά. Η διαμάχη με το Αζερμπαϊτζάν για το θύλακα του Ναγκόρνο-Καραμπάχ δεν έχει ακόμη λυθεί, και το κλείσιμο των συνόρων με το Αζερμπαϊτζάν και την Τουρκία είχε καταστροφικά αποτελέσματα για την οικονομία της Αρμενίας, που εξαρτάται από το εξωτερικό όσον αφορά πρώτες ύλες και ενέργεια. Οι εμπορικές οδοί μέσω της Γεωργίας και του Ιράν είναι ανεπαρκείς ή μη αξιόπιστες. Το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν μειώθηκε σχεδόν κατά 60% από το 1989 έως το 1993. Το εθνικό νόμισμα, το ντραμ, έχασε αρκετή από την αξία του λόγω υπερπληθωρισμού τα πρώτα χρόνια μετά την καθιέρωσή του το 1993. Λόγω επίσης των έντονων οικονομικών της προβλημάτων, η Αρμενία είναι τόσο πηγή όσο και πέρασμα για τη διακίνηση (trafficking) γυναικών με προορισμό κυρίως την Ευρώπη και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Παρόλα αυτά, η κυβέρνηση κατάφερε να κάνει μεγάλες οικονομικές μεταρρυθμίσεις που ως αποτέλεσμα είχαν τη δραματική μείωση του πληθωρισμού και μια σταθερή ανάπτυξη. Η κατάπαυση πυρός στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ το 1994 βοήθησε επίσης κάπως την κατάσταση. Η χώρα γνωρίζει οικονομική ανάπτυξη από το 1995 και ο πληθωρισμός έχει πλέον πέσει σε αμελητέα επίπεδα. Νέοι παραγωγικοί τομείς, όπως η κατεργασία πολύτιμων λίθων, η κοσμηματοποιία, η πληροφορική και η τεχνολογία επικοινωνιών, ακόμα και ο τουρισμός έχουν αρχίσει να αναπτύσσονται πλάι σε πιο παραδοσιακούς τομείς όπως η γεωργία.

Αυτή η σταθερή οικονομική πρόοδος προσέλκυσε το ενδιαφέρον διάφορων διεθνών οργανισμών. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Παγκόσμια Τράπεζα, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανοικοδόμησης και Ανάπτυξης και άλλοι διεθνείς οργανισμοί καθώς και τρίτες χώρες προσφέρουν δάνεια και κεφάλαια στη χώρα. Τα δάνεια προς την Αρμενία από το 1993 έχουν ξεπεράσει το 1,1 δις δολάρια. Το 1994 η κυβέρνηση πέρασε έναν φιλελεύθερο νόμο για τις εξωτερικές επενδύσεις, και το 1997 εξαγγέλθηκε πρόγραμμα ιδιωτικοποίησης της κρατικής περιουσίας. Η Αρμενία έγινε μέλος του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου στις 5 Φεβρουαρίου του 2003. Μια από τις κύριες πηγές εξωτερικών επενδύσεων παραμένει η αρμενική διασπορά, που χρηματοδοτεί ένα σημαντικό τμήμα της ανοικοδόμησης των υποδομών, και άλλα δημόσια προγράμματα. Η ανεργία παραμένει σημαντικό πρόβλημα και κυμαίνεται στο 15%, κατάσταση που επιδεινώνεται από την άφιξη χιλιάδων προσφύγων από το Καραμπάχ.

Στην έκθεση του 2007 Corruption Perceptions Index για τους δείκτες διαφθοράς σε διάφορες χώρες, η ΜΚΟ Transparency International τοποθετεί την Αρμενία στην 99η θέση ανάμεσα σε 197 χώρες. Η Αρμενία βρισκόταν στην 80η θέση της κατάταξης κατά Δείκτη Ανθρώπινης Ανάπτυξης, την υψηλότερη ανάμεσα στις χώρες της Υπερκαυκασίας. Όσον αφορά το «Δείκτη Οικονομικής Ελευθερίας» η Αρμενία βρισκόταν στην 28η θέση, ψηλότερα από αναπτυγμένες χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία ή η Αυστρία.

Η Αρμενία έχει πληθυσμό 2.963.000 ανθρώπων, σύμφωνα με επίσημη εκτίμηση για το 2020 και είναι η δεύτερη πιο πυκνοκατοικημένη από τις πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες. Ο πληθυσμός της χώρας μειώθηκε δραματικά μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, καθώς ένας σημαντικός αριθμός των κατοίκων μετανάστευσαν. Παρόλα αυτά, η κατάσταση έχει αντιστραφεί τα τελευταία χρόνια, και έχει δημιουργηθεί ένα μικρό ρεύμα επιστροφής στην Αρμενία, που είναι πιθανόν να συνεχιστεί.

Οι εθνοτικά Αρμένιοι αποτελούν το 97,9% του πληθυσμού. Οι Γεζίτες (που μιλούν την κουρδική γλώσσα) αποτελούν το 1,3% (περίπου 40.000 άτομα) και οι Ρώσοι το 0,5%. Υπάρχουν και άλλες μειονότητες, όπως Ασσύριοι, Ουκρανοί, Έλληνες, Κούρδοι, Γεωργιανοί και Λευκορώσοι. Υπάρχουν και μικρές κοινότητες Βλάχων, Μορδοβών, Οσσετών, Ούντι και Τατ. Υπάρχουν επίσης και Πολωνοί καθώς και Γερμανοί του Καυκάσου, όμως οι πληθυσμοί τους έχουν σε μεγάλο βαθμό ρωσοποιηθεί. Στα χρόνια της ΕΣΣΔ, οι Αζέροι ήταν ιστορικά η δεύτερη μεγαλύτερη εθνοτική ομάδα στη χώρα (αποτελώντας περίπου το 2,5% το 1989). Όμως, λόγω του πολέμου στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ σχεδόν όλοι έφυγαν από την Αρμενία. Αντίστροφα, η Αρμενία δέχτηκε ένα μεγάλο αριθμό προσφύγων από το Αζερμπαϊτζάν.

Το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού, σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2019 του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας ήταν 76,0 χρόνια (72,5 χρόνια οι άνδρες και 79,2 οι γυναίκες).

Εκτιμήσεις του 2015:

Η Αρμενία έχει αρκετά μεγάλη διασπορά (8 εκατομμύρια άτομα κατά μερικές εκτιμήσεις, αριθμός πολύ μεγαλύτερος από τα περίπου 3 εκατομμύρια κατοίκων της ίδιας της χώρας), και παροικίες Αρμενίων υπάρχουν σε όλο τον κόσμο. Οι μεγαλύτερες αρμενικές κοινότητες απαντώνται στη Ρωσία, τη Γαλλία, το Ιράν, τις ΗΠΑ, τη Γεωργία, τη Συρία, το Λίβανο, την Αργεντινή, την Αυστραλία, τον Καναδά, την Ελλάδα και την Κύπρο, το Ισραήλ και την Ουκρανία. Περί τις 40.000 Αρμένιοι ζουν επίσης στην Τουρκία, κυρίως μέσα και γύρω από την Κωνσταντινούπολη. Περίπου 1.000 Αρμένιοι ζουν στην Αρμένικη συνοικία στην Παλιά Πόλη της Ιερουσαλήμ, όπου παλαιότερα υπήρχε μεγαλύτερη κοινότητα. Στην Ιταλία βρίσκεται το νησί του Σαν Λάτζαρο ντέλι Αρμένι (San Lazzaro degli Armeni, Αγιος Λάζαρος των Αρμενίων), ένα νησί στη λιμνοθάλασσα της Βενετίας, πάνω στο οποίο βρίσκεται το ομώνυμο μοναστήρι που κατοικείται από Μεχιταριστές, Αρμένιους Καθολικούς. Επιπλέον, περίπου 130.000 Αρμένιοι ζουν στο θύλακα του Ναγκόρνο-Καραμπάχ, όπου αποτελούν πλειοψηφία.

Σημαντική αρμενική παρουσία στην Ελλάδα υπάρχει από τα μέσα περίπου του 19ου αιώνα, οι περισσότεροι όμως Αρμένιοι ήρθαν μετά τον Τουρκοαρμενικό Πόλεμο και τη Μικρασιατική Καταστροφή, εγκατεστημένοι κυρίως στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, όπου μάλιστα δημιούργησαν μεγάλη παροικία 10.000 κατοίκων, ενώ στο σύνολο έφταναν περίπου 60.000-80.000. Πολλοί από τους Αρμένιους της Ελλάδας αναχώρησαν στα χρόνια μετά τον Β΄ Παγκόσμιο, είτε επαναπατριζόμενοι στην ΣΣΔ της Αρμενίας είτε μεταναστεύοντας στην Αμερική. Άλλο ένα κύμα μετανάστευσης προς τη χώρα μας παρατηρήθηκε μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, κυρίως προς τη Βόρεια Ελλάδα.

Σήμερα οι Αρμένιοι που ζουν στην Ελλάδα υπολογίζονται περίπου σε 33.000-40.000 και ζουν κυρίως στην Αθήνα και τον Πειραιά, τη Θεσσαλονίκη και τις πόλεις της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Αρκετές είναι οι αρμενικές εκκλησίες σε όλη την Ελλάδα, ενώ η κοινότητα των Αρμενίων λειτουργεί και έναν αριθμό σχολείων. Υπάρχουν επίσης δυο πολιτιστικά σωματεία, ενώ κυκλοφορεί μια ημερήσια και μια εβδομαδιαία εφημερίδα, καθώς και διμηνιαίο περιοδικό με αρμενικά θέματα.

Η κύρια θρησκεία στην Αρμενία είναι ο Χριστιανισμός. Οι ρίζες της Εκκλησίας της Αρμενίας βρίσκονται στον 1ο μ.Χ. αιώνα. Σύμφωνα με την παράδοση, η Εκκλησία της Αρμενίας ιδρύθηκε από δυο από τους Δώδεκα Αποστόλους, τον Θαδδαίο και τον Βαρθολομαίο, που κήρυξαν το Χριστιανισμό στην Αρμενία το 40-60 μ.Χ. Λόγω αυτού, το επίσημο όνομα της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αρμενίας είναι Αρμενική Αποστολική Εκκλησία. Η Αρμενία ήταν η πρώτη χώρα που υιοθέτησε το Χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία, στις αρχές του 4ου αιώνα, κατά την παράδοση το έτος 301. Σήμερα επίσημη θρησκεία του κράτους είναι ο χριστιανισμός τον οποίο ασπάζεται το 99% των πολιτών. Περίπου το 95% των Αρμενίων υπάγονται στην Εκκλησία της Αρμενίας, που είναι μια Ορθόδοξη Μη Χαλκηδονιανή Εκκλησία. Το τυπικό της είναι έντονα τελετουργικό και οι θέσεις της συντηρητικές, περίπου όπως της Κοπτικής,της Αιθιοπικής και της Συριακής Εκκλησίας. Επίσης αρκετοί Αρμένιοι είναι Καθολικοί (τόσο Ρωμαιοκαθολικοί όσο και Μεχιταριστές, 180.000 κατά το Αρμενικό Καθολικάτο), Προτεστάντες, Μάρτυρες του Ιεχωβά, Αντβεντιστές της Έβδομης Μέρας, Μορμόνοι της Εκκλησίας του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών αλλά και πιστοί της παραδοσιακής αρμενικής θρησκείας και Γεζίτες Κούρδοι, που ζουν στα δυτικά της χώρας. Οι μη-Γεζίτες κούρδοι (1,900 άτομα) είναι Σουνίτες Μουσουλμάνοι. Η Αρμενική Καθολική Εκκλησία έχει την έδρα της στο Μπζουμάρ του Λιβάνου. Η Εβραϊκή κοινότητα της χώρας έχει απομείνει με μόλις 750 μέλη καθώς οι περισσότεροι έφυγαν στο εξωτερικό, κυρίως στο Ισραήλ, λόγω των οικονομικών προβλημάτων στην Αρμενία.

Η οδήγηση στην χώρα γίνεται στα δεξιά. Το μοναδικό διεθνές αεροδρόμιο βρίσκεται στην πρωτεύουσα, Γερεβάν.

Οι Αρμένιοι χρησιμοποιούν το δικό τους αλφάβητο και γλώσσα. Το αρμενικό αλφάβητο επινοήθηκε το 405 μ.Χ. από τον Άγιο Μεσρόπ Μαστότς και αποτελείται από τριάντα οκτώ γράμματα, από τα οποία δυο προστέθηκαν κατά την περίοδο της παραμονής των Αρμενίων στην Κιλικία. Το 96% του πληθυσμού μιλά Αρμενικά, ενώ ένα 75,8% μιλά Ρωσικά σαν δεύτερη γλώσσα, αν και τα Αγγλικά γίνονται όλο και πιο δημοφιλή.

Η Εθνική Πινακοθήκη του Γερεβάν διαθέτει περισσότερα από 16.000 έργα που χρονολογικά φτάνουν έως και το Μεσαίωνα. Το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, η Παιδική Πινακοθήκη και το Μουσείο Μαρτιρός Σαριάν είναι μερικές μόνο από τις αξιόλογες συλλογές της χώρας. Επιπλέον, λειτουργούν πολλές ιδιωτικές γκαλερί, που διοργανώνουν εκθέσεις και δημοπρασίες.

Η Φιλαρμονική Ορχήστρα της Αρμενίας δίνει κονσέρτα στην ανακαινισμένη Όπερα του Γερεβάν. Επιπλέον, υπάρχουν πολλά σύνολα δωματίου διάσημα για τη μουσική τους δεινότητα, όπως η Εθνική Ορχήστρα Δωματίου της Αρμενίας και η Serenade Orchestra. Κλασική μουσική παίζεται επίσης και σε μικρότερους χώρους, όπως το Κρατικό Ωδείο του Γερεβάν και το Μέγαρο της Ορχήστρας Δωματίου. Δημοφιλής είναι και η τζαζ.

Το παζάρι του Γερεβάν, κοντά στην Πλατεία Δημοκρατίας, φιλοξενεί πάμπολλους εμπόρους που πουλούν διάφορα είδη τα Σαββατοκύριακα και τις Τετάρτες. Η αγορά προσφέρει ξυλόγλυπτα, αντίκες, δαντέλες και τα χειροποίητα χαλιά και κιλίμια για τα οποία είναι ξακουστή η περιοχή του Καυκάσου. Ο οψιδιανός, που παράγεται στην περιοχή, κατεργάζεται σε διάφορα κοσμήματα και διακοσμητικά είδη. Η χρυσοχοΐα, που έχει μεγάλη παράδοση στην Αρμενία, αντιπροσωπεύεται σε ένα τμήμα της αγοράς προσφέροντας διάφορα χρυσά αντικείμενα. Στο Βερνισάζ του Γερεβάν μπορεί ακόμα κανείς να βρει ενθύμια της Σοβιετικής εποχής και μπιμπελό ρωσικής κατασκευής -μπαμπούσκες, ρολόγια, κουτιά κ.α. Απέναντι από την Όπερα λειτουργεί τα Σαββατοκύριακα και η αγορά τέχνης.

Η μεγάλη ιστορία της Αρμενίας και η διασταύρωση των πολιτισμών στο έδαφός της έχει αφήσει πάρα πολλά μνημεία και αρχαιολογικούς τόπους. Μνημεία του Μεσαίωνα, της Εποχής του Σιδήρου, του Χαλκού ή και της Λίθινης Εποχής βρίσκονται παντού στην Αρμενία.

Πολλά διάσημα ονόματα από το χώρο της μουσικής είναι αρμενικής καταγωγής, μεταξύ άλλων ο γνωστός συνθέτης Άραμ Χατσατουριάν, ο Γάλλος τραγουδιστής Σαρλ Αζναβούρ και η τραγουδίστρια Cher. Τα μέλη του συγκροτήματος System of a Down είναι όλα αρμενικής καταγωγής, όμως μόνο ο μπασίστας του συγκροτήματος Σάβο Ονταντζιάν έχει γεννηθεί στην Αρμενία.

Αρμένιοι είναι επίσης οι ζωγράφοι Ιβάν Αϊβαζόφσκι και Μαρτιρός Σαριάν, ο συγγραφέας Ουίλιαμ Σαρογιάν, ο σκηνοθέτης Ατόμ Εγκογιάν και ο φωτογράφος Γιουσούφ Καρς. Αρμενικής καταγωγής, από την Καππαδοκία, ήταν η βυζαντινή δυναστεία των Φωκάδων, και οι αυτοκράτορες Νικηφόρος Β' Φωκάς και Λέων Ε' ο Αρμένιος.

Ο Αρτέμ Μικογιάν ήταν συνιδρυτής της εταιρίας MiG και σχεδιαστής γνωστών μαχητικών αεροσκαφών όπως το MiG-21, ενώ ο Σεμιόν Κιρλιάν (γνωστός και ως Κίρλιαν) ανακάλυψε τη φωτογραφία Κιρλιάν. Στο σκάκι διέπρεψε ο Τιγκράν Πετροσιάν, ενώ και ο επίσης παγκόσμιος πρωταθλητής Γκάρι Κασπάροβ είναι μισός Αρμένιος.

Επίσης αρμένικης καταγωγής είναι και οι αδερφές Κιμ Καρντάσιαν, Κλοέ Καρντάσιαν και Κόρτνεϊ Καρντάσιαν.

Ακόμα ο Χαϊγκάζ Σολακιάν (Αρμένικης καταγωγής) έφερε την πρώτη τηλεόραση στην Ελλάδα.

Η βασική εκπαίδευση στη Δημοκρατία της Αρμενίας είναι δωρεάν, πράγμα που αποτελεί υποχρέωση του κράτους κατά το Σύνταγμά της, όπως και η παροχή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Ωστόσο, μετά το 1991 επιτράπηκε η ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων, καθώς το κράτος αδυνατούσε να χρηματοδοτήσει τα υπάρχοντα. Η Αρμενία εμφανίζει εξαιρετικά χαμηλό δείκτη αναλφαβητισμού και πριν από την κατάρρευση της ΕΣΣΔ θεωρούνταν μια από τις Δημοκρατίες με το υψηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης. Σήμερα στη χώρα λειτουργούν δεκαεπτά Πανεπιστήμια, Σχολές και Πολυτεχνεία, από τα οποία αρκετά ιδρύθηκαν επί Σοβιετικής Ένωσης. Τα περισσότερα βρίσκονται στο Γερεβάν.

Η ελληνική γλώσσα διδάσκεται ως προαιρετικό μάθημα σε δυο σχολεία του Γερεβάν και σε ένα ως υποχρεωτικό, καθώς και σε τέσσερις πανεπιστημιακές Σχολές και τη Στρατιωτική Ακαδημία. Στο Κρατικό Πανεπιστήμιο του Γερεβάν λειτουργεί και «Ελληνικό Κέντρο». Τα Υπουργεία Παιδείας και Εξωτερικών της Ελλάδας καθώς και το ΙΚΥ χορηγούν κατά καιρούς υποτροφίες σε Αρμένιους που θέλουν να σπουδάσουν στην Ελλάδα.

Η φιλοξενία είναι διαδεδομένη στην Αρμενία και αποτελεί αρχαία παράδοση. Οι κοινωνικές συνευρέσεις συχνά επικεντρώνονται γύρω από την προσφορά περίτεχνα προετοιμασμένων και έντονα καρυκευμένων φαγητών. Ο οικοδεσπότης συχνά θα βάλει συμπλήρωμα στο πιάτο του καλεσμένου όταν αυτό αδειάσει, ή θα του γεμίσει το ποτήρι. Μετά από μια ή δυο μερίδες είναι αποδεκτό κάποιος να αρνηθεί ευγενικά περισσότερο φαγητό, ή πιο απλά να αφήσει λίγο στην άκρη. Το αλκοόλ, κυρίως κονιάκ, βότκα ή και κόκκινο κρασί, σερβίρεται και καταναλώνεται συχνά. Είναι σπάνιο και ασυνήθιστο κάποιος να επισκεφθεί το σπίτι ενός Αρμένιου και να μην του προσφερθεί καφές, κάποιο γλυκό ή φαγητό, ή απλά ένα ποτήρι νερό.

Λόγω της γεωγραφικής θέσης της Αρμενίας και της μεγάλης της ιστορίας, η κουζίνα της αποτελεί διασταύρωση αυτής της Μεσογείου και του Καύκασου, με ισχυρές επιρροές από την Ανατολική Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή -ειδικά το Λίβανο- και, σε μικρότερο βαθμό, τα Βαλκάνια.

Πολύ δημοφιλή στην Αρμενία είναι τα ψητά κρέατα, που αποτελούν το κυρίως πιάτο στα εστιατόρια και τρώγονται ακόμα και σαν γρήγορο φαγητό. Το χοροβάτς είναι το αρμένικο κεμπάπ, στο οποίο το κρέας ψήνεται μαζί με το κόκαλο. Το πιο διαδεδομένο κρέας είναι το χοιρινό, που καθιερώθηκε επί σοβιετικής εποχής, όμως οι Αρμένιοι της διασποράς προτιμούν το αρνί ή το κοτόπουλο. Διαδεδομένο είναι το μεσανατολικό πιάτο χαρισά (ή κεσκέκ, κρέας μαγειρεμένο με σιτάρι), καθώς και οι κεφτέδες που φτιάχνονται σε πολλές παραλλαγές, από κρέας ή άλλα υλικά. Το αρμενικό ψωμί λαβάς είναι σήμερα αρκετά διαδεδομένο στη Μέση Ανατολή, ενώ τρώγεται και το μαντνακάς που μοιάζει με λαγάνα. Συνηθίζονται ακόμα και μερικά φαγητά που υπάρχουν και στην Ελλάδα, όπως ο μουσακάς, το καταΐφι, ο μπακλαβάς κ.α. Γνωστό επίσης είναι και το αρμένικο σουτζούκι.

Καθώς η Αρμενία είναι χώρα που δεν βρέχεται από θάλασσα, τα θαλασσινά δεν υπάρχουν σε μεγάλη ποικιλία. Τρώγονται όμως μερικά ψάρια του γλυκού νερού που ζουν στις λίμνες και τα ποτάμια της χώρας, ειδικά οι πέστροφες.

Η Αρμενία φημίζεται επίσης για το κρασί και το κονιάκ της. Ειδικά το αρμενικό κονιάκ είναι γνωστό διεθνώς, και ήταν το αγαπημένο ποτό του Ουίνστον Τσόρτσιλ. Το βερίκοκο αλλά το ρόδι, με τη συμβολική του σημασία της γονιμότητας, θεωρείται εθνικό φρούτο, από το οποίο παρασκευάζεται και κρασί. Τα αμπέλια καλλιεργούνται τόσο για την παραγωγή ποτών όσο και για τα σταφύλια τους.

Στην Αρμενία υπάρχουν πολλές πρεσβείες και προξενεία από χώρες που εκπροσωπούνται άμεσα σε αυτήν. Οι χώρες αυτές είναι οι εξής:




#Article 70: Ανγκόλα (5900 words)


H Ανγκόλα ή Αγκόλα, επίσημα γνωστή ως Δημοκρατία της Ανγκόλας (πορτογαλικά: República de Angola) είναι χώρα στη νοτιοκεντρική Αφρική, με έκταση 1.246.700 τ.χλμ. και πληθυσμό, σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις του 2020, 31.127.674 κατοίκους. Η πρωτεύουσά της είναι η Λουάντα. Η Αγκόλα είναι πρώην πορτογαλική αποικία και κέρδισε την ανεξαρτησία της στις 11 Νοεμβρίου του 1975. Συνορεύει βόρεια και βορειοανατολικά με τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, νοτιοανατολικά με τη Ζάμπια και νότια με τη Ναμίμπια, ενώ βρέχεται δυτικά από τον Ατλαντικό Ωκεανό επί 1.650 χμ. Ο πληθυσμός της αποτελείται κατά μέγιστη πλειοψηφία κυρίως από τρεις ομάδες, οι οποίες υπάγονται στην οικογένεια των Μπαντού. Στα νότια παράλια ζουν Βουσμάνοι νομάδες. Οι ομάδες των Μπαντού ξεχωρίζουν λόγω των διαφορετικών τους διαλέκτων. Επομένως ο πληθυσμός της Αγκόλας χωρίζεται ως εξής: 37% είναι Οβιμπουντού, 25% Κιμπουντού και 13% Μπακογκό. Μικρότερες ομάδες είναι μεταξύ άλλων και οι Τσοκβέ (λέγονται και Λούντα), Γκαγκουέλα, Άμπο, Χερέρο και Ξιντούγκα. Περίπου 2% του πληθυσμού είναι μιγάδες και 1% είναι ευρωπαϊκής (κυρίως πορτογαλικής) καταγωγής. Το πολίτευμα της χώρας είναι προεδρική δημοκρατία. Από το 1979 ως το 2017 πρόεδρος της χώρας υπήρξε ο Ζοζέ Εντουάρντο ντος Σάντος, ο οποίος αντικαταστάθηκε από τον Ζοάο Λουρένσο.

Την ενδοχώρα της Ανγκόλας χαρακτηρίζει ένα ευρύ υψίπεδο, με ανάγλυφα στη παραλιακή μεριά, και μια πιο ήπια πλαγιά προς το εσωτερικό. Η χώρα εκτείνεται στα νότια του ποταμού Κονγκό, στη νοτιοδυτική Αφρική. Πέρα από τις εκβολές του ποταμού Κονγκό στα βόρεια βρίσκεται το έδαφος της Καμπίντα, ανάμεσα στη Δημοκρατία του Κονγκό και τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Η παράκτια λωρίδα της Ανγκόλας βρέχεται από τον Ατλαντικό Ωκεανό και παρουσιάζει ιδιαιτερότητες. Σημαντικοί ποταμοί είναι ο Κοάνζα, με μήκος 960 χλμ., ο Κουμπάνγκο (975 χλμ. ο μακρύτερος ποταμός) και ο Κουνένε. Το υψηλότερο σημείο είναι το υψίπεδο Σέρα Μόκο, στα 2.620 μέτρα.

Στα βορειοανατολικά της χώρας δεσπόζει το ισημερινό δάσος, που έχει περιορίσει την εγκατάσταση ανθρώπων. Σαβάνα υγρού τύπου με μπαομπάμπ, ακακίες και ψηλές πόες συναντούμε στο ακραίο βορειοανατολικό τμήμα. Στις πλαγιές των αναγλύφων φυτρώνουν τα πυκνά τροπικά δάση των σέρας. Στο νότιο τμήμα βρίσκονται και μερικά ηφαίστεια, όπως στη Σέρα ντα Σέλα και στον ποταμό Κουνένε. Τέλος, στα νοτιοανατολικά βρίσκεται το βασίλειο της στέπας, που μπορεί να θεωρηθεί ως παρυφή της μεγάλης άγονης περιοχής της ερήμου Καλαχάρι.

Το κλίμα της Ανγκόλας είναι υποϊσημερινό. Επικρατούν δύο εποχές, μία ξηρή και όχι πολύ θερμή, από το Μάιο ως το Σεπτέμβριο, και μία θερμή και βροχερή, η οποία διαρκεί από τον Οκτώβριο ως τον Απρίλιο. Οι βροχοπτώσεις φτάνουν στα 750 χιλιοστά στα νότια και στα 1.500 χιλιοστά στα βόρεια. Το καλοκαίρι, η μέση τιμή της θερμοκρασίας δεν ξεπερνά τους 20 βαθμούς Κελσίου.

Η Αγκόλα υπήρξε επί 500 χρόνια πορτογαλική αποικία.

Περίπου τον 7ο αιώνα π.Χ. πιστεύεται ότι εγκαταστάθηκαν οι λαοί των Μπαντού. Το 1483 έφτασαν οι Πορτογάλοι, που το 16ο αιώνα αποίκισαν την Αγκόλα.

Η πρωτεύουσα Λουάντα ιδρύθηκε το 1575. Στις αρχές του 17ου αιώνα συγκρούστηκαν οι Πορτογάλοι με τους Ολλανδούς και έγιναν εξεγέρσεις από τους αυτόχθονες. Στα μέσα του 18ου αιώνα οι ανταρτοπόλεμοι έλαβαν τέλος και στα μέσα του 19ου αιώνα άρχισαν να συρρέουν κύματα μεταναστών από τη Βραζιλία και τη Μαδέρα, όπως επίσης και Μπόερς της Νότιας Αφρικής. Στα τέλη του 19ου αιώνα καθορίστηκαν τα σύνορα με διεθνείς συνθήκες, Το 1935 η Ανγκόλα ανακηρύχθηκε αναπόσπαστο τμήμα της Πορτογαλίας το 1935 και το 1951 έγινε υπερπόντια επαρχία της Πορτογαλίας.

Τελικά η Ανγκόλα ανακηρύχθηκε ανεξάρτητο κράτος στις 11 Νοεμβρίου του 1975, με την ονομασία Λαϊκή Δημοκρατία της Ανγκόλας, από το Λαϊκό Κίνημα Απελευθέρωσης της Ανγκόλας (ΛΚΑΑ, γνήσια ονομασία: Movimiento Popular de Libertação de Angola (MPLA), μια από τις τρεις ανταρτικές οργανώσεις που είχαν αρχίσει τον ένοπλο απελευθερωτικό αγώνα ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1960. Ηγέτης της εν λόγω οργάνωσης ήταν ο Αγκοστίνιο Νέτο. Η περιοχή αναγνωρίστηκε ως πορτογαλική αποικία στη Συνδιάσκεψη του Βερολίνου για τη Δυτική Αφρική (1884-1885) και ο θύλακος της Καμπίντα ο οποίος προστέθηκε στα πορτογαλικά εδάφη κατά την ίδια συνδιάσκεψη, αποτελεί σήμερα επαρχία της χώρας.

Η πορτογαλική κυριαρχία παγιώθηκε οριστικά μόνο κατά το 1920, όταν τα εκστρατευτικά σώματα των Πορτογάλων, ύστερα από μακροχρόνιους πολέμους, κατόρθωσαν να υποτάξουν ολοκληρωτικά τη χώρα. Επακολούθησε αύξηση του αριθμού των λευκών αποίκων στην Αγκόλα, τους οποίους ενθάρρυνε να μεταναστεύσουν εκεί το καθεστώς του Αντόνιο Ολιβέιρα Σαλαζάρ στην Πορτογαλία. Ο αγώνας για την ανεξαρτησία προσέλαβε νέα ένταση στη δεκαετία του 1950, όταν σε ολόκληρη την αφρικανική ήπειρο σημείωνε άνοδο το αφρικανικό εθνικιστικό κίνημα.

Τον Ιανουάριο του 1975, μια μεταβατική κυβέρνηση ανέλαβε να εφαρμόσει τη Συμφωνία Ανεξαρτησίας του Αλβόρ που είχε επιτευχθεί τον Δεκέμβριο του 1974 στη συνδιάσκεψη της Αλγκάρβε της Πορτογαλίας. Η κυβέρνηση αυτή περιλάμβανε στους κόλπους της εκπροσώπους της Πορτογαλίας και αντιπροσώπους των μεγαλύτερων απελευθερωτικών οργανώσεων, οι οποίες είχαν πρωτοστατήσει στον ανταρτοπόλεμο εναντίον των Πορτογάλων. Όμως, τον Ιούλιο ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στις απελευθερωτικές οργανώσεις. Από τη μια πλευρά το MPLA και από την άλλη το FNLA (Frente Nacional de Libertação de Angola = Εθνικό Μέτωπο για την Απελευθέρωση της Ανγκόλας) και η UNITA (União Nacional pela Independencia Total de Angola = Εθνική Ένωση για την Πλήρη Ανεξαρτησία της Ανγκόλας), με ηγέτη τον Τζόνας Σαβίμπι. Τον Οκτώβριο, στρατεύματα της Νότιας Αφρικής εισέβαλαν στην Αγκόλα για να βοηθήσουν τον συνασπισμό του FNLA και της UNITA. Το MPLA, από τη μεριά του, έκανε έκκληση για στρατιωτική βοήθεια και όπλα στην Κούβα και στην τότε Σοβιετική Ένωση.

Η Ανγκόλα γίνεται μέλος του Οργανισμού Αφρικανικής Ενότητας το Φεβρουάριο του 1976 και του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών το Δεκέμβριο του ίδιου έτους. Στις 27 Μαρτίου αποσύρονται τα τελευταία νοτιοαφρικανικά στρατεύματα, επισημοποιώντας έτσι την ήττα του FNLA, της UNITA και των άλλων ανταρτικών ομάδων που δεν άνηκαν στο MPLA. Ο δεύτερος αυτός πόλεμος λόγω της έντασης και της σφοδρότητας που τον χαρακτήριζε ονομάστηκε «Βιετνάμ της Αφρικής». Οι σημαντικότερες επιπτώσεις του ήταν η ήττα, για πρώτη φορά, των ένοπλων δυνάμεων της Νότιας Αφρικής και η εγκαθίδρυση ενός επαναστατικού κράτους αποφασισμένου να βοηθήσει τα νοτιοαφρικανικά απελευθερωτικά κινήματα που αγωνίζονταν να θέσουν τέρμα στην κυριαρχία της λευκής μειοψηφίας στη Ναμίμπια, στη Ροδεσία (σημερινή Ζιμπάμπουε) και στην ίδια τη Νότια Αφρική. Η συγκρότηση αυτού του κράτους δε σήμανε και το τέλος των εχθροπραξιών, καθώς οι αντίπαλες στην κυβέρνηση ανταρτικές οργανώσεις, και ιδιαίτερα η UNITA, συνέχισαν τον πόλεμο κατά της κυβερνήσεως κυρίως στο νότιο και νοτιοανατολικό τμήμα της χώρας και στο κεντρικό οροπέδιο. Ένα ισχυρό αυτονομιστικό κίνημα είχε επίσης αναπτυχθεί στην Καμπίντα. Το 1980 η χώρα επλήγη από λιμό. Η θέση των αντικαθεστωτικών ανταρτών ενισχύθηκε το 1986, οπότε άρχισε να καταφθάνει στρατιωτική βοήθεια από τις ΗΠΑ.

Οι εμφύλιες συγκρούσεις γνώρισαν πολλές διακυμάνσεις, υπογράφηκαν αναρίθμητες συμφωνίες κατάπαυσης του πυρός που δεν τηρήθηκαν, οι ξένες δυνάμεις αποχώρησαν από το έδαφος της χώρας, η πολιτική κατάσταση άλλαξε ριζικά τόσο στην ΕΣΣΔ, που διαλύθηκε, όσο και στη Νότια Αφρική, που έχει πλέον πρόεδρο προερχόμενο από την πλειοψηφία των μαύρων της χώρας του, αλλά ο εμφύλιος πόλεμος στην Αγκόλα συνεχίστηκε χωρίς διακοπή μέχρι το τέλος του 2001.

Το 1990 είδε την ένταση των συγκρούσεων ανάμεσα στις κυβερνητικές δυνάμεις και στους αντάρτες. Την ίδια περίοδο εγκαθιδρύθηκε πολυκομματικό σύστημα και το Σύνταγμα αναθεωρήθηκε, ενώ το 1991 κατέληξαν σε ειρηνευτική συμφωνία η UNITA και η κυβέρνηση. Ωστόσο, δεν επιτεύχθηκε στην ουσία η παράδοση των όπλων από τους αντάρτες, Το 1992 αναγνωρίστηκε επίσημα η UNITA ως πολιτικό κόμμα. Διεξήχθησαν προεδρικές και βουλευτικές εκλογές την ίδια χρονιά, στις οποίες όμως οι αντάρτες έκαναν λόγο για νοθεία. Αντίθετα, ο ΟΗΕ έκανε λόγο για ελεύθερες και δίκαιες εκλογές. Οι συγκρούσεις επεκτάθηκαν σε όλη την Αγκόλα και στην πρωτεύουσα σχηματίστηκε νέα κυβέρνηση με πρόεδρο τον ντος Σάντος. Την άνοιξη του 1993 έλαβαν χώρα οι σφοδρότερες συγκρούσεις στην πόλη Χουάμπο, με απολογισμό 10.000 νεκρούς. Ξεκίνησαν νέες συνομιλίες, όμως η UNITA αρνήθηκε να αποχωρήσει από τα εδάφη που κατείχε. Η αμερικανική κυβέρνηση του Μπιλ Κλίντον αναγνώρισε την κυβέρνηση ντος Σάντος και το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ απαίτησε από τους αντάρτες της UNITA να σταματήσουν κάθε στρατιωτική δραστηριότητα. Τελικά επιβλήθηκαν κυρώσεις εναντίον των ανταρτών και στις 20 Νοεμβρίου του 1994, έπειτα από νέες συνομιλίες, υπογράφηκε νέα συμφωνία ειρήνης, η οποία όμως κατέρρευσε αργότερα.

Το 1996 ανακοινώθηκε ο σχηματισμός κυβέρνησης εθνικής ενότητας, κάτι όμως που αρνήθηκε ο Σαβίμπι. Τον επόμενο χρόνο κατέρρευσε η ειρηνευτική διαδικασία και οι συγκρούσεις αναζωπυρώθηκαν, με αποτέλεσμα να μετατοπιστούν 150.000 άνθρωποι. Τον Ιανουάριο του 1999 η κυβέρνηση ντος Σάντος απέρριψε την ειρηνευτική συμφωνία του 1994, με αποτέλεσμα τα Ηνωμένα Έθνη να αποσύρουν τις ειρηνευτικές τους δυνάμεις από την Αγκόλα. Ο ηγέτης των ανταρτών σκοτώθηκε σε μάχη στις 22 Φεβρουαρίου του 2002 και ο ντος Σάντος δεσμεύτηκε να προχωρήσει στη διεξαγωγή εκλογών εντός διετίας, κάτι που όμως δεν πραγματοποιήθηκε, Την ίδια χρονιά υπογράφηκε και νέα συμφωνία, ανάμεσα στον ντος Σάντος και στον εκπρόσωπο της UNITA, Λουκάμπα Γκάτο.

Ο ντος Σάντος κυβέρνησε επί 38 χρόνια, ως το 2017, οπότε αντικαταστάθηκε από τον Ζοάο Λουρένσο, νικητή των εκλογών της χρονιάς εκείνης.

Το πολίτευμα της χώρας είναι Προεδρική Δημοκρατία. Αρχηγός Κράτους είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο οποίος ασκεί και την εκτελεστική εξουσία. Η νομοθετική εξουσία ασκείται από την Εθνοσυνέλευση, που απαρτίζεται από 220 μέλη, τα οποία εκλέγονται με αναλογικό σύστημα και η θητεία τους είναι τετραετής. Δικαίωμα ψήφου έχουν όσες και όσοι είναι ηλικίας 18 ετών και άνω. Στις 21 Ιανουαρίου 2010 εγκρίθηκε από το κοινοβούλιο ένα νέο Σύνταγμα, με βάση το οποίο καταργήθηκε το αξίωμα του Πρωθυπουργού και αντικαταστάθηκε από το αξίωμα του Αντιπροέδρου.

Σήμερα, μετά το τέλος των συγκρούσεων, η επείγουσα ανθρωπιστική κατάσταση έχει δώσει τη θέση της σε μια μεταβατική περίοδο ανοικοδόμησης των δομών υγείας. Αν και η χώρα βρίσκεται πλέον σε περίοδο ειρήνης και η κυβέρνηση είναι σταθερή, η χώρα αντιμετωπίζει τεράστια φαινόμενα διαφθοράς και έντονη έλλειψη δημοκρατικής αξιοπιστίας. Το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού, σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2019 του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας ήταν 63,1 χρόνια (60,7 χρόνια οι άνδρες και 65,5 οι γυναίκες).
 
Το 2007 εγκαινιάστηκε ένα φιλόδοξο σχέδιο για τον τομέα της υγείας (κατάρτιση του προσωπικού και αγορά εξοπλισμών) με προϋπολογισμό δαπανών ύψους 443 εκατ. ευρώ για διάστημα δύο ετών.

Έχοντας πληθυσμό 31.127.674 κατοίκους το 2020 και πληθυσμιακή πυκνότητα γύρω στους 25,0 κατοίκους ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο, η χώρα μπορεί να χαρακτηριστεί αραιοκατοικημένη, ακόμη και για τα αφρικανικά δεδομένα. Τεράστιες εκτάσεις στην ημιερημική παράκτια ζώνη και στα ανατολικά 2/3 του εδάφους είναι σχεδόν ακατοίκητο. Όμως, η ζωή στην πρωτεύουσα Λουάντα δεν παρουσιάζει την ίδια εικόνα καθώς θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αποπνικτική. Σωροί σκουπιδιών στοιβάζονται παντού, ενώ οι διαρκώς ξεχειλισμένοι υπόνομοι δίνουν ανάγλυφα την αίσθηση της ακραίας περιβαλλοντικής υποβάθμισης στην οποία έχει οδηγηθεί η χώρα. Είναι ενδεικτικό ότι η πρωτεύουσα είχε χτιστεί για να φιλοξενήσει μισό εκατομμύριο πληθυσμού, και σήμερα οι κάτοικοι της είναι οχταπλάσιοι, ως μοιραία συνέπεια της συρροής εκατοντάδων χιλιάδων προσφύγων από την ύπαιθρο που ήθελαν να ξεφύγουν από την αθλιότητα και την βαρβαρότητα ενός εξαιρετικά άγριου εμφυλίου πολέμου. Τα αποτέλεσμα είναι ότι για πολλές ώρες της ημέρας δεν υπάρχει ούτε καθαρό τρεχούμενο νερό αλλά ούτε και ηλεκτρισμός για τις φτωχές λαϊκές γειτονιές.

Ο πόλεμος και ο λιμός εκτιμάται ότι ευθύνονται για τον θάνατο τουλάχιστον 500.000 ατόμων, μετά το 1975, αν και ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού παραμένει πάντοτε υψηλός. Το ποσοστό γεννήσεων βρίσκεται στον μέσο όρο ολόκληρης της Νότιας Αφρικής, αλλά τα ποσοστά των θανάτων είναι ιδιαίτερα υψηλά, με αποτέλεσμα η μέση διάρκεια ζωής να είναι πολύ χαμηλή. Πέρα από τον υπερβολικό συνωστισμό στις πόλεις, λόγω των πολεμικών συγκρούσεων, με τους εσωτερικούς πρόσφυγες να φτάνουν το 10% περίπου του συνόλου των κατοίκων, εκτιμάται επίσης ότι 500.000 άτομα κατέφυγαν, κατά τη διάρκεια του αντιαποικιακού αγώνα, στο εξωτερικό, κυρίως βόρειοι του Κονγκό στο Ζαΐρ και λίγοι Τσόκουε, Λούντα και Νιγκανγκουάλε στη Ζάμπια. Νέα έξοδος πληθυσμού σημειώθηκε το 1975, με την αποχώρηση 300.000 τουλάχιστον Πορτογάλων και άγνωστου αριθμού Αφρικανών. Όμως, πολλοί βόρειοι Κόνγκο επέστρεψαν στην Αγκόλα, ενώ δημιουργήθηκε και μικρό ρεύμα μετανάστευσης βορείων Κόνγκο από διάφορες περιοχές του Ζαΐρ, τους οποίους προσέλκυσαν οι δυνατότητες απασχόλησης στον πετρελαϊκό τομέα και στα ορυχεία της ανγκολέζικης οικονομίας.

Στην Αγκόλα απαντώνται περισσότερες από 90 εθνοτικές ομάδες, στους κόλπους των οποίων σπανίζουν οι εντάσεις. Οι περισσότεροι από τους κατοίκους ανήκουν στην ομογλωσσία των Μπαντού. Στο κεντρικό τμήμα της χώρας και κατά μήκος της ακτής ανάμεσα στη Λουάντα και στην Μπενγκέλα ζουν οι Μπούντου, μια από τις κυριότερες εθνοτικές ομάδες. Πολυάριθμοι είναι και οι Οβιμπούντου (37%), που κατοικούν στα υψίπεδα. Στο βορρά και στα κεντρικά ζουν οι Κιμπούντου (25%), στα ανατολικά οι Τσόκουε-Λούντα και στις νότιες όχθες του Κοάνζα οι Λιμπόλο, Κισάμα και Χακού, όπως επίσης και άλλες ομάδες. Το 2% του συνολικού πληθυσμού είναι μιγάδες και το 1% λευκοί ευρωπαϊκής καταγωγής. Πριν την ανεξαρτησία υπήρχε στη χώρα κοινότητα περίπου 400.000 Πορτογάλων. Το 90% εξ αυτών επέστρεψαν στη χώρα τους.

Η χώρα είναι αραιοκατοικημένη, με μέση πυκνότητα γύρω στους 10 κατοίκους ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο. Η αστικοποίηση είναι περιορισμένη εξαιτίας και του ανθυγιεινού κλίματος της ακτής. Ωστόσο το 57% του συνολικού πληθυσμού ζούσε στα αστικά κέντρα το 2008. Η οικονομία των μεγάλων πόλεων, που είναι λιγοστές, επλήγη λόγω του εμφυλίου πολέμου. Οι πέντε μεγαλύτερες πόλεις είναι:

Η Αγκόλα διαιρείται σε 18 διοικητικές περιφέρειες (στα πορτογαλικά: provincias).

Τα πορτογαλικά είναι η επίσημη γλώσσα της χώρας αλλά και η περισσότερο διαδεδομένη. Άλλες γλώσσες της Ανγκόλας είναι οι τοπικές διάλεκτοι των γηγενών λαών, όπως π.χ. τα Ουμπουντού, Κιμπουντού, Νγκαγκέλα, Κικόνγκο και Οσιβάμπο.

To 53% του πληθυσμού είναι Χριστιανοί (Ρωμαιοκαθολικοί 38%, Προτεστάντες 15%). Επίσης, υπάρχουν 155.991 Μάρτυρες του Ιεχωβά και 1.436 Μορμόνοι της Εκκλησίας του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών. Οι υπόλοιποι (47%) ανήκουν σε ντόπιες παραδοσιακές θρησκείες.

Κατά τους αποικιακούς χρόνους, οι Προτεστάντες και Τοκοϊστές θεωρούνταν ύποπτοι για ανατρεπτική δράση και αντιμετώπιζαν διώξεις μικρής κλίμακας. Όμως, μετά το 1975, η μαρξιστική-λενινιστική κυβέρνηση της Λουάντα αντιμετώπισε όλες τις θρησκείες αρνητικά και οι θρησκευτικές οργανώσεις έχασαν τον έλεγχο στα σχολεία, στις κλινικές, τις εφημερίδες, στους ραδιοσταθμούς και στα περιουσιακά τους στοιχεία. Ωστόσο, η ελευθερία της συνειδήσεως κατοχυρώθηκε νομοθετικά, ενώ η εκκλησία των Μεθοδιστών, στα σχολεία των οποίων είχαν μορφωθεί τα περισσότερα κρατικά στελέχη, απολάμβανε σχετικών προνομίων. Όμως, τα υπόλοιπα χριστιανικά δόγματα παρακολουθούνταν στενά και η δραστηριότητά τους μερικές φορές παρεμποδιζόταν. Το 1978 απαγορεύθηκαν επίσημα οι Μάρτυρες του Ιεχωβά. Οι θρησκευτικές οργανώσεις - όπως και οι αιρέσεις- άρχισαν να ασκούν και πάλι σημαντική επιρροή όταν η κυβέρνηση εγκατέλειψε τον κομμουνισμό, και ιδιαίτερα η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, η οποία έπαιζε σημαντικό ρόλο παρασκηνιακά για τη διασφάλιση της εθνικής συμφιλίωσης. Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Ανγκόλας, που σπανίζει στην υπόλοιπη Αφρική, είναι η πλήρης ανυπαρξία μουσουλμάνων στο έδαφός της.

Η Αγκόλα είναι αρκετά πλούσια όσον αφορά τις ορυκτές πηγές πλούτου και τη γεωργία. Βασίζει την οικονομία της στην εκμετάλλευση των διαμαντιών (Ντούντο), σιδηρούχων ορυκτών (Κασσίγκα, Σά-για), αλατιού, χρυσού και κυρίως πετρελαίου (Καμπίντα, Μπενφίκα, Λουάντα), καθώς και στην καλλιέργεια ζαχαροκάλαμου, καπνού, φοινικόδεντρων, φιστικιών, βαμβακιού, καφέ, καλαμποκιού, σουσαμιού, καουτσούκ, όπως επίσης και στην κτηνοτροφία. Οι ελάχιστες βιομηχανίες βρίσκονται στην πρωτεύουσα (διυλιστήρια πετρελαίου και επεξεργασία ζάχαρης, καπνού, τσιμέντου) και στις πόλεις Λομπίτο, Μαλάντζε, Μπενγκέλα, Λουμπάνγκο. Την 1η Ιανουαρίου του 2009 η χώρα ανέλαβε την προεδρία του ΟΠΕΚ.

Ποσοστιαία διαίρεση των εργαζομένων (2002):

Οι φυσικοί πόροι της Ανγκόλας είναι σημαντικοί, σε σύγκριση με τις περισσότερες από τις άλλες αφρικανικές χώρες, που προσφέρονται ιδιαίτερα για την ανάπτυξη βιομηχανικής οικονομίας. Υπάρχουν μεγάλα αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου, συγκεντρωμένα στις παράκτιες θαλάσσιες ζώνες, κοντά στην Καμπίντα και στον ποταμόκολπο του Κονγκό. Η ποιότητα του πετρελαίου είναι κατά κανόνα καλή, με χαμηλή περιεκτικότητα σε θείο. Σε μεγάλα τμήματα της βορειοανατολικής Ανγκόλας υπάρχουν προσχωματικά κοιτάσματα διαμαντιών, με μεγάλο ποσοστό από τα οποία χαρακτηρίζονται ως πολύτιμοι λίθοι ενώ τα υπόλοιπα προορίζονται για βιομηχανικές χρήσεις, καθώς και αρκετοί εκμεταλλεύσιμοι αδαμαντοφόροι σωλήνες κιμπερλίτη. Επιπλέον, στα νοτιοδυτικά, υπάρχουν μεγάλα, αν και χαμηλής ποιότητας, κοιτάσματα σιδηρομεταλλεύματος. Σε ολόκληρη τη χώρα, και κυρίως στην περιοχή των κρημνών, ανάμεσα στην παράκτια ζώνη και στο κεντρικό οροπέδιο, είναι γνωστό ότι υπάρχουν εκμεταλλεύσιμες ποσότητες και άλλων ορυκτών ή μεταλλευμάτων, αλλά για να εκτιμηθεί πλήρως το μέγεθος του εθνικού ορυκτού πλούτου χρειάζεται να γίνει ακόμη πολλή συστηματική ερευνητική εργασία.

Το υδροηλεκτρικό δυναμικό της Ανγκόλας είναι από τα μεγαλύτερα της Αφρικής. Λόγω των ευεργετικών επιδράσεων του ψυχρού Ρεύματος Μπερλίνγκουερ, η χώρα διαθέτει επίσης μερικά από τα πλουσιότερα αλιευτικά πεδία της ηπείρου, κυρίως στο νότιο άκρο της. Τα αποθέματα ξυλείας είναι εξίσου σημαντικά, μια και τα δάση καταλαμβάνουν συνολική επιφάνεια περίπου 550 στρεμμάτων. Το δάσος Μαγιόμπε, στο βόρειο τμήμα του θυλάκου της Καμπίντα, καθώς επίσης και οι δασικές εκτάσεις κατά μήκος των ποταμών στα νοτιοανατολικά περιλαμβάνουν δέντρα εμπορικής σημασίας όπως είναι η λευκή Τόλα και η Λίμπα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή επίπλων, μουσικών οργάνων. Η εύφορη γεωργική γη είναι περιορισμένη σε λίγες ευνοημένες περιοχές στα υψίπεδα και στις ποτάμιες κοιλάδες, λιγότερο από το 10% του εθνικού εδάφους θεωρείται αρόσιμο. Ο συνδυασμός του άγονου εδάφους με τις ανεπαρκείς βροχοπτώσεις, που επικρατεί στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας, αποτελεί μεγάλο πρόβλημα για τη διάδοση των καλλιεργειών. Παρ' όλα αυτά, οι εγχώριοι γεωργικοί πόροι δεν αξιοποιούνται πλήρως. Η νομαδική κτηνοτροφία πλήττεται από τη διάδοση της μύγας τσε-τσε, τους φτωχούς βοσκότοπους και την απουσία επιφανειακών νερών στην αμμώδη ζώνη της Καλαχάρι. Οι ευνοϊκότερες συνθήκες για την ανάπτυξη την νομαδικής κτηνοτροφίας επικρατούν στα νοτιοδυτικά.

Πριν από την ανεξαρτησία, στον τομέα της γεωργίας συνυπήρχαν οι μεγάλες φυτείες, που ανήκαν κυρίως σε Πορτογάλους εποίκους, με τους αναρίθμητους μικρούς αυτόχθονες παραγωγούς. Καλλιεργούνταν μόλις το 3% του εθνικού εδάφους, ενώ από το καλλιεργούμενο έδαφος λιγότερο από το 1% αρδεύονται. Σημαντικότερο γεωργικό προϊόν ήταν ο καφές. Το 1974 η Αγκόλα συνεισέφερε το 19% της παγκόσμιας παραγωγής, παράγοντας τουλάχιστον 200.000 τόνους. Η καλλιέργεια βαμβακιού, το οποίο είτε καταναλωνόταν από την τοπική βιομηχανία είτε εξαγόταν στην Πορτογαλία, ευδοκιμούσε στην κοιλάδα του ποταμού Κουάνγκο και στην παράκτια πεδιάδα. Ταυτόχρονα, η εγχώρια ζήτηση σε ζάχαρη καλυπτόταν απόλυτα από τις εντατικά συνοδευόμενες καλλιέργειες ζαχαροκάλαμου στις παράκτιες οάσεις. Στις ίδιες φυτείες παράγονταν επίσης φοινικέλαιο, μπανάνες και άλλα τροπικά φρούτα. Το σιζάλ ήταν άλλο ένα γεωργικό προϊόν των φυτειών, όμως, η σχετική σημασία του οποίου μειώθηκε κατά τη δεκαετία του 1960 και σε πολλές περιπτώσεις αντικαταστάθηκε από τον καπνό. Γενικά η Αγκόλα ήταν καθαρός εξαγωγέας τροφίμων καθώς εξήγε περισσότερα από ότι εισήγε, ενώ ένα από τα κύρια εξαγωγικά είδη διατροφής, το καλαμπόκι, προερχόταν από τα χωράφια των Αγκολέζων γεωργών του κεντρικού οροπεδίου. Οι αυτόχθονες παραγωγοί καλλιεργούσαν για ιδία κατανάλωση μεγάλες ποσότητες κασσάβας, μαζί με μικρότερες ποσότητες από κεχρί, σόργο, φασόλια, γλυκοπατάτες, φιστίκια, ρύζι, σιτάρι και πατάτες.

Βοοειδή εκτρέφονται κυρίως στα νοτιοδυτικά, τόσο με παραδοσιακές μεθόδους όσο και σε μεγάλες σύγχρονες κτηνοτροφικές μονάδες (ράντσα). Τα άλλα είδη των κτηνοτροφικών ζώων έπαιζαν μικρότερο ρόλο στις εμπορευματικές ανταλλαγές, αλλά η εκτροφή κατσικιών, χοίρων και πουλερικών είχε ιδιαίτερη σημασία για τη διατροφή του αυτόχθονος πληθυσμού. Η εκμετάλλευση της ξυλείας των φυσικών δασών ήταν συγκεντρωμένη στην περιοχή του Δάσους Μαγιόμπε, στον θύλακο της Καμπίντα, και στην περιοχή Λούσο, στο ανατολικό τμήμα του Σιδηροδρόμου Μπενγκέλα. Στο δυτικό τμήμα της ίδιας σιδηροδρομικής γραμμής είχαν δημιουργηθεί μεγάλες φυτείες ευκαλύπτων, συνολικής έκτασης 515.000 στρεμμάτων, οι οποίες παρείχαν την αναγκαία καύσιμη ύλη για τις μηχανές των τρένων και τροφοδοτούσαν το εργοστάσιο χαρτομάζας που λειτουργούσε κοντά στην πόλη Μπενγκέλα.

Η ανθηρή αγροτική οικονομία της Αγκόλας άρχισε μετά την ανεξαρτησία να συρρικνώνεται. Οι παλιές φυτείες εθνικοποιήθηκαν και αντικαταστάθηκαν από κρατικά αγροκτήματα, που χαρακτηρίζονταν από πάρα πολύ χαμηλή παραγωγικότητα. Όσοι από τους εργάτες γης ανήκαν στην εθνική ομάδα των Οβιμπούντου, αρνήθηκαν να εργαστούν σε περιοχές όπου θα ήταν ευάλωτοι σε επιθέσεις από αντίπαλες φυλές, όπως ήταν οι περιοχές καλλιέργειας καφέ, ενώ η υποχρεωτική στρατολόγηση εργατών από τις πόλεις (οι αποκαλούμενες «εθελοντικές ταξιαρχίες») δεν έδωσαν ούτε προσωρινή τουλάχιστον λύση στο πρόβλημα. Οι μικροϊδιοκτήτες αγρότες υποχρεώθηκαν να συμμετάσχουν σε ένα κρατικά ελεγχόμενο σύστημα συνεταιρισμών και να πωλούν στην παραγωγή τους στο ελάχιστα αποτελεσματικό κρατικό μονοπώλιο που αντικατέστησε τους Πορτογάλους μικρεμπόρους. Ταυτόχρονα, το συγκοινωνιακό δίκτυο χειροτέρευσε, η ανασφάλεια κυρίευσε ολόκληρη τη χώρα, η υπερτίμηση του νομίσματος λειτούργησε στην πραγματικότητα ως ένας βαρύτατος φόρος επί των εξαγωγών, ενώ η κατάρρευση της εγχώριας βιομηχανίας απομάκρυνε οποιοδήποτε κίνητρο είχαν παλιότερα οι αγρότες να πουλήσουν τα προϊόντα τους στις πόλεις. Έτσι, ο αστικός πληθυσμός έφθασε να στηρίζεται στα εισαγόμενα είδη διατροφής.

Η κατάρρευση της ανγκολέζικης γεωργίας δεν είχε την ίδια ένταση σε όλους τους τομείς της. Η καλλιέργεια ειδών διατροφής για ιδία κατανάλωση επηρεάστηκε πολύ λίγο. Η καλλιέργεια ειδών διατροφής για την εσωτερική αγορά επλήγη σε σημαντικό βαθμό, ενώ η επίδραση στην καλλιέργεια βιομηχανικών πρώτων υλών και εξαγόμενων προϊόντων υπήρξε κυριολεκτικά καταστροφική. Μετά την ανεξαρτησία, η παραγωγή κασσάβας και γλυκοπατάτας αυξήθηκε ελαφρά, αλλά η παραγωγή σόργου και φασολιών μειώθηκε κατά 50%. Η παραγωγή καλαμποκιού, μπανάνας και ξυλείας κατρακύλησε στο 25% του επιπέδου που είχε το 1975, η παραγωγή ζάχαρης και βοδινού κρέατος στο 10% ενώ ο καφές, το βαμβάκι και το σιζάλ μόλις στο 2%.

Πριν από την ανεξαρτησία, στη χώρα υπήρχαν 700 περίπου αλιευτικά σκάφη, που απασχολούσαν 13.000 εργαζομένους και έπιαναν κατά μέσον όρο 300.000 τόνους αλιευμάτων ετησίως. Η επεξεργασία του μεγαλύτερου μέρους των αλιευμάτων γίνονταν σε σύγχρονα εργοστάσια, που εξήγαγαν την παραγωγή τους στις Δυτικές αγορές με την μορφή κατεψυγμένων προϊόντων, κονσερβών ή ιχθυαλεύρων. Υπήρχε επίσης ένας πιο παραδοσιακός κλάδος, που ασχολούνταν με την ξήρανση, το πάστωμα και το κάπνισμα των ψαριών, ο οποίος μέχρι την έναρξη του αντιαποικιακού αγώνα το 1961, προμήθευε την τοπική αγορά και πραγματοποιούσε εξαγωγές στις γειτονικές χώρες. Μετά το 1975, τα περισσότερα αλιευτικά σκάφη, που άνηκαν κυρίως σε Πορτογάλους, έφυγαν από τη χώρα γεμάτα πρόσφυγες, και τα εργοστάσια επεξεργασίας αλιευμάτων καταστράφηκαν ή ερειπώθηκαν. Στη συνέχεια παραχωρήθηκαν άδειες σε ξένα σκάφη να αλιεύουν στα αγκολέζικα χωρικά ύδατα, υπό την προϋπόθεση ότι τμήμα των αλιευμάτων θα παραδίδεται στα αγκολέζικα λιμάνια. Επίσης, μερικές εγκαταστάσεις επεξεργασίας αλιευμάτων επιδιορθώθηκαν και εκσυγχρονίστηκαν με ξένη βοήθεια. Αυτές οι ενέργειες διατήρησαν, σε γενικές γραμμές την αλιευτική βιομηχανία ζωντανή, όταν στο ίδιο διάστημα το μεγαλύτερο μέρος της εγχώριας οικονομίας κατέρρεε. Ωστόσο, το σύνολο των αλιευμάτων μειώθηκε κατά 25% σε σύγκριση με την αποικιακή περίοδο, γεγονός που πιθανότατα οφείλεται στη μείωση του μεγέθους των κοπαδιών λόγω είτε της υπεραλιείας του παρελθόντος είτε διαφόρων οικολογικών μεταβολών.

Το αργό πετρέλαιο παίζει κυρίαρχο ρόλο στην εθνική οικονομία και η παραγωγή του έχει σχεδόν τριπλασιαστεί από την ανεξαρτησία και μετά. Όμως, καθώς η Ανγκόλα έγινε μέλος του ΟΠΕΚ (Οργανισμού Πετρελαιοεξαγωγών Χωρών) την 1η Ιανουαρίου του 2007, το ύψος των εξαγωγών της προσδιορίζεται από ποσοστώσεις. Στη χώρα επικρατούν ευνοϊκές γεωλογικές συνθήκες, σημειώνεται υψηλό ποσοστό επιτυχίας στις πραγματοποιούμενες έρευνες, ενώ το επίπεδο του λειτουργικού κόστους είναι σε μεγάλο βαθμό σχετικά χαμηλό. Διάφορες πειραματικές έρευνες παρέχουν ενδείξεις ότι η άντληση πετρελαίου μπορεί να είναι κερδοφόρα και από πολύ βαθύτερα σημεία στις ίδιες θαλάσσιες περιοχές. Άντληση πετρελαίου γίνεται και σε χερσαίες περιοχές, ενώ διεξάγονται έρευνες για τον εντοπισμό νέων κοιτασμάτων. Έχουν επίσης εντοπιστεί κοιτάσματα φυσικού αερίου, αλλά η εκμετάλλευσή τους πραγματοποιείται ακόμη σε μικρή κλίμακα.

Το 1977 ιδρύθηκε μια κρατική εταιρεία, με την ονομασία Sonangol και με σκοπό να συστήσει μικτές εταιρείες για την εκμετάλλευση του πετρελαίου και να προχωρήσει σε συμφωνίες παραχώρησης δικαιωμάτων εκμετάλλευσης με αντάλλαγμα τη συμμετοχή στην παραγωγή, αφήνοντας όμως την ευθύνη της διαχείρισης στους ξένους. Η αμερικάνικη εταιρεία Chevron, ελέγχει την Cabinda Gulf Oil Company, η οποία είναι υπεύθυνη για λίγο παραπάνω από το 50% της εθνικής παραγωγής. Άλλες τρεις εταιρείες πετρελαιοειδών, που δραστηριοποιούνται στην Αγκόλα, είναι η γαλλική Elf Aquitaine, η αμερικάνικη Texaco και η βελγική Petrofina. Η τελευταία περιορίζεται στα μικρά και εξαντλούμενα χερσαία πετρελαιοφόρα πεδία. Στις έρευνες για τον εντοπισμό νέων αποθεμάτων με υδρογονάνθρακες συμμετέχουν πάρα πολλές εταιρείες από τις ΗΠΑ, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία, την Πορτογαλία, τη Γερμανία, τη Βρετανία, τη Σουηδία, τη Νορβηγία, τη Βραζιλία και την Ιαπωνία.

Πριν από την ανεξαρτησία, η Ανγκόλα ήταν ο τέταρτος κατά σειράν εξαγωγέας διαμαντιών στον κόσμο, ως προς την τρέχουσα αξία, ενώ το ύψος των εξαγωγών ανερχόταν σε 2,4 εκατομμύρια καράτια. Όμως, μετά το 1975, η παραγωγή σχεδόν σταμάτησε, μέχρι να καταρρεύσει τη δεκαετία του 1980. Η κυβέρνηση εθνικοποίησε το 77% των μετοχών της Εταιρείας διαμαντιών της Ανγκόλα, την Diamang, που ανήκε σε Πορτογάλους επενδυτές, ενώ την εξόρυξη διαμαντιών στο βορειοανατολικό τμήμα της χώρας ανέλαβε μια εταιρία του ευρύτερου δημόσιου τομέα, η Indiama (εθνική επιχείρηση διαμαντιών της Αγκόλα). Ο κλάδος αντιμετώπισε μεγάλα διαχειριστικά προβλήματα, που επιδεινώθηκαν από τη διαφθορά των κρατικών αξιωματούχων, την ανασφάλεια που επικρατούσε σε ολόκληρη την χώρα και τις κακές σχέσεις με τον Κεντρικό Οργανισμό Διάθεσης (διαμαντιών), που ελέγχεται από την εταιρία De Beers της Νότιας Αφρικής. Έτσι, το 1986, η εξόρυξη διαμαντιών παραχωρήθηκε σε ξένες επιχειρήσεις, με συμφωνίες συμμετοχής του κράτους στην εξορυσσόμενη παραγωγή, και δύο χρόνια αργότερα η αγκολέζικη κυβέρνηση άρχισε διαπραγματεύσεις με την De Beers, σχετικά με τις πωλήσεις διαμαντιών και με την απαιτούμενη τεχνική βοήθεια για την εκμετάλλευσή σωλήνων κιμπερλίτη. Με τις ενέργειες αυτές η παραγωγή άρχισε και πάλι να αυξάνεται, ενώ με την αποκατάσταση της ειρήνης η χώρα αρχίζει να διαδραματίζει και πάλι πρωταγωνιστικό ρόλο στο παγκόσμιο εμπόριο διαμαντιών.
	
Στην Ανγκόλα δεν υπάρχουν άλλοι εξίσου σημαντικοί εξορυκτικοί κλάδοι, αν και το σιδηρομεταλλεύματα από το νοτιοδυτικό τμήμα της χώρας ήταν το τέταρτο σημαντικότερο εξαγώγιμο προϊόν της πριν από την ανεξαρτησία. Όμως, τα μεταλλεία σιδήρου της Κασίνγκα επιδοτούνταν σημαντικά από τους Πορτογάλους και είναι αμφίβολο αν έχουν τις δυνατότητες να καταστούν πραγματικά κερδοφόρα. Η παραγωγή αρχικά μειώθηκε και κατόπιν σταμάτησε, μεταξύ 1975 και 1984, ενώ η ποιότητα του απολήψιμου μεταλλεύματος είναι μάλλον υπερβολικά χαμηλή για να τεθούν τα μεταλλεία πάλι σε λειτουργία. Εξορύσσονται επίσης, σε μικρή κλίμακα, χαλκός, μαγγάνιο, χρυσός, μάρμαρα, μαύρος γρανίτης και χαλαζίας, ενώ σχεδιάζεται η εκμετάλλευση των φωσφορικών αλάτων που υπάρχουν στις επαρχίες Καμπίνα και Ζαΐρ.

Πριν από την ανεξαρτησία, οι κλάδοι της βιομηχανίας, των κατασκευών και της παραγωγής υδροηλεκτρικής ενέργειας αναπτύσσονταν ταχύτατα, αλλά οι διαταραχές και ο εθνικός αγώνας ενάντια στην αποικιοκρατία που ακολούθησε επέφερε δεινά πλήγματα, ανατρέποντας την αναπτυξιακή τους πορεία. Οι εθνικοποιήσεις και η μετανάστευση του ειδικευμένου εργατικού έπληξαν κυρίως τον βιομηχανικό τομέα της εθνικής οικονομίας, ενώ οι αντάρτες της οργάνωσης UNITA διέπραξαν δολιοφθορές των εγκαταστάσεων ηλεκτροδότησης και ύδρευσης. Συνέπεια όλων αυτών ήταν ότι το κράτος συσσώρευσε τεράστια χρέη, ενώ τα εργοστάσια λειτουργούσαν κατά μέσον όρο στο 30% της δυναμικότητάς τους. Οι εργάτες πληρώνονταν εν μέρει με προϊόντα που παρήγαγε το εργοστάσιο, παρά τις αναρίθμητες προσπάθειες παρεμπόδισης της πρακτικές αυτής, οι αδικαιολόγητες απουσίες από την εργασία ήταν κάτι συνηθισμένο και η παραγωγικότητα εκπληκτικά χαμηλή.

Εκτός από κάποια μικρής κλίμακας κατεργασία πρώτων υλών που προορίζονταν για εξαγωγή, η εγχώρια βιομηχανία είναι ουσιαστικά προσανατολισμένη στην υποκατάσταση εισαγωγών και περιλαμβάνει μονάδες επεξεργασίας τροφίμων, καπνού, μετάλλων και ξυλείας, κλωστοϋφαντουργίας, διύλισης πετρελαίου, συναρμολόγησης οχημάτων, παραγωγής ηλεκτρικών ειδών και τσιμέντου. Το μεγαλύτερο μέρος της ηλεκτρικής ενέργειας προέρχεται από φράγματα σε ποταμούς. Όμως, μεγάλο μέρος του εγκατεστημένου παραγωγικού δυναμικού, που υπερβαίνει το 600 μεγαβάτ, βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Οι περισσότερες από τις εθνικοποιημένες βιομηχανίες, τις κατασκευαστικές εταιρείες και τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας είχαν, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ενταχθεί σε προγράμματα ιδιωτικοποίησης, ενώ μερικές από αυτές επιστράφηκαν ακόμη και στους παλιούς ιδιοκτήτες τους.

Μετά την ανεξαρτησία οι τράπεζες εθνικοποιήθηκαν. Κεντρική τράπεζα της χώρας είναι η Εθνική Τράπεζα της Αγκόλας, η οποία έχει το προνόμιο της έκδοσης χαρτονομίσματος, αλλά λειτουργεί και ως εμπορικό πιστωτικό ίδρυμα. Αντιθέτως, η Λαϊκή Τράπεζα της Ανγκόλας, λειτουργεί κυρίως ως ταμιευτήριο. Το 1985, οι ξένες τράπεζες άρχισαν σταδιακά να επανέρχονται στη χώρα, αλλά το τραπεζικό σύστημα εξακολουθεί να βρίσκεται σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό υπό τον έλεγχο του κράτους. Γενικά, οι περισσότεροι κάτοικοι διατηρούν τις οικονομίες τους εκτός του δικτύου των δύσκαμπτων κρατικών τραπεζών, προτιμώντας διάφορες ανεπίσημες μορφές καταθέσεων. Οι ξένες επενδύσεις κατευθύνονται σχεδόν αποκλειστικά στους τομείς της πετρελαϊκής βιομηχανίας, των διαμαντιών και της αλιείας, αλλά προβλέπεται να στραφούν και σε άλλους κλάδους, καθώς η οικονομία σταδιακά φιλελευθεροποιείται και οι εθνικοποιημένες επιχειρήσεις επιστρέφουν στον ιδιωτικό τομέα.

Νόμισμα της χώρας είναι το νέο Κουάνζα. Η μέση ετήσια κατά κεφαλήν αγοραστική δύναμη ήταν 3.200 Δολάρια ΗΠΑ, με βάση τα στοιχεία του 2005.

Το πετρέλαιο συνεισφέρει τουλάχιστον το 90% των εξαγωγών της χώρας. Τα 2/3 από αυτά κατευθύνονται στις ΗΠΑ, όπου τα διυλιστήρια προτιμούν τους τύπους αργού πετρελαίου με χαμηλή περιεκτικότητα σε θείο. Γενικά, όμως, η χώρα επηρεάζεται έντονα από τις αυξομειώσεις στη διεθνή τιμή του προϊόντος αυτού. Μετά την ανεξαρτησία καταβλήθηκε συνειδητή προσπάθεια να αυξηθούν οι εισαγωγές από τις χώρες του τότε κομμουνιστικού μπλοκ, ενώ εκδηλώθηκε ακόμη και η πρόθεση εισόδου της χώρας στην Κομεκόν. Αποτέλεσμα ήταν να αγοραστούν τεράστιες ποσότητες οπλισμού από τις ανατολικές χώρες αλλά οι χώρες προέλευσης των υπολοίπων εισαγόμενων προϊόντων, όπως η Πορτογαλία, οι ΗΠΑ, η Γαλλία και η Βραζιλία να παραμείνουν αμετάβλητες. Εκτός από μηχανήματα, οχήματα και φάρμακα, η Αγκόλα εισάγει επίσης μεγάλες ποσότητες τροφίμων και πρώτων υλών, που όλες σχεδόν θα μπορούσαν να παραχθούν στην χώρα, εύκολα και με χαμηλό κόστος. Γίνονται ακόμη και εισαγωγές σε ακατέργαστο βαμβάκι. Το ισοζύγιο πληρωμών παρουσιάζει μεγάλα ελλείμματα, οδηγώντας σε αύξηση του εθνικού χρέους και σε συσσώρευση των καθυστερούμενων δόσεων παλαιότερων δανείων. Μετά την ειρήνευση στη χώρα, προβλέπεται να μειωθεί η μείωση των εισαγωγών οπλισμού και τροφίμων, ενώ η υποτίμηση του έντονα υπερτιμημένου εθνικού νομίσματος αναμένεται να δώσει αποφασιστική ώθηση στις εξαγωγές.

Στη χώρα υπάρχει εκτεταμένο σιδηροδρομικό δίκτυο με μήκος 2.761 χλμ. Το 2001 το οδικό δίκτυο εκτεινόταν στα 51.429 χλμ, από τα οποία τα 5.349 χιλιόμετρα ήταν ασφαλτοστρωμένα. Θαλάσσια λιμάνια είναι η Λουάντα, η Λομπίτο και η Μπενγκέλα. Η κρατική αεροπορική εταιρεία είναι η TAAG. Τα σημαντικότερα αεροδρόμια είναι στη Λουάντα, στη Χουάμπο, στη Λουμπάνγκο και στην Καμπίντα. Σύμφωνα με στοιχεία του 2006 η αφρικανική χώρα αριθμούσε 244 αεροδρόμια. Τον Απρίλιο του 2009, η ΕΕ διατήρησε τη χώρα στον κατάλογο με τους αερομεταφορείς που απαγορεύεται να εκτελούν πτήσεις προς τα 27 κράτη μέλη, για λόγους ασφαλείας. Η οδήγηση των οχημάτων γίνεται στα δεξιά.

Ο ανγκολέζικος πολιτισμός είναι κατακερματισμένος σε μυριάδες κομμάτια, που καθένα έχει έντονα τοπικά χαρακτήρα, αλλά οι ρίζες του ανάγονται στην ευρύτερη κεντροαφρικανική παράδοση των Μπαντού, την οποία μοιράζονται και οι γειτονικές χώρες. Οι λαοί που ζουν στην Ανγκόλα είναι γενικά μητρογραμμικοί ενώ οι γενεαλογικές γραμμές ή οι εκτεταμένες οικογένειες είναι ιδιαίτερα σημαντικές στην κοινωνική ζωή των ατόμων. Οι άνθρωποι δηλώνουν συχνά πίστη σε προαποικιακούς βασιλιάδες ή πολεμάρχους, ακόμη και αν κάτι τέτοιο δεν έχει καμία πλέον σχέση με τη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα. Σε ολόκληρη τη χώρα υπάρχουν έντονα σημάδια από ένα εκτεταμένο προαποικιακό σύστημα δουλοκτησίας, το οποίο οι αποικιακές αρχές καθυστέρησαν πολύ να καταργήσουν. Η πολυγαμία, η προγονολατρεία και η μαγγανεία αποτελούν πρακτικές που ακολουθούνται ακόμη και από πολλούς προσηλυτισμένους στον χριστιανισμό.

Οι τοπικές διακοσμητικές τέχνες εκφράζονται με το ξύλο, τον πηλό, τον χαλκό, το καλάμι, το ελεφαντόδοντο, τα όστρακα, αλλά και με το ανθρώπινο σώμα. Ιδιαίτερα φημισμένα είναι τα ξύλινα αγάλματα του λαού Τσόκουε, τα είδη από σκαλισμένο ελεφαντόδοντο της Καμπίντα και τα περίτεχνα χτενίσματα των λαών Νυανέκα και Νκούμπι. Η μουσική και ο χορός παίζουν σημαντικό ρόλο στην τοπική πολιτιστική ζωή, έχοντας ως βασικό μουσικό όργανο τα τύμπανα, αλλά υπάρχει και πλούσια προφορική λογοτεχνική παράδοση. Έχουν καταβληθεί προσπάθειες για τη διατήρηση αυτής της πολιτιστικής κληρονομιάς, με την οποία σπάνια ασχολούνται οι επίσημοι πολιτιστικοί οργανισμοί, αλλά η πολιτική αστάθεια και η διαφθορά, μετά το 1975, είχαν ως αποτέλεσμα την τραγική και σε μεγάλη έκταση απώλεια πολλών εθνογραφικών συλλογών.
	
Οι παραδοσιακοί πολιτισμοί βρίσκονται υπό τη συνεχή πίεση των Δυτικών πολιτισμικών επιρροών, οι οποίες τείνουν να κυριαρχήσουν στις πόλεις. Κατά τον 19ο αιώνα ήλθε στο προσκήνιο μια δυναμική ομάδα μορφωμένων Αγκολέζων, που είχε πολλά κοινά στοιχεία με την αντίστοιχη ομάδα της Σιέρα Λεόνε. Τα μέλη της ομάδας αυτής αρθρογραφούσαν και συνέγραφαν ιστορικά βιβλία, μυθιστορήματα και ποιήματα στην πορτογαλική γλώσσα. Μετά το 1926, η δεξιά δικτατορία της Πορτογαλίας ανάγκασε μεγάλο μέρος αυτής της λογοτεχνικής δραστηριότητας να περάσει στην παρανομία, αλλά δεν μπόρεσε να την εξαλείψει ολοκληρωτικά. Ο Αγκοστίνιο Νέτο (1922-1979), ηγέτης του ΛΚΑΑ κατά την εξουσία της χώρας, φημιζόταν για την ποίηση του στην πορτογαλική γλώσσα. Η κυβέρνηση του ΛΚΑΑ, όμως, επέβαλε ένα σύστημα αυστηρής λογοκρισίας, ενώ η λογοτεχνική παραγωγή της χρηματοδοτούμενης από το κράτος Ένωσης Αγκολέζων Συγγραφέων υπήρξε, μετά το 1975, σε γενικές γραμμές απογοητευτική. Το γεγονός αυτό αντισταθμίστηκε σε κάποιο βαθμό από τη δημιουργία τηλεοπτικού δικτύου πανεθνικής εμβέλειας και από τις βάσεις που τέθηκαν για τη λειτουργία εθνικής κινηματογραφικής βιομηχανίας. Όμως, το φιλόδοξο σχέδιο για την επέκταση διαφόρων μουσείων, βιβλιοθηκών και αρχείων δεν στέφθηκε με επιτυχία. Αντίθετα, πολλές θαυμάσιες συλλογές, που δημιουργήθηκαν κατά τους αποικιακούς χρόνους, καταστράφηκαν, διασκορπίστηκαν ή έπαψαν πλέον να είναι προσιτές στο κοινό. Ένας ακόμα αντιπροσωπευτικός συγγραφέας ήταν ο Όσκαρ Ρίμπας (1909-2004), που έγραψε ποιήματα και μυθιστορήματα,

Τα περισσότερα αποικιακά καθεστώτα, όπως και στην περίπτωση της Ανγκόλας, δεν εμπιστεύονται το μορφωμένο «ιθαγενή» και φοβούνται τις συνέπειες της μαζικής εκπαίδευσης. Το ΛΚΑΑ έθεσε ως στόχο, μετά την ανεξαρτησία, να γίνει η πρωτοβάθμια εκπαίδευση προσιτή σε όλους με αποτέλεσμα ο αριθμός των μαθητών στα δημοτικά σχολεία να τριπλασιαστεί μεταξύ του 1976 και το 1979. Όμως, κατά τη δεκαετία του 1980, ο αριθμός των μαθητών μειώθηκε κατά 50%, ενώ οι συνθήκες που επικρατούσαν στα σχολεία επιδεινώθηκαν δραματικά, καθώς σημειώθηκαν τεράστιες ελλείψεις σε διδακτικό προσωπικό και μέσα διδασκαλίας, μεταξύ των οποίων και σε σχολικά εγχειρίδια. Αυτό είναι κάτι απολύτως λογικό καθώς η ραγδαία εξάπλωση των σχολείων συχνά δημιουργεί ελλείψεις δασκάλων και υποδομών επειδή οι τάξεις λειτουργούν με αυξανόμενο αριθμό μαθητών και χρησιμοποιούνται λιγότερο καλά εκπαιδευμένοι δάσκαλοι.

Αντίθετα, ο αριθμός των σπουδαστών στα δευτεροβάθμια σχολεία και στο πανεπιστήμιο, που ιδρύθηκε το 1963, σημείωσε σταθερή αύξηση μετά το 1975, καθώς τα ιδρύματα αυτά επηρεάστηκαν λιγότερο από την πολιτική αστάθεια που επικρατούσε στην χώρα. Το 1962 ιδρύθηκε το Ινστιτούτο Εκπαίδευσης και Κοινωνικής Υπηρεσίας της Αγκόλας. Ωστόσο, και εκεί σημειώθηκαν σημαντικές ελλείψεις σε διδακτικό προσωπικό και σε μέσα διδασκαλίας, ενώ οι περισσότερες πανεπιστημιακές σχολές παρέμειναν για μακρές χρονικές περιόδους κλειστές, μετά από καταγγελίες για προπαγάνδα κατά του πολιτικού καθεστώτος. Γενικά, εκτιμάται ότι η στρατολόγηση στα ένοπλα τμήματα του ΛΚΑΑ και της UNITA είχε μεγαλύτερη επίδραση από ό,τι το επίσημο εκπαιδευτικό σύστημα στην καταπολέμηση του αναλφαβητισμού, στην επέκταση της χρήσης της πορτογαλικής γλώσσας και στην απόκτηση τεχνικών γνώσεων. Επίσης, πολλοί Ανγκολέζοι έχουν εκπαιδευθεί στο εξωτερικό, κυρίως στην Κούβα και την πρώην Σοβιετική Ένωση.

Η παραδοσιακή μουσική αποτελεί κράμα των στοιχείων των Πορτογάλων αλλά και των αυτοχθόνων της χώρας. Ενδεικτικά, παρατηρούνται ομοιότητες στη μουσική της Βραζιλίας με της Αγκόλας, καθώς και η πρώτη ήταν πορτογαλική αποικία. Η κιζόμπα παρουσιάζει ομοιότητες με τη βραζιλιάνικη σάμπα. Η Λουάντα είναι ονομαστή μεταξύ άλλων για το καρναβάλι της, το οποίο συνοδεύεται από μουσικοχορευτικές εκδηλώσεις. Μερικά μουσικά ιδιώματα είναι η αγκολέζικη μερένγκε, παραλλαγή του ομώνυμου ρυθμού της Κεντρικής Αμερικής, και η κιλαπάντα.

Στη Λουάντα ο επισκέπτης μπορεί να συναντήσει φρούρια, όπως του Σάο Πέντρο ντα Μπάρα, ναούς από την αποικιακή περίοδο, όπως οι ναοί Νόσα Σενιόρα ντο Κάρμο, Ντα Μιζερικόρντια και ντος Ρεμέντιος, κτήρια όπως αυτό της Εθνικής Τράπεζας και το Μουσείο της Αγκόλας (1938) με εκθέματα εθνογραφικού και ιστορικού ενδιαφέροντος.

Στην πρώην πορτογαλική αποικία βρίσκονται πολλά κτήρια, κτισμένα σε πορτογαλικά στιλ. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν η εκκλησία Νόσα Σενιόρα ντο Πόπολο και το ανάκτορο Βέλιο στην Μπενγκέλα, το φρούριο Σάο Πέντρο ντε Κατουμπέλα στη Λομπίτο και οι παραλίες της Ναμίμπε. Ο επισκέπτης αξίζει να επισκεφθεί το Εθνικό Πάρκο Κισάμα, το οποίο βρίσκεται 70 χλμ. νότια της πρωτεύουσας, Λουάντα. Στο εν λόγω πάρκο, που ιδρύθηκε το 1957, βρίσκουν καταφύγιο πολλά είδη της άγριας πανίδας, όπως ελέφαντες, βούβαλοι, αντιλόπες και θαλάσσιες χελώνες. Εξάλλου, υπάρχουν και άλλα εθνικά πάρκα, όπως της Ναμίμπε, στα σύνορα με τη Ναμίμπια και της Λόνα.

Στον χώρο του αθλητισμού, κυριαρχεί το ποδόσφαιρο, το οποίο προκαλεί ενθουσιασμό και προσελκύει άτομα από κάθε κοινωνικό στρώμα. Το 2005 κατάφερε για πρώτη φορά στην ιστορία της να προκριθεί στα τελικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου 2006 που διεξήχθη στην Γερμανία. Μερικοί Ανγκολέζοι έχουν εξελιχθεί σε διακεκριμένους ποδοσφαιριστές, αλλά οι περισσότεροι από αυτούς προτιμούν να παίζουν σε ομάδες της Πορτογαλίας ή άλλων ευρωπαϊκών χωρών, όπου οι συνθήκες διαβίωσης και επαγγελματικής ανέλιξης είναι καλύτερες.

Η Ανγκόλα έχει, επίσης, μεγάλη παράδοση στο μπάσκετ, στο οποίο αποτελεί την πλέον επιτυχημένη εθνική ομάδα στην Αφρική με 10 παναφρικανικούς τίτλους σε 24 διοργανώσεις, με συνέπεια να εκπροσωπεί συνεχώς την μαύρη ήπειρο στις μεγάλες διοργανώσεις (παγκόσμια πρωταθλήματα και Ολυμπιακούς Αγώνες).

Η Ανγκόλα είναι μέλος των οργανισμών: ACP, AfDB, CEEAC, ECA, FAO, G-77, IAEA, IBRD, ICAO, ICCt (υπέγραψε), ICFTU, ICRM, IDA, IFAD, IFC, IFRCS, ILO, IMF, IMO, Interpol, IOC, IOM, ISO (ανταποκριτής), ITU, NAM, OAS (παρατηρητής), Αφρικανική Ένωση, SADC, ΟΗΕ, Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ (προσωρινό), UNCTAD, UNESCO, UNIDO, UPU, WCO, WFTU, WHO, WIPO, WMO, WToO, WTrO.




#Article 71: Αλγερία (1962 words)


H Λαϊκή Δημοκρατία της Αλγερίας ( /Al Jazairia al Dimukratiya al Saabiya) ή Αλγερία (αραβικά: الجزائر/Al Jazair, βερβερικά: ⴷⵣⴰⵢⴻⵔ, γαλλικά: Algérie), είναι μία χώρα στη βόρεια Αφρική. Έχει έκταση 2.381.741 τ.χλμ. και πληθυσμό 43.900.000 κατοίκους, σύμφωνα με επίσημη εκτίμηση για το 2020. Είναι η μεγαλύτερη χώρα της Αφρικής και του αραβικού κόσμου σε εκταση. Το όνομα της χώρας προέρχεται από το όνομα της πρωτεύουσάς της, Αλγέρι.

Το όνομα Αλγερία προέρχεται από το όνομα της πόλης Αλγέρι, που με τη σειρά του προέρχεται από τη αραβική λέξη al-jazā’ir, που σημαίνει νησιά, και που αναφέρεται στα τέσσερα νησιά τα οποία βρίσκονταν στις ακτές της πόλης, μέχρι που ενσωματώθηκαν στη στεριά το 1525.

Με έκταση 2.381.741 τετραγωνικά χιλιόμετρα, η Αλγερία είναι η δέκατη μεγαλύτερη χώρα στον κόσμο και η μεγαλύτερη στην Αφρική και στον αραβικό κόσμο, ενώ είναι και η μεγαλύτερη μεσογειακή χώρα. Καθώς είναι μια χώρα τεράστια σε έκταση, η Αλγερία χαρακτηρίζεται από την ποικιλία και την εναλλαγή τοπίων και αναγλύφου. 

Στα βόρεια βρέχεται από τη Μεσόγειο, ανατολικά συνορεύει με την Τυνησία και τη Λιβύη, νότια με τον Νίγηρα, το Μάλι και τη Μαυριτανία και βορειοδυτικά με το Μαρόκο. Πρωτεύουσα είναι το Αλγέρι, άλλες μεγάλες πόλεις το Οράν, η Κωνσταντίνη, η Άναμπα (πρώην Μπον), το Σετίφ, το Σιντί Μπελ Αμπές.

Γεωγραφικά χωρίζεται σε 3 περιοχές: 

 

Η βόρεια Αλγερία έχει αρκετά βουνά, γνωστά με την ονομασία «Όρη της Ακτής». Ανάμεσά τους εκτείνονται εύφορες κοιλάδες και πεδιάδες, που διαρρέονται από πολλούς ποταμούς και χειμάρρους. Η Τελ είναι περιοχή παραγωγής δημητριακών, εσπεριδοειδών, ελιάς, καπνού, βαμβακιού και πολύ πυκνοκατοικημένη. 

Η μέση Αλγερία είναι σειρά από οροπέδια με απέραντες ερήμους και ασήμαντη βλάστηση. Έχει και πολλές αλμυρές λίμνες. Τα ψηλότερα όρη της περιοχής είναι το Κελία (2510 μ.) και το Καντίντζα (2490 μ.). 

Η νότια Αλγερία είναι η περιοχή της απέραντης αμμώδους και πετρώδους ερήμου, και του ορεινού όγκου του Αχαγκάρ ή Χογκάρ με ψηλότερη κορυφή το όρος Ταχάτ των 3.003 μ. και τα όρη Χογκάρ Ατζέρ, το ανατολικό τμήμα του ορεινού όγκου, με τις περίφημες βραχογραφίες της Παλαιολιθικής και των μετέπειτα εποχών. Υπάρχουν επίσης αρκετές οάσεις στους πολλούς «ουιντιάν», όπως για παράδειγμα η Τουγκούρτ η Ντζανέτ, κ.λπ.

Παράλληλα με τη γεωγραφία, το κλίμα της Αλγερίας επίσης ποικίλλει από βορρά προς νότο: 

Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι η παρατήρηση σημαντικών διαφορών θερμοκρασίας και βροχοπτώσεων κατά τόπους σε όλη την έκταση της χώρας. Παρ' όλα αυτά θα λέγαμε ότι το κλίμα της είναι γενικά υγιεινό.

Στην περιοχή Αΐν Χανέτς έχουν βρεθεί ίχνη κατοίκησης ανθρώπων από το 200.000 π.Χ. Εργαλεία των Νεάντερταλ, όπως τσεκούρια, της μουστιαίας περιόδου (43.000 π.Χ.), είναι παρόμοια με αυτά στον Λεβάντε. Η Αλγερία ήταν η περιοχή στην οποία αναπτύχθηκαν η πιο εξελιγμένες τεχνικές παρασκευής εργαλείων στη μέση παλαιολιθική περίοδο. Ανάμεσα στο 15.000 και στο 10.000 π.Χ. αναπτύχθηκε στις ακτές της βόρειας Αφρικής ο ιβηρομαυρουσιανός πολιτισμός. Τελικά όλοι αυτοί οι ιθαγενείς πληθυσμοί αποτέλεσαν του Βερβέρους, τους ιθαγενείς της βόρειας Αφρικής.

Μετά το 1000 π.Χ., οι Καρχηδόνιοι είχαν σημαντική επιρροή πάνω τους, ιδρύοντας αποικίες κατά μήκος των ακτών. Βασίλεια των Βερβέρων άρχισαν να αναδύονται, με πιο ξεχωριστό το βασίλειο της Νουμιδίας, και άδραξαν την ευκαιρία που τους προσέφεραν οι Καρχηδονιακοί Πόλεμοι για να ανεξαρτητοποιηθούν από την Καρχηδόνα, αλλά υποτάχτηκαν στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία μέχρι το 24 π.Χ. Για αρκετούς αιώνες η περιοχή διοικούνταν από τους Ρωμαίους, οι οποίοι ίδρυσαν πολλές αποικίες στην περιοχή. Η Αλγερία ήταν ένας από τους σιτοβολώνες της αυτοκρατορίας. Ο Άγιος Αυγουστίνος ήταν επίσκοπος Ίππωνος (σημερινή Αλγερία).

Οι Γερμανοί Βάνδαλοι, με αρχηγό τον Γκιζέριχο, επεκτάθηκαν στην βόρεια Αφρική το 429 και μέχρι το 435 ήλεγχαν την παράκτια Νουμιδία. Δεν δημιούργησαν σημαντικούς οικισμούς, καθώς τους εμπόδισαν οι ντόπιες φυλές. Όταν οι Βυζαντινοί έφτασαν, η Λέπτις Μάγκνα είχε εγκαταληφθεί και την περιοχή Μσελάτα είχαν καταλάβει ντόπιοι πληθυσμοί.

Οι Άραβες κατέκτησαν την Αλγερία στα μέσα του 7ου αιώνα συναντώντας ελάχιστη αντίσταση από τους ντόπιους πληθυσμούς, οι οποίοι εξισλαμίστηκαν. Μετά την πρώτη του χαλιφάτου των Ομεϋαδών, στην εξουσία ανέβηκαν πολυάριθμες τοπικές δυναστείες, όπως οι Αγλαβίδες, οι Αλμοχάδες, οι Ζαγιανίδες, Ζιρίδες, Ρουσταμίδες, Χαμαμίδες, Αλμοραβίδες και οι Φατιμίδες. Το ανατολικό τμήμα της Αλγερίας βρίσκονταν στην περιοχή Ιφρικίγια. Οι Φατιμίδες δημιούργησαν ένα χαλιφάτο το οποίο εκτεινόταν στη βόρεια Αφρική μέχρι τη Συρία και την Υεμένη. Τους διαδέχτηκαν στην περιοχή της Αλγερίας βερβερικές δυναστείες.

Στις αρχές του 16ου αιώνα, η Ισπανία κατασκεύασε οχυρωμένα φυλάκια κατά μήκος των αλγερινών ακτών, ενώ κατέλαβε μερικές παράλιες πόλεις, όπως το Μερς Ελ Κεμπίρ το 1505, το Οράν το 1509 και τις Τλεμκέν, Μοσταγκανέμ και Τενές το 1510. Την ίδια χρονιά, μερικοί έμποροι στο Αλγέρι κατέλαβαν ένα από νησιά στο λιμάνι της πόλης και το παραχώρησαν στην Ισπανία, η οποία κατασκεύασε ένα οχυρό εκεί. Όμως, αυτά τα οχυρά αποδείχθηκαν δαπανηρά και ανεπαρκή, καθώς δεν διασφάλιζαν πρόσβαση για τον ισπανικό εμπορικό στόλο.

Η περιοχή της Αλγερίας διοικούνταν μερικώς από τους Οθωμανούς για τρεις αιώνες, από το 1516 μέχρι το 1830. Το 1516 οι αδελφοί Ορούτς και Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα, οι οποίοι σημείωσαν επιτυχίες ενάντια στους Αφσίδες, μετέφεραν τη βάση τους στο Αλγέρι. Κατάφεραν να κατακτήσουν το Τζιτζέλ και το Αλγέρι από τους Ισπανούς, αλλά ανέλαβαν τον έλεγχο της πόλης αναγκάζοντας τον προηγούμενο ηγέτη, Αμπού Χάμο Μούσα Γ΄ της δυναστείας Μπάνι Ζιγιάντ, να φύγει. Όταν ο Ορούτς σκοτώθηκε το 1518 κατά τη διάρκεια της εισβολής στο Τλεμκέν, ο Χαϊρεντίν τον διαδέχθηκε ως στρατιωτικός διοικητής του Αλγεριού. Ο Οθωμανός σουλτάνους του έδωσε τον τίτλο του μπεϊλέρμπεη και 2.000 γενίτσαρους. Με αυτή τη δύναμη, ο Χαϊρεντίν κατέκτησε ολόκληρη την περιοχή ανάμεσα στην Κωνσταντίνη και το Οράν, αν και το Οράν παρέμεινε σε ισπανικά χέρια μέχρι το 1791.

Οι Βερβερίνοι πειρατές επιτίθονταν σε χριστιανικά και άλλα μη-ισλαμικά πλοία στη δυτική Μεσόγειο. Οι πειρατές συνήθως έπαιρναν το πλήρωμα και το πουλούσαν ή χρησιμοποιούσαν ως σκλάβους. Επίσης, ζητούσαν λύτρα για τους κρατούμενους. Σύμφωνα με τον Ρόμπερτ Ντέιβις, οι πειρατές συνέλαβαν 1 με 1,25 εκατομμύριο Ευρωπαίους ως δούλους. Συχνά έκαναν επιδρομές στις ευρωπαϊκές ακτές, ώστε να μαζέψουν χριστιανούς τους οποίους θα πουλούσαν στα σκλαβοπάζαρα της Βόρειας Αφρικής και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Το 1544, ο Χαϊρεντίν κατέλαβε την Ίσκια, παίρνοντας 4.000 κρατούμενους, και υποδούλωσε περίπου 9.000 κατοίκους του Λίπαρι, σχεδόν ολόκληρο τον πληθυσμό. Το 1551, ο Τουργκούτ Ρεΐς υποδούλωσε ολόκληρο τον πληθυσμό του Γκόζο, Μάλτα, και τον έστειλε στη Λιβύη. Το 1554, οι πειρατές επιτέθηκαν στο Βιέστε, στη νότια Ιταλία και υποδούλωσαν περίπου 7.000 ανθρώπους. Ανάμεσα στο 1609 και το 1616, η Αγγλία έχασε 466 εμπορικά πλοία λόγω επιθέσεων των Βερβερίνων πειρατών. Τον Ιούλιο του 1627, δύο πειρατικά πλοία από το Αλγέρι έφτασαν μέχρι την Ισλανδία, λεηλατώντας και υποδουλώνοντας τον πληθυσμό.

Το 1671, η περιοχή εξεγέρθη, σκότωσε τον αγά και τον αντικατέστησε. Ο νέος ηγέτης έλαβε τον τίτλο του νταή. Μετά το 1689, το δικαίωμα της επιλογής νταή πέρασε στο ντιβάν, συμβούλιο περίπου εξήντα ευγενών. Το 1710, ο νταής έπεισε τον σουλτάνο να τον αναγνωρίσει ως κυβερνώντα, αντικαθιστώντας τον πασά σε αυτό το ρόλο, αν και το Αλγέρι παρέμεινε τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η πειρατεία ενάντια σε αμερικανικά πλοία στη Μεσόγειο οδήγησε τις Ηνωμένες Πολιτείες να αρχίσουν τον πρώτο (1801-1805) και δεύτερο βερβερικό πόλεμο (1815). Μετά τον πόλεμο οι Αλγερινοί ήταν εξασθενημένοι και οι Ευρωπαίοι, με τον αγγλοολλανδικό στόλο υπό τις διαταγές του Βρετανού λόρδου του Έξμαουντ επιτέθηκαν στο Αλγέρι. Μετά από 9 ώρες βομβαρδισμών, υπογράφηκε συνθήκη με τον νταή, ο οποίος συμφώνησε να σταματήσει η υποδούλωση χριστιανών.

Μετά από μερικά διπλωματικά επεισόδια, οι Γάλλοι εισέβαλαν και κατέλαβαν το Αλγέρι το 1830. Το δουλεμπόριο και η πειρατεία σταμάτησαν μετά την κατάκτηση της πόλης. Ο πληθυσμός της Αλγερίας, έφτασε από 1,5 εκατομμύριο το 1830 σε περίπου 11 εκατομμύρια το 1960. Η γαλλική πολιτική στόχευε να εκπολιτίσει τη χώρα. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου σχηματίστηκε μια γαλλόφωνη ντόπια ελίτ, αποτελούμενη κυρίως από Βερβέρους Καβύλους. Ως αποτέλεσμα, η γαλλική κυβέρνηση τους ευνόησε.

Από το 1848 μέχρι την ανεξαρτησία, η Γαλλία διοικούσε την μεσογειακή περιοχή της Αλγερίας ως τμήμα της χώρας. Η Αλγερία έγινε προορισμός δεκάδων χιλιάδων Ευρωπαίων μεταναστών, οι οποίοι αργότερα έγιναν γνωστοί ως Πιε-νουάρ. Ανάμεσα στο 1825 και το 1847, 50.000 Γάλλοι μετανάστευσαν στην Αλγερία και εγκαταστάθηκαν κυρίως στο Αλγέρι και το Οράν, όπου οι Ευρωπαίοι αποτελούσαν την πλειοψηφία των κατοίκων.

Σταδιακά, η δυσαρέσκεια των μουσουλμάνων, οι οποίοι δεν είχαν πολιτική ή οικονομική θέση στο αποικιακό σύστημα, οδήγησε σε αιτήματα μεγαλύτερης πολιτικής αυτονομίας και τελικά ανεξαρτησίας από τη Γαλλία. Η ένταση ανάμεσα στους δύο πληθυσμούς οδήγησε το 1954 στην έναρξη του Πολέμου της Αλγερίας, ο οποίος έληξε το 1962 με την ανεξαρτησία της Αλγερίας, μετά από τη συμφωνία του Εβιάν και δημοψήφισμα στην Αλγερία. Η Αλγερία ανακηρύχθηκε ανεξάρτητη τις 5 Ιουλίου 1962. Περίπου 900.000 Ευρωπαίοι πιε-νουάρ έφυγαν από την Αλγερία ανάμεσα στο 1962 και το 1964.

Πρώτος πρόεδρος της Αλγερίας ήταν ο Αχμέντ Μπεν Μπελά, ο οποίος είχε πρωτοστατήσει στον αγώνα για ανεξαρτησία. Το 1963 ξέσπασε ο πόλεμος της Άμμου με το Μαρόκο, το οποίο διεκδικούσε τμήματα της δυτικής Αλγερίας. Ο Μπεν Μπελά ανατράπηκε το 1965 από τον Χουαρί Μπουμεντιέν. Ο Μπουμεντιέν ακολούθησε τη δεκαετία του 1960 και 1970 πρόγραμμα εκβιομηχάνισης στην ελεγχόμενη από το κράτος σοσιαλιστική οικονομία. Ο διάδοχος του Μπουμεντιέν, Τσαντλί Μπεντζεντίντ, εισήγαγε κάποιες φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις. Προήγαγε τον εξαραβισμό της αλγερινής κοινωνίας και δημόσιας ζωής και έφερε δασκάλους αραβικών από άλλες μουσουλμανικές χώρες ώστε να επιστρέψει η χώρα στο ορθόδοξο ισλάμ.

Η οικονομία της Αλγερίας άρχισε να εξαρτάται όλο και περισσότερο από το πετρέλαιο, με αποτέλεσμα οικονομικές δυσκολίες όταν η τιμή του κατέρρευσε τη δεκαετία του 1980. Η οικονομική ύφεση που προκλήθηκε από την παγκόσμια πτώση των τιμών οδήγησε σε κοινωνική αναταραχή στην Αλγερία τη δεκαετία του 1980. Μέχρι το τέλος της δεκαετίας, ο Μπεντζεντίν εισήγαγε πολυκομματικό σύστημα. Ανάμεσα στα νέα πολιτικά κόμματα ήταν το Ισλαμικό Μέτωπο Σωτηρίας, ένας ευρύς συνασπισμός μουσουλμανικών ομάδων.

Στις βουλευτικές εκλογές του 1991, το Ισλαμικό Μέτωπο Σωτηρίας νίκησε, αλλά οι αρχές φοβούμενες την εκλογή ισλαμιστικές κυβέρνησης έκριναν τις εκλογές άκυρες και έκριναν ότι το κόμμα ήταν παράνομο, οδηγώντας σε εμφύλια σύγκρουση, ανάμεσα στο ένοπλο τμήμα του κόμματος και τις εθνικές ένοπλες δυνάμεις της Αλγερίας. Η ισλαμιστική ένοπλη ομάδα κήρυξε παύση πυρός τον Οκτώβριο του 1997. Στις εκλογές που ακολούθησαν το 1999, στις οποίες υπήρχαν κατηγορίες για νοθεία, νίκησε ο Αμπντελαζίζ Μπουτεφλίκα. Επανεξελέγη το 2004, το 2009 και το 2014. Με την εξαίρεση κάποιων διαδηλώσεων, η χώρα παρέμεινε σχεδόν ανεπηρέαστη από την Αραβική Άνοιξη.

Στις 24 Μαρτίου του 2009 η Γαλλία ανακοίνωσε ότι θα καταβάλει αποζημιώσεις σε πολιτικό και στρατιωτικό προσωπικό, όπως επίσης και σε κατοίκους που παρουσίασαν προβλήματα υγείας συνεπεία των πυρηνικών δοκιμών της χώρας, αρχικά στην Αλγερία και στη συνέχεια στη Γαλλική Πολυνησία εντός 30 ετών.

Ο πληθυσμός της χώρας είναι 43.900.000 κατοίκους (εκτίμηση Ιανουάριος 2020). Ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού είναι 1,52% (εκτίμηση 2020). Ο ρυθμός γεννήσεων είναι 20,0 γεννήσεις/1000 πληθυσμού και θανάτου 4,4 θάνατοι/1000 πληθυσμού (εκτίμηση 2020). Το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού, σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2019 του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας ήταν 77,1 χρόνια (76,2 χρόνια οι άνδρες και 78,1 οι γυναίκες).

Το ΑΕΠ της χώρας είναι 235.500.000.000 $ (εκτίμηση 2008). Ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ είναι 3% (εκτίμηση 2008). Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ είναι 7.000 $ (εκτίμηση 2008).

Η χώρα διαιρείται σε 48 νομούς ουϊλάγιας (βιλάγια), 553 επαρχίες (νταΐρα) και 1.541 δήμους (μπαλαντίγια). Ο κάθε νομός, (wilaya), αποτελεί ιδιαίτερο «εδαφικό διαμέρισμα» απολαμβάνοντας κάποια μορφή οικονομικής ελευθερίας. Κάθε επαρχία έχει Λαϊκή Συνέλευση και η τελευταία έχει το δικό της «πρόεδρο», ο οποίος εκλέγεται από τα μέλη της Συνέλευσης.

Οι 48 ουϊλάγιας (νομοί) της Αλγερίας είναι:

Η Αλγερία είναι ημιπροεδρική δημοκρατία. Αρχηγός Κράτους είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο οποίος εκλέγεται για πενταετή θητεία. Ο πρόεδρος είναι επικεφαλής του υπουργικού συμβουλίου και του Ανωτάτου Συμβουλίου Ασφαλείας. Διορίζει τον Πρωθυπουργό, ο οποίος είναι επίσης αρχηγός κυβερνήσεως. Το υπουργικό συμβούλιο διορίζεται από τον Πρωθυπουργό.

Το Κοινοβούλιο αποτελείται από δύο σώματα, την Κάτω Βουλή, που ονομάζεται Εθνική Λαϊκή Συνέλευση (APN) και απαρτίζεται από 380 μέλη, και την Άνω Βουλή που έχει 144 μέλη και ονομάζεται Συμβούλιο του Έθνους. Τα μέλη της APN εκλέγονται για πενταετή θητεία.

Δικαίωμα ψήφου έχουν όλοι και όλες οι πολίτες που είναι 18 ετών και άνω.

Η οδήγηση γίνεται στα δεξιά.




#Article 72: Αζερμπαϊτζάν (2027 words)


Το Αζερμπαϊτζάν, επισήμως η Δημοκρατία του Αζερμπαϊτζάν, είναι χώρα στην περιοχή του Καυκάσου και έχει έκταση 86.600 τ.χλμ. και πληθυσμό 10.095.894 κατοίκους σύμφωνα με επίσημη εκτίμηση για το 2020. Το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της χώρας είναι Αζέροι.

Η Λαϊκή Δημοκρατία του Αζερμπαϊτζάν ανακήρυξε την ανεξαρτησία της το 1918 και έγινε ένα από τα πρώτα δημοκρατικά κράτη στον Μουσουλμανικό κόσμο. Η χώρα ενσωματώθηκε στη Σοβιετική Ένωση ως Σοβιετική Σοσιαλιστική Δημοκρατία του Αζερμπαϊτζάν. Η σύγχρονη δημοκρατία του Αζερμπαϊτζάν ανακήρυξε την ανεξαρτησία της στις 30 Αυγούστου 1991, πριν την επίσημη διάλυση της ΕΣΣΔ τον Δεκέμβριο του 1991. Το Σεπτέμβριο του 1991, η Αρμενική πλειοψηφία του αμφισβητούμενου Ναγκόρνο-Καραμπάχ αποσχίστηκε για να σχηματίσει τη Δημοκρατία του Ναγκόρνο-Καραμπάχ. Η περιοχή και επτά επαρχίες εντός της επικράτειας του Ναγκόρνο-Καραμπάχ έγιναν ντε φάκτο ανεξάρτητες με τον Πόλεμο του Ναγκόρνο-Καραμπάχ το 1994. Αυτές οι περιοχές αναγνωρίζονται διεθνώς ως μέρος του Αζερμπαϊτζάν, ενώ εκκρεμεί μια λύση για το καθεστώς της περιοχής, η οποία θα βρεθεί μέσω διαπραγματεύσεων που διεξάγονται από τον ΟΑΣΕ.

Το Αζερμπαϊτζάν είναι ενωτικό ημι-προεδρικό κράτος. Είναι μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης, του ΟΑΣΕ, και του προγράμματος Συνεργασία για την Ειρήνη του NATO. Είναι ένα από τα έξι ανεξάρτητα Τουρκικά κράτη, ενεργό μέρος του Τουρκικού Συμβουλίου και μέλος της κοινότητας TÜRKSOY. Το Αζερμπαϊτζάν έχει διπλωματικές σχέσεις με 158 χώρες και είναι μέλος 38 διεθνών οργανισμών. Είναι ιδρυτικό μέλος του Οργανισμού για τη Δημοκρατία και την Οικονομική Ανάπτυξη GUAM, της Κοινοπολιτείας Ανεξάρτητων Κρατών (ΚΑΚ) και του Οργανισμού για την Απαγόρευση των Χημικών Όπλων. Είναι μέλος των Ηνωμένων Εθνών από το 1992, και εκλέχθηκε ως μέλος στο νεοσύστατο Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 9 Μαΐου 2006. Η θητεία της χώρας ξεκίνησε στις 19 Ιουνίου 2006. Το Αζερμπαϊτζάν είναι κράτος μέλος του Κινήματος των Αδεσμεύτων, έχει το καθεστώς παρατηρητή στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου και είναι ανταποκριτής στη Διεθνή Τηλεπικοινωνιακή Ένωση.

Το Σύνταγμα του Αζερμπαϊτζάν δεν ανακηρύσσει κάποια επίσημη θρησκεία και όλες οι μεγάλες πολιτικές δυνάμεις στη χώρα είναι κοσμικές. Ωστόσο, η πλειονότητα του πληθυσμού είναι μουσουλμάνοι. Οι περισσότεροι Αζέροι, ωστόσο, δεν εξασκούν ενεργά κάποια θρησκεία, και η χώρα είναι μία από τις πιο άθρησκες χώρες του Μουσουλμανικού κόσμου, με το 53% να επισημαίνει ότι η θρησκεία έχει μικρή ή καθόλου σημασία στις ζωές τους, σύμφωνα με δημοσκοπήσεις του Κέντρου Pew Research και του Ινστιτούτου Γκάλοπ. Το Αζερμπαϊτζάν έχει υψηλό επίπεδο ανθρώπινης ανάπτυξης στο οποίο κατατάσσεται ισάξια με τις περισσότερες ανατολικοευρωπαϊκές χώρες. Έχει υψηλό επίπεδο οικονομικής ανάπτυξης και αλφαβητισμού, καθώς και μικρό ποσοστό ανεργίας. Ωστόσο, το κυβερνών κόμμα, το Κόμμα του Νέου Αζερμπαϊτζάν, έχει κατηγορηθεί για αυταρχισμό και παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Πρωτεύουσα είναι το Μπακού. Επίσημη γλώσσα της χώρας είναι η αζερική ή αζερμπαϊτζανική (μια τουρκική γλώσσα).

Συνορεύει με τη Ρωσία, την Αρμενία, το Ιράν, τη Γεωργία και την Τουρκία (μόνον η αυτόνομη περιοχή του Ναχτσιβάν (Nakhchivan)).

Η ονομασία του Αζερμπαϊτζάν προέρχεται από τον Ατροπάτη, Πέρση σατράπη της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών, ο οποίος αργότερα έγινε σατράπης της Μηδίας από τον Μεγάλο Αλέξανδρο. Η αρχική ετυμολογία του ονόματος εικάζεται ότι προέρχεται από την αρχαία περσική θρησκεία του ζωροαστρισμού, καθώς στον ύμνο του άγγελου φύλακα αναφέρεται η φράση âterepâtahe ashaonô fravashîm ýazamaide, η οποία μεταφράζεται ως λατρεία του αγίου Ατάρε-πατά. Ο Ατροπάτης κυβέρνησε την περιοχή της Ατροπατηνής (το σημερινό ιρανικό Αζερμπαϊτζάν).

Τα πρώτα ευρήματα ανθρώπινης παρουσίας στην περιοχή του σημερινού Αζερμπαϊτζάν χρονολογούνται στην ύστερη λίθινη περίοδο και συνδέονται με τον πολιτισμό των Γκουρουτσάι των σπηλαίων Αζίκ. Η άνω παλαιολιθική περίοδος και η ύστερη εποχή του χαλκού παρέχουν μαρτυρίες πολιτισμών σε ορισμένες περιοχές και νεκροπόλεις.

Η περιοχή κατακτήθηκε από τους Αχαιμενίδες γύρω στα 550 π.Χ., οι οποίοι διέδωσαν τον Ζωροαστρισμό. Αργότερα, η περιοχή αποτέλεσε τμήμα της αυτοκρατορίας του Μεγάλου Αλεξάνδρου και της διάδοχης αυτοκρατορίας των Σελευκιδών. Οι Καυκάσιοι Αλβανοί, πρώιμοι ιθαγενείς πληθυσμοί της περιοχής, ίδρυσαν ανεξάρτητο βασίλειο γύρω στον 4ο αιώνα π.Χ.

Επίσης, υπάρχουν μαρτυρίες παρουσίας Σκυθών τον 9ο αιώνα π.Χ., ενώ οι Ιρανοί  κυριάρχησαν μεταξύ 900 και 700 π.Χ. παραχωρώντας στη συνέχεια τη θέση τους στους Αχαιμενίδες.

Το 252 μ.Χ., η αυτοκρατορία των Σασσανιδών μετέτρεψε το Αζερμπαϊτζάν σε υποτελή επικράτειά της, ενώ ο βασιλιάς Ουρναίρ υιοθέτησε επίσημα τον χριστιανισμό ως κρατική θρησκεία τον 4ο αιώνα. Παρά τις συνεχείς επιδρομές και κατακτήσεις, τόσο των Βυζαντινών όσο και των Σασσανιδών, η Καυκάσια Αλβανία παρέμεινε ανεξάρτητη οντότητα στην περιοχή μέχρι τον 9ο αιώνα. Το ισλαμικό χαλιφάτο των Ομμεϋαδών απώθησε τόσο τους Σασσανίδες όσο και τους Βυζαντινούς από την περιοχή και τελικά μετέτρεψε την Καυκάσια Αλβανία σε υποτελές του κράτος, μετά την καταστολή της χριστιανικής αντίστασης του πρίγκηπα Τζαβανσίρ το 667.

Το κενό εξουσίας που άφησε πίσω της η παρακμή του χαλιφάτου των Αββασιδών έδωσε χώρο σε πλήθος τοπικών δυναστειών όπως οι Σαλαρίδες, οι Σαχίδες, οι Σανταδίδες, οι Ραουαδίδες και οι Μπουίδες. Στις αρχές του 11ου αιώνα, η περιοχή σταδιακά κατακλύστηκε από κύματα τουρκομανικών φυλών από την κεντρική Ασία, οι οποίες καθιέρωσαν με τη σειρά τους δικές τους δυναστείες με πρώτη αυτή των Γαζναβιδών περί το 1030.

Οι παλαιοί ιρανόφωνοι πληθυσμοί απομονώθηκαν σε ορισμένες ορεινές περιοχές, ενώ σήμερα το σύνολο σχεδόν του τουρκόφωνου πληθυσμού έχει καθιερωθεί ως Αζέροι. Ο εκτουρκισμός των Αζέρων ολοκληρώθηκε στα τέλη του 17ου αιώνα. Σε τοπικό επίπεδο και με την επακόλουθη εξουσία των Σελτζούκων Τούρκων, η διακυβέρνηση είχε ανατεθεί σε τοπικούς ηγεμόνες, υποτελείς του σουλτάνου. Η επόμενη βραχύβια ηγεμονία στην περιοχή ήταν το κράτος των Τζαλαγιριδών, το οποίο σύντομα κατακτήθηκε από τον Ταμερλάνο.

Η τοπική δυναστεία των Σιρβανσάχ αποτέλεσε υποτελές κράτος της αυτοκρατορίας του Ταμερλάνου και τον υποστήριξη στον πόλεμο κατά του ηγεμόνα της Χρυσής Ορδής, Τοκχταμίς. Μετά το θάνατο του Ταμερλάνου, στην ευρύτερη περιοχή αναδύθηκαν δυο ανεξάρτητες και ανταγωνιστικές ομοσπονδίες τουρκομανικών φυλών, οι Μαυροπροβατάδες (Καρά Κογιουνλού) και οι Ασπροπροβατάδες (Ακ Κογιουνλού). Οι Σιρβανσάχ επέστρεψαν διατηρώντας ένα υψηλό βαθμό αυτονομίας ως τοπικοί ηγεμόνες, ενώ καθαιρέθηκαν από τους Σαφαβίδες του Ιράν, την τελευταία δυναστεία Σιιτών μουσουλμάνων που αντιστέκονταν στη σουνιτική Οθωμανική αυτοκρατορία, η οποία και τελικά κυριάρχησε στην περιοχή.

Το 1828 το βόρειο τμήμα του παραχωρήθηκε στη Ρωσία και το 1918 ανακηρύχθηκε ανεξάρτητη δημοκρατία. Το Αζερμπαϊτζάν απέκτησε πολιτική οντότητα το 1920 (28 Απριλίου) ενώ έγινε ομόσπονδη δημοκρατία της Σοβιετικής Ένωσης το 1936. Ανακηρύχθηκε κράτος κυρίαρχο το 1989 και ανεξάρτητο στις 30 Αυγούστου 1991. Στο Αζερμπαϊτζάν στα τέλη της δεκαετίας του 1980 εξερράγη μία από τις μεγαλύτερες εθνικιστικές αναταραχές που έλαβαν χώρα στην πρώην Ε.Σ.Σ.Δ. Τον Φεβρουάριο του 1988, η αυτόνομη περιοχή του Ναγκόρνο-Καραμπάχ όπου υπήρχε έντονο το αρμενικό στοιχείο, αποφάσισε την προσχώρηση της στην Αρμενία. Ακολούθησε η αντίδραση της Μόσχας που απέρριψε κατηγορηματικά την προοπτική αυτής της ένωσης. Αποτέλεσμα ήταν να εκδηλωθούν αιματηρές διαδηλώσεις στο Σουμκαγίτ του Αζερμπαϊτζάν που στοίχισαν τη ζωή σε 32 άτομα.

Στην Αρμενία οργανώθηκαν μεγάλες απεργίες και, παρότι η κυβέρνηση της Ε.Σ.Σ.Δ έκανε κάποιες παραχωρήσεις στους Αρμένιους της περιοχής, αυτές δεν κρίθηκαν ικανοποιητικές. Επίσης δημιουργήθηκε μεγάλη δυσαρέσκεια των Αζέρων όταν η περιοχή περιήλθε στη δικαιοδοσία της κυβέρνησης της Μόσχας σε μια προσπάθεια επίλυσης της κρίσης. Η δυσαρέσκεια αυτή οδήγησε στη διεκδίκηση της ανεξαρτησίας του Αζερμπαϊτζάν και ο Σοβιετικός στρατός επενέβη στο Μπακού, τον Ιανουάριο του 1990. Μετά τη διάλυση της Σοβιετικής ένωσης το Αζερμπαϊτζάν έγινε ανεξάρτητη δημοκρατία με πρόεδρο το πρώην ισχυρό ηγετικό στέλεχος του ΚΚ Αγιάζ Μουταλίμποφ και προσχώρησε στην Κοινοπολιτεία Ανεξαρτήτων Κρατών. Ο πόλεμος μεταξύ Αρμενίων και Αζέρων συνεχίσθηκε στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ με νικητές τους Αρμενίους και ο Μουταλίμποφ κατηγορήθηκε ως υπαίτιος με αποτέλεσμα να τον διαδεχθεί ο Γιαγκούμπ Μαμέντοφ πρώην Κομμουνιστής που διώχθηκε όταν οι Αρμένιοι κατέλαβαν τη σημαντική πολιτισμική για το Αζερμπαϊτζάν πόλη Σουσά. Επανήλθε για λίγο ο Μουταλίμποφ αλλά μετά από μεγάλες διαδηλώσεις εκδιώχθηκε. Τον Ιούνιο του 1992 ανέλαβε προσωρινός πρόεδρος ο Ισα Γκαμπάροφ στέλεχος του λαϊκού μετώπου. Στις εκλογές που ακολούθησαν εξελέγη ο ηγέτης του λαϊκού μετώπου Αμπουλφέζ Ελτσιμπέι. Η απειρία των στελεχών του , η διαφθορά ορισμένων από αυτούς , η αποτυχία της αντιμετώπισης των προβλημάτων του λαού και οι στρατιωτικές επιτυχίες των Αρμενίων στο Ναγκόρνο Καραμπάχ καθώς και η στάση των στρατιωτικών υπό τον στρατηγό Χουσεΐνοφ οδήγησαν τον Ελτσιμπέι σε φυγή. Ο πρόεδρος της βουλής της περιοχής του Ναχιτσεβάν Χεϊντάρ Αλίγιεφ έγινε προσωρινός πρόεδρος της δημοκρατίας και αργότερα με δημοψήφισμα εξελέγη παίρνοντας το 99% των ψήφων ο δε Χουσεΐνοφ χρίστηκε πρωθυπουργός. Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ εξέδωσε ψήφισμα καλώντας τους Αρμένιους να αποχωρήσουν από τα εδάφη που είχαν καταλάβει ενώ άρχισαν οι διαπραγματεύσεις για αποστρατιωτικοποίηση της περιοχής. Ο Αλίγιεφ άρχισε συνομιλίες με τους Αρμένιους του Ναγκόρνο Καραμπάχ και κατέληξε σε συμφωνία για κατάπαυση του πυρός στα τέλη Ιουλίου 1993. Όμως τον Αύγουστο γίνεται νέα επίθεση των Αρμενίων στο νότο και το Ιράν έστειλε στρατό για να παρεμποδίσει την είσοδο των χιλιάδων προσφύγων στα εδάφη του.
Ο πρόεδρος της βουλής του Ναγκόρνο Καραμπάχ δέχθηκε την αποχώρηση των στρατευμάτων από τις περιοχές του Αζερμπαϊτζάν με τον όρο την αναγνώριση της ανεξαρτησίας της περιοχής του.΄

Η όλη κατάσταση αυτή και η πολιτική αστάθεια έφερε τεράστια οικονομικά προβλήματα στο Αζερμπαϊτζάν και ο Αλίγιεφ προσπάθησε την προσέγγιση της χώρας με τη Ρωσία και το Ιράν σε θέματα πολιτικής και οικονομικής συνεργασίας. Τον Οκτώβριο του 1994 υποστηρικτές του πρωθυπουργού Χουσεΐνοφ προσπάθησαν να καταλάβουν την εξουσία καθώς και το Μάρτιο του 1995 μία ομάδα των δυνάμεων ασφαλείας. Και οι δύο απόπειρες απέτυχαν, ο Χουσεΐνοφ διέφυγε στη Ρωσία ενώ ανώτατοι στρατιωτικοί και μέλη της αντιπολίτευσης καταδικάστηκαν.

Τον Νοέμβριο του 1995 μετά από απαγόρευση καθόδου στις εκλογές των Κομμουνιστών και Ισλαμιστών ο Χεϊντάρ Αλίγιεφ κέρδισε με συντριπτική πλειοψηφία την εξουσία. Η κατάσταση στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ είναι ακόμη και σήμερα συγκεχυμένη, η περιοχή είναι αυτόνομη δεν αναγνωρίζεται ως κράτος και έχει δικό της πρόεδρο. Ο Χεϊντάρ Αλίγιεφ κέρδισε και τις εκλογές του 1998 και μετά από προβλήματα υγείας παρέδωσε την εξουσία στον γιο του Ιλχάμ το 2003. Ο Ιλχάμ επανεξελέγη στις εκλογές του 2008, του 2013 και του 2018.

Το πολίτευμα της χώρας είναι το Ημιπροεδρικό σύστημα.Ο Πρόεδρος τη Δημοκρατίας είναι ο αρχηγός του κράτους με πολύ μεγάλες και σημαντικές αρμοδιότητες και εξουσίες.Ο πρωθυπουργός και τα άλλα μέλη της κυβέρνησης διορίζονται και παύονται από τον Πρόεδρο της δημοκρατίας. Το 2009, έπειτα από δημοψήφισμα καταργήθηκε το όριο στις θητείες στο ύπατο αξίωμα της χώρας.Το Σύνταγμα υιοθετήθηκε στις 12 Νοεμβρίου του 1995 και τροποποιήθηκε με δημοψήφισμα στις 24 Αυγούστου του 2002.

Στη χώρα διεξάγονται εκλογές για πρόεδρο και για κοινοβούλιο. Δικαίωμα ψήφου στις εκλογές έχουν όσες και όσοι είναι ηλικίας 18 ετών και άνω.

Το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού, σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2019 του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας ήταν 71,4 χρόνια (68,8 χρόνια οι άνδρες και 74,1 οι γυναίκες).

Κύριο λιμάνι είναι η πρωτεύουσα Μπακού. Η οδήγηση γίνεται στα δεξιά. Η χώρα διαθέτει αεροδρόμια με κυριότερο αυτό του Μπακού.

Το 93% είναι Μουσουλμάνοι (κυρίως Σιίτες) και περίπου 4% Χριστιανοί. Παρά το ότι το Ισλάμ είναι επίσημη θρησκεία, οι Αζέροι, γιορτάζουν τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά.

Ο τουρισμός παίζει μεγάλο ρόλο στην οικονομία του Αζερμπαϊτζάν. Η χώρα ήταν τουριστικός προορισμός από τη δεκαετία του 1980, ωστόσο, η πτώση της Σοβιετικής Ένωσης και ο πόλεμος του Ναγκόρνο-Καραμπάχ κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, επέφεραν πλήγμα στην τουριστική βιομηχανία και την εικόνα του Αζερμπαϊτζάν. 

Μόλις στη δεκαετία του 2000 η τουριστική βιομηχανία άρχισε να ανανεώνεται και η χώρα από τότε καταγράφει υψηλό ρυθμό αύξησης του αριθμού των τουριστικών επισκέψεων και των διανυκτερεύσεων.  Τα τελευταία χρόνια το Αζερμπαϊτζάν έχει γίνει δημοφιλής προορισμός για θρησκευτικό τουρισμό, σπα και ιατρικό τουρισμό. Όλο τον χειμώνα το Shahdag Mountain Resort προσφέρει σκι με εγκαταστάσεις τελευταίας τεχνολογίας.

Η τουριστική ανάπτυξη του Αζερμπαϊτζάν είναι η κορυφαία προτεραιότητα για την κυβέρνηση της χώρας. Οι ενέργειες ρυθμίζονται από το Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού του Αζερμπαϊτζάν . Υπάρχουν 63 χώρες για τις οποίες δεν απαιτείται θεώρηση  και οι χώρες για τις οποίες απαιτείται θεώρηση για το Αζερμπαϊτζάν υπάρχει e-visa . 

Σύμφωνα με την Έκθεση Ανταγωνιστικότητας Τουρισμού του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ το Αζερμπαϊτζάν κατατάσσεται στην 84η θέση .

Το Αζερμπαϊτζάν τοποθετείται ανάμεσα στις δέκα πρώτες χώρες λόγω της μεγαλύτερης αύξησης των εξαγωγών επισκεπτών κατά τα 2010-2016 σύμφωνα με την έκθεση του Παγκόσμιου Συμβουλίου Ταξιδιών και Τουρισμού . Το Αζερμπαϊτζάν είναι στην πρώτη θέση (46,1%) μεταξύ των χωρών που έχουν τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες ταξιδιωτικές και τουριστικές οικονομίες .

Στο Αζερμπαϊτζάν υπάρχουν πρεσβείες και προξενεία από χώρες που εκπροσωπούνται άμεσα σε αυτήν. 

Σύμφωνα με το προεδρικό διάταγμα 1791/23-03-2004 έχει αναγνωριστεί και λειτουργεί το Ελληνο Αζέρικο Εμπορικό και Οικονομικό Επιμελητήριο. Το Ελληνοαζέρικο Εμπορικό και Οικονομικό Επιμελητήριο δημιουργήθηκε με απώτερο σκοπό τη διασύνδεση των επιχειρήσεων για τη δημιουργία δεσμών και συνεργασιών με στόχο την ανάπτυξη επιχειρηματικών δραστηριοτήτων στην Ελλάδα και το Αζερμπαϊτζάν.




#Article 73: Βέλγιο (3172 words)


Το Βασίλειο του Βελγίου (ολλανδικά: Koninkrijk België, γαλλικά: Royaume de Belgique, γερμανικά: Königreich Belgien) είναι χώρα στην βορειοδυτική Ευρώπη και συνορεύει με την Ολλανδία, τη Γερμανία, το Λουξεμβούργο και τη Γαλλία. Έχει πληθυσμό 11.530.853 κατοίκους, σύμφωνα με επίσημη εκτίμηση για το 2020, και έκταση 30.528 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Βρίσκεται στα πολιτιστικά σύνορα μεταξύ της γερμανικής και της ρωμανικής Ευρώπης και είναι γλωσσικά και πολιτιστικά διαιρεμένο. Δύο είναι οι βασικές γλώσσες που ομιλούνται στο Βέλγιο: η Ολλανδική - που αποκαλείται μερικές φορές ανεπισήμως Φλαμανδική και ομιλείται στη Φλάνδρα στα βόρεια, και η Γαλλική που ομιλείται στη Βαλλωνική Περιοχή στα νότια. Η πρωτεύουσά του, οι Βρυξέλλες, είναι επισήμως δίγλωσση, ενώ η πλειονότητα των κατοίκων της μιλά Γαλλικά. Στα ανατολικά βρίσκεται μια επισήμως αναγνωρισμένη μειονότητα Γερμανόφωνων. Η γλωσσική αυτή ποικιλία οδηγεί συχνά σε πολιτικές διαμάχες, οι οποίες αντικατοπτρίζονται στο πολυσύνθετο σύστημα διακυβέρνησης και στην πολιτική ιστορία του Βελγίου.

Το Βέλγιο πήρε το όνομά του από τους πρώτους κατοίκους του, τους Βέλγους (Belgae), μια ομάδα κυρίως Κελτικών φυλών, που έδωσαν το όνομά τους και στην ρωμαϊκή επαρχία Gallia Belgica (Βελγική Γαλατία). Ιστορικά, το Βέλγιο είναι μέρος των λεγόμενων «Κάτω Χωρών», στις οποίες περιλαμβάνονται επίσης η Ολλανδία και το Λουξεμβούργο. Από το τέλος του Μεσαίωνα μέχρι τον δέκατο έβδομο αιώνα ήταν ακμάζον κέντρο εμπορίου και πολιτισμού. Από τον δέκατο έκτο αιώνα μέχρι την ανεξαρτησία του το 1830, το Βέλγιο, αποκαλούμενο την εποχή εκείνη Νότιες Κάτω Χώρες, υπήρξε το πεδίο πολλών μαχών μεταξύ ευρωπαϊκών δυνάμεων. Τα πρόσφατα χρόνια, το Βέλγιο υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, φιλοξενώντας τα αρχηγεία της, καθώς και τα αρχηγεία άλλων μεγάλων διεθνών οργανισμών, όπως του ΝΑΤΟ. Η χώρα κατείχε την Προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου το β' εξάμηνο του 2010.

Το Βέλγιο είναι ανεπτυγμένη χώρα, με μια προχωρημένη οικονομία υψηλού εισοδήματος. Η χώρα έχει πολύ υψηλά πρότυπα ζωής, ποιότητας ζωής, υγειονομικής περίθαλψης, εκπαίδευσης, και κατατάσσεται ως πολύ υψηλή στον Δείκτη Ανθρώπινης Ανάπτυξης. Κατατάσσεται επίσης ως μία από τις ασφαλέστερες ή πιο ειρηνικές χώρες στον κόσμο.

Κατά τις τελευταίες δύο χιλιετίες, η περιοχή που είναι σήμερα γνωστή ως Βέλγιο έχει καταστεί θεατής σημαντικών δημογραφικών, πολιτικών και πολιτιστικών αναταραχών. Η πρώτη καλά τεκμηριωμένη πληθυσμιακή κίνηση ήταν η κατάκτηση της περιοχής από τη Ρωμαϊκή Δημοκρατία τον 1ο αιώνα π.Χ., ακολουθούμενη τον 5ο αιώνα από το γερμανικό φύλο των Φράγκων. Οι Φράγκοι εγκατέστησαν το Μεροβίγγειο βασίλειο, από το οποίο προήλθε η Καρολίγγειος Αυτοκρατορία τον 8ο αιώνα. Κατά το Μεσαίωνα, οι Κάτω Χώρες χωρίστηκαν σε πολλά μικρά φεουδαρχικά κράτη. Τα περισσότερα από αυτά ενώθηκαν κατά τον 14ο και 15ο αιώνα υπό τον οίκο της Βουργουνδίας ως οι Βουργούνδιες Κάτω Χώρες. Τα κράτη αυτά κέρδισαν έναν βαθμό αυτονομίας τον 15ο αιώνα και έκτοτε ονομάστηκαν Δεκαεπτά Επαρχίες.

Η ιστορία του Βελγίου διακρίνεται από την ιστορία των Κάτω Χωρών από τον 16ο αιώνα. Ένας εμφύλιος πόλεμος, ο Ογδοηκονταετής Πόλεμος (1568-1648), χώρισε τις Δεκαεπτά Επαρχίες στις Ενωμένες Επαρχίες στον βορρά και τις Νότιες Κάτω Χώρες στον νότο. Οι νότιες επαρχίες κυβερνήθηκαν διαδοχικά από τους Ισπανούς και τους αυστριακούς Αψβούργους. Μέχρι την ανεξαρτησία, οι Νότιες Κάτω Χώρες μπήκαν πολλές φορές στο στόχαστρο της Γαλλίας και ήταν το πεδίο των περισσότερων γαλλοϊσπανικών και γαλλοαυστριακών πολέμων κατά τον 17ο και 18ο αιώνα. Με τις εκστρατείες του 1794 στους πολέμους μετά τη Γαλλική Επανάσταση, οι Κάτω Χώρες - συμπεριλαμβανομένων και περιοχών που δεν βρέθηκαν ποτέ υπό την εξουσία των Αψβούργων, όπως η Επισκοπή της Λιέγης - κατακτήθηκαν από τη Γαλλία η οποία τερμάτισε την ισπανοαυστριακή εξουσία στην περιοχή. Η επανένωση των Κάτω Χωρών ως το Ηνωμένο Βασίλειο των Κάτω Χωρών επήλθε με το τέλος της Γαλλικής Αυτοκρατορίας το 1815.

Η Βελγική Επανάσταση του 1830 οδήγησε στην εγκαθίδρυση ενός ανεξάρτητου, καθολικού και ουδέτερου Βελγίου υπό προσωρινή κυβέρνηση. Από την ενθρόνιση του Λεοπόλδου Α΄ ως βασιλιά το 1831, το Βέλγιο είναι συνταγματική μοναρχία και κοινοβουλευτική δημοκρατία. Μεταξύ της ανεξαρτησίας και του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το δημοκρατικό σύστημα εξελίχθηκε από ολιγαρχία με την κυριαρχία δύο μεγάλων κομμάτων, τους Καθολικούς και τους Φιλελεύθερους, σε σύστημα καθολικής ψηφοφορίας που συμπεριέλαβε ένα τρίτο κόμμα, το Βελγικό Εργατικό Κόμμα, και ισχυρό ρόλο για τα εργατικά σωματεία. Αρχικά, τα γαλλικά, που ήταν η γλώσσα την οποία είχε υιοθετήσει η αριστοκρατία και η αστική τάξη, ήταν η επίσημη γλώσσα. Εν συνεχεία, η χώρα ανέπτυξε ένα κυρίως δίγλωσσο ολλανδογαλλικό σύστημα.

Στη Διάσκεψη του Βερολίνου του 1885 αποφασίστηκε να παραδοθεί το Κογκό στον Βασιλιά Λεοπόλδο Β΄ ως ιδιωτική κτήση του, αποκαλούμενο Ελεύθερο Κράτος του Κογκό. Το 1908, εκχωρήθηκε στο Βέλγιο ως αποικία, και από τότε αποκλήθηκε Βελγικό Κογκό. Η ουδετερότητα του Βελγίου παραβιάστηκε το 1914, όταν η Γερμανία εισέβαλε στο Βέλγιο ως μέρος του Σχεδίου Σλίφφεν. Οι πρώην γερμανικές αποικίες Ρουάντα-Ουρούντι - σήμερα αποκαλούμενες Ρουάντα και Μπουρούντι - κατελήφθησαν από το Βελγικό Κογκό το 1916 και παραχωρήθηκαν στο Βέλγιο το 1924 από την Κοινωνία των Εθνών. Η Γερμανία εισέβαλε ξανά στο Βέλγιο και το κατέλαβε το Μάιο του 1940. Απελευθερώθηκε από τις συμμαχικές δυνάμεις το 1944. Το Βελγικό Κογκό κέρδισε την ανεξαρτησία του στις 30 Ιουλίου 1960 κατά τη διάρκεια της Κρίσης του Κογκό, και η Ρουάντα-Ουρούντι έγινε ανεξάρτητη το 1962.

Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το Βέλγιο προσχώρησε στο ΝΑΤΟ και, μαζί με την Ολλανδία και το Λουξεμβούργο, σχημάτισαν την ομάδα Μπενελούξ. Το Βέλγιο ήταν επίσης ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας. Το Βέλγιο φιλοξενεί τα αρχηγεία του ΝΑΤΟ και μεγάλο μέρος των θεσμικών και διοικητικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περιλαμβανομένων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της πλειοψηφίας των συνόδων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Κατά τον 20ό αιώνα, και ιδιαίτερα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η ιστορία του Βελγίου κυριαρχείται όλο και περισσότερο από την αυξανόμενη αυτονομία των δύο βασικών του γλωσσικών κοινοτήτων. Κατά την περίοδο αυτή σημειώθηκε αύξηση των διακοινοτικών εντάσεων, και διακυβεύτηκε η ενότητα του βελγικού κράτους. 

Στα τέλη του 1960, το βαρύ κόστος των γεγονότων στο Κονγκό και η διαπίστωση ότι η χώρα είχε μείνει πολύ πίσω στην κούρσα της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης της οικονομίας της σε σχέση με τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της Ε.Ο.Κ., ώθησαν την κυβέρνηση να λάβει μία σειρά δρακόντειων αντιλαϊκών μέτρων που αποσκοπούσαν στη βελτίωση των οικονομικών δεικτών, αλλά επέβαλαν αύξηση της φορολογίας και περικοπές στις παροχές του κράτους πρόνοιας. Έτσι, τον Δεκέμβριο του 1960, η ελεγχόμενη από τους σοσιαλιστές Γενική Συνομοσπονδία Βέλγων Εργατών κήρυξε γενική απεργία σε ολόκληρη τη χώρα μέχρι να ανακληθούν τα μέτρα, τα οποία έγιναν γνωστά ως «Ενιαίος νόμος» (Loi Unique). Σε όλες τις μεγάλες πόλεις οργανώθηκαν συλλαλητήρια που γρήγορα ξέφυγαν από κάθε έλεγχο και κατέληξαν σε γενικευμένες ταραχές, ενώ στα οικονομικά αιτήματα, οι Βαλόνοι συνδικαλιστές γρήγορα ανέμειξαν και το κατ' εξοχήν πολιτικό: την αναθεώρηση του συντάγματος και την ομοσπονδοποίηση της χώρας, με χωρισμό του κυριαρχούμενου από τους σοσιαλιστές γαλλόφωνου Νότου της παρηκμασμένης βαριάς βιομηχανίας από τον ταχέως αναπτυσσόμενο ολλανδόφωνο φλαμανδικό Βορρά που, επιπλέον, κυριαρχούσε στη δημόσια διοίκηση. Η Φλάνδρα δαιμονοποιήθηκε εύκολα στο πρόσωπο του πρωθυπουργού Έισκενς, αρχιτέκτονα της επίμαχης οικονομικής πολιτικής. Μέχρι το τέλος του 1960, η κατάσταση είχε εκτραχυνθεί τόσο που βελγικά στρατεύματα που στάθμευαν στη Γερμανία, στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, ανακλήθηκαν στη χώρα για να βοηθήσουν στην αποκατάσταση της τάξης. Τρομερά επεισόδια ξέσπασαν λίγο πριν την Πρωτοχρονιά στις Βρυξέλλες, και, στις 6 Ιανουαρίου στη Λιέγη. Τρία άτομα έχασαν τη ζωή τους στις συγκρούσεις με την αστυνομία, ενώ σιδηροδρομικοί σταθμοί και δημόσια κτίρια καταστράφηκαν από το εξοργισμένο πλήθος. Στις 23 Ιανουαρίου τα συνδικάτα κήρυξαν την αναστολή των κινητοποιήσεων και η χώρα άρχισε να επιστρέφει στους κανονικούς ρυθμούς της.

Το 1963, η αστυνομία προσπάθησε να διαλύσει με τις μάνικες εξαγριωμένους Βαλόνους και Φλαμανδούς φοιτητές του Πανεπιστημίου της Λέουβεν, οι οποίοι συγκρούστηκαν με αφορμή το αιώνιο στο Βέλγιο πρόβλημα της γλώσσας. Οι Βαλόνοι επέμεναν στην υφιστάμενη χωριστή διδασκαλία στα γαλλικά και τα φλαμανδικά, ενώ οι Φλαμανδοί ήθελαν την αποκλειστική διδασκαλία στα φλαμανδικά. 

Μέσω συνταγματικών μεταρρυθμίσεων κατά τις δεκαετίες του 1970 και 1980, η περιφερειοποίηση του ενιαίου κράτους οδήγησε στην εγκαθίδρυση ενός τριμερούς ομοσπονδιακού συστήματος, γλωσσικών κοινοτήτων και τοπικών κυβερνήσεων, συμβιβασμός που σχεδιάστηκε με σκοπό να ελαχιστοποιήσει τις εντάσεις με αφορμή το γλωσσικό ζήτημα. Σήμερα, οι ομόσπονδες αυτές οντότητες διαθέτουν μεγαλύτερη νομοθετική δύναμη από ό,τι τα δύο νομοθετικά σώματα του εθνικού κοινοβουλίου.

Το Βέλγιο είναι βασιλευομένη κοινοβουλευτική δημοκρατία που εξελίχτηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο από συγκεντρωτικό κράτος σε ομοσπονδία. Το κοινοβούλιο με τα δύο νομοθετικά σώματα αποτελείται από μια Γερουσία και μια Βουλή Αντιπροσώπων. Η Γερουσία είναι μια μείξη από άμεσα εκλεγμένους μεγάλους σε ηλικία πολιτικούς και εκπροσώπους των κοινοτήτων και των περιοχών. Ενώ η Βουλή των Αντιπροσώπων εκπροσωπεί όλους τους Βέλγους άνω των δεκαοκτώ ετών μέσω ενός αναλογικού εκλογικού συστήματος. Το Βέλγιο είναι μία από τις λίγες χώρες που έχει υποχρεωτική συμμετοχή στην ψηφοφορία, και έτσι διαθέτει έναν από τους μεγαλύτερους αριθμούς εκλογικής συμμετοχής στον κόσμο. Επίσης το δικαίωμα ψήφου στις εκλογές έχουν όσες και όσοι είναι ηλικίας 18 ετών και άνω.

Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση, επισήμως διορισμένη από τον βασιλιά, πρέπει να απολαμβάνει της εμπιστοσύνης της Βουλής των Αντιπροσώπων. Επικεφαλής της είναι ο Πρωθυπουργός. Ο αριθμός των Φλαμανδόφωνων και Γαλλόφωνων υπουργών είναι ίσος, όπως ορίζεται από το Σύνταγμα. Αρχηγός του κράτους είναι ο Βασιλιάς ή η Βασίλισσα, αν και έχει περιορισμένα προνόμια. Η πραγματική εξουσία βρίσκεται στον Πρωθυπουργό και τις διάφορες κυβερνήσεις που κυβερνούν τη χώρα. Το δικαστικό σύστημα βασίζεται στο αστικό δίκαιο και κατάγεται από τον Ναπολεόντειο κώδικα. Το Εφετείο βρίσκεται ένα επίπεδο κάτω από το Ακυρωτικό Δικαστήριο, θεσμός που βασίζεται στο Γαλλικό Ακυρωτικό Δικαστήριο.

Οι πολιτικοί θεσμοί του Βελγίου είναι σύνθετοι. Η μεγαλύτερη πολιτική δύναμη οργανώνεται γύρω από την ανάγκη εκπροσώπησης των βασικών γλωσσικών κοινοτήτων. Περίπου από το 1970, τα σημαντικά εθνικά Βελγικά πολιτικά κόμματα έχουν χωριστεί σε διακριτές συνιστώσες που βασικά εκπροσωπούν τα συμφέροντα των κοινοτήτων αυτών. Τα μεγάλα κόμματα σε κάθε μία κοινότητα ανήκουν σε τρεις βασικές πολιτικές οικογένειες: τους δεξιούς Φιλελεύθερους, τους κεντρώους Χριστιανοδημοκράτες, και τους αριστερούς Σοσιαλδημοκράτες. Άλλα σημαντικά νεότερα κόμματα είναι τα Πράσινα Κόμματα και, ιδιαίτερα στη Φλάνδρα, τα εθνικιστικά και ακροδεξιά κόμματα. Η πολιτική επηρεάζεται από ομάδες πίεσης, όπως τα εργατικά σωματεία και από τα επιχειρηματικά συμφέροντα με τη μορφή της Ομοσπονδίας Επιχειρήσεων στο Βέλγιο.

Ο σημερινός βασιλιάς, ο Αλβέρτος Β', διαδέχτηκε τον Βαλδουίνο του Βελγίου το 1993. Το 1999, ο Πρωθυπουργός Γκι Φερχόφσταντ από το VLD ηγήθηκε ενός συνασπισμού έξι κομμάτων Φιλελευθέρων-Σοσιαλδημοκρατών-Πρασίνων, συχνά αποκαλούμενη ως «η κυβέρνηση του ουράνιου τόξου». Αυτή ήταν η πρώτη κυβέρνηση χωρίς τους Χριστιανοδημοκράτες από το 1958. Στις εκλογές του 2003, ο Φερχόφσταντ κέρδισε μια δεύτερη θητεία και ηγήθηκε ενός Φιλελεύθερου-Σοσιαλδημοκρατικού συνασπισμού τεσσάρων κομμάτων. Προσφάτως όμως, η σταθερή άνοδος του Φλαμανδικού ακροδεξιού εθνικιστικού χωριστικού κόμματος Φλάαμς Μπελάνχ, έχει εκτοπίσει το Φλάαμς Μπλοκ εν μέσω ανησυχιών για ρατσισμό που προωθείται από το κόμμα.

Ένα σημαντικό επίτευγμα των δύο διαδοχικών κυβερνήσεων του Φερχόφσταντ ήταν η επίτευξη ισορροπημένου προϋπολογισμού. Το Βέλγιο είναι ένα από τα λίγα κράτη στην ΕΕ που το έχουν καταφέρει. Η πολιτική αυτή εφαρμόστηκε από τις διαδοχικές κυβερνήσεις κατά τη δεκαετία του 1990 κάτω από τη πίεση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Η πτώση της προηγούμενης κυβέρνησης οφειλόταν κυρίως στην κρίση με τις διοξίνες, μεγάλο σκάνδαλο δηλητηρίασης της τροφής το 1999 που οδήγησε στην εγκαθίδρυση της Βελγικής Αντιπροσωπείας Τροφής. Το γεγονός αυτό οδήγησε σε μια ασυνήθιστα μεγάλη εκπροσώπηση των Πρασίνων στο Κοινοβούλιο, και σε μεγαλύτερη έμφαση σε περιβαλλοντικές πολιτικές κατά την πρώτη κυβέρνηση του Φερχόφσταντ. Μια Πράσινη πολιτική, για παράδειγμα, ήταν η νομοθεσία για σταδιακή απόσυρση των πυρηνικών, που έχει τροποποιηθεί από την σημερινή κυβέρνηση. Η απουσία των Χριστιανοδημοκρατών από τις κυβερνητικές θέσεις έχει δώσει τη δυνατότητα στον Φερχόφσταντ να καταπιαστεί με κοινωνικά θέματα από μια πιο φιλελεύθερη σκοπιά και να αναπτύξει νέα νομοθεσία για τη χρήση μαλακών ναρκωτικών, για τους γάμους ομοφυλοφίλων και για την ευθανασία. Κατά τη διάρκεια των δύο πιο πρόσφατων κοινοβουλίων, η κυβέρνηση έχει προωθήσει δραστήρια διπλωματία στην Αφρική, αντιτέθηκε στη στρατιωτική μεσολάβηση κατά την κρίση του αφοπλισμού του Ιράκ, και έχει περάσει νομοθεσία που αφορά τα εγκλήματα πολέμου. Και οι δύο θητείες του Φερχόφσταντ έχουν σημαδευτεί από φιλονικίες ανάμεσα στις Βελγικές κοινότητες. Τα μεγάλα σημεία τριβής αφορούν στις διαδρομές της νυχτερινής εναέριας κίνησης στο Αεροδρόμιο των Βρυξελλών και το στάτους της εκλογικής περιφέρειας των Βρυξελλών-Χάλλε-Φιλφόορντε.

Το Βέλγιο είναι συνταγματική μοναρχία, με Αρχηγό Κράτους το Βασιλιά (από το 1993 Βασιλιάς είναι ο Αλβέρτος Β΄ του Βελγίου. Η νομοθετική εξουσία ασκείται από το Κοινοβούλιο.

Το Βέλγιο, με έκταση 30.528 χλμ², έχει τρεις βασικές γεωγραφικές περιοχές: την παράκτια πεδιάδα στα βορειοδυτικά, το κεντρικό οροπέδιο, και τις Αρδέννες στα ορεινά στα νοτιοανατολικά. Η παράκτια πεδιάδα αποτελείται κυρίως από σωρούς άμμου και εκχερσωμένα τμήματα γης. Τα τμήματα αυτά (γνωστά ως πόλντερ) είναι περιοχές γης, κοντά ή κάτω από το επίπεδο της θάλασσας που έχουν εκχερσωθεί, και προστατεύονται από τη θάλασσα από προχώματα ή, πιο εσωτερικά, από πεδία που έχουν αποξηρανθεί με κανάλια. Η δεύτερη γεωγραφική περιοχή, το κεντρικό οροπέδιο, βρίσκεται πιο μέσα στην ενδοχώρα. Πρόκειται για μια επίπεδη, ελαφρά ανυψωμένη περιοχή που έχει πολλές γόνιμες κοιλάδες και αρδεύεται από πολλά κανάλια. Εδώ μπορεί να βρει κανείς επίσης και πιο εκτραχυμένη γη, όπως σπηλιές.

Η τρίτη γεωγραφική περιοχή, αποκαλούμενη Αρντέν, είναι περισσότερο τραχεία από τις δύο προηγούμενες. Είναι ένα πυκνά δασωμένο οροπέδιο, πολύ βραχώδες και όχι πολύ καλό για αγροτική εκμετάλλευση, το οποίο εκτείνεται στην βόρεια Γαλλία. Εδώ μπορεί να βρεθεί μεγάλο μέρος της άγριας ζωής του Βελγίου. Το υψηλότερο σημείο του Βελγίου, το Σινιάλ ντε Μποτράνζ βρίσκεται στην περιοχή αυτή και είναι μόλις 694 μέτρα.

Το κλίμα είναι θαλάσσιο ήπιο. Η μέση θερμοκρασία κατά τον Ιανουάριο είναι 3 °C και τον Ιούλιο 18 °C.

Η χώρα βρέχεται από τη Βόρεια Θάλασσα.

Πρωτεύουσα του Βελγίου είναι οι Βρυξέλλες, μία από τις δύο έδρες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και έδρα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Άλλες σημαντικές πόλεις είναι η Γάνδη, η Λιέγη, η Μπριζ, το Ναμύρ και η Αμβέρσα.

Το σύνταγμα της χώρας αναθεωρήθηκε στις 14 Ιουλίου του 1993, με σκοπό την δημιουργία ενός ομόσπονδου κράτους, το οποίο βασίζεται σε τρία επίπεδα:
 

Σύμφωνα με επίσημη εκτίμηση για το 2020, η χώρα έχει πληθυσμό 11.530.853 κατοίκους.

Η πληθυσμιακή πυκνότητα (377,7 κατ. ανά χλμ²) είναι μία από τις μεγαλύτερες στην Ευρώπη, μετά την Ολλανδία και μερικές μικρότερες χώρες όπως το Μονακό. Από το 2005, η Φλαμανδική Περιοχή έχει πληθυσμό περί τα 6.043.161, η Βαλλωνία 3.395.942 και οι Βρυξέλλες 1.006.749. Σχεδόν όλος ο πληθυσμός είναι αστικός (97,3% το 1999). Οι βασικές πόλεις και οι πληθυσμοί τους είναι οι Βρυξέλλες (1.006.749), η Αμβέρσα (457.749), η Γάνδη (230.951), το Σαρλερουά (201.373), η Λιέγη (185.574), και η Μπριζ (117.351).

Περίπου το 60% της χώρας είναι φλαμανδόφωνη, 40% Γαλλόφωνη και 1% Γερμανόφωνη. Ωστόσο, οι αριθμοί αυτοί πρέπει να ερμηνευθούν προσεκτικά, γιατί η πιο πρόσφατη γλωσσολογική απογραφή έλαβε χώρα πριν από το 1960, και η μητρική γλώσσα δεν είναι πάντα η ίδια με την γλώσσα που χρησιμοποιείται στην δημόσια ή επίσημη ζωή. Οι Βρυξέλλες είναι επίσημα δίγλωσση Ολλανδο-Γαλλόφωνη, αλλά κυρίως ομιλούνται τα Γαλλικά. Εξελίχτηκε από Ολλανδόφωνη περιοχή στον σημερινό κυριαρχούμενο από Γαλλικά χαρακτήρα της όταν το Βελγικό κράτος έγινε ανεξάρτητο το 1830.

Και τα Ολλανδικά που ομιλούνται στο Βέλγιο και τα Βελγικά Γαλλικά έχουν μικρές διαφορές λεξιλογικών και σημασιολογικών αποχρώσεων από τις ποικιλίες που ομιλούνται στη Γαλλία και την Ολλανδία. Πολλοί άνθρωποι μπορούν να μιλήσουν ακόμη διαλέκτους Φλαμανδικών και Βαλλωνικών. Οι διάλεκτοι αυτές, μαζί με κάποιες άλλες όπως οι Πικάρντ και η Λιμβουργιανή γλώσσα, δεν χρησιμοποιούνται στη δημόσια ζωή.

Το κοσμικό σύνταγμα παρέχει ελευθερία στις θρησκείες, και η κυβέρνηση γενικά σέβεται το δικαίωμα αυτό στην πράξη. Σύμφωνα με την Έρευνα και Μελέτη της Θρησκείας του 2001, περίπου 47% του πληθυσμού αυτοχαρακτηρίζονται ως ανήκοντες στην Καθολική Εκκλησία. Σύμφωνα με τα νούμερα αυτά, ο Μουσουλμανικός πληθυσμός είναι η δεύτερη μεγαλύτερη θρησκευτική κοινότητα, με 3,5%. Επίσης, υπάρχουν 25.403 Μάρτυρες του Ιεχωβά και 6.415 Μορμόνοι της Εκκλησίας του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών.

Η μεγάλη πλειονότητα των Βέλγων είναι Φλαμανδοί και Βαλλώνοι. Μαζί αποτελούν λίγο παραπάνω από το 85%. Υπάρχουν πολλοί άλλοι Ευρωπαϊκοί πληθυσμοί που αποτελούν μια μεγάλη και αυξανόμενη κοινότητα όπως Ιταλία, Γάλλοι και Γερμανοί που αριθμούν 11,1%. Άραβες μετανάστες, κυρίως από το Μαρόκο και την Αλγερία, και Τούρκοι μετανάστες αριθμούν πάνω από 3% του συνολικού πληθυσμού.

Το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού, σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2019 του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας ήταν 81,4 χρόνια (79,3 χρόνια οι άνδρες και 83,5 οι γυναίκες).

Η οικονομία της χώρας βασίζεται στον τριτογενή παραγωγικό τομέα (υπηρεσίες). Σύμφωνα με στοιχεία του 2007, 2% του ενεργού πληθυσμού απασχολείται στην γεωργία, 25% στην βιομηχανία και 73% στον τομέα των υπηρεσιών. Η ανεργία βρίσκεται στο επίπεδο του 7%, ενώ το ποσοστό του πληθυσμού που βρίσκεται κάτω από το όριο της φτώχειας φθάνει το 15,2%. Ετήσιο μέσο κατά κεφαλήν εισόδημα περίπου 35.000 $ ΗΠΑ.

Οι βιομηχανίες της χώρας συγκεντρώνονται κυρίως στην Φλαμανδική της περιοχή (Βόρεια), η οποία είναι και πλέον πυκνοκατοικημένη. Λόγω της έλλειψης εγχώριων πρώτων υλών η χώρα είναι υποχρεωμένη να τις εισάγει. Οι βιομηχανικές δραστηριότητες περιλαμβάνουν εργοστάσια συναρμολόγησης οχημάτων, μεταλλουργικά εργοστάσια, μονάδες παραγωγής ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού και επιστημονικών οργάνων, εργοστάσια μεταποίησης τροφίμων και ποτών καθώς και μονάδες παραγωγής χημικών προϊόντων. Το 70% των εμπορικών συναλλαγών της χώρας γίνεται μεταξύ των υπόλοιπων χωρών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Λόγω της ανάγκης εισαγωγής πρώτων υλών, η οικονομία της χώρας είναι πρώτη στις αγοραστικές τάσεις και διακυμάνσεις, γι' αυτό και ο ρυθμός ανάπτυξης έπεσε κατά πολύ κατά την περίοδο 2001-2003 με τάσεις ανάκαμψης στη συνέχεια.

Με συνολικό μήκος γραμμών 3536 χιλιομέτρων, από τα οποία 2950 χλμ διατίθενται για ηλεκτροκίνηση, ενώ όλα είναι του διεθνούς εύρους 1,435 μέτρων, το Βέλγιο διαθέτει πυκνό σιδηροδρομικό δίκτυο. Σύμφωνα με στοιχεία του 2004, οι Βελγικοί Εθνικοί Σιδηρόδρομοι (NMBS/SNCB) μετέφεραν 178,4 εκατ. επιβάτες. Από τις Βρυξέλλες διέρχεται και ο ταχύτερος σιδηρόδρομος της Ευρώπης, ο TGV.

Το οδικό δίκτυο του Βελγίου είναι επίσης υψηλής ποιότητος, πυκνό και με καλό οδόστρωμα, αν και υστερεί ελαφρά των γειτονικών του (στα οποία καταλήγει με ομαλό τρόπο) σε οδική σήμανση. Το συνολικό μήκος των Εθνικών οδών (χαρακτηρίζονται με το γράμμα Α) είναι 1.729 χλμ. (Α1-Α5, Α10, Α13, Α14, Α17, Α18). Οι δευτερεύοντες εθνικοί δρόμοι (χαρακτηρίζονται με το γράμμα Ν) καλύπτουν 12.610 χλμ. και το υπόλοιπο οδικό δίκτυο 134.679 χλμ. H οδήγηση γίνεται στα δεξιά.

Σημαντικές είναι, επίσης, και οι ποτάμιες μεταφορές με συνολικό μήκος περίπου 1.500 χλμ.

Μεγάλοι λιμένες είναι αυτοί της Αμβέρσας (Antwerp), της Μπριζ (Brugges), της Γάνδης (Gent) και της Οστάνδης (Ostend).

Το μεγαλύτερο αεροδρόμιο της χώρας είναι το διεθνές αεροδρόμιο Βρυξελλών που βρίσκεται 13 χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα, στην περιοχή Ζάβεντεμ (Zaventem).

Η εκπαίδευση είναι υποχρεωτική στο Βέλγιο για τις ηλικίες από 7 έως 18 ετών. Το ποσοστό των νέων που συνεχίζουν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι υψηλό, ανερχόμενο περίπου στο 42% (στοιχεία του 2002). Η Ευρωπαϊκή ένωση κατατάσσει την εκπαίδευση του Βελγίου στη 19η θέση παγκοσμίως, θέση σημαντικά υψηλότερη από τον μέσο όρο στις χώρες-μέλη της Ε.Ε. Το ποσοστό αναλφαβητισμού στη χώρα είναι ιδιαίτερα χαμηλό, ανερχόμενο μόνο στο 1% του συνολικού πληθυσμού.

Λόγω θρησκευτικών διαφορών που ανέκυψαν κατά τη δεκαετία του '60 η εκπαίδευση είναι χωρισμένη σε δύο κλάδους: Ορισμένα εκπαιδευτικά ιδρύματα ελέγχονται από την καθολική εκκλησία (αν και ο απώτερος έλεγχος παραμένει στην Πολιτεία) και άλλα υπάγονται στον άμεσο έλεγχο είτε της τοπικής αυτοδιοίκησης είτε της αντίστοιχης Περιφέρειας.

Η Βελγική πολιτιστική ζωή έχει την τάση να συγκεντρώνεται εντός της κάθε κοινότητας. Το κοινό στοιχείο είναι λιγότερο σημαντικό, καθώς δεν υπάρχουν δίγλωσσα πανεπιστήμια, εκτός από την βασιλική στρατιωτική ακαδημία, κανένα κοινό μέσο ενημέρωσης και καμία κοινή, μεγάλη πολιτιστική ή επιστημονική οργάνωση όπου να εκπροσωπούνται και οι δύο βασικές κοινότητες. Πέρα από τις διαφορές αυτές το Βέλγιο είναι γνωστό για τις καλές τέχνες και την αρχιτεκτονική του.

(Αναφέρονται μόνον οι περισσότερο γνωστοί)




#Article 74: Βουλγαρία (8379 words)


Η Δημοκρατία της Βουλγαρίας (βουλγάρικα: Република България / Ρεπούμπλικα Μπαλγκάρια) είναι χώρα της νοτιοανατολικής Ευρώπης. Βρέχεται στα ανατολικά από τη Μαύρη Θάλασσα, ενώ συνορεύει με την Ελλάδα στα νότια, την Τουρκία στα ανατολικά, τη Βόρεια Μακεδονία στα δυτικά, τη Σερβία και τη Ρουμανία στα βόρεια. Φυσικό σύνορο μεταξύ της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας αποτελεί ο ποταμός Δούναβης. Με έκταση 110.994 τετραγωνικά χιλιόμετρα, η Βουλγαρία είναι η 16η σε έκταση χώρα της Ευρώπης. Η θέση της την έχει καταστήσει σταυροδρόμι διαφόρων πολιτισμών και ως τέτοιο ανέδειξε μερικά από τα αρχαιότερα μεταλλουργικά, θρησκευτικά και άλλα πολιτιστικά τεχνουργήματα στον κόσμο.

Προϊστορικοί πολιτισμοί άρχισαν να αναπτύσσονται στα Βουλγαρικά εδάφη κατά τη Νεολιθική περίοδο. Η αρχαία ιστορία της γνώρισε την παρουσία των Θρακών και αργότερα των Ελλήνων και των Ρωμαίων. Η εμφάνιση ενός ενιαίου Βουλγαρικού κράτους ανάγεται στην ίδρυση της Πρώτης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας το 681 μ.Χ., που κυριάρχησε στο μεγαλύτερο μέρος των Βαλκανίων και λειτούργησε ως πολιτιστικός πυρήνας για τους Σλαβικούς λαούς κατά το Μεσαίωνα. Με την κατάρρευση της Δεύτερης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας το 1396, τα εδάφη της περιήλθαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία για πέντε σχεδόν αιώνες. Ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος (1877-1878) δημιούργησε το Τρίτο Βουλγαρικό Κράτος. Τα επόμενα χρόνια έζησε πολλές συγκρούσεις με τους γείτονές του, γεγονός που ώθησε τη Βουλγαρία να συμμαχήσει με τη Γερμανία και στους δύο Παγκόσμιους Πολέμους. Το 1946 έγινε Σοσιαλιστικό κράτος με μονοκομματικό σύστημα. Το 1989 το Κομμουνιστικό Κόμμα επέτρεψε πολυκομματικές εκλογές, μετά τις οποίες η Βουλγαρία στράφηκε στη δημοκρατία και στην οικονομία της αγοράς.
 
Ο πληθυσμός των 7 εκατομμυρίων κατοίκων είναι κατά κύριο λόγο αστικός και συγκεντρωμένος κυρίως στα διοικητικά κέντρα των 28 επαρχιών της. Οι περισσότερες εμπορικές και πολιτιστικές δραστηριότητες συγκεντρώνονται στην πρωτεύουσα Σόφια. Οι ισχυρότεροι τομείς της οικονομίας είναι η βαριά βιομηχανία, η παραγωγή ενέργειας και η γεωργία, που στηρίζονται όλοι σε τοπικούς φυσικούς πόρους.

Η σημερινή πολιτική δομή χρονολογείται από την υιοθέτηση ενός δημοκρατικού συντάγματος το 1991. Η Βουλγαρία είναι ενιαία κοινοβουλευτική δημοκρατία με υψηλό βαθμό πολιτικού, διοικητικού και οικονομικού συγκεντρωτισμού. Είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του ΝΑΤΟ και του Συμβουλίου της Ευρώπης, του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ) και έχει εκλεγεί τρεις φορές μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.

Η Βουλγαρία καταλαμβάνει τμήμα της ανατολικής Βαλκανικής χερσονήσου και συνορεύει με πέντε χώρες - την Ελλάδα και την Τουρκία στα νότια, τη Βόρεια Μακεδονία και τη Σερβία στα δυτικά και τη Ρουμανία στα βόρεια. Τα χερσαία σύνορα έχουν συνολικό μήκος 1.808 χιλιόμετρα και η ακτογραμμή 354 χιλιόμετρα. Με συνολική έκταση 110.994 τετραγωνικών χιλιομέτρων κατατάσσεται ως 105η μεγαλύτερη χώρα στον κόσμο. Οι γεωγραφικές συντεταγμένες της Βουλγαρίας είναι 43 ° Β 25 ° Α.

Τα σημαντικότερα τοπογραφικά χαρακτηριστικά είναι η Πεδιάδα του Δούναβη, ο Αίμος, η Πεδιάδα της Θράκης και η Ροδόπη. Το νότιο άκρο της Πεδιάδας του Δούναβη ανηφορίζει προς τους πρόποδες του Αίμου, ενώ ο Δούναβης ορίζει τα σύνορα με τη Ρουμανία. Η Πεδιάδα της Θράκης είναι περίπου τριγωνική, ξεκινώντας νοτιοανατολικά της Σόφιας και διευρυνόμενη καθώς φτάνει στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας.

Ο Αίμος διατρέχει το μεσαίο τμήμα της χώρας. Η ορεινή νοτιοδυτικά χώρα έχει δύο αλπικές οροσειρές, τη Ρίλα και το Πιρίν, που συνορεύουν με τα χαμηλότερα, αλλά πιο εκτεταμένα τμήματα της οροσειράς της Ροδόπης στα ανατολικά. Η Βουλγαρία έχει την υψηλότερη κορυφή της Βαλκανικής χερσονήσου, το Μουσαλά στα 2.925 μέτρα. Οι πεδιάδες καταλαμβάνουν περίπου το ένα τρίτο του εδάφους, ενώ τα οροπέδια και οι λόφοι καταλαμβάνουν το 41%. Η χώρα διαθέτει ένα πυκνό δίκτυο περίπου 540 ποταμών, οι περισσότεροι σχετικά μικροί και με χαμηλή στάθμη υδάτων. Ο μεγαλύτερος ποταμός που βρίσκεται αποκλειστικά στο βουλγαρικό έδαφος, ο Ίσκαρ, έχει μήκος 368 χιλιόμετρα. Άλλοι μεγάλοι ποταμοί είναι ο Στρυμόνας και ο Έβρος στον νότο.

Η Βουλγαρία έχει δυναμικό κλίμα, λόγω της θέσης της στο σημείο συνάντησης των Μεσογειακών και των ηπειρωτικών αερίων μαζών και της φραγματικής επίδρασης των βουνών της. Η Βόρεια Βουλγαρία είναι μέσο όρο 1 °C ψυχρότερη και καταγράφει 200 χιλιοστά περισσότερες βροχοπτώσεις σε ετήσια βάση από τις περιοχές νότια του Αίμου. Η μέση ετήσια θερμοκρασία είναι 10 °C. Το εύρος των θερμοκρασιών ποικίλει σημαντικά σε διαφορετικές περιοχές. Η χαμηλότερη καταγγεγραμμένη θερμοκρασία είναι -38.3 °C, ενώ η υψηλότερη 45,2 °C. Ο μέσος υετός είναι περίπου 630 χιλιοστά ανά έτος και κυμαίνεται από 500 χιλιοστά στη Δοβρουτσά σε περισσότερο από 2.500 χιλιοστά στα βουνά. Οι μεγαλύτερες βροχοπτώσεις σημειώνονται ως καταιγίδες την άνοιξη και το καλοκαίρι, όπου συνοδεύονται και με χαλάζι. Σε ζώνη 40 χλμ. κατά μήκος των ακτών της Μαύρης Θάλασσας ο χειμώνας είναι θερμότερος και το καλοκαίρι δροσερότερο.
Οι ηπειρωτικές αέριες μάζες φέρνουν σημαντικές ποσότητες χιονόπτωσης κατά τη διάρκεια του χειμώνα.

Η Βουλγαρία υιοθέτησε το Πρωτόκολλο του Κιότο και πέτυχε τους στόχους του πρωτοκόλλου, μειώνοντας τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα από το 1990 ως το 2009 κατά 30%. Ωστόσο η ρύπανση από τα εργοστάσια και τις μεταλλουργικές εργασίες και η έντονη αποψίλωση των δασών εξακολουθούν να προκαλούν σημαντικά προβλήματα στην υγεία και την ευημερία του πληθυσμού. Το 2013 η ατμοσφαιρική ρύπανση στη Βουλγαρία ήταν εντονότερη από οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή χώρα. Οι αστικές περιοχές πλήττονται ιδιαίτερα από ηλεκτροπαραγωγούς σταθμούς που καίνε άνθρακα και την κυκλοφορία των αυτοκινήτων, ενώ η χρήση φυτοφαρμάκων στη γεωργία και τα απαρχαιωμένα συστήματα βιομηχανικών λυμάτων προκαλούν εκτεταμένη ρύπανση του εδάφους και των υδάτων με χημικά και απορρυπαντικά. Στη Βουλγαρία βρίσκεται ο «Maritsa Iztok-2», σταθμός ηλεκτροπαραγωγής με καύση λιγνίτη, που προκαλεί τις μεγαλύτερες βλάβες στην υγεία και το περιβάλλον σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος. Είναι το μόνο μέλος της ΕΕ που δεν ανακυκλώνει τα αστικά απόβλητα, αν και μια ηλεκτρονική μονάδα ανακύκλωσης αποβλήτων άνοιξε τον Ιούνιο του 2010. Η κατάσταση έχει βελτιωθεί τα τελευταία χρόνια και έχουν τεθεί σε εφαρμογή πολλά προγράμματα που χρηματοδοτούνται από την κυβέρνηση, σε μια προσπάθεια να μειωθούν τα επίπεδα της ρύπανσης. Σύμφωνα με τον Δείκτη Περιβαλλοντικής Απόδοσης του Πανεπιστημίου Γέιλ το 2012, η ​​Βουλγαρία αξιολογείται «μέτρια» στην προστασία του περιβάλλοντος. Πάνω από το 75% των επιφανειακών ποταμών πληροί τις προδιαγραφές καλής ποιότητας. Η βελτίωση της ποιότητας του νερού ξεκίνησε το 1998 και έχει διατηρήσει μια βιώσιμη τάση μέτριας βελτίωσης.

Η αλληλεπίδραση των κλιματικών, υδρολογικών, γεωλογικών και τοπογραφικών συνθηκών έχουν παραγάγει μια σχετικά μεγάλη ποικιλία ειδών φυτών και ζώων. Η Βουλγαρία είναι μία από τις χώρες με την υψηλότερη βιοποικιλότητα στην Ευρώπη. Η βιοποικιλότητα της Βουλγαρίας προστατεύεται σε 3 εθνικά πάρκα, 11 φυσικά πάρκα και 16 προστατευόμενες περιοχές. Σχεδόν το 35% του εδάφους της αποτελείται από δάση, όπου φύονται μερικά από τα αρχαιότερα δέντρα στον κόσμο, όπως το πεύκο Μπαϊκούσεφ και η γρανιτική βελανιδιά. Το μεγαλύτερο μέρος της χλωρίδας και της πανίδας είναι κεντροευρωπαϊκή αν και εκπρόσωποι των Αρκτικών και αλπικών ειδών απαντώνται σε μεγάλα υψόμετρα. Η χλωρίδα της περιλαμβάνει περισσότερα από 3.800 είδη, από τα οποία 170 είναι ενδημικά και 150 θεωρούνται απειλούμενα. Ενας κατάλογος των μεγαλύτερων μυκήτων της Βουλγαρίας ανέφερε ότι υπάρχουν στη χώρα περισσότερα από 1.500 είδη. Τα ζωικά είδη περιλαμβάνουν κουκουβάγιες, πετροπέρδικες, σβαρνίστρες και καφέ αρκούδες. Ο Ευρασιατικός λύγκας και ο βασιλαετός έχουν μικρούς αλλά αυξανόμενους πληθυσμούς.

Το 1998, η Βουλγαρική Κυβέρνηση ενέκρινε την Εθνική Στρατηγική Διατήρησης Βιολιγικής Ποικιλότητας, ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα που στοχεύει τη διατήρηση των τοπικών οικοσυστημάτων, την προστασία των απειλούμενων ειδών και τη διατήρηση των γενετικών πόρων. Η Βουλγαρία έχει μερικές από τις μεγαλύτερες περιοχές του δικτύου Natura 2000 στην Ευρώπη, που καλύπτουν το 33,8% του εδάφους της.

Η σημερινή Βουλγαρία, στα εδάφη της οποίας εκτεινόταν κατά την αρχαιότητα η περιοχή που ονομαζόταν από τους Έλληνες Μοισία, φαίνεται ότι ήταν κατοικημένη από την παλαιολιθική εποχή. Στο σπήλαιο Κοζάρνικα στη βορειοδυτική Βουλγαρία σώζονται τα αρχαιότερα γνωστά δείγματα συμβολικής έκφρασης του ανθρώπου. Οργανωμένες προϊστορικές κοινωνίες στα Βουλγαρικά εδάφη υπήρξαν ο νεολιθικός πολιτισμός Χαμάνγκια, ο Πολιτισμός Βίντσα και ο χαλκολιθικός πολιτισμός της Βάρνας (πέμπτη χιλιετία π.Χ.). H Νεκρόπολη της Βάρνας προσφέρει στοιχεία για την κατανόηση της κοινωνικής ιεραρχίας των αρχαιότερων Ευρωπαϊκών κοινωνιών. Στην εποχή του Χαλκού, φυλές προερχόμενες από το βορρά αναμείχθηκαν με τους εγχώριους πληθυσμούς και φαίνεται ότι από την ανάμειξη αυτή προήλθαν οι Θράκες και οι Ιλλυριοί. Κατά την εποχή του Ορείχαλκου, στη Βουλγαρία κατοικούσαν οι Μοισοί, ενώ προς το Δούναβη κατοικούσαν Γέτες και βορειότερα Δάκες. Στην αρχή της εποχής του σιδήρου πραγματοποιήθηκε η κάθοδος των Δωριέων και τον 8ο αιώνα π.Χ. εισέβαλαν από τον βορρά οι Κιμμέριοι.
Μία από τις βασικές προγονικές ομάδες των σύγχρονων Βουλγάρων ήταν οι Θράκες, που αποτελούσαν διάφορες φυλές, μέχρι που ο βασιλιάς Τήρης συνένωσε τις περισσότερες από αυτές στο βασίλειο των Οδρυσών περί το 500 π.Χ. Tελικά υποτάχθηκαν στον Αλέξανδρο τον Μέγα και αργότερα στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία το 46 μ.Χ. Μετά τη διαίρεση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας τον 5ο αιώνα η περιοχή πέρασε στον έλεγχο του Βυζαντίου.

Η πρώτη επιδρομή των ανατολικών Ούννων και των Βουλγάρων κατά του βυζαντινού κράτους έγινε το 493, όταν αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη ήταν ο Αναστάσιος Α΄. Από τον 6ο αιώνα οι ανατολικότεροι Νότιοι Σλάβοι, στους οποίους ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Τιβέριος Β΄ παραχώρησε εδάφη στα νότια του Δούναβη, εγκαταστάθηκαν σταδιακά στην περιοχή, αφομοιώνοντας τους εξελληνισμένους ή εκρωμαϊσμένους Θράκες. Τον 7ο αιώνα Βουλγαρικά φύλα (πιθανόν κεντροασιατικής Τουρκικής προέλευσης) μετανάστευσαν στην κάτω ροή των ποταμών Δούναβη, Δνείστερου και Δνείπερου υπό την ηγεσία του Ασπαρούχ. Mετά το 670 πέρασε από τον Δούναβη στη Βαλκανική Χερσόνησο με ορδές 50.000 Βουλγάρων και το 680 απέσπασε τη Μικρή Σκυθία από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Μία συνθήκη ειρήνης με το Βυζάντιο και η ίδρυση μόνιμης πρωτεύουσας στην Πλίσκα, νότια του Δούναβη, σηματοδότησαν την αρχή της Πρώτης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας. Οι Βούλγαροι αναμείχθηκαν σταδιακά με τον ντόπιο πληθυσμό, υιοθετώντας κοινή γλώσσα στη βάση της Σλαβονικής.

Οι επόμενοι χαν ισχυροποίησαν το Βουλγαρικό κράτος καθ' όλο τον 8ο και 9ο αιώνα. Ο Τέρβελ, έχοντας ήδη τιμηθεί με τον τίτλο «καίσαρ», καθιέρωσε τη Βουλγαρία ως μεγάλη στρατιωτική δύναμη νικώντας το 717 έναν Αραβικό στρατό δύναμης 26.000 ανδρών κατά τη Δεύτερη πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Άραβες βοηθώντας τον αυτοκράτορα Λέοντα Γ΄ (717-741). Μετά από μία μεταβατική περίοδο συγκρότησης του κράτους στα τέλη του 8ου αιώνα η Βουλγαρία διαμορφώθηκε ως ισχυρό ομοσπονδιακό βουλγαρο-σλαβικό κράτος, επικεφαλής του οποίου ήταν ο «χάνος» (στις Βυζαντινές πηγές - κῦρις, ἄρχων, ἀρχηγός). Μετά τη μάχη των Μαρκελλών (792) για τη Βουλγαρία ξεκίνησε μία περίοδος πολιτικής και στρατιωτικής ανόδου. Ο Κρούμος (803-814) διπλασίασε την έκταση της χώρας, σκότωσε το Βυζαντινό Αυτοκράτορα Νικηφόρο Α΄ (802-811) στη Μάχη της Πλίσκα (811) και εισήγαγε τον πρώτο γραπτό νομικό κώδικα. Οι Βούλγαροι ήταν ένας από τους πρώτους εκχριστιανισμένους Σλαβικούς λαούς (το 863 ο χάνος Βόρις βαπτίστηκε και πήρε το όνομα του νονού του, αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄). Κατά την 34χρονη βασιλεία του Συμεών του Μεγάλου, που άρχισε το 893, η Βουλγαρία γνώρισε τη μεγαλύτερη εδαφική της επέκταση μαζί με μια χρυσή εποχή του Βουλγαρικού πολιτισμού. Μεταφράστηκε στα Αρχαία Βουλγαρικά η Αγία Γραφή, καθώς και πολλά θεολογικά και κοσμικά κείμενα.

Πόλεμοι με τους Κροάτες, τους Μαγυάρους, τους Πετσενέγους και τους Σέρβους και η διάδοση της αίρεσης των Βογομίλων εξασθένησαν τη Βουλγαρία μετά το θάνατο του Συμεών. Μετά από πολλές στρατιωτικές συγκρούσεις σύμφωνα με τη συνθήκη του 927 ο γιος του Συμεών Πέτρος αναγνωρίστηκε από τον αυτοκράτορα Ρωμανό Α΄ Λακαπηνό ως «βασιλεὺς τῶν Βουλγάρων» (στα Βουλγαρικά - «τσάρος», το οποίο προέρχεται από το λατ. «caesar» και το ελληνικό «καίσαρ»). Δύο διαδοχικές εισβολές των Ρως και των Βυζαντινών είχαν ως αποτέλεσμα την κατάληψη της πρωτεύουσας Πρεσλάβας από τον Βυζαντινό στρατό το 971. Υπό τον Σαμουήλ η Βουλγαρία ανέκαμψε κάπως από αυτές τις επιθέσεις και κατόρθωσε να καταλάβει τη Σερβία και την Αλβανία, αλλά αυτή η άνοδος τερματίστηκε όταν ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Βασίλειος Β΄ νίκησε τον Βουλγαρικό στρατό στο Κλείδιο το 1014. Ο Σαμουήλ πέθανε λίγο μετά τη μάχη και το 1018 οι Βυζαντινοί κατέλυσαν την Πρώτη Βουλγαρική Αυτοκρατορία.

Μετά την κατάκτηση της Βουλγαρίας ο Βασίλειος Β΄ απέτρεψε εξεγέρσεις και δυσαρέσκεια διατηρώντας τη διοίκηση των τοπικών ευγενών και αναγνωρίζοντας την αυτοκεφαλία της Αρχιεπισκοπής της Αχρίδας. Μετά το θάνατό του οι τοπικές πολιτικές των Βυζαντινών άλλαξαν και ξέσπασε μια σειρά αποτυχημένων εξεγέρσεων, η μεγαλύτερη από τον Πέτερ Ντέλιαν. Το 1185 οι ευγενείς από τη δυναστεία των Ασέν Ιβάν Ασέν Α΄ και Πέτρος Δ΄ οργάνωσαν μια μεγάλη εξέγερση με αποτέλεσμα την επανίδρυση του Βουλγαρικού κράτους. Ο Ιβάν Ασέν και ο Πέτρος έθεσαν τα θεμέλια της Δεύτερης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας με πρωτεύουσα το Τάρνοβο. 

Ο Καλογιάν, ο τρίτος μονάρχης των Ασέν, επέκτεινε την κυριαρχία του στο Βελιγράδι και την Οχρίδα. Αναγνώρισε την πνευματική κυριαρχία του Πάπα και στέφθηκε βασιλιάς από παπικό αντιπρόσωπο. Η αυτοκρατορία έφτασε στο ζενίθ της υπό τον Ιβάν Ασέν Β΄ (1218 – 1241), όταν άκμασαν το εμπόριο και ο πολιτισμός. Η ισχυρή οικονομική και θρησκευτική επιρροή του Τάρνοβο το κατέστησαν μια «Τρίτη Ρώμη», σε αντίθεση με την ήδη παρακμάζουσα Κωνσταντινούπολη.

Η στρατιωτική και οικονομική ισχύς της χώρας υποχώρησε μετά το τέλος της δυναστείας των Ασέν το 1257, αντιμετωπίζοντας εσωτερικές διαμάχες, συνεχείς Βυζαντινές και Ουγγρικές επιθέσεις και τη Μογγολική κυριαρχία. Στο τέλος του 14ου αιώνα οι φατριαστικές διαιρέσεις μεταξύ των φεουδαρχών και η διάδοση του Βογομιλισμού είχαν προκαλέσει τη διάσπαση της Δεύτερης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας σε τρία βασίλεια - Βίντιν, Τάρνοβο και Κάρβουνα - και αρκετά ημιανεξάρτητα πριγκιπάτα που πολεμούσαν μεταξύ τους και με τους Βυζαντινούς, Ούγγρους, Σέρβους, Βενετούς και Γενοβέζους. Στα τέλη του 14ου αιώνα οι Οθωμανοί Τούρκοι είχαν αρχίσει την κατάκτηση της Βουλγαρίας και είχαν καταλάβει τις περισσότερες πόλεις και φρούρια νότια του Αίμου.

Το Τάρνοβο καταλήφθηκε από τους Οθωμανούς μετά από τρίμηνη πολιορκία το 1393. Μετά τη Μάχη της Νικόπολης, που επέφερε την πτώση του Βασιλείου του Βίντιν το 1396, οι Οθωμανοί κατέλαβαν όλα τα Βουλγαρικά εδάφη νότια του Δούναβη. Η τάξη των ευγενών εξαλείφθηκε και οι χωρικοί έγιναν δουλοπάροικοι σε Οθωμανούς αφέντες, με το μεγαλύτερο μέρος του μορφωμένου κλήρου να καταφεύγει σε άλλες χώρες. Υπό το Οθωμανικό σύστημα οι Βούλγαροι θεωρούνταν κατώτερη τάξη ανθρώπων (ραγιάδες). Υπόκειντο σε βαρείς φόρους και μερικό εξισλαμισμό και ο πολιτισμός τους καταπιέστηκε. Οι Οθωμανικές αρχές καθιέρωσαν το Μιλέτ των Ρουμ, μια θρησκευτική διοικητική κοινότητα που κυβερνούσε όλους τους Ορθόδοξους Χριστιανούς, ανεξάρτητα από την εθνικότητά τους. Το μεγαλύτερο μέρος του τοπικού πληθυσμού έχασε σταδιακά τη διακριτή εθνική του συνείδηση, ταυτοποιούμενο ως Χριστιανοί. Όμως ο κλήρος που παρέμενε σε μερικά απομονωμένα μοναστήρια την κράτησε ζωντανή και αυτό τη βοήθησε να επιβιώσει σε ορισμένες αγροτικές, μακρινές περιοχές, καθώς επίσης στη μαχητική Καθολική κοινότητα, στο βορειοδυτικό τμήμα της χώρας.

Αρκετές Βουλγαρικές εξεγέρσεις ξέσπασαν και τους πέντε σχεδόν αιώνες της Οθωμανικής κατάκτησης, με σημαντικότερες τις υποστηριζόμενες από τους Αψβούργους εξεγέρσεις του Τάρνοβο το 1598 και το 1686, την Εξέγερση του Τσίπροφτσι το 1688 και την Ανταρσία του Κάρπος το 1689. Toν 18o αιώνα ο Διαφωτισμός στη Δυτική Ευρώπη επέδρασε για το ξεκίνημα ενός κινήματος γνωστού ως Εθνική αφύπνιση της Βουλγαρίας. Αποκατέστησε την εθνική συνείδηση και έγινε αποφασιστικός παράγοντας για τον απελευθερωτικό αγώνα, που οδήγησε στην Εξέγερση του Απριλίου το 1876. 30.000 Βούλγαροι σκοτώθηκαν, καθώς οι Οθωμανικές αρχές κατέπνιγαν την εξέγερση. Οι σφαγές παρακίνησαν τις Μεγάλες Δυνάμεις να αναλάβουν δράση. Συγκάλεσαν τη Διάσκεψη της Κωνσταντινούπολης (1876) αλλά οι αποφάσεις τους δεν έγιναν δεκτές από τους Οθωμανούς. Αυτό επέτρεψε στη Ρωσική Αυτοκρατορία να αναζητήσει μια λύση δια της βίας, χωρίς να διακινδυνεύσει τη στρατιωτική σύγκρουση με τις άλλες μεγάλες δυνάμεις, όπως είχε συμβεί στον Κριμαϊκό Πόλεμο. Το 1877 η Ρωσία κήρυξε τον πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και νίκησε τις δυνάμεις της με τη βοήθεια Βουλγάρων εθελοντών.

Η Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου υπογράφτηκε στις 3 Μαρτίου 1878 από τη Ρωσία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία και περιλάμβανε μια διάταξη για τη σύσταση ενός ημιαυτόνομου Βουλγαρικού πριγκιπάτου, χονδρικά στα εδάφη της Δεύτερης Βουλγαρικής Αυτοκρατορίας. Δεν τέθηκε ποτέ σε εφαρμογή καθώς οι Μεγάλες Δυνάμεις απέρριψαν τη συνθήκη, φοβούμενες ότι μια τόσο μεγάλη χώρα στα Βαλκάνια θα μπορούσε να απειλήσει τα συμφέροντά τους. Αντικαταστάθηκε από τη μεταγενέστερη Συνθήκη του Βερολίνου (1878), που υπογράφτηκε στις 13 Ιουλίου και προέβλεπε ένα πολύ μικρότερο κράτος που περιελάμβανε τη Μοισία και την περιοχή της Σόφιας, αφήνοντας μεγάλους πληθυσμούς Βουλγάρων έξω από τη νέα χώρα. Αυτό έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της μιλιταριστικής προσέγγισης της Βουλγαρίας στις στρατιωτικές υποθέσεις κατά το πρώτο μισό του 20ού αιώνα.

Το Βουλγαρικό πριγκιπάτο κέρδισε έναν πόλεμο κατά της Σερβίας και ενσωμάτωσε την ημιαυτόνομη Οθωμανική περιοχή της Ανατολικής Ρωμυλίας το 1885, αυτοανακηρυσσόμενο ανεξάρτητο κράτος στις 5 Οκτωβρίου 1908. Τα χρόνια που ακολούθησαν την ανεξαρτησία η Βουλγαρία στρατιωτικοποιείτο όλο και περισσότερο και αναφερόταν συχνά ως «η Πρωσία των Βαλκανίων». Μεταξύ 1912 και 1918 η Βουλγαρία ενεπλάκη σε τρεις διαδοχικές συγκρούσεις: δύο Βαλκανικούς Πολέμους και τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οπότε και προέβη στη Β' Κατοχή ελληνικών εδαφών (1916-1918) στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη. Μετά από μία καταστροφική ήττα στον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο η Βουλγαρία βρέθηκε πάλι να μάχεται στο πλευρό των ηττημένων λόγω της συμμαχίας της με τις Κεντρικές Δυνάμεις στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αν και παρέταξε πάνω από το ένα τέταρτο του πληθυσμού της σε ένα στρατό δύναμης 1.200.000 ανδρών και κέρδισε μερικές αποφασιστικές νίκες στη Δοϊράνη και στο Ντόμπριτς, η χώρα συνθηκολόγησε το 1918. Ο πόλεμος κατέληξε σε σημαντικές εδαφικές απώλειες και στο θάνατο συνολικά 87.500 στρατιωτών. Πάνω από 253.000 πρόσφυγες μετανάστευσαν στη Βουλγαρία από το 1912 ως το 1929 λόγω αυτών των πολέμων, επιβαρύνοντας περισσότερο την ήδη κατεστραμμένη εθνική οικονομία.

Η πολιτική αναταραχή λόγω αυτών των απωλειών οδήγησε στην εγκαθίδρυση μιας βασιλικής αυταρχικής δικτατορίας από τον τσάρο Βόρις Γ΄ (1918-1943). Η Βουλγαρία μπήκε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το 1941 ως μέλος του Άξονα, αλλά αρνήθηκε να συμμετάσχει στην Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα και γλίτωσε τον Εβραϊκό πληθυσμό της από την εκτόπιση στα Ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ο ξαφνικός θάνατος του Βόρις Γ΄ το καλοκαίρι του 1943 ώθησε τη χώρα σε πολιτική κρίση καθώς ο πόλεμος έπαιρνε τροπή κατά της Γερμανίας και κέρδιζε έδαφος το Κομμουνιστικό αντάρτικο κίνημα. Η κυβέρνηση του Μπόγκνταν Φίλοφ απέτυχε στη συνέχεια να συνάψει ειρήνη με τους Συμμάχους. Η Βουλγάρικη κυβέρνηση δεν συμμορφώθηκε με τις Σοβιετικές εκκλήσεις να εκδιώξει τα Γερμανικά στρατεύματα από το έδαφός της, με αποτέλεσμα την κήρυξη πολέμου και την εισβολή από την ΕΣΣΔ το Σεπτέμβριο του 1944. Το Πατριωτικό Μέτωπο, στο οποίο την ηγεμονία είχαν οι Κομμουνιστές, πήρε την εξουσία, τερμάτισε τη συμμετοχή στον Άξονα και πήρε το μέρος των Συμμάχων μέχρι το τέλος του πολέμου.

Η αριστερή εξέγερση της 9 Σεπτεμβρίου 1944 οδήγησε στην κατάργηση της μοναρχικής εξουσίας και στην απελευθέρωση από τους φασίστες. Μια μονοκομματική Λαϊκή δημοκρατία εγκαθιδρύθηκε μόνο το 1946. Έγινε τμήμα της Σοβιετικής σφαίρας επιρροής υπό την ηγεσία του Γκεόργκι Δημητρόφ (1946-1949), που έθεσε τα θεμέλια ενός γρήγορα εκβιομηχανιζόμενου Σταλινικού σοσιαλιστικού κράτους. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 το βιοτικό επίπεδο ανέβηκε σημαντικά, ενώ η πολιτική καταπίεση ελαττώθηκε. Τη δεκαετία του 1980 τόσο το εθνικό όσο και το κατά κεφαλήν ΑΕΠ είχε τετραπλασιαστεί, αλλά η οικονομία παρέμενε επιρρεπής σε κρίσεις χρέους, με τις σοβαρότερες το 1960, το 1977 και το 1980. Η Σοβιετικού τύπου σχεδιασμένη οικονομία γνώρισε μερικές πολιτικές προσανατολισμένες στην αγορά, που εμφανίστηκαν σε πειραματικό επίπεδο υπό τον Τόντορ Ζίβκοβ (1954-1989). Η κόρη του Λιουντμίλα (1942-1981) ενίσχυσε την εθνική περηφάνια προωθώντας παγκοσμίως τη Βουλγαρική κληρονομιά, τον πολιτισμό και τις τέχνες. Σε μια προσπάθεια να εξαλειφθεί η ταυτότητα της Τουρκικής μειονότητας, ξεκίνησε το 1984 μια εκστρατεία αφομοίωσης, που είχε ως αποτέλεσμα τη μετανάστευση 300.000 από αυτή στην Τουρκία.

Υπό την επίδραση της ανατροπής του Ανατολικού Μπλοκ, στις 10 Νοεμβρίου 1989 το Κομμουνιστικό Κόμμα απεμπόλησε το πολιτικό του μονοπώλιο. Ο Ζίβκοβ παραιτήθηκε και η Βουλγαρία προχώρησε στη μετάβαση σε κοινοβουλευτική δημοκρατία. Tις πρώτες ελεύθερες εκλογές τον Ιούνιο του 1990 κέρδισε το Βουλγαρικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (το πρόσφατα μετονομασθέν Κομμουνιστικό Κόμμα). Τον Ιούλιο του 1991 υιοθετήθηκε ένα νέο σύνταγμα που προέβλεπε έναν σχετικά αδύναμο εκλεγμένο Πρόεδρο και έναν πρωθυπουργό που λογοδοτεί στο νομοθετικό σώμα. Το νέο σύστημα αρχικά απέτυχε να βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο ή να δημιουργήσει οικονομική ανάπτυξη - η μέση ποιότητα ζωής και οι οικονομικές επιδόσεις παρέμειναν κατώτερες από ό,τι υπό τον Κομμουνισμό ακόμη και τα πρώτα χρόνια μετά το 2000. To 1997 ένα πακέτο μεταρρυθμίσεων αποκατάστησε την οικονομική ανάπτυξη αλλά το βιοτικό επίπεδο συνέχισε να χωλαίνει. Μετά το 2001 οι οικονομικές, πολιτικές και γεωπολιτικές συνθήκες βελτιώθηκαν κατά πολύ. Η χώρα έγινε μέλος του NATO το 2004 και της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2007. Έπειτα από τις βουλευτικές εκλογές του 2009 κέρδισε η Κεντροδεξιά και πρωθυπουργός έγινε ο Μπόικο Μπορίσοφ. Έπειτα από διαδηλώσεις, η κυβέρνηση Μπορίσοφ παραιτήθηκε το 2013.

Η Βουλγαρία είναι κοινοβουλευτική δημοκρατία, στην οποία η ισχυρότερη εκτελεστική θέση είναι εκείνη του πρωθυπουργού. [93] Το πολιτικό σύστημα έχει τρεις εξουσίες, τη νομοθετική, την εκτελεστική και τη δικαστική, με καθολική ψηφοφορία των πολιτών άνω των 18 ετών. Το Σύνταγμα της Βουλγαρίας παρέχει επίσης δυνατότητες άμεσης δημοκρατίας. Οι εκλογές εποπτεύονται από ανεξάρτητη Κεντρική Εκλογική Επιτροπή, που περιλαμβάνει μέλη από όλα τα μεγάλα πολιτικά κόμματα. Τα κόμματα πρέπει να εγγραφούν από την Επιτροπή πριν από τη συμμετοχή τους σε εθνικές εκλογές. Κανονικά πρωθυπουργός εκλέγεται ο ηγέτης του κόμματος που λαμβάνει τις περισσότερες ψήφους στις βουλευτικές εκλογές, αν και αυτό δεν συμβαίνει πάντα.

Η Εθνοσυνέλευση αποτελείται από 240 βουλευτές που εκλέγονται για τετραετή θητεία με άμεση καθολική ψηφοφορία. Η Εθνική Συνέλευση έχει την εξουσία να θεσπίζει νόμους, να εγκρίνει τον προϋπολογισμό, να προκηρύσσει τις προεδρικές εκλογές, να εκλέγει και να απολύει τον Πρωθυπουργό και τους υπουργούς, να κηρύσσεει πόλεμο, την αποστολή στρατευμάτων στο εξωτερικό και να επικυρώνει τις διεθνείς συνθήκες και συμφωνίες. Ο πρόεδρος λειτουργεί ως αρχηγός του κράτους και των ενόπλων δυνάμεων και έχει την εξουσία να επιστρέψει ένα νομοσχέδιο για περαιτέρω συζήτηση, αν και το κοινοβούλιο μπορεί να παρακάμψει το προεδρικό βέτο με απλή πλειοψηφία του συνόλου των μελών του κοινοβουλίου.

Ο υποστηριζόμενος από το GERB Ρόσεν Πλέβνελιεφ είναι ο εκλεγμένος Πρόεδρος της Βουλγαρίας μετά τις προεδρικές εκλογές του 2011, στις οποίες έλαβε το 52,5% των ψήφων στο δεύτερο γύρο έναντι 47,5% του αντιπάλου του του Σοσιαλιστικού Κόμματος Ιβάιλο Κάλφιν.

Μέχρι τον Φεβρουάριο του 2013 to GERB είχε 117 έδρες στην Εθνοσυνέλευση, κυβερνώντας ως κυβέρνηση μειοψηφίας, χωρίς υποστήριξη από τα άλλα πολιτικά κόμματα στο κοινοβούλιο. Η κυβέρνηση παραιτήθηκε στις 20 Φεβρουαρίου 2013, μετά από διαμαρτυρίες σε όλη τη χώρα, που προκλήθηκαν από το υψηλό κόστος των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, το χαμηλό βιοτικό επίπεδο και τις αδυναμίες του δημοκρατικού συστήματος. Το κύμα διαμαρτυρίας σημαδεύτηκε από αυτοπυρπολήσεις, αυθόρμητες διαδηλώσεις και έντονα αισθήματα κατά των πολιτικών κομμάτων. Έτσι το Κοινοβούλιο διαλύθηκε και ορίστηκε από τον Πρόεδρο μια νέα προσωρινή κυβέρνηση. Οι πρόωρες βουλευτικές εκλογές που ακολούθησαν τον Μάιο του 2013 οδήγησαν σε περιορισμένη νίκη του GERB. Ωστόσο, χωρίς την υποστήριξη των άλλων τριών κομμάτων που μπήκαν στη Βουλή, στις 24 Μαΐου ο αρχηγός του GERB Μπορίσοφ επέστρεψε στον πρόεδρο την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Το Βουλγαρικό Σοσιαλιστικό Κόμμα υπέδειξε τον πρώην Υπουργό Οικονομικών Πλάμεν Ορεσάρσκι για τη θέση του πρωθυπουργού. Μόνο δύο εβδομάδες μετά τον σχηματισμό της η κυβέρνηση Ορεσάρσκι υπέστη την κριτική της αντιπολίτευσης και αντιμετώπισε ευρείας κλίμακας διαμαρτυρίες με πάνω από 11.000 συμμετέχοντες. Η κυβέρνηση επιβίωσε πέντε προτάσεων μομφής πριν παραιτηθεί οικειοθελώς στις 23 Ιουλίου 2014. Στις 6 Αυγούστου η κυβέρνηση Ορεσάρσκι διαλύθηκε και ορκίστηκε μια υπηρεσιακή κυβέρνηση με επικεφαλής τον Γκεόργκι Μπλιζνάσκι.

Πολιτικές ομάδες στο Κοινοβούλιο και αριθμός αντιπροσώπων (2014): 

Ένας νέος γύρος βουλευτικών εκλογών στις 5 Οκτωβρίου 2014 οδήγησε και πάλι σε νίκη του GERB με περίπου το ένα τρίτο των ψήφων. Συνολικά οκτώ κόμματα κέρδισαν έδρες, η πρώτη φορά από την αρχή δημοκρατικών εκλογών το 1990 που πάνω από επτά κόμματα μπήκαν στο κοινοβούλιο. Αφού πήρε την εντολή από τον Πρόεδρο Ρόσεν Πλέβνελιεφ να σχηματίσει κυβέρνηση, το GERB του Μπορίσοφ σχημάτισε συνασπισμό και έγιναν υπουργοί μέλη των κομμάτων του Μεταρρυθμιστικού Μπλοκ. Ο αντιπρόεδρος της Εναλλακτικής για τη Βουλγαρική Αναβίωση Ιβάιλο Κάλφιν ψηφίστηκε Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης και Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Πολιτικής.

Η Βουλγαρία είναι ενιαίο κράτος. Από τη δεκαετία του 1880 ο αριθμός των μονάδων εδαφικής διοίκησης κυμάνθηκε από 7 ως 26. Μεταξύ του 1987 και του 1999 η διοικητική δομή αποτελείτο από εννέα επαρχίες (ομπλάστι, ενικός ομπλάστ). Παράλληλα με την αποκέντρωση του οικονομικού συστήματος υιοθετήθηκε μια νέα διοικητική δομή. Περιλαμβάνει 27 επαρχίες και μια μητροπολιτική επαρχία της πρωτεύουσας (Σόφια-Γκραντ). Όλες οι επαρχίες παίρνουν τα ονόματά τους από τις αντίστοιχες πρωτεύουσές τους. Οι επαρχίες υποδιαιρούνται σε 264 δήμους.

Οι δήμοι διοικούνται από δημάρχους, που εκλέγονται για τετραετή θητεία και από άμεσα εκλεγμένα δημοτικά συμβούλια. Η Βουλγαρία είναι άκρως συγκεντρωτικό κράτος, όπου το εθνικό Υπουργικό Συμβούλιο διορίζει απευθείας περιφερειακών τους κυβερνήτες των επαρχιών και οι επαρχίες και οι δήμοι εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από αυτό για τη τη χρηματοδότησή τους.

Η Βουλγαρία έγινε μέλος των Ηνωμένων Εθνών το 1955 και από το 1966 υπήρξε μη μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας τρεις φορές, η τελευταία από το 2002 έως το 2003. Η Βουλγαρία ήταν επίσης ένα από τα ιδρυτικά έθνη του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ) το 1975. Εντάχθηκε στο ΝΑΤΟ στις 29 Μαρτίου 2004, υπέγραψε τη Συνθήκη Προσχώρησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση στις 25 Απριλίου 2005 και έγινε πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης την 1η Ιανουαρίου 2007. Δημοσκοπήσεις που πραγματοποιήθηκαν επτά χρόνια μετά την ένταξη της χώρας στην ΕΕ κατέδειξαν ότι μόνο το 15% των Βουλγάρων είχαν προσωπικά ωφεληθεί από την ένταξη, με σχεδόν 40% του πληθυσμού να δηλώνουν ότι δεν θα μπουν στον κόπο να ψηφίσουν στις εκλογές της ΕΕ του 2014. Η Ευρωατλαντική ενσωμάτωση έγινε προτεραιότητα για τη χώρα μετά την πτώση του κομμουνισμού αν και η κομμουνιστική ηγεσία είχε επίσης φιλοδοξίες εξόδου από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας και ένωσης με τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες από το 1987.

Οι σχέσεις της Βουλγαρίας με τους γείτονές της μετά το 1990 ήταν γενικά καλές. Η χώρα διαδραματίζει επίσης σημαντικό ρόλο στην προώθηση της περιφερειακής ασφάλειας. Η Βουλγαρία έχει ενεργή τριμερή οικονομική και διπλωματική συνεργασία με τη Ρουμανία και την Ελλάδα, διατηρεί στενές σχέσεις με τα μέλη της ΕΕ, τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Ρωσία και συνεχίζει να βελτιώνει τις παραδοσιακά καλές σχέσεις της με την Κίνα και το Βιετνάμ. Η δίκη του HIV στη Λιβύη, που ακολούθησε μετά τη φυλάκιση πέντε Βούλγαρων νοσηλευτριών στη Βεγγάζη το 1998, είχε σημαντικές επιπτώσεις για τις σχέσεις μεταξύ της Βουλγαρίας, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Λιβύης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την απελευθέρωση των νοσηλευτριών από την κυβέρνηση του Μουαμάρ Καντάφι, όταν σε αντάλλαγμα του χορηγήθηκε μια σύμβαση για να παραλάβει έναν πυρηνικό αντιδραστήρα και όπλα από τη Γαλλία.

Η Βουλγαρία φιλοξένησε έξι KC-135 Stratotanker αεροσκάφη και 200 άτομα προσωπικού υποστήριξης για την πολεμική επιχείρηση στο Αφγανιστάν το 2001, που ήταν η πρώτη στάθμευση ξένων δυνάμεων στο έδαφός της από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι διεθνείς στρατιωτικές σχέσεις επεκτάθηκαν περαιτέρω τον Απρίλιο του 2006, όταν η Βουλγαρία και οι Ηνωμένες Πολιτείες υπέγραψαν συμφωνία αμυντικής συνεργασίας που προέβλεπε τη χρήση των αεροπορικών βάσεων Μπέζμερ και Γκραφ Ιγκνατίεβο, το κέντρο εκπαίδευσης Νόβο Σέλο και ένα κέντρο εφοδιαδμού στο Άιτος ως κοινές εγκαταστάσεις στρατιωτικές κατάρτισης. Την ίδια χρονιά το περιοδικό Foreign Policy κατέγραφε την Αεροπορική Βάση Μπέζμερ ως μια από τις έξι σημαντικότερες στο εξωτερικό εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούνται από την Αμερικανική Πολεμική Αεροπορία λόγω της εγγύτητάς της στη Μέση Ανατολή. Συνολικά 756 στρατιώτες έχουν αναπτυχθεί στο εξωτερικό ως μέρος διαφόρων αποστολών των Ηνωμένων Εθνών και του ΝΑΤΟ. Κατά το παρελθόν η Βουλγαρία είχε αναπτύξει σημαντικό αριθμό στρατιωτικών και μη στρατιωτικών συμβούλων σε χώρες συμμαχικές των Σοβιετικών, όπως η Νικαράγουα και η Λιβύη (πάνω από 9.000 προσωπικό).

Η εγχώρια άμυνα είναι ευθύνη των πλήρως εθελοντικών ένοπλων δυνάμεων της Βουλγαρίας, που αποτελούνται από τον στρατό ξηράς, το ναυτικό και την πολεμική αεροπορία. Ο στρατός ξηράς αποτελείται από δύο μηχανοκίνητες ταξιαρχίες και οκτώ ανεξάρτητες συντάγματα και τάγματα. Η αεροπορία διαθέτει 106 συστήματα αεροσκαφών και αεράμυνας σε έξι αεροπορικές βάσεις και το ναυτικό ποικιλία από πλοία, ελικόπτερα και μέτρα προστασίας των ακτών. Μετά από μια σειρά μειώσεων που άρχισαν το 1990, ο αριθμός των ενεργών στρατευμάτων συρρικνώθηκε από 152.000 το 1988 σε περίπου 32.000 τη δεκαετία του 2000, που συμπληρώνονταν το 2010 από μια εφεδρική δύναμη 302.500 στρατιωτών και αξιωματικών και 34.000 παραστρατιωτικών. Ο εξοπλισμός είναι ως επί το πλείστον σοβιετικής προέλευσης, όπως μαχητικά MiG-29, S-300 και βαλλιστικοί πύραυλοι SS-21 Scarab μικρού βεληνεκούς. Το 2012 η ​​κυβέρνηση σχεδίαζε να δαπανήσει 1,4 δισεκατομμύρια $ για την ανάπτυξη νέων μαχητικών αεροσκαφών, συστημάτων επικοινωνίας και τις δυνατότητες πολέμου στον κυβερνοχώρο. Οι συνολικές στρατιωτικές δαπάνες το 2009 ήταν 819 εκατομμύρια $.

Η Βουλγαρία έχει μια αναδυόμενη οικονομία της αγοράς στην ανώτερη μεσαία σειρά εισοδήματος, όπου ο ιδιωτικός τομέας παράγει το 80% του ΑΕΠ. Από κυρίως αγροτική χώρα, με κατ' εξοχήν αγροτικό πληθυσμού το 1948, τη δεκαετία του 1980 η Βουλγαρία είχε μετατραπεί σε μια βιομηχανική οικονομία με την επιστημονική και τεχνολογική έρευνα στην κορυφή των προτεραιοτήτων των δαπανών του προϋπολογισμού της. Η απώλεια των αγορών της ΚΟΜΕΚΟΝ το 1990 και η «θεραπεία σοκ» που ακολούθησε του συστήματος της σχεδιαζόμενης οικονομίας προκάλεσε απότομη μείωση της βιομηχανικής και γεωργικής παραγωγής και τελικά ακολούθησε μια οικονομική κατάρρευση το 1997. Η οικονομία ανέκαμψε σε μεγάλο βαθμό κατά τη διάρκεια μιας περιόδου ταχείας ανάπτυξης μετά από αρκετά χρόνια, αλλά ο μέσος μισθός παραμένει από τους χαμηλότερους στην ΕΕ σε 952 λέβα (488 €) τον Μάρτιο του 2016. Περισσότερο από το ένα πέμπτο του εργατικού δυναμικού απασχολείται με τον κατώτατο μισθό του 1 € ανά ώρα. Οι μισθοί, ωστόσο, αντιπροσωπεύουν μόνο το ήμισυ του συνολικού εισοδήματος των νοικοκυριών, λόγω της σημαντικής παραοικονομίας που ανέρχεται σε περίπου 32% του ΑΕΠ. Το Βουλγαρικό κατά κεφαλή ΑΕΠ σε ΜΑΔ ήταν 47% του μέσου όρου της ΕΕ το 2014, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, ενώ το κόστος ζωής ήταν 48% του μέσου όρου. Νόμισμα είναι το λέβα, που είναι συνδεδεμένο με το ευρώ σε ισοτιμία 1,95583 λέβα για 1 ευρώ. Η Βουλγαρία δεν αποτελεί μέρος της Ευρωζώνης και έχει εγκαταλείψει τα σχέδιά της να υιοθετήσει το ευρώ.

Οι οικονομικοί δείκτες έχουν επιδεινωθεί εν μέσω της οικονομικής κρίσης του 2007-2008. Μετά από πολλά συναπτά έτη υψηλής ανάπτυξης, το ΑΕΠ συρρικνώθηκε 5,5% το 2009 και η ανεργία παραμένει πάνω από 12%. Η βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε κατά 10%, των ορυχείων κατά 31%, ενώ η παραγωγή σιδήρου και άλλων μετάλλων σημείωσε πτώση 60%. Η θετική ανάπτυξη αποκαταστάθηκε το 2010, αν και οι επενδύσεις και η κατανάλωση συνεχίζουν να μειώνονται σταθερά λόγω της αύξησης της ανεργίας. Την ίδια χρονιά το ενδοεταιρικό χρέος ξεπέρασε τα 51 δισεκατομμύρια €, που σημαίνει ότι το 60% του συνόλου των βουλγαρικών εταιρειών ήταν αμοιβαία χρεωμένες. Το 2012 είχε αυξηθεί σε 83 δισεκατομμύρια € ή 227% του ΑΕΠ. Η κυβέρνηση εφάρμοσε αυστηρά μέτρα λιτότητας με την ενθάρρυνση της ΕΕ και του ΔΝΤ με κάποια θετικά δημοσιονομικά αποτελέσματα, αλλά οι κοινωνικές συνέπειες των μέτρων αυτών ήταν «καταστροφικές», σύμφωνα με τη Διεθνή Συνομοσπονδία Συνδικάτων. Η διαφθορά παραμένει ένα άλλο εμπόδιο για την οικονομική ανάπτυξη. Η Βουλγαρία είναι ένα από τις πιο διεφθαρμένα μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και κατατάσσεται 75η στον Δείκτη Αντίληψης για τη Διαφθορά. Η ανεπαρκής επιβολή του νόμου και η συνολικά χαμηλή ποιότητα της δημόσιας διοίκησης παραμένουν προκλήσεις για την πάταξη της διαφθοράς. Ωστόσο η καταπολέμηση της διαφθοράς έχει μπει στο επίκεντρο του κυβερνητικού έργου, λόγω της προσχώρησης στην ΕΕ, και αρκετά προγράμματα κατά της διαφθοράς έχουν αναληφθεί από διάφορες κυβερνητικές υπηρεσίες.

Η οικονομική δραστηριότητα ενισχύεται από τους χαμηλότερους προσωπικούς και εταιρικούς φορολογικούς συντελεστές εισοδήματος στην ΕΕ και από το δεύτερο χαμηλότερο δημόσιο χρέος όλων των κρατών μελών, 16,5% του ΑΕΠ το 2012. Το 2013 το ΑΕΠ (ΜΑΔ) υπολογίζεται σε 119,6 δισ. $, με κατά κεφαλή 16.518 $. Η Σόφια και η γύρω της Νοτιοδυτική Περιοχή είναι η πιο ανεπτυγμένη της χώρας με κατά κεφαλή (ΜΑΔ) ΑΕΠ 27.282 $ το 2011. Η Βουλγαρία είναι καθαρός αποδέκτης κονδυλίων από την ΕΕ. Το απόλυτο ποσό των ληφθέντων κεφαλαίων ήταν 589 εκατομ. € το 2009. 

Το εργατικό δυναμικό είναι 2.450.000 άτομα, εκ των οποίων 7,1% απασχολούνται στη γεωργία, 35,2% στη βιομηχανία και 57,7% στον τομέα των υπηρεσιών. Η εξόρυξη μετάλλων και ορυκτών, η παραγωγή χημικών προϊόντων, μηχανημάτων και εξαρτημάτων οχημάτων, η διύλιση πετρελαίου και η χαλυβουργία είναι μεταξύ των σημαντικότερων βιομηχανικών δραστηριοτήτων. Η εξόρυξη και οι συναφείς κλάδοι απασχολούν συνολικά 120.000 άτομα και παράγουν περίπου 5% του ΑΕΠ της χώρας. Η Βουλγαρία είναι η έκτη μεγαλύτερη παραγωγός άνθρακα στην Ευρώπη. Τα τοπικά κοιτάσματα άνθρακα, σιδήρου, χαλκού και μολύβδου είναι ζωτικής σημασίας για τους τομείς της μεταποίησης και της ενέργειας. Σχεδόν όλες οι μεγαλύτερες εξαγωγές της Βουλγαρίας είναι βιομηχανικά αγαθά, όπως προϊόντα πετρελαίου, χαλκού και φαρμακευτικά προϊόντα. Η Βουλγαρία είναι επίσης ένας καθαρός εξαγωγέας γεωργικών προϊόντων και τροφίμων, των οποίων τα δύο τρίτα πάνε σε χώρες του ΟΟΣΑ. Είναι ο μεγαλύτερος παγκόσμια παραγωγός αιθέριων έλαιων αρωματοποιίας, όπως λεβάντας και ροδέλαιου. Η γεωργία έχει μειωθεί σημαντικά κατά τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Η παραγωγή το 2008 ανήλθε σε μόνο 66% εκείνης του 1999-2001, ενώ οι αποδόσεις των σιτηρών και των λαχανικών έχουν μειωθεί κατά σχεδόν 40% από το 1990. Από τους τομείς των υπηρεσιών ο τουρισμός συμβάλλει περισσότερο στην οικονομική ανάπτυξη. Τα τελευταία χρόνια η Βουλγαρία έχει αναδειχθεί ως ταξιδιωτικός προορισμός με τα φθηνά θέρετρα και τις παραλίες της, έξω από την εμβέλεια της τουριστικής βιομηχανίας. Ο Lonely Planet την κατέταξε μεταξύ των κορυφαίων 10 προορισμών του για το 2011. Οι περισσότεροι από τους επισκέπτες είναι Ρουμάνοι, Τούρκοι, Έλληνες και Γερμανοί. Η πρωτεύουσα Σόφια, η μεσαιωνική πρωτεύουσα Βελίκο Τίρνοβο, τα παραθαλάσσια θέρετρα Χρυσή Άμμος και Ακτή του Ήλιου και τα χειμερινά θέρετρα Μπάνσκο, Παμπόροβο και Μπόροβετς είναι μερικές από τις περιοχές που περισσότερο επισκέπτονται οι τουρίστες.

Η Βουλγαρία δαπανά το 0,25% του ΑΕΠ για την επιστημονική έρευνα, έχοντας έτσι έναν από τους χαμηλότερους προϋπολογισμούς RD στην Ευρώπη. Η χρόνια υποεπένδυση στην έρευνα μετά το 1990 ανάγκασε πολλούς επαγγελματίες επιστήμονες να εγκαταλείψουν τη χώρα. Το αποτέλεσμα είναι η Βουλγαρία να έχει χαμηλές βαθμολογίες όσον αφορά την καινοτομία, την ανταγωνιστικότητα και τις εξαγωγές υψηλής προστιθέμενης αξίας. Βασικοί τομείς της έρευνας και της ανάπτυξης είναι η ενέργεια, η νανοτεχνολογία, η αρχαιολογία και η ιατρική. Η Βουλγαρική Ακαδημία Επιστημών είναι το κορυφαίο επιστημονικό ίδρυμα και απασχολεί τους περισσότερους Βούλγαρους ερευνητές στα πολλά ινστιτούτα της. Έχει δραστηριοποιηθεί στον τομέα της διαστημικής επιστήμης με πειράματα παρακολούθησης ακτινοβολίας με RADOM-7 στον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό [233] και στο Τσαντραγιάν-1 (το πρώτο ρομποτικό διαστημόπλοιο της Ινδίας), καθώς και σε εγχώρια αναπτυγμένα διαστημικά θερμοκήπια στον Διαστημικό Σταθμό Mιρ. Η Βουλγαρία έγινε η έκτη χώρα στον κόσμο με αστροναύτη στο διάστημα με την πτήση του Γκεόργκι Ιβάνοφ στο Σογιούζ 33 το 1979. Η Βουλγαρία είναι ενεργό μέλος του CERN και έχει συμβάλει στις δραστηριότητές του με σχεδόν 200 επιστήμονες από την ένταξή της το 1999.

Τη δεκαετία του 1980 η Βουλγαρία έγινε γνωστή ως η «Σίλικον Βάλλεϋ του Ανατολικού Μπλοκ», λόγω των μεγάλης κλίμακας εξαγωγών της τεχνολογίας υπολογιστών προς τα κράτη της ΚΟΜΕΚΟΝ. Ο τομέας της ΤΠΕ παράγει το 10% του ΑΕΠ και απασχολεί το τρίτο μεγαλύτερο στον κόσμο τμήμα ειδικών ΤΠΕ. Ένα Εθνικό Κέντρο Εφαρμογών Υπερυπολογιστών (NCSA) χειρίζεται τον μοναδικό υπερυπολογιστή στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Η Βουλγαρική Ακαδημία Επιστημών σχεδιάζει να αγοράσει έναν ακόμη υπερυπολογιστή το 2015.

Η χρήση του διαδικτύου έχει αυξηθεί ραγδαία μετά το 2000, ενώ ο αριθμός των χρηστών αυξήθηκε από 430.000 σε 3,4 εκατομμύρια (48% ποσοστό διείσδυσης) το 2010. Οι τηλεφωνικές υπηρεσίες είναι ευρέως διαθέσιμες και μια κεντρική ψηφιακή γραμμή κορμού συνδέει τις περισσότερες περιοχές. Περισσότερο από το 90% των σταθερών γραμμών εξυπηρετούνται από τη Βουλγαρική Εταιρεία Τηλεπικοινωνιών, ενώ οι υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας παρέχονται από τρεις επιχειρήσεις - Mtel, Telenor και Vivacom.

Η στρατηγική γεωγραφική θέση της Βουλγαρίας και ο αρκετά αναπτυγμένος ενεργειακός τομέας την καθιστούν Ευρωπαϊκό ενεργειακό κέντρο-κλειδί, παρά την έλλειψη σημαντικών αποθεμάτων ορυκτών καυσίμων. Σχεδόν το 34% της ηλεκτρικής της ενέργειας παράγεται από τον πυρηνικό ενεργειακό σταθμό του Κοζλοντούι και η κοινή γνώμη υποστηρίζει σθεναρά την ανάπτυξη της πυρηνικής ενέργειας. Η ραγδαία ανάπτυξη εναλλακτικών πηγών ενέργειας, όπως οι σταθμοί αιολικής και ηλιακής ενέργειας, καθιστούν τη Βουλγαρία μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες παραγωγούς αιολικής ενέργειας στον κόσμο. Η χώρα έχει στόχο να παράγει 16% της ηλεκτρικής της ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας μέχρι το 2020.

Το εθνικό οδικό δίκτυο έχει συνολικό μήκος 40.231 χλμ., εκ των οποίων τα 39.587 ασφαλτοστρωμένων, αλλά σχεδόν τα μισά στη χαμηλότερη διεθνή κατηγορία ασφαλτοστρωμένων δρόμων. Οι σιδηρόδρομοι αποτελούν σημαντικό μέσο εμπορευματικών μεταφορών αν και οι αυτοκινητόδρομοι δέχονται όλο και μεγαλύτερο μερίδιο των εμπορευματικών μεταφορών. Η Βουλγαρία έχει 6.238 χλμ. σιδηροδρομικών γραμμών και για την ώρα σε λειτουργία συνολικά 81 χλμ. γραμμών υψηλής ταχύτητας. Σιδηροδρομικές συνδέσεις είναι διαθέσιμες με τη Ρουμανία, την Τουρκία, την Ελλάδα και τη Σερβία, και τρένα εξπρές έχουν απευθείας δρομολόγια προς το Κίεβο, το Μινσκ, τη Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη. Η Σόφια και η Φιλιππούπολη είναι αεροπορικοί κόμβοι της χώρας, ενώ η Βάρνα και το Μπουργκάς είναι τα κύρια εμπορικά θαλάσσια λιμάνια. Η Βάρνα επίσης προγραμματίζεται να είναι ο πρώτος σταθμός σε έδαφος της ΕΕ όπου θα φτάσει φυσικό αέριο μέσω του αγωγού South Stream.

Ο τουρισμός στη Βουλγαρία συμβάλλει σημαντικά στην οικονομία της χώρας. Ευρισκόμενη στο σταυροδρόμι Ανατολής και Δύσης, η Βουλγαρία έχει δεχθεί πολλούς πολιτισμούς - Θράκες, Έλληνες, Ρωμαίους, Βυζαντινούς, Σλάβους, Βούλγαρους και Οθωμανούς. Η χώρα είναι πλούσια σε τουριστικά αξιοθέατα και ιστορικά μνημεία, διάσπαρτα σε σχετικά μικρή και εύκολα προσβάσιμη περιοχή. Η Βουλγαρία είναι διεθνώς γνωστή για την παραλία και τα χειμερινά της θέρετρα.

Το 2016 τη Βουλγαρία επισκέφθηκαν περίπου 10,6 εκατομμύρια άνθρωποι από το εξωτερικό. Οι τουρίστες από πέντε χώρες - Ελλάδα, Ρουμανία, Τουρκία, Γερμανία και Ρωσία - αποτελούν περίπου το 50% όλων των επισκεπτών. Ο τομέας συνέβαλε στο 15% του ΑΕΠ και στήριξε 150.000 θέσεις εργασίας το 2014.

Στη Βουλγαρία υπάρχουν εννέα Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ. Τα πρώτα τέσσερα εγγράφηκαν στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς το 1979 και τα επόμενα το 1985. Η Βουλγαρία σήμερα έχει δεκατέσσερα ακόμη μνημεία στον Ενδεικτικό Κατάλογο. Τα Αναστενάρια, ένας τελετουργικός χορός πυροβασίας Θρακικής καταγωγής, περιλαμβάνεται στον Κατάλογο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ.

Η βουλγαρική πολιτιστική κληρονομιά έχει πολλά πρόσωπα και εκδηλώσεις - αρχαιολογικόύς χώρους και μνημεία, μουσεία, πινακοθήκης, πλούτο πολιτιστικών εκδηλώσεων, διατηρούμενη λαϊκή παράδοση και θαυμάσια αρχιτεκτονικά μνημεία.

Ιστορικοί χώροι και μνημεία

Μουσεία

Θρακικοί θησαυροί

Αγροτουρισμος

Το βουλγαρικό αρχοντικό είναι η ενσάρκωση της κοινωνικής θέσης, του επαγγέλματος και των παραδόσεων του ιδιοκτήτη. Πολλά παλιά κτίρια που φανερώνουν αυτό το είδος αρχιτεκτονικής, π.χ. στα χωριά Αρμπανάσι, Λέστεν, Kοβατσεβίτσα, Μέλνικ, έχουν διατηρηθεί μέχρι σήμερα.

Τουρισμός πόλεων

Μοναστήρια

Φεστιβάλ και εκδηλώσεις

Παραθαλάσσια θέρετρα

Η Βουλγαρική Ακτή της Μαύρης Θάλασσας είναι γραφικη και ποικιλόμορφη. Λευκές και χρυσές αμμουδιές καταλαμβάνουν περίπου τα 130 από τα 378 χιλιόμετρα της ακτογραμμής. Οι θερμοκρασίες τους καλοκαιρινούς μήνες είναι πολύ κατάλληλες για θαλάσσιο τουρισμό και η θερμοκρασία του νερού επιτρέπει το μπάνιο στη θάλασσα από τον Μάιο ως τον Οκτώβριο. Πριν από το 1989 η Βουλγαρική ακτή της Μαύρης Θάλασσας ήταν διεθνώς γνωστή ως Κόκκινη Ριβιέρα. Από την πτώση όμως του Σιδηρού Παραπετάσματος το προσωνύμιό της έχει αλλάξει σε Βουλγαρική Ριβιέρα.

Πεζοπoρία και σκι

Η χώρα έχει πολλά χιονοδρομικά κέντρα που προσφέρουν εξαιρετικές συνθήκες για σκι, σνοόυμπορντ και άλλα χειμερινά σπορ.

Eθνικά και φυσικά πάρκα

Σπήλαια και καταρράκτες

Φυσικές γεωμορφές και σχηματισμοί

Οι περισσότεροι επισκέπτες φθάνουν στη Βουλγαρία από τις ακόλουθες χώρες 

Ο πληθυσμός της Βουλγαρίας είναι 7.364.570 άτομα, σύμφωνα με την εθνική απογραφή του 2011. Η πλειοψηφία του πληθυσμού, ή 72,5%, διαμένουν σε αστικές περιοχές. Περίπου το ένα έκτο του συνολικού πληθυσμού είναι συγκεντρωμένο στη Σόφια. Οι Βούλγαροι είναι η κύρια εθνική ομάδα και αποτελούν το 84,8% του πληθυσμού. Οι μειονότητες Τούρκων και Ρομά αποτελούν το 8,8% και 4,9%, αντίστοιχα. Περίπου 40 μικρότερες μειονότητες αποτελούν το 0,7% και 0,8% δεν αυτοπροσδιορίζονται ως εθνοτική ομάδα. 

Όλες οι εθνικές ομάδες μιλούν τη Βουλγαρική, ως πρώτη ή δεύτερη γλώσσα. Η Βουλγαρική είναι η μόνη επίσημη γλώσσα και η μητρική για το 85,2% του πληθυσμού. Η Βουλγαρική, η αρχαιότερη γραπτή Σλαβική γλώσσα, διακρίνεται από τις άλλες γλώσσες σε αυτή την ομάδα από ορισμένες γραμματικές ιδιαιτερότητες, όπως την έλλειψη πτώσεων στα ουσιαστικά και απαρεμφάτων και ένα οριστικό άρθρο με επίθεμα.

Οι κυβερνητικές εκτιμήσεις του 2003 εκτιμούν το ποσοστό αλφαβητισμού σε 98,6%, χωρίς σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο φύλων. Το επίπεδο της εκπαίδευσης είναι παραδοσιακά υψηλό, αν και εξακολουθεί να απέχει πολύ από τα ευρωπαϊκά σημεία αναφοράς και επιδεινώνεται συνεχώς την τελευταία δεκαετία. Οι Βούλγαροι μαθητές είχαν από τις υψηλότερες επιδόσεις στον κόσμο όσον αφορά την ανάγνωση το 2001, με καλύτερες επιδόσεις από τους Καναδούς και τους Γερμανούς ομολόγους τους. Το 2006 οι βαθμολογίες στην ανάγνωση, τα μαθηματικά και τις επιστήμες είχαν επιδεινωθεί. Οι κρατικές δαπάνες για την εκπαίδευση είναι πολύ κάτω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Υπουργείο Παιδείας, Νεολαίας και Επιστημών χρηματοδοτεί εν μέρει τα δημόσια σχολεία και πανεπιστήμια, θέτει κριτήρια για τα σχολικά βιβλία και επιβλέπει τη διαδικασία έκδοσής τους. Το κράτος παρέχει δωρεάν εκπαίδευση στα πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δημόσια σχολεία. Η εκπαιδευτική διαδικασία εκτείνεται σε 12 βαθμίδες, όπου οι οκτώ πρώτες είναι πρωτοβάθμιες και οι υπόλοιπες δευτεροβάθμιες. Τα δευτεροβάθμια σχολεία είναι τεχνικά, επαγγελματικά, γενικά ή εξειδικευμένα σε ορισμένο αντικείμενο, ενώ η ανώτατη εκπαίδευση περιλαμβάνει 4 έτη πτυχιακά από ένα πτυχίο 4 ετών και ένα μεταπτυχιακό (μάστερ) έτος.

Το Σύνταγμα της Βουλγαρίας την ορίζει ως κοσμικό κράτος με εγγυημένη τη θρησκευτική ελευθερία, αλλά χαρακτηρίζει την Ορθοδοξία ως «παραδοσιακή» θρησκεία. Η Βουλγαρική Ορθόδοξη Εκκλησία απέκτησε αυτοκέφαλο καθεστώς το 927 μ.Χ. και σήμερα έχει 12 επισκοπές και πάνω από 2.000 ιερείς. Περισσότερο από τα τρία τέταρτα των Βουλγάρων ανήκουν στην Ορθοδοξία. Οι Σουνίτες Μουσουλμάνοι είναι η δεύτερη μεγαλύτερη κοινότητα και αποτελούν το 10% του θρησκευτικού φάσματος, αν και η πλειοψηφία τους δεν προσεύχεται και θεωρεί τη χρήση της ισλαμικής μαντίλας στα σχολεία απαράδεκτη. Λιγότερο από 3% ανήκουν σε άλλες θρησκείες, 11,8% δεν αυτοπροσδιορίζονται ως προς τη θρησκεία και 21,8% αρνήθηκαν να δηλώσουν τις πεποιθήσεις τους.

Η Βουλγαρία έχει ένα καθολικό σύστημα υγείας που χρηματοδοτείται από φόρους και εισφορές. Το Εθνικό Ταμείο Ασφάλισης Υγείας (NHIF) πληρώνει ένα σταδιακά αυξανόμενο μέρος των εξόδων της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας. Οι προβλεπόμενες δαπάνες υγειονομικής περίθαλψης για το 2013 ανέρχονταν σε 4,1% του ΑΕΠ. Ο αριθμός των γιατρών είναι πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ, με 181 γιατρούς ανά 100.000 ανθρώπουςν αλλά η κατανομή τους ανά ειδικό είναι άνιση, υπάρχει σοβαρή έλλειψη νοσοκόμων και άλλου ιατρικού προσωπικού, ενώ η ποιότητα των περισσότερων ιατρικών εγκαταστάσεων είναι κακή. Οι ελλείψεις προσωπικού σε ορισμένους τομείς είναι τόσο σοβαρές ώστε οι ασθενείς καταφεύγουν να αναζητούν θεραπεία σε γειτονικές χώρες. Το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού, σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2019 του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, ήταν 75,1 χρόνια (71,6 χρόνια οι άνδρες και 78,6 οι γυναίκες). Οι πρωταρχικές αιτίες θανάτου είναι παρόμοιες με εκείνες σε άλλες βιομηχανικές χώρες, κυρίως καρδιαγγειακά νοσήματα, νεοπλάσματα και νοσήματα του αναπνευστικού. 

Η Βουλγαρία βιώνει δημογραφική κρίση. Έχει μείωση πληθυσμού από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν η οικονομική κατάρρευση προκάλεσε ένα μακροχρόνιο κύμα μετανάστευσης. Περίπου 937.000 ως 1.200.000 άτομα, κυρίως νέοι ενήλικες, έφυγαν από τη χώρα μέχρι το 2005. Το συνολικό ποσοστό γονιμότητας υπολογίστηκε το 2013 σε 1,43 παιδιά/γυναίκα, που υπολείπεται του ποσοστού αναπλήρωσης 2,1. Το ένα τρίτο του συνόλου των νοικοκυριών είναι μονομελή και το 75,5% των οικογενειών δεν έχουν παιδιά κάτω των 16 ετών. Κατά συνέπεια τα ποσοστά μεταβολής του πληθυσμού και γεννήσεων είναι από τα χαμηλότερα στον κόσμο, ενώ τα ποσοστά θανάτου από τα υψηλότερα. Η πλειοψηφία των παιδιών γεννιούνται από ανύπαντρες γυναίκες (από όλες τις γεννήσεις 57,4% ήταν εκτός γάμου το 2012).

Απογραφή 2011

Στη Βουλγαρία υπάρχουν πολλές πρεσβείες και προξενεία από χώρες που εκπροσωπούνται άμεσα σε αυτήν. Στη Σόφια υπάρχουν 68 πρεσβείες.

Ο παραδοσιακός Βουλγαρικός πολιτισμός περιέχει Θρακική, Σλαβική και Πρωτοβουλγαρική κληρονομιά καθώς και Ελληνικές, Ρωμαϊκές, Οθωμανικές, Περσικές και Κελτικές επιρροές. Εννέα ιστορικά και φυσικά μνημεία έχουν εγγραφεί στον κατάλογο Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO: o Ιππέας της Μάνταρα, οι Θρακικοί Τύμβοι στο Σβεστάρι και το Καζανλάκ, η Εκκλησία της Μπογιάνα, το Μοναστήρι της Ρίλα, οι μονολιθικές εκκλησίες του Ιβάνοβο, το Εθνικό Πάρκο του Πιρίν, το Φυσικό καταφύγιο Σρεμπάρνα και η αρχαία πόλη του Νεσέμπαρ. Tα Αναστενάρια, ένας τελετουργικός χορός της φωτιάς Θρακικής προέλευσης, περιλαμβάνονται στον κατάλογο Αϋλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO. Η φωτιά είναι ουσιώδες στοιχείο της βουλγαρικής λαϊκής παράδοσης, που χρησιμοποιείται για να διώχνει κακά πνεύματα και αρρώστιες. Η βουλγαρική λαϊκή παράδοση προσωποποιεί τις αρρώστιες ως μάγισσες και έχει μεγάλη γκάμα πλασμάτων, όπως λάμιες, νεράιδες και καλικάντζαρους. Μερικά από τα έθιμα και τις τελετουργίες εναντίον αυτών των πνευμάτων έχουν επιβιώσει και εξασκούνται ακόμη, ιδιαίτερα οι «κούκερι» και «σουρβάκαρι», ενώ ευρέως γιορτάζεται και ο Μάρτης.

Παράλληλα με τον παραδοσιακό πολιτισμό μεγάλο μέρος κληρονομιάς από άλλους πολιτισμούς έχει συσσωρευθεί από την αρχαιότητα. Τοπικοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι ο αριθμός των αρχαιολογικών χώρων είναι ο τρίτος μεγαλύτερος στην Ευρώπη μετά την Ιταλία και την Ελλάδα. Το πρώτο βιβλίο σε μία Γερμανική γλώσσα - η Βίβλος του Βουλφίλα - γράφτηκε στη Νικόπολη την προς Ίστρον, σε μια μικρή Γοτθική κοινότητα στη σημερινή βόρεια Βουλγαρία. Στην περιοχή ιδρύθηκε την ίδια εποχή το πρώτο Χριστιανικό μοναστήρι στην Ευρώπη (σύμφωνα με Βουλγαρική αρχαιολογική και ιστορική έρευνα πρόκειται για τη Μονή του Αγίου Αθανασίου, που ιδρύθηκε από τον ίδιο το 344). Η Φιλιππούπολη είναι μια από τις αρχαιότερες συνεχώς κατοικούμενες πόλεις και ο αρχαιότερος χρυσός θησαυρός στον κόσμο, αποτελούμενος από νομίσματα, όπλα και κοσμήματα, που ανάγονται στο 4.600 π.Χ., ανακαλύφθηκε κοντά στη Βάρνα το 1972 και αποτελούν δείγματα του πρώτου Ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Ο Σλαβικός πολιτισμός κατά το μεγαλύτερο μέρος του Μεσαίωνα είχε το επίκεντρό του τόσο κατά την Πρώτη όσο και τη Δεύτερη Βουλγαρική Αυτοκρατορία. Oι λογοτεχνικές σχολές της Πρεσλάβας, της Οχρίδας και του Τίρνοβο άσκησαν σημαντική πολιτιστική επιρροή στον Ανατολικορθόδοξο κόσμο. Πολλές γλώσσες στην Ανατολική Ευρώπη και την Ασία χρησιμοποιούν το Κυριλλικό αλφάβητο, που προήλθε από τη Φιλολογική σχολή της Πρεσλάβας γύρω στον 9ο αιώνα. Η μεσαιωνική πρόοδος στις τέχνες και τα γράμματα τερματίστηκε με την Οθωμανική κατάκτηση, οπότε πολλά αριστουργήματα καταστράφηκαν, και οι καλλιτεχνικές δραστηριότητες δεν επανεμφανίσθηκαν παρά μόνο με την Εθνική Αναγέννηση το 19ο αιώνα. Μετά την Απελευθέρωση η Βουλγαρική λογοτεχνία γρήγορα υιοθέτησε λογοτεχνικά στυλ όπως ο Ρομαντισμός και ο Συμβολισμός. Από την αρχή του 20ού αιώνα ξεχώρισαν αρκετοί Βούλγαροι συγγραφείς, όπως ο Ιβάν Βάζοφ, ο Πέντσο Σλαβέικοφ, ο Γιόρνταν Ράντικοφ και Τσβέταν Τοντόροφ. To 1981 το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας απονεμήθηκε στο γεννημένο στη Βουλγαρία συγγραφέα Ελίας Κανέττι.

H Βουλγαρική λαϊκή μουσική είναι μακράν η πιο διαδεδομένη παραδοσιακή τέχνη και έχει αναπτυχθεί σταδιακά δια μέσου των αιώνων ως συγχώνευση Ανατολικών και Δυτικών επιρροών. Περιέχει Απωανατολικές, Ανατολικές, μεσαιωνικές Ανατολικορθόδοξες και καθιερωμένες Δυτικοευρωπαικές τονικότητες και τρόπους. Η μουσική έχει ξεχωριστό ήχο και μεγάλη ποικιλία παραδοσιακών οργάνων, όπως γκαντούλκα, γκάιντα, καβάλ και νταούλι. Ένα από τα χαρακτηριστικότερα γνωρίσματά της είναι ο παρατεταμένος ρυθμικός χρόνος, που δεν έχει όμοιό του στην υπόλοιπη Ευρωπαϊκή μουσική. Η Γυναικεία Χορωδία της Κρατικής Τηλεόρασης είναι το διασημότερο παραδοσιακό συγκρότημα και έχει πάρει Βραβείο Γκράμι το 1990. Oι Βουλγαρικές γραπτές μουσικές συνθέσεις μπορούν να αναχθούν στον πρώιμο Μεσαίωνα και στα έργα του Ιωάννη Κουκουζέλη (1280-1360). Η κλασική μουσική, η όπερα και το μπαλέτο εκπροσωπούνται από τους συνθέτες Εμανουήλ Μανόλοφ, Πάντσο Βλαντιγκέροφ και Γκεόργκι Ατανάσοφ και τους τραγουδιστές Γκένα Ντιμίτροβα, Μπόρις Χριστόφ και Νικολάι Γκιαούροφ. Βούλγαροι ερμηνευτές έχουν κερδίσει δημοτικότητα σε αρκετά άλλα είδη όπως η progressive rock (FSB), η electropop (Mίρα Αρόγιο) και η τζαζ (Μίλτσο Λέβιεφ).

H κληρονομιά των θρησκευτικών εικαστικών τεχνών περιλαμβάνει νωπογραφίες, τοιχογραφίες και εικόνες, πολλά από αυτά έργα της Καλλιτεχνικής Σχολής του Τάρνοβο. Ο Βλαντιμίρ Ντιμίτροφ, ο Νικολάι Ντουλγκέροφ και ο Κρίστο είναι μερικοί από τους διασημότερους σύγχρονους Βούλγαρους καλλιτέχνες. Η κινηματογραφική βιομηχανία παραμένει αδύναμη. Το 2010 η Βουλγαρία παρήγαγε τρεις ταινίες μεγάλου μήκους και δύο ντοκυμαντέρ με δημόσια χρηματοδότηση. Oι πολιτιστικές εκδηλώσεις διαφημίζονται στα μεγαλύτερα μέσα ενημέρωσης, όπως η Βουλγαρική Εθνική Ραδιοφωνία και οι καθημερινές εφημερίδες Ντνέβεν Τρουντ, Ντνέβνικ και 24 Ωρες.

Αν και οι βασικοί τομείς των μέσων μαζικής ενημέρωσης, όπως η Βουλγαρική Εθνική Τηλεόραση, η Βουλγαρική Εθνική Ραδιοφωνία και το Βουλγαρικό Πρακτορείο Ειδήσεων, ελέγχονται από κρατικές οντότητες, η δημοσιογραφία γενικά θεωρείται αμερόληπτη χωρίς άμεση κυβερνητική παρέμβαση, αν και δεν υπάρχει σχετικά ειδική νομοθεσία. Τα έντυπα μέσα δεν έχουν νομικούς περιορισμούς, ενώ επίσης υπάρχει μεγάλος αριθμός ιδιωτικών τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών σταθμών. Παρά το γεγονός αυτό τα παραδοσιακά βουλγαρικά μέσα ενημέρωσης αντιμετωπίζουν οικονομικές και πολιτικές πιέσεις και έχουν προκύψει περιπτώσεις αυτολογοκρισίας. Εν τω μεταξύ τα μέσα του διαδικτύου κερδίζουν σε δημοτικότητα λόγω της έλλειψης της λογοκρισίας και της ποικιλομορφίας του περιεχομένου και των απόψεων που έχουν.

Η Βουλγαρική κουζίνα μοιάζει με εκείνη των άλλων Βαλκανικών χωρών και είναι έντονα επηρεασμένη από την Τουρκική και την Ελληνική. Το γιαούρτι, το λουκάνικα, η μπάνιτσα, η σαλάτα σόπσκα, το ταρατόρ, η λιουτένιτσα και το κόζουνακ είναι από τα γνωστότερα τοπικά φαγητά. Υπάρχουν επίσης ανατολίτικα πιάτα, όπως μουσακάς, γιουβέτσι και μπακλαβάς. Η κατανάλωση κρέατος είναι μικρότερη από τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο, δεδομένης της μεγάλης προτίμησης για μεγάλη ποικιλία από σαλάτες. Η ρακία είναι παραδοσιακό αλκοολούχο ποτό από φρούτα, που καταναλωνόταν στη Βουλγαρία από το 14ο αιώνα. Το Βουλγαρικό κρασί είναι γνωστό για τις ποικιλίες του Τράμινερ, Μούσκατ και Μαβρούντ, από τις οποίες παράγονται ετησίως 200.000 τόννοι. Μέχρι το 1989 η Βουλγαρία ήταν ο δεύτερος εξαγωγέας κρασιού στον κόσμο.

Η Βουλγαρία έχει καλές επιδόσεις σε αθλήματα όπως η πάλη, η άρση βαρών, η πυγμαχία, η γυμναστική, το βόλεϊ, το ποδόσφαιρο και το τένις. Η χώρα διαθέτει μία από τις κορυφαίες ομάδες βόλεϊ ανδρών, κατατασσόμενη έκτη στον κόσμο, σύμφωνα με ταξινομήσεις της FIVB του 2013. Το ποδόσφαιρο είναι μακράν το δημοφιλέστερο άθλημα. Διάσημοι παίκτες είναι ο φορ Ντίμιταρ Μπερμπάτοφ, πρώην της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ και της Τότεναμ και ο Χρίστο Στόιτσκοφ, που έχει κερδίσει το Χρυσό Παπούτσι και τη Χρυσή Μπάλα και είναι ο καλύτερος παίκτης της Βουλγαρίας όλων των εποχών. Οι πιο διακεκριμένες ομάδες της χώρας είναι η ΤΣΣΚΑ Σόφιας και η Λέφσκι Σόφιας. Η καλύτερη επίδοση της εθνικής ομάδας στο Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου της FIFA ήταν το 1994, όταν έφτασε μέχρι τα ημιτελικά, νικώντας διαδοχικά την Ελλάδα, την Αργεντινή, το Μεξικό και τη Γερμανία, τερματίζοντας τέταρτη. Η Βουλγαρία έχει συμμετάσχει στους περισσότερους Ολυμπιακούς αγώνες από την πρώτη διοργάνωσή στους αγώνες του 1896, όταν εκπροσωπήθηκε από τον Σαρλ Σαμπώ. Η χώρα έχει κερδίσει συνολικά 218 μετάλλια: 52 χρυσά, 86 αργυρά και 80 χάλκινα, που την κατατάσσουν στην 24η θέση όλων των εποχών.

Η Στέφκα Κοσταντίνοβα είναι επί 32 χρόνια κάτοχος του παγκόσμιου ρεκόρ στο άλμα εις ύψος γυναικών με 2,09 μέτρα, από το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Στίβου του 1987 στη Ρώμη. Το παγκόσμιο ρεκόρ της είναι ένα από τα παλαιότερα στον σύγχρονο αθλητισμό. Συνολικά η Κοσταντίνοβα κατέρριψε επτά φορές το παγκόσμιο ρεκόρ - τρεις ανοικτού και τέσσερις κλειστού στίβου. Κατέχει επίσης το παγκόσμιο ρεκόρ ύψους γυναικών με 197 άλματα πάνω από 2,00 μέτρα.

Η Γιορντάνκα Ντόνκοβα είναι πρώην αθλήτρια στα εμπόδια, γνωστή ως κάτοχος ενός χρυσού και ενός χάλκινου Ολυμπιακού μεταλλίου, καθώς και 9 μεταλλίων σε ευρωπαϊκά πρωταθλήματα κλειστού και ανοικτού στίβου. Η Ντόνκοβα κατέρριψε τρεις φορές το παγκόσμιο ρεκόρ στα 100 μ. με εμπόδια το 1986, μια φορά το 1987 και το πέμπτο παγκόσμιο ρεκόρ της, με χρόνο 12' 21 το 1988, άντεξε μέχρι το 2016.

Ο Πέταρ Στόιτσεφ είναι κολυμβητής μεγάλων αποστάσεων, που πέτυχε νέο παγκόσμιο ρεκόρ κολύμβησης για τη διέλευση της Μάγχης το 2007.

Η Μαρία Γκίγκοβα και η Μαρία Πέτροβα κατέχουν ρεκόρ τρεις παγκόσμιους τίτλους στη ρυθμική γυμναστική.

Ο Καλογιάν Μαχλιάνοφ (Калоян Махлянов), γνωστός και ως Κοτοσού Κατσουνόρι, είναι ένας πρώην επαγγελματίας παλαιστής σούμο, που έγινε ο πρώτος Ευρωπαίος που κέρδισε τον τίτλο «οζέκι» στην Ιαπωνία.

Ο Βέσελιν Τοπάλοφ έγινε Παγκόσμιος πρωταθλητής σκακιού της FIDE το 2005. Έχασε τον τίτλο του στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Σκάκι 2006 από τον Βλαντίμιρ Κράμνικ.

Η Βουλγαρική εθνική ομάδα βόλεϊ εμφανίζεται τακτικά στο Top 10 και έχει κερδίσει αργυρά μετάλλια στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1980, στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Βόλεϊ Ανδρών του 1970 και στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του 1951, καθώς και πολλά χάλκινα μετάλλια, μεταξύ των οποίων στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2007 στην Ιαπωνία.




#Article 75: Βοσνία και Ερζεγοβίνη (1519 words)


H Ομοσπονδία της Βοσνίας - Ερζεγοβίνης (βοσνιακά και κροατικά: Bosna i Hercegovina, σερβικά: Босна и Херцеговина / Μπόσνα ι Χερτσεγκόβινα) είναι χώρα της Βαλκανικής χερσονήσου, πρώην ομόσπονδη δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας. Έχει έκταση 51.209 τ.χλμ. και πληθυσμό 3.281.000, σύμφωνα με τη μέση εκτίμηση των Ηνωμένων Εθνών για το 2020. Συνήθως αναφέρεται συντομευμένα ως Βοσνία.

Η χώρα είναι η πατρίδα τριών συστατικών εθνοτήτων: των Βοσνίων, των Σέρβων και των Κροατών.

Η χώρα βρίσκεται στα δυτικά Βαλκάνια και συνορεύει βόρεια, δυτικά και νότια με την Κροατία, ενώ ανατολικά και νοτιοανατολικά με τη Σερβία και το Μαυροβούνιο.

Τη χώρα διασχίζει η προέκταση των Δειναρικών Άλπεων, με ψηλότερο βουνό το όρος Μάγκλιτς (2.330 μ.). Η Βοσνία, στο βόρειο τμήμα, είναι δασώδης με κλίμα ηπειρωτικό, ενώ η Ερζεγοβίνη, στο νότιο τμήμα, έχει πιο επίπεδα μέρη γόνιμου εδάφους, αραιότερη βλάστηση και ηπιότερο κλίμα. Η περιοχή έχει και 25 χλμ. ακτή στην Αδριατική.

Τα κυριότερα ποτάμια της Βοσνίας ανήκουν στη λεκάνη του Σάβου. Ο ποταμός αυτός ορίζει και τα βόρεια σύνορα της χώρας με την Κροατία. Άλλα μεγάλα ποτάμια της Βοσνίας, όλα παραπόταμοι του Σάβου, είναι ο Δρίνος (που ρέει σε μεγάλο μέρος κατά μήκος των συνόρων με τη Σερβία), ο Μπόσνα, και ο Ούνα. Αντίθετα τα ποτάμια της Ερζεγοβίνης, με μεγαλύτερο το Νέρετβα, εκβάλλουν στην Αδριατική.

Το μεγαλύτερο μέρος της χώρας χαρακτηρίζεται από ζεστά καλοκαίρια και κρύους χειμώνες, αν και σύντομα, ενώ δροσερά καλοκαίρια και δριμείς χειμώνες είναι συνηθέστερα στις ψηλότερες περιοχές.

Ένα μεγάλο τμήμα του εδάφους της χώρας, κυρίως στις κεντρικές και βόρειες περιοχές, καλύπτεται από δάση πυκνά με πλατύφυλλα φυλλοβόλα, βελονοειδή και κωνοφόρα δέντρα, ενώ τα κυριότερα ζώα που συναντώνται είναι λαγοί, λύγκες, νυφίτσες, ελάφια, αλεπούδες, αγριόγατοι, λύκοι, ενυδρίδες, μουφλόν (άγριο πρόβατο) κ.ά.

Η περιοχή της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης γύρω στο 1000 π.Χ. αποτελούσε μέρος της Ιλλυρίας, η οποία έγινε ρωμαϊκή επαρχία τον 1ο αιώνα π.Χ. Μετά την πτώση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, κατέκτησαν την περιοχή οι Γότθοι και στη συνέχεια οι Σλάβοι (7ος αι.). Το 12ο αιώνα η περιοχή ενσωματώθηκε στην επικράτεια της Ουγγαρίας. Το 1483 η Οθωμανική αυτοκρατορία κυρίευσε τα περισσότερα εδάφη της περιοχής και την κράτησε κάτω από την κυριαρχία της για τετρακόσια περίπου χρόνια, αν και σημειώθηκαν στο διάστημα αυτό πολλές εξεγέρσεις.

Στο Συνέδριο του Βερολίνου το 1878 η δυαδική μοναρχία των Αψβούργων της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας διαπραγματεύθηκε με τους Ευρωπαίους κυβερνήτες για τα διοικητικά δικαιώματα στην περιοχή και μέχρι το 1908 προσάρτησε τις δύο επαρχίες. Προκλήθηκαν εθνικιστικές εντάσεις και οι ευρωπαϊκές χώρες άρχισαν να συμμετέχουν στις διαμάχες· η Αυστροουγγαρία και η Γερμανία ήταν αντίθετες προς τον αυξανόμενο σερβικό εθνικισμό, ενώ η Ρωσία και η Αγγλία τον υποστήριζαν.

Τον Ιούνιο του 1914 δολοφονήθηκαν από έναν νεαρό Βόσνιο, ονόματι Γκαβρίλο Πρίντσιπ στο Σαράγεβο ο διάδοχος της Αυστροουγγαρίας αρχιδούκας Φραγκίσκος Φερδινάνδος και η γυναίκα του, γεγονός που αποτέλεσε την αφορμή για τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο. Σε αυτόν πολέμησαν ενωμένοι Κροάτες και Σέρβοι, ελπίζοντας να δημιουργήσουν ένα βασίλειο που θα ένωνε όλους τους Νοτιοσλάβους. Τον Δεκέμβριο του 1918 η Βοσνία-Ερζεγοβίνη αποτέλεσε τμήμα του ανεξάρτητου βασιλείου των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων κάτω από τη σερβική μοναρχία του βασιλιά Αλέξανδρου Α΄ από το 1921 ως το 1934, ενώ το 1929 αυτό μετονομάστηκε σε βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας.

Κατά τη διάρκεια του β’ παγκόσμιου πολέμου οι δυνάμεις του Άξονα διαμέλισαν τη Γιουγκοσλαβία. Στο τέλος του πολέμου ο στρατάρχης Τίτο συνένωσε τα διάφορα μέρη της Γιουγκοσλαβίας και δημιούργησε μια γιουγκοσλαβική ομοσπονδία, και η Βοσνία-Ερζεγοβίνη έγινε μία από τις δημοκρατίες της Γιουγκοσλαβίας (1946). Οι εθνικιστικές εντάσεις συνεχίστηκαν και χειροτέρεψαν μετά το θάνατο του Τίτο το 1980.

Το 1991 οι εντάσεις αυτές οδήγησαν στην αποδυνάμωση της Βοσνιακής προεδρίας και η Σλοβενία καθώς και η Κροατία διακήρυξαν την ανεξαρτησία τους· πολλοί Σέρβοι από την άλλη διαδήλωσαν την αφοσίωσή τους στη σερβοελεγχόμενη Γιουγκοσλαβία. Τα γεγονότα αυτά οδήγησαν σε συγκρούσεις μεταξύ Σέρβων και μη Σέρβων, οι οποίες κλιμακώθηκαν μετά τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας της Βόρειας Μακεδονίας, τον Σεπτέμβριο του 1991. Τον Μάρτιο του 1992 το ίδιο έκαναν η Βοσνία και η Ερζεγοβίνη. Μετά από λίγο ξέσπασε πόλεμος μεταξύ Σέρβων, Κροατών και Βοσνίων, που έμεινε γνωστός ως Πόλεμος της Βοσνίας.

Αν και η ανεξαρτησία της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης αναγνωρίστηκε διεθνώς, οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν. Τον Ιούνιο του 1993 το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών προώθησε τη λύση δημιουργίας έξι «ασφαλών περιοχών» για τους Βόσνιους Μουσουλμάνους και 25.000 στρατιώτες των Ηνωμένων Εθνών διατάχτηκαν να υπερασπιστούν τις περιοχές αυτές χρησιμοποιώντας ακόμη και βία.

Τον Μάρτιο του 1994 τερματίστηκαν οι συγκρούσεις μεταξύ των Κροατών και των Βόσνιων Μουσουλμάνων, όταν συμφωνήθηκε να δημιουργήσουν μια κοινή ομοσπονδία και να συνδέσουν τη νέα ομοσπονδία με την Κροατία.

Από τον Ιανουάριο ως τον Απρίλιο του 1995 διακηρύχθηκε η ανακωχή ανάμεσα στους Σέρβους της Βοσνίας απ' τη μια και τους Βόσνιους Μουσουλμάνους και Κροάτες από την άλλη, αλλά οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν και οι προσπάθειες ανανέωσης της συμφωνίας δεν ήταν επιτυχείς. Τον Αύγουστο οι νέες επιθέσεις των Σέρβων προκάλεσαν τις αεροπορικές επιθέσεις του ΝΑΤΟ εναντίον σερβικών στόχων στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Η διορία για ειρήνη μέχρι το Φεβρουάριο του 1996 λειτούργησε και τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου η Βοσνία- Ερζεγοβίνη εδραίωσε επίσημες σχέσεις με την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας. Το 2000 ο διοικητής των συνασπισμένων μουσουλμανικών και κροατικών δυνάμεων Τίχομιρ Μπλάσκιτς καταδικάστηκε από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης σε 45 χρόνια φυλάκιση (η μεγαλύτερη ποινή που έχει επιβληθεί από αυτό το δικαστήριο) για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, ενώ το 2001 ο διοικητής των δυνάμεων των Σέρβων της Βοσνίας Ράντισλαβ Κράστιτς καταδικάστηκε σε 46 χρόνια φυλάκιση από το δικαστήριο του ΟΗΕ για εγκλήματα πολέμου. Την ίδια χρονιά ο Βόισλαβ Κοστούνιτσα, πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας, υπέγραψε σύμφωνο φιλίας με τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Στις εκλογές του 2002 πρωθυπουργός εκλέχτηκε ο Αντνάν Τέρζιτς και αυτόν διαδέχθηκε ο Νίκολα Σπίριτς. Ο Σπίριτς παραιτήθηκε την πρώτη ημέρα του Νοεμβρίου του 2007 πυροδοτώντας μία από τις χειρότερες πολιτικές κρίσεις στη χώρα.

Στις 4 Δεκεμβρίου του 2007 η χώρα υπέγραψε συμφωνία για σύνδεση με την ΕΕ. Τα τρία μεγαλύτερα κόμματα στη χώρα συμφώνησαν στις 23 Δεκεμβρίου του 2008 να προωθήσουν πρωτοβουλία για την υιοθέτηση των απαιτούμενων συνταγματικών αλλαγών, προκειμένου να αλλάξει η διοικητική δομή της χώρας και να βρεθεί αυτή πιο κοντά στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Σημαντικό ρόλο στην οικονομία της χώρας κατέχει η γεωργία. Στις κοιλάδες παράγονται σιτάρι, σίκαλη, κριθάρι, λινάρι, καπνός, τεύτλα και φρούτα, ενώ στις ορεινές περιοχές υπάρχουν πολλοί βοσκότοποι όπου εκτρέφονται βοοειδή, άλογα και πρόβατα. Τα πολλά δάση δίνουν μεγάλες ποσότητες ξυλείας.

Η περιοχή έχει πολλά ορυκτά, σιδηρομεταλλεύματα, γαιάνθρακες, αλάτι, μαγγάνιο, ασήμι, μόλυβδο, χαλκό, χρώμιο κ.ά. Στη χώρα υπάρχουν βιομηχανίες σιδηροβιομηχανίας, τροφίμων, καπνού και ειδών βυρσοδεψίας.

Η Βοσνία-Ερζεγοβίνη είναι κράτος αποτελούμενο από δύο οντότητες, την Ομοσπονδία Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και τη Σερβική Δημοκρατία. Από το 1998 υπάρχει και η περιοχή του Μπρτσκό που δεν ανήκει σε καμία οντότητα, αλλά υπάγεται απευθείας στην κεντρική κυβέρνηση. Η Ομοσπονδία Βοσνίας-Ερζεγοβίνης διαιρείται περαιτέρω σε 10 καντόνια, ενώ η Σερβική Δημοκρατία είναι ενιαία στη δομή της. Η τοπική αυτοδιοίκηση στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη είναι οργανωμένη σε δήμους. Κάθε δήμος περιέχει πολλούς οικισμούς μέσα στα όριά του και υποδιαιρείται σε τοπικές κοινότητες.

Δικαίωμα ψήφου στις εκλογές έχουν όσες και όσοι είναι ηλικίας 18 ετών και άνω. Επίσης, οι 16χρονοι και 17χρονοι που εργάζονται έχουν κατ' εξαίρεση δικαίωμα ψήφου.

Οι Βόσνιοι Μουσουλμάνοι είναι η μεγαλύτερη εθνοτική ομάδα (50%), ενώ ακολουθούν οι Σέρβοι (30%) και οι Κροάτες (15%). Το στοιχείο διαφοροποίησης των εθνοτικών ομάδων είναι η θρησκεία, καθώς δεν υπάρχουν άλλες διαφορές (γλωσσικές, φυλετικές). Οι σε αντίστοιχη σειρά θρησκείες είναι το ισλάμ, η ορθοδοξία και ο ρωμαιοκαθολικισμός. Επίσης, υπάρχουν 1.196 Μάρτυρες του Ιεχωβά.

Η γλώσσα ενώ προπολεμικά ήταν μία επίσημη (Σερβοκροατική γλώσσα), σήμερα επισήμως υπάρχουν 3 γλώσσες, καθώς οι Βόσνιοι Μουσουλμάνοι ονομάζουν τη γλώσσα τους βοσνιακά, οι Σέρβοι, σερβικά και οι Κροάτες κροατικά. Αν και οι τρεις αυτές κωδικοποιημένες εθνικές γλώσσες διαφέρουν σε κάποια σημεία μεταξύ τους, εντούτοις υπάρχει συντριπτικά μεγάλο ποσοστό επικάλυψης μεταξύ των τριών γλωσσών και 100% κατανόηση της μίας από τους ομιλητές της άλλης.

Εκτός από την πρωτεύουσα Σαράγεβο, άλλες μεγάλες πόλεις της χώρας είναι η Μπάνια Λούκα, η Τούζλα, η Ζένιτσα, το Μόσταρ, το Μπίχατς, η Μπιέλινα, το Πριέντορ και το Μπρτσκο.

Το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού, σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2019 του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας ήταν 76,8 χρόνια (74,4 χρόνια οι άνδρες και 79,1 οι γυναίκες).

Η οδήγηση γίνεται στα δεξιά.

Γεωγραφικά και ιστορικά η χώρα βρισκόταν σε επαφή με το μεσογειακό, βυζαντινό, οθωμανικό και δυτικοευρωπαϊκό πολιτισμό και δέχτηκε τις επιδράσεις τους. Αργότερα, όταν η χώρα αποτελούσε δημοκρατία της Ομοσπονδιακής Λαϊκής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας η πολιτιστική παραγωγή της εντασσόταν στα πλαίσια του ευρύτερου γιουγκοσλαβικού πολιτισμού. Το 1992 με τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, η χώρα ανακήρυξε την αυτονομία της, και η πολιτιστική παραγωγή άρχισε σταδιακά να αναζητά και να βρίσκει την ιδιαίτερη ταυτότητά της.

Ο γνωστότερος λογοτέχνης της χώρας είναι ο Ίβο Άντριτς, ο οποίος το 1961 κέρδισε το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Άλλοι γνωστοί Βόσνιοι λογοτέχνες του 20ού αι. είναι ο Μέσα Σελίμοβιτς, ο ποιητής Αμπντουλάχ Σιντράν, ο Μακ Ντίζνταρ κ.ά. Ο Αντεμίρ Κένοβιτς και ο Εμίρ Κουστουρίτσα είναι οι γνωστότεροι κινηματογραφιστές που γεννημένοι στη Βοσνία κατάφεραν να γίνουν παγκοσμίως γνωστοί με τα έργα τους και να κερδίσουν πολλές διακρίσεις σε διεθνή κινηματογραφικά φεστιβάλ (Φεστιβάλ Βενετίας, Φεστιβάλ Κανών). Ο Ντάνις Τάνοβιτς με την ταινία του «No man’s Land» κέρδισε το 2001 το Όσκαρ Ξενόγλωσσης ταινίας. Επίσης από τη Βοσνία κατάγεται και ο Γκόραν Μπρέγκοβιτς ο οποίος είναι από τους πιο αναγνωρισμένους μουσικούς παγκοσμίως.




#Article 76: Βολιβία (1858 words)


Η Βολιβία (με την επίσημη ονομασία «Πολυεθνοτικό Κράτος της Βολιβίας» από τις 4 Μαΐου 2009) είναι χώρα στη Νότια Αμερική. Συνορεύει βορειοανατολικά με τη Βραζιλία, νοτιοανατολικά με την Παραγουάη, νότια με την Αργεντινή, νοτιοδυτικά με τη Χιλή και δυτικά με το Περού. Έχει έκταση 1.098.580 τ.χλμ. και πληθυσμό 11.841.955 κατοίκους, σύμφωνα με επίσημη εκτίμηση για το 2021. Πρόεδρος της χώρας είναι, από το 2020, ο Λουίς Άρσε.

Πριν από τον Ευρωπαϊκό αποικισμό της, η περιοχή της σημερινής Βολιβίας αποτελούσε τμήμα της αυτοκρατορίας των Ίνκας. Κατακτήθηκε από τους Ισπανούς τον 16ο αιώνα και για το μεγαλύτερο διάστημα της ισπανικής κατάκτησης ονομαζόταν ως Άνω Περού ή Τσάρκας, ενώ διοικητικά υπαγόταν στην Αντιβασιλεία του Περού, κάτω από την κυριαρχία της οποίας βρισκόταν και οι περισσότερες ισπανικές κτήσεις της Νότιας Αμερικής. Μετά τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας της το 1809, ακολούθησαν 16 έτη συνεχών πολέμων μέχρι την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας από τον Σιμόν Μπολίβαρ, στις 6 Αυγούστου του 1825.

Η Βολιβία σήμερα είναι ένα δημοκρατικό κράτος, το οποίο διαιρείται διοικητικά σε 9 διαμερίσματα. Η γεωγραφία της ποικίλλει καθώς περιλαμβάνει την οροσειρά των Άνδεων στα δυτικά, και πεδινές εκτάσεις στα ανατολικά, μέρος της λεκάνης του Αμαζονίου. Κύριες οικονομικές δραστηριότητες είναι η γεωργία, η δασοκομία, η αλιεία, τα ορυχεία και η μεταποίηση σε υφάσματα, ρουχισμό, επεξεργασμένα μέταλλα και η άντληση και διύλιση πετρελαίου.

Η περιοχή της σημερινής Βολιβίας κατοικείται συνεχώς τις τελευταίες δύο χιλιετηρίδες, με πρώτους κατοίκους τους ιθαγενείς Αϊμάρα, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στη δυτική Βολιβία, το νότιο (σημερινό) Περού και τη βόρεια (σημερινή) Χιλή. Οι Αϊμάρα σχετίζονται με έναν προηγμένο πολιτισμό της περιοχής, γνωστό με την ονομασία Τιγουανάκου, ο οποίος αναπτύχθηκε στα δυτικά τμήματα της χώρας. Η ομώνυμη πρωτεύουσα του κράτους του Τιγουανάκου πρέπει να ιδρύθηκε γύρω στο 1500 π.Χ., ως ένας μικρός γεωργικός οικισμός. Η κοινότητά του αναπτύχθηκε και εξελίχθηκε σε πόλη μεταξύ του 5ου και 7ου αιώνα μ.Χ., αποτελώντας παράλληλα μία σημαντική δύναμη στην περιοχή των νότιων Άνδεων. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, η πόλη στην ακμή της εκτείνονταν σε 6,5 τετρ. χλμ. και είχε πληθυσμό μεταξύ 15.000 και 30.000 κατοίκων.

Γύρω στο 400 μ.Χ., το κράτος του Τιγουανάκου εξελίχθηκε από τοπική δύναμη σε ολοκληρωμένη πολιτεία και επεκτάθηκε στη γειτονική φυλή των Γιούνγκας, καθώς και σε άλλες τοπικές κοινότητες του Περού, της Βολιβίας και της Χιλής, διαδίδοντας και επιβάλλοντος την πολιτιστική δομή του. Η επέκταση έγινε κατά βάση με την ίδρυση αποικιών, εμπορικές συμφωνίες και διάδοση της γλώσσας και της κουλτούρας, ενώ η χρήση των όπλων δεν φαίνεται να ήταν διαδεδομένη.

Το κράτος του Τιγουανάκου επεκτείνονταν συνεχώς, αφομοιώνοντας γειτονικούς πολιτισμούς και φυλές, χωρίς να έχει να αντιμετωπίσει κάποιον σημαντικό ανταγωνιστή στην ευρύτερη περιοχή. Η αφθονία της τροφής από καλλιέργειες και την κτηνοτροφία των λάμα, χρησιμοποιούταν για να ανατροφοδοτήσει φτωχότερες περιοχές μέσω ενός δικτύου συνεχούς εμπορίου. Η ανάπτυξη συνεχίστηκε με αυτό τον τρόπο απρόσκοπτα μέχρι και το 950 μ.Χ., περίοδος που το κράτος του Τιγουανάκου είχε φτάσει στη μέγιστη επικράτειά του.

Την περίοδο εκείνη σημειώθηκε όμως μία έντονη αλλαγή στο κλίμα της περιοχής, καθώς η βροχόπτωση στη λεκάνη της λίμνης Τιτικάκα έπεσε σημαντικά. Ορισμένοι ερευνητές πιστεύουν ότι επήλθε μία ξαφνική περίοδος ξηρασίας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα οι πόλεις της περιοχής της Τιτικάκα να παράγουν όλο και λιγότερη τροφή, με συνέπεια την έλλειψη πλεονάσματος, το οποίο διαχειριζόταν η αριστοκρατία του κράτους. Με τη σειρά της, η αριστοκρατία έχασε τη δημοτικότητά της καθώς ήταν υπεύθυνη για την αναδιανομή του πλεονάσματος. Η πρωτεύουσα παρέμεινε η μόνη σημαντική παραγωγική περιοχή, αλλά ακόμα και ο τεχνικά έξυπνος σχεδιασμός των καλλιεργειών της, δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει την ξηρασία. Το κράτος του Τιγουανάκου εξαλείφθηκε σταδιακά μέσα σε 50 χρόνια μέχρι το 1000 μ.Χ., με βασική αιτία την έλλειψη τροφής, που ήταν και η δύναμή του. Η ευρύτερη περιοχή παρέμεινε ερημωμένη με όλο και λιγότερους κατοίκους σε μικρούς αγροτικούς οικισμούς, χωρίς καμία πλέον κρατική δομή ή κεντρική διοίκηση και πολιτισμό.

Μεταξύ του 1438 και του 1527, η αυτοκρατορία των Ίνκας προσάρτησε το μεγαλύτερο δυτικό τμήμα της Βολιβίας. Οι εσωτερικές αδυναμίες όμως της αυτοκρατορίας δεν επέτρεψαν τη συνέχιση της κυριαρχίας, και ακολούθησε η κατάκτηση από τους Ισπανούς, παράλληλα με την πτώση των Ίνκας.

Η κατάκτηση των περιοχών της Βολιβίας ξεκίνησε το 1524 με τη σταδιακή αποδυνάμωση και τελική πτώση του πολιτισμού των Ίνκας από τους Ισπανούς, ενώ μέχρι το 1533 η κυριαρχία του Ισπανικού στέμματος στην περιοχή είχε εδραιωθεί. Η Βολιβία, με τα σημερινά της όρια, αποκαλούταν ως Άνω Περού και βρισκόταν κάτω από την εξουσία της Αντιβασιλείας του Περού με έδρα τη Λίμα. Η τοπική διακυβέρνηση της περιοχής, γνωστή με την ονομασία Αουδιένσια ντε Τσάρκας (Audiencia de Charcas - Κοινό των Τσάρκας), είχε έδρα την Τσουκισάκα, που ταυτίζεται με τη σύγχρονη πρωτεύουσα Σούκρε στην περιοχή Λα Πλάτα.

Μέχρι το τέλος του 16ου αιώνα, σημαντική πηγή πλούτου για τους αποικιοκράτες ήταν τα τοπικά κοιτάσματα αργύρου, τα οποία θεωρούταν φημισμένα στο σύνολο της Ισπανικής αυτοκρατορίας. Για την εξόρυξη, αλλά και για σχεδόν το σύνολο των εργατικών δραστηριοτήτων, οι Ισπανοί χρησιμοποιούσαν ιθαγενείς, υιοθετώντας ένα προκολομβιανό τοπικό σύστημα εργασίας με την ονομασία μίτα. Το Άνω Περού, ως ευρύτερη περιοχή, μετατέθηκε στην επικράτεια της Αντιβασιλείας του Ρίο ντε λα Πλάτα στη σημερινή Αργεντινή το 1776. Στη συνέχεια, με τη σταδιακή εξασθένηση της ισχύος του Ισπανικού θρόνου κατά τους Ναπολεόντειους πολέμους, ενισχύθηκαν οι αντιδράσεις και η δυσμένεια απέναντι στην αποικιοκρατία σε όλη την περιοχή, αλλά και γενικότερα σε όλες τις κτήσεις του στέμματος στη Νότια Αμερική.

Ο αγώνας της Βολιβίας για πλήρη ανεξαρτησία από την Ισπανία ξεκίνησε ουσιαστικά το 1809 και διήρκεσε σχεδόν 16 χρόνια. Το ανεξάρτητο κράτος της δημοκρατίας της Βολιβίας ιδρύθηκε στις 6 Αυγούστου του 1825 από τον Σιμόν Μπολίβαρ.

Το 1836, η Βολιβία, με την ηγεσία του στρατηγού Αντρές ντε Σάντα Κρους, εισέβαλε στο Περού για να υποστηρίξει τον απερχόμενο πρόεδρο της χώρας στρατηγό Λουίς Ορμπεγκόσο. Με την επαναφορά του στην εξουσία, οι δύο χώρες συνενώθηκαν στο σχήμα της Βολιβιοπερουβιανής Συνομοσπονδίας, με προκαθήμενο τον Σάντα Κρους με τον τίτλο του Ανώτατου Προστάτη. Μετά από διαδοχικές εντάσεις μεταξύ της Συνομοσπονδίας και της Χιλής, η Χιλή κήρυξε πόλεμο στις δύο χώρες το 1836. Η Αργεντινή, σύμμαχος της Χιλής, κήρυξε με τη σειρά της πόλεμο στη Συνομοσπονδία μερικούς μήνες αργότερα. Οι δυνάμεις του Περού και της Βολιβίας κατάφεραν σημαντικές και αρκετές νίκες κατά τη διάρκεια αυτής της σύρραξης, η οποία είναι πλέον γνωστή ως ο Πόλεμος της Συνομοσπονδίας. Η ήττα των Αργεντινών και στη συνέχεια των Χιλιανών εκστρατευτικών σωμάτων στην περιοχή της Παουκαρπάτα και την πόλη της Αρεκίπα, είναι τα σημαντικά ορόσημα του πολέμου αυτού. Η συνθήκη της Παουκαρπάτα επιβεβαίωσε την άνευ όρων παράδοση των στρατευμάτων της Χιλής και των Περουβιανών επαναστατών που ήταν αντίθετοι στη Συνομοσπονδία και τον πρόεδρο Ορμπεγόσο. Με βάση τη συνθήκη αυτή, η Χιλή ήταν υποχρεωμένη να αποσύρει τις δυνάμεις της από τα εδάφη της Συνομοσπονδίας, να επιστρέψει πολεμικά σκάφη που είχε συλλάβει, και να δεχθεί την εξισορρόπηση των οικονομικών σχέσεων μεταξύ των χωρών αυτών με την πληρωμή του Περουβιανού χρέους στη Χιλή από τη Συνομοσπονδία. Η λαϊκή βούληση όμως δεν δέχθηκε τους όρους της συνθήκης και η Χιλιανή κυβέρνηση την απέρριψε. Τα χιλιανά στρατεύματα οργάνωσαν μία δεύτερη επίθεση και νίκησαν τις δυνάμεις της Συνομοσπονδίας στη μάχη του Γιουνγκάι. Μετά από αυτή την ήττα, ο Σάντα Κρους διέφυγε στο Εκουαδόρ και η Συνομοσπονδία οδηγήθηκε σε διάλυση.

Μετά τη διάλυση και με την ηγεσία του νέου πρόεδρου στρατηγού Αγουστίν Γκαμάρρα, το Περού εισέβαλε στη Βολιβία. Ο Περουβιανός στρατός ηττήθηκε στην αποφασιστική μάχη του Ινγκαβί το 1841, όπου και σκοτώθηκε ο Γκαμάρρα. Αυτό είχε ως συνέπεια, το Περού να μην μπορέσει να αντισταθεί στην Βολιβιανή αντεπίθεση και οι δυνάμεις της Βολιβίας κατέλαβαν το Περουβιανό λιμάνι της Αρίκα. Το 1842, οι δύο χώρες υπέγραψαν την οριστική συνθήκη ειρήνης μεταξύ τους, η οποία και έβαλε τέλος στη σύρραξη.

Ακολούθησε μία περίοδος πολιτικής και οικονομικής αστάθειας, η οποία μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα κατέβαλε τη Βολιβία. Ο επακόλουθος Πόλεμος του Ειρηνικού από το 1879 ως το 1883 ενάντια στη Χιλή, είχε ως συνέπεια την απώλεια της πρόσβασης της χώρας στον Ειρηνικό ωκεανό, αλλά και την παραχώρηση στη Χιλή των περιοχών Σαλίτρε και των λιμανιών της Αντοφαγάστα και της Αρίκα.

Από την ανεξαρτησία της και στη συνέχεια, η Βολιβία έχασε σχεδόν τη μισή έκτασή της σε πολέμους με τις γειτονικές χώρες. Η πολιτεία του Άκρε, γνωστή για την παραγωγή γομαλάκας, προσχώρησε το 1903 με τη σειρά της στη Βραζιλία, αποχωρώντας από το Βολιβιανό κράτος.

Με το τέλος του 19ου αιώνα και την άνοδο των παγκόσμιων τιμών αργύρου, η Βολιβία πέρασε σε μία περίοδο σχετικής οικονομικής ευμάρειας και πολιτικής σταθερότητας. Με την αλλαγή του αιώνα, σταδιακά ο βωξίτης αντικατέστησε τον άργυρο ως πρώτη πλουτοπαραγωγική πηγή της χώρας, ενώ μέχρι το 1930 οι κυβερνήσεις ακολούθησαν τα καπιταλιστικά πρότυπα, καθώς ελέγχονταν από την κοινωνική και οικονομική ελίτ. Οι συνθήκες διαβίωσης των ιθαγενών, που αποτελούσαν και το μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού, παρέμειναν ιδιαίτερα δύσκολες. Με περιορισμένες δυνατότητες εργασίας και πρωτόγονες συνθήκες στα ορυχεία και σε μεγάλα αγροκτήματα που θύμιζαν Ευρωπαϊκή φεουδαρχία, οι ιθαγενείς δεν είχαν πρόσβαση στην εκπαίδευση, σε οικονομικές ευκαιρίες και σε συμμετοχή στα πολιτικά δρώμενα. Αυτή η κατάσταση, παράλληλα με την ήττα της Βολιβίας από την Παραγουάη στον Πόλεμο του Τσάκο (1932-35), οδήγησαν σε ένα κρίσιμο σημείο καμπής τη χώρα.

Το Εθνικιστικό Επαναστατικό Κίνημα (M.N.R.) ξεκίνησε ως ένα πολιτικό κόμμα με ευρεία βάση. Αν και ακυρώθηκε η νίκη του στις εκλογές του 1951, το MNR πρωτοστάτησε σε μία επιτυχημένη επανάσταση το 1952. Με πρόεδρο τον Βίκτορ Πας Εστενσόρο και με ισχυρό λαϊκό έρεισμα, το κίνημα καθιέρωσε την καθολική ψήφο και πραγματοποίησε ριζικές αλλαγές προωθώντας την αγροτική εκπαίδευση και την εθνικοποίηση των μεγαλύτερων ορυχείων βωξίτη της χώρας.

Το 1969, ο θάνατος του προέδρου Ρενέ Μπαριέντος Ορτούνιο, εκλεγμένου πρόεδρου του καθεστώτος το 1966, οδήγησε σε διαδοχικές αδύναμες κυβερνήσεις. Η αναρχία και η λαϊκή δυσμένεια, ο στρατός μαζί με το κίνημα εγκατέστησαν τον συνταγματάρχη (και μετέπειτα στρατηγό) Ούγο Μπανσέρ Σουάρες στη θέση του πρόεδρου το 1971. Ο Μπανσέρ κυβέρνησε με την υποστήριξη του MNR μέχρι το 1974, οπότε και με αυτόνομη απόφασή του αντικατέστησε τους αξιωματούχος με στρατιωτικό προσωπικό και ανέστειλε τις πολιτικές δραστηριότητες. Η οικονομία παρουσίασε έντονη ανάπτυξη σε όλη τη διακυβέρνηση του Μπανσέρ, αλλά υπήρχαν παράλληλα παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τελικά οικονομικές κρίσεις που ελάττωσαν την υποστήριξη στο πρόσωπό του. Εξαναγκάστηκε να προκηρύξει εκλογές το 1978, και η Βολιβία μπήκε σε μία περίοδο πολιτικών αναταραχών.

Ο πληθυσμός της χώρας ανέρχεται σε 11.841.955 κατοίκους, σύμφωνα με επίσημη εκτίμηση για το 2021. (78η στον κόσμο). Ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού είναι 1,56% (εκτίμηση 2015). Ο ρυθμός γεννήσεων είναι 22,76 γεννήσεις/1000 πληθυσμού και θανάτου 6,52 θάνατοι/1000 πληθυσμού (εκτίμηση 2015).

Το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού, σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2019 του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας ήταν 72,1 χρόνια (71,1 χρόνια οι άνδρες και 73,1 οι γυναίκες).

Η χώρα διαιρείται σε 9 διαμερίσματα (στα Ισπανικά : departamentos). Αυτά μαζί με τις πρωτεύουσές τους σε παρένθεση, είναι τα εξής:

Καθένα από τα διαμερίσματα υποδιαιρείται σε επαρχίες (provincias).

Το ΑΕΠ της χώρας είναι 44,792 δις $ (εκτίμηση 2009). Ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ είναι 3,70% (εκτίμηση 2004). Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ είναι 4.380 $ (εκτίμηση 2009).

Αρχηγός Κράτους είναι ο πρόεδρος Λουίς Άρσε, ο οποίος εξελέγη και ανέλαβε καθήκοντα το 2020. Δικαίωμα ψήφου στις εκλογές έχουν όσες και όσοι είναι παντρεμένοι, ηλικίας 18 ετών και άνω, ενώ για τους ανύπαντρους το ηλικιακό όριο είναι τα 21 χρόνια. Η ψηφοφορία είναι υποχρεωτική για όλους..

Η οδήγηση γίνεται στα δεξιά.




#Article 77: Αϊτή (3383 words)


H Δημοκρατία της Αϊτής αποτελεί χώρα που καταλαμβάνει το δυτικό τμήμα του νησιού της Ισπανιόλας  στην Καραϊβική. Στη δικαιοδοσία της περιλαμβάνει και τα μικρότερα νησιά Γκονάβ, Τορτούγα, Les Cayemites, και Ιλ α Βας, ενώ το ακατοίκητο νησί Ναβάσα διεκδικείται τόσο από τη χώρα αυτή όσο και από τις ΗΠΑ.
 
Η Αϊτή μοιράζεται το νησί της Ισπανιόλας με την Δομινικανή Δημοκρατία. Το χερσαίο τμήμα της Αϊτής καταλαμβάνει 27.750 τ.χλμ.. Ο πληθυσμός της είναι 11.743.017 κάτοικοι, σύμφωνα με επίσημες εκτιμήσεις του 2020.

Η πρωτεύουσα της Αϊτής είναι το Πορτ-ο-Πρενς (Port-au-Prince), που βρίσκεται στο κύριο νησί, την Ισπανιόλα. Πρώην γαλλική κτήση, η Αϊτή ήταν η δεύτερη χώρα στο δυτικό ημισφαίριο, μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, που διακήρυξε την ανεξαρτησία της το 1804. Η χώρα έγινε η πρώτη ανεξάρτητη δημοκρατία Αφροαμερικανών και το μόνο κράτος που γεννήθηκε έπειτα από επιτυχημένη επανάσταση των δούλων. Η ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της χώρας έγινε την 1η Ιανουαρίου 1804.

Παρά τη σχετική μακροζωία της, είναι η πιο φτωχή χώρα του δυτικού ημισφαιρίου. 

Το όνομα της χώρας σημαίνει «υψηλή γη».

Το κράτος ανήκει στις Αντίλλες της Καραϊβικής. Βρίσκεται μεταξύ της Κούβας και του Πουέρτο Ρίκο. Η Αϊτή καταλαμβάνει το δυτικό τμήμα του νησιού Ισπανιόλα.

Το ανατολικό μέρος του αποτελεί τμήμα της Δομινικανής Δημοκρατίας. Τα σύνορα ανάμεσα στις δύο χώρες δημιουργήθηκαν έπειτα από μία σειρά συμφωνιών.

Το έδαφος είναι ορεινό κατά 60%, ενώ οι οροσειρές διευθύνονται από τα δυτικά προς τα ανατολικά. Το υψηλότερο σημείο είναι η κορυφή Τρουχίλο ή Ντουάρτε, που έχει ύψος 3.175 μ. Ορεογραφικός κόμβος της Αϊτής είναι το νησί Ισπανιόλα, το οποίο είναι και το ορεινότερο στις Αντίλλες. Ο κυριότερος ποταμός είναι ο Αρτιμπονίτ, ο οποίος ρέει ανάμεσα στα Μαύρα Όρη και στα Ματέ. Η ροή του ποταμού διακόπτεται πολλές φορές από καταρράκτες.

Το κλίμα της χώρας είναι τροπικό στις πεδιάδες και εύκρατο στα ορεινά. Καθορίζεται από τη θέση της, την επίδραση των αλληγών ανέμων και από το θερμό ρεύμα του Ισημερινού. Ο χειμώνας είναι πολύ μικρός σε διάρκεια, με τη θερμοκρασία να είναι σταθερή στους 23 βαθμούς Κελσίου. Το θερμόμετρο κυμαίνεται από 28-30 βαθμούς Κελσίου κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο. Συχνό φαινόμενο είναι και οι τυφώνες στην περιοχή, με τραγικά αποτελέσματα. Το 1963 στη διάρκεια τυφώνα, έχασαν τη ζωή τους πάνω από 5.500 άνθρωποι.

Ο πληθυσμός της χώρας ήταν 11.131.513 κατά το 2020. Ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού είναι 1,31% (εκτίμηση 2018). Ο ρυθμός γεννήσεων είναι 22,6 γεννήσεις/1000 πληθυσμού και θανάτου 7,5 θάνατοι/1000 πληθυσμού (εκτίμηση 2018).

Οι απόγονοι των πρώτων ανθρώπινων ομάδων που ζούσαν στην Ισπανιόλα αφανίστηκαν από το λευκό πληθυσμό. Είναι όμως γνωστό ότι η χώρα κατοικήθηκε από λαούς συγγενικούς με τους Αραουάκους και υπάρχουν ίχνη των Ταΐνων (συγγενείς με τους αυτόχθονες της Κούβας).

Η μέση πληθυσμιακή πυκνότητα της χώρας ανέρχεται στους 417 κατοίκους ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο (στοιχεία του 2019), ωστόσο η κατανομή του πληθυσμού είναι άνιση. Η μεγαλύτερη συγκέντρωση ανθρώπων γίνεται στο νησί Γκονάιβ. Ο αγροτικός πληθυσμός συνεχίζει να ζει σε ξύλινες κατοικίες.

Οι περισσότεροι κάτοικοι είναι Αφροαμερικανοί, απόγονοι των δούλων που εισήχθησαν από τους λευκούς και προέρχονταν από χώρες της Αφρικής (κυρίως από τη Γουινέα). Αυτοί αποτελούν και τα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα στη νησιωτική χώρα. Το 30% του πληθυσμού είναι μιγάδες, δηλ. απόγονοι των Γάλλων αποίκων (οι οποίοι εξόντωσαν τους ιθαγενείς Ίντιος και εκδιώχθηκαν αργότερα) και το 10% είναι λευκοί. Η «ελίτ» των κατοίκων είναι οι μιγάδες, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν την αριστοκρατία της χώρας, σε αντίθεση με τους «μελαψούς» (bruns) όπως κατ' ευφημισμόν ονομάζονται οι φτωχοί Αφροαμερικανοί.

Ο πληθυσμός του νησιού μιλάει τη γαλλική ως επίσημη γλώσσα, όπως και την Κρεολική της Αϊτής, με βάση το Σύνταγμα του 1987. Το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού, σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2019 του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας ήταν 64,1 χρόνια (63,3 χρόνια οι άνδρες και 64,8 οι γυναίκες).

Από άποψη θρησκεύματος, το 80% των κατοίκων είναι Καθολικοί Χριστιανοί και το 16% είναι Προτεστάντες. Στην ύπαιθρο όμως και στους κατοίκους των φτωχών κοινωνικών στρωμάτων η κυρίαρχη θρησκεία είναι η βουντού, που χρησιμοποιείται από την ιθύνουσα τάξη για πολιτικούς σκοπούς και περιλαμβάνει ακόμη και τελετές μαύρης μαγείας. Το βουντού προέρχεται από τη Δαχομέη (σημερινό Μπενίν) και έχει καθαρά αφρικανικές ρίζες. Επίσης, υπάρχουν 19.301 Μάρτυρες του Ιεχωβά και 19.216 Μορμόνοι της Εκκλησίας του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών.

Πρωτεύουσα της χώρας είναι η Πορτ-ο-Πρενς, η οποία βρίσκεται στη δυτική ακτή του νησιού Ισπανιόλα και σημαίνει «Πριγκιπικό Λιμάνι». Η πόλη αποτελεί αξιόλογο τουριστικό και βιομηχανικό κέντρο, με λιμάνι και αεροδρόμιο. Άλλες σημαντικές πόλεις είναι η Καπ Αϊσιέν, η οποία είναι και πρωτεύουσα του Βόρειου Διαμερίσματος, η Λε Καγί, η Ζερεμί, η Ζοκμέλ και η Πορ ντε Πε.

Η χώρα είναι Ημιπροεδρική Δημοκρατία, με Αρχηγό Κράτους τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο οποίος ασκεί εκτελεστική εξουσία και έχει πολλές αρμοδιότητες. Η νομοθετική εξουσία ασκείται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, αποτελούμενη από 83 μέλη, τα οποία εκλέγονται για θητεία τετραετή, καθώς επίσης και από την 27μελή Γερουσία. Το 2016 Πρόεδρος εξελέγη στον πρώτο γύρο και ανέλαβε καθήκοντα στις 7 Φεβρουαρίου ο Ζοβενέλ Μοΐζ. Η ψηφοφορία είναι καθολική για όσους και όσες είναι ηλικίας 18 ετών και άνω.

Η χώρα διαιρείται σε 10 διαμερίσματα, τα οποία διαιρούνται επιπλέον σε δήμους με αιρετά όργανα:

Το ΑΕΠ της χώρας είναι 6,908 δισ. $ (133η στον κόσμο) και το κατά κεφαλήν ΑΕΠ είναι 772 $ (στοιχεία 2009).

Η κυριότερη ασχολία των κατοίκων είναι η γεωργία (80%) και κατά δεύτερο λόγο οι εξορύξεις και ο τουρισμός.

Ειδικότερα, στον τομέα της αγροτικής παραγωγής, η χώρα παράγει καφέ, ζαχαροκάλαμο, βαμβάκι, σιζάλ, μπανάνες και άλλα προϊόντα. Ορυκτά προϊόντα είναι ο βωξίτης, ο χαλκός και το μαγνήσιο. Το 70% των εξαγωγών καλύπτονται από τον καφέ. Ελάχιστα αναπτυγμένη είναι η βιομηχανία, ενώ μεγάλη ανάπτυξη έχει τα τελευταία χρόνια και ο τουρισμός, ο οποίος συμμετέχει όλο και με μεγαλύτερο ποσοστό στο εθνικό εισόδημα. Τα τελευταία χρόνια έχει αναπτυχθεί και η υλοτομία.

Πολύ κοινό φαινόμενο είναι οι κοινωνικές διαφορές στη χώρα. Το χάσμα ανάμεσα στους υπαλλήλους της δημόσιας διοίκησης, οι οποίοι αποτελούν και τα πλουσιότερα άτομα στη χώρα, και στους χωρικούς είναι πολύ μεγάλο. Η ασταθής πολιτική κατάσταση είχε επίσης άμεσο αντίκτυπο στην οικονομία. Ο κύριος επενδυτής στην Αϊτή είναι οι ΗΠΑ. Οι Αμερικανοί βοήθησαν επίσης στη δημιουργία συγκροτημάτων για τη μεταποίηση γεωργικών προϊόντων, όπως εργοστάσια ζάχαρης, επεξεργασίας καπνού, οινοπνευματωδών ποτών και βυρσοδεψίας. Στην πρωτεύουσα είναι αναπτυγμένο το εμπόριο γεωργικών και ζωοτεχνικών προϊόντων της ευρύτερης περιοχής.

Αρκετές εγκαταστάσεις παρέχουν υδροηλεκτρική ενέργεια, όπως αυτή στον ποταμό Αρτιμπονίτ.

Νόμισμα της χώρας είναι το Γκουρντ Αϊτής.

Το οδικό δίκτυο είναι επισφαλές, καθώς πολύ μικρό τμήμα του είναι ασφαλτοστρωμένο. Το 1999 το μήκος των δρόμων ξεπέρασε τα 4.100 χλμ. Για τη μεταφορά της ζάχαρης χρησιμοποιούνται σύντομες σιδηροδρομικές γραμμές. Οι εσωτερικές πτήσεις εξυπηρετούνται από την εταιρεία Αιρ Ιντέρ, που είναι κρατική. Σήμερα λειτουργούν 12 αεροδρόμια. H οδήγηση γίνεται στα δεξιά.

Στην πρωτεύουσα μπορεί κάποιος να θαυμάσει κτήρια όπως το Κρατικό Πανεπιστήμιο (1920), το Αρχαιολογικό Μουσείο, το Κέντρο Τεχνών, την Εθνική Βιβλιοθήκη, τη βασιλική της Νοτρ Νταμ και την παλαιά γαλλική αποβάθρα του 1780.

Στην Καπ Αϊσιέν αξιοθέατα είναι το οχυρό των πάλαι ποτέ αποικιοκρατών Γάλλων, του 17ου αιώνα και το ανάκτορο Σαν Σουσί του Βασιλέα Ανρί Κριστόφ (1810-13), το οποίο καταστράφηκε από σεισμό κατά μεγάλο μέρος, το 1842. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης τα ερείπια του ανακτόρου της Παυλίνας Μποργκέζε.

Τα περισσότερα μνημεία και αξιοθέατα στο νησί χρονολογούνται από το 19ο αιώνα και αντανακλούν τους αγώνες των Νέγρων για ανεξαρτησία. Το οχυρό του Ανρί Κριστόφ (1805- 1820) είναι ένα τέτοιο μνημείο, ενώ εντυπωσιακά είναι και τα ανάκτορα του Σαν Σουσί, τα οποία έχουν ανακηρυχθεί Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς από την UNESCO, το 1982. Ωραία κτήρια υπάρχουν και στην πόλη Ζακμέλ, όπως και στη Ραμιέρ. Το Εθνικό Ιστορικό πάρκο στην Καπ Αϊσιέν έχει έμβλημα την καλοδιατηρημένη της ακρόπολη.

Η μουσική έχει αφρικανική επίδραση και στηρίζεται κυρίως στα κρουστά. Σήμερα υπάρχουν και επιδράσεις από τις νότιες Πολιτείες των ΗΠΑ και είναι διαδεδομένη η τζαζ. Οι στίχοι των τραγουδιών είναι στην πατουά και πολλές φορές είναι εμπνευσμένοι από ιστορικά γεγονότα. Οι ορχήστρες του χορευτικού ρυθμού μερένγκε αποτελούνται από πνευστά όργανα, εμπνευσμένα από τη μουσική παράδοση της Ευρώπης.

Οι λευκοί έφτασαν στη χώρα για πρώτη φορά με τον Χριστόφορο Κολόμβο, το 1493 και βρήκαν εκεί πολλούς ιθαγενείς κατοίκους. Αυτός ονόμασε το νησί Ισπανιόλα. Οι νέοι άρχοντες του νησιού αποδεκάτισαν τον πληθυσμό των αυτοχθόνων μέσα στις επόμενες δεκαετίες. Το 16ο αιώνα οι λευκοί έφεραν στο νησί δούλους από την Αφρική. Η εγκατάσταση των Γάλλων στα δυτικά της χώρας συντελέστηκε το 1697. Το 1749 οι Γάλλοι ίδρυσαν και τη σημερινή πρωτεύουσα, Πορτ-ο-Πρενς, η οποία έγινε το 1770 πρωτεύουσα της αποικίας του Αγίου Δομίνικου, σε αντικατάσταση της Καπ Αϊσιέν. Έπειτα από τη Γαλλική Επανάσταση οι Νέγροι άρχισαν να διεκδικούν τα δικαιώματά τους. Η αποχώρηση των Γάλλων έγινε το 1803 και το 1804 η χώρα έγινε ανεξάρτητη, με πρώτο Αυτοκράτορα τον Ζαν Ντεσαλέν. Η Αϊτή ήταν η πρώτη χώρα στον κόσμο που αναγνώρισε την Ελληνική Επανάσταση και την Ελλάδα ως ανεξάρτητο κράτος. Μόλις τελείωσε τον δικό της απελευθερωτικό πόλεμο εναντίον των Γάλλων αποικιοκρατών, κατεστραμμένη οικονομικά, έστειλε στο Παρίσι, στον Αδαμάντιο Κοραή, 25 τόνους καφέ να εκποιηθούν, για να αγορασθούν όπλα για τον ελληνικό αγώνα.

Οι αρχές στο νεαρό κράτος φρόντισαν να εκδιωχθούν οι Γάλλοι, με ειδικό θέσπισμα. Έπειτα από περίοδο ταραχών και επαναστάσεων, την εξουσία ανέλαβε ο Ανρί Κριστόφ. Το 1858 η χώρα έγινε δημοκρατία. Το 1915 καταλήφθηκε από τις ΗΠΑ και η κατοχή διατηρήθηκε μέχρι το 1934. Ακολούθησαν εσωτερικές ταραχές και το 1957 ανέλαβε πρόεδρος ο απολυταρχικός Φρανσουά Ντυβαλιέ, ο οποίος έμεινε γνωστός ως «Πάπα Ντοκ».

Το 1986 ανατράπηκε ο γιος του, Ζαν Κλοντ Ντυβαλιέ και μέσα σε μία τετραετία άλλαξαν πέντε διαφορετικές κυβερνήσεις. Ο Ζαν-Μπερτράν Αριστίντ έγινε δημοκρατικός Πρόεδρος, ανατράπηκε όμως με πραξικόπημα το 1991 και αποκαταστάθηκε στην προεδρία το 1994, έπειτα από επέμβαση του ΟΗΕ.

Στις 7 Φεβρουαρίου 2002 ορκίστηκε Πρόεδρος ο Αριστίντ για μία ακόμα πενταετία και υποχρεώθηκε να παραιτηθεί το 2004, έπειτα από εμφύλιες συγκρούσεις, οι οποίες προκάλεσαν για μία ακόμη φορά επέμβαση των Ευρωπαίων και Αμερικανών. Έπειτα από μεταβατική εξουσία του Μπονιφάς Αλεξάντρ, πρόεδρος αναδείχθηκε το 2006 ο Ρενέ Πρεβάλ.

Ως απαρχή της ιστορίας της θεωρείται η ανακάλυψή της από τον Χριστόφορο Κολόμβο, στις 6 Δεκεμβρίου 1492. Ο Γενουάτης θαλασσοπόρος έδωσε στο νησί το όνομα Νησί της Ισπανίας (Ισπανιόλα). Τα επόμενα χρόνια, η κυριαρχία των Ισπανών εδραιώθηκε στο νησί και συνοδεύτηκε από ωμότητα και βαρβαρότητα, με μαζική θανάτωση των ιθαγενών και την χρησιμοποίηση κάποιων από αυτούς ως δούλων. Η φοβερή εκείνη γενοκτονία αποστέρησε τους λευκούς από εργατικά χέρια, τα οποία ήταν απαραίτητα για τις εργασίες στις φυτείες και στα ορυχεία. Γύρω στο 1517 άρχισε η μαζική εισαγωγή σκλάβων, προερχόμενων από την Αφρική.

Γάλλοι πειρατές εγκαταστάθηκαν στο νησί το 17ο αιώνα και ίδρυσαν μόνιμους σταθμούς, όπως το περίφημο ορμητήριο στο Νησί της Χελώνας (Τορτούγα). Το 1697 με την υπογραφή της συνθήκης του Ρίσβικ, το δυτικό τμήμα του νησιού παραχωρήθηκε από την Ισπανία στη Γαλλία.Έτσι, το ανατολικό τμήμα πήγε στην Ισπανία και μετεξελίχθηκε στο σημερινό κράτος της Δομινικανής Δημοκρατίας. Και οι δύο αποικίες (γαλλική και ισπανική) που σχηματίστηκαν τότε ονομάζονταν Άγιος Δομίνικος (Σαιν Ντομένγκ και Σάντο Ντομίνγκο).

Η γαλλική αποικία αποτέλεσε σύντομα το κέντρο του Νέου Κόσμου. Ωστόσο, έκδηλες ήταν οι κοινωνικές αντιθέσεις, αφού το σύνολο σχεδόν του πλούτου ήταν συγκεντρωμένο στα χέρια μιας μειοψηφίας λευκών γαιοκτημόνων, η οποία με την αυταρχικότητά της προκάλεσε την αντίδραση των Νέγρων, που κορυφώθηκε με την εξέγερση του 1791, οπότε επί διετία οι Νέγροι επιδόθηκαν σε σφαγές και εκτοπισμούς όλων των λευκών στη χώρα. Την περίοδο αυτή αναδείχθηκε ως επικεφαλής της Επανάστασης ο Τουσέν Λ' Ουβερτίρ. Το 1794 καταργήθηκε η δουλεία και τρία χρόνια αργότερα ο Λ' Ουβερτίρ ανέλαβε στρατιωτικός διοικητής του νησιού Ισπανιόλα, το οποίο στο μεταξύ είχε ενοποιηθεί μετά την παραχώρηση από τους Ισπανούς του ανατολικού τμήματος στο νέο καθεστώς. Το 1801 συγκλήθηκε Εθνοσυνέλευση και ο Λ' Ουβερτίρ έγινε ισόβιος Πρόεδρος. Η διακυβέρνησή του ήταν πολύ σημαντική και φρόντισε να προβεί σε μέτρα για τον εκσυγχρονισμό του υπό σύσταση κράτους, όπως η θεσμοθέτηση της πλήρους κατάργησης κάθε φυλετικής ή άλλης διάκρισης. Επίσης, καθιερώθηκε η ισότητα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των πολιτών.

Το 1802 οι Γάλλοι επιχείρησαν να ανακαταλάβουν το νησί και τελικά ο Λ' Ουβερτίρ παραδόθηκε και αιχμαλωτίστηκε, για να πεθάνει στην Μπεζανσόν της Γαλλίας. Οι κάτοικοι του νησιού όμως κατάφεραν να εκδιώξουν τους Γάλλους εισβολείς και ίδρυσαν το πρώτο ανεξάρτητο κράτος εγχρώμων στο Νέο Κόσμο, την πρώτη μέρα του 1804. Πρώτος Πρόεδρος του κράτους ανέλαβε ο αυταρχικός Ντεσαλέν, ο οποίος αυτοανακηρύχθηκε Αυτοκράτορας με το όνομα Ιάκωβος Α΄ και δολοφονήθηκε στη διάρκεια εξέγερσης, το 1806. Τον διαδέχθηκε στην εξουσία ο Ανρί Κριστόφ, μετέπειτα Βασιλιάς Ερρίκος Α΄, επίσης τυραννικός, επί των ημερών του οποίου συντελέστηκε η απόσχιση των νότιων περιοχών και η ανακήρυξή τους σε ανεξάρτητο κράτος, με Πρόεδρο το συνετό Στρατηγό Πετιόν (1807). Την ίδια περίοδο οι Ισπανοί εγκαταστάθηκαν ξανά στα ανατολικά του νησιού. Ο Πετιόν κυβέρνησε στο Νότο με σύνεση και βασικός συνεργάτης του ήταν ο μιγάς Ζαν Πιερ Μπουαγιέ, ο οποίος και τον διαδέχθηκε, μετά το θάνατό του, στο αξίωμα του ισόβιου Προέδρου στο Νότο.

Ο Μπουαγιέ εμπνεύστηκε την εξέγερση του 1820 κατά του διεφθαρμένου καθεστώτος του Βορρά. Τότε ο Ανρί Κριστόφ αυτοκτόνησε και η Αϊτή ενοποιήθηκε ξανά. Το 1821 ο Μπουαγιέ συνέβαλε στην επιτυχία της επανάστασης που είχε εκδηλωθεί στις κατεχόμενες από την Ισπανία ανατολικές περιοχές.
Το 1822 οι περιοχές αυτές ενσωματώθηκαν στο κράτος. Ο ηγέτης αυτός, που φρόντισε να ανασυγκροτήσει το κράτος του οικονομικά και κοινωνικά, αλληλογραφούσε με τον Αδαμάντιο Κοραή και πρώτος από όλους τους πολιτικούς ηγέτες του κόσμου, αναγνώρισε το δίκαιο του ελληνικού απελευθερωτικού αγώνα και την υπόσταση της Ελλάδας ως μέλους της Διεθνούς Κοινότητας (1822). Το 1825 προχώρησε στην αποκατάσταση των σχέσεων με τη Γαλλία και θεωρήθηκε ενδοτικός σε βαθμό τέτοιο, που αναγκάστηκε να παραιτηθεί έπειτα από εξέγερση (1843) και να αναχωρήσει στο εξωτερικό, αφήνοντας στην εξουσία τον αντίπαλό του Στρατηγό Σαρλ Ριβιέρ Εράρ. Ακολούθησε νέα ταραχώδης περίοδος και η οριστική απόσχιση των ανατολικών περιοχών του νησιού. Αυτές αποτέλεσαν τη Δομινικανή Δημοκρατία, το 1844.

Έπειτα από ταραχές, το 1847 κατέλαβε την εξουσία ο Στρατηγός Φοστέν Σολούκ, μετέπειτα Αυτοκράτορας Φωστέν Α΄ (1849- 1859), ο οποίος ήταν τυραννικός και ανατράπηκε σε πραξικόπημα του στρατού, το 1859 από το Φαμπρ Ζεράρ, ο οποίος έγινε ισόβιος Πρόεδρος και ανατράπηκε επίσης με πραξικόπημα (1867).

Στη συνέχεια, ανέλαβαν στην εξουσία διάφοροι πολιτικοί και στρατιωτικοί, οι οποίοι εισήγαγαν πάρα πολλές συνταγματικές αλλαγές. Το 1910 ανατράπηκε ο πρόεδρος Σιμόν και το 1912 δολοφονήθηκε ο Πρόεδρος Λεκόντ, το 1913 πέθανε ο πρόεδρος Ογκίστ, το 1914 ανέλαβαν διαδοχικά την εξουσία οι Στρατηγοί Ζαμόρ και Νταλμιβάρ και το 1915 ανατράπηκε και λυντσαρίστηκε από τον όχλο ο πρόεδρος Γκιγιόμ Σαμ.

Την κατάσταση αυτή εκμεταλλεύτηκαν οι ΗΠΑ, που επενέβησαν στρατιωτικά, τον Σεπτέμβριο του 1915 και κατέστησαν τη χώρα συγκαλυμμένο προτεκτοράτο. Τη εξουσία ανέλαβαν οι υπόλογοι στις ΗΠΑ Φιλίπ Νταρντιγκενάβ (1915-1922) και Λουί Μπορνό (1922-1930). Κατά τη μεταβατική κυβέρνηση του Εζέν Ρουά και εξαιτίας της ανόδου των εθνικιστών, που απείλησαν τους Αμερικανούς, οι Αμερικανοί αποχώρησαν από το νησί (1934).

Ο Ρουά κυβέρνησε ως το 1941 και τον διαδέχθηκε ο Ελί Λεσκό, ο οποίος φρόντισε να πάρει το μέρος των Συμμάχων κατά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το 1946 έπειτα από κινητοποιήσεις, ο Λεσκό παραιτήθηκε και η τριμελής χούντα που στο μεταξύ κατέλαβε την εξουσία όρισε πρόεδρο τον Ντιμαρσέ Εστιμέ, ο οποίος ανατράπηκε το 1950 από την τριμελή χούντα που τον είχε διορίσει και διατηρήσει στην εξουσία.

Έπειτα από διαβουλεύσεις ανάμεσα στους στρατιωτικούς, νέος Πρόεδρος ανέλαβε ο Συνταγματάρχης Πολ Μαγκλουάρ, ο οποίος θέσπισε νέο Σύνταγμα (1950) και επιχείρησε να κάνει οικονομικές αλλαγές χωρίς αποτέλεσμα. Ο Μαγκλουάρ αναγκάστηκε να παραιτηθεί και να φύγει από τη χώρα, το 1956. Τον διαδέχθηκε ο μεταβατικός Πρόεδρος Ζοζέφ Νεμούμ Πιερ Λουί (1956-57) και ο Φρανκ Σιλβέν, ο οποίος διενήργησε εκλογές τον Σεπτέμβριο του 1957. Νικητής των εκλογών αναδείχθηκε ο Νέγρος γιατρός Φρανσουά Ντιβαλιέ, που είχε υποσχεθεί κοινωνική δικαιοσύνη και πρόοδο. Οι προσδοκίες αυτές όμως διαψεύστηκαν.

Ο Ντιβαλιέ εγκατέστησε ένα προσωποπαγές καθεστώς που στηρίχθηκε στη βία και στη διαφθορά, με τη χρήση της παραστρατιωτικής οργάνωσης «Το Τον Μακούτ». Επικαλούμενος τον κομμουνιστικό κίνδυνο, εξαπέλυσε διώξεις εναντίον των πολιτικών αντιπάλων του και μεθόδευσε εκλογές (1961) με ένα μόνο ψηφοδέλτιο, που εξασφάλισαν την επανεκλογή του για εξαετία. Επί των ημερών του, επιδεινώθηκαν οι σχέσεις της χώρας με τις ΗΠΑ και κυρίως με τη γειτονική Δομινικανή Δημοκρατία. Το 1965, ο από το 1964 ισόβιος Πρόεδρος Ντιβαλιέ, αναγκάστηκε να υποκύψει σε αμερικανικές πιέσεις και να αποκαταστήσει ομαλότερες σχέσεις με τη Δομινικανή Δημοκρατία. Ακολούθησαν αλλεπάλληλες απόπειρες ανατροπής του Ντιβαλιέ και καταγγέλθηκε διεθνώς η παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από το καθεστώς του. Ο «Πάπα Ντοκ», όπως ονομαζόταν ο δικτάτορας, πέθανε στις 22 Απριλίου 1971 και τον διαδέχθηκε στην εξουσία ο «Μπέιμπι Ντοκ», Ζαν Κλοντ Ντιβαλιέ.
 
Επί προεδρίας του Ζαν Ντιβαλιέ, η χώρα έφτασε στο χειρότερο σημείο της οικονομικής κρίσης και θεωρούνταν η φτωχότερη του Δυτικού Ημισφαιρίου. Το 1985 ο υιός Ντιβαλιέ αναγκάστηκε να προβεί σε συνταγματικές μεταρρυθμίσεις. Το Φεβρουάριο του 1986 ανατράπηκε ο Ντιβαλιέ έπειτα από εξέγερση του λαού και κατέφυγε στη Γαλλία. Τον διαδέχθηκε στην εξουσία ο στρατηγός Ανρί Ναμφί, ο οποίος φρόντισε να ψηφιστεί με δημοψήφισμα (Μάρτιος 1987) ένα νέο, φιλελεύθερο Σύνταγμα. Ακολούθησαν όμως εσωτερικές ταραχές, έπειτα από την ακύρωση των εκλογών του Νοεμβρίου του 1987. Στις νέες εκλογές (Ιανουάριος 1988) δε συμμετείχαν τα περισσότερα κόμματα και αναδείχθηκε πρόεδρος ο Λεσλί Μανιγκά. Τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου ο νέος ηγέτης ανατράπηκε με πραξικόπημα από το Ναμφί και το Δεκέμβριο ο Ναμφί ανατράπηκε κι αυτός με πραξικόπημα από το στρατηγό Προσπέρ Αβρίλ. Ο Αβρίλ παραιτήθηκε το 1990.

Το 1990 εξελέγη πρόεδρος ο Ζαν Μπερτράντ Αριστίντ στις εκλογές εκείνης της χρονιάς. Το 1991 ο Αριστίντ ανατράπηκε με πραξικόπημα από το στρατηγό Ραούλ Σεντράς. Το πραξικόπημα προκάλεσε κύμα χιλιάδων προσφύγων, οι οποίοι εγκατέλειψαν τη χώρα.

Οι ΗΠΑ επέβαλαν κυρώσεις κατά του νέου καθεστώτος και τον Σεπτέμβριο του 1994 πραγματοποιήθηκε η δεύτερη εισβολή των Αμερικανών στο νησί. Ο Αριστίντ επαναφέρθηκε στην εξουσία και το 1995 διεξήχθησαν προεδρικές εκλογές στις οποίες δεν έλαβε μέρος ο Αριστίντ. Κέρδισε ο Ρενέ Πρεβάλ, με την υποστήριξη του Αριστίντ, που επανεξελέγη το 2000,σε εκλογές που αμφισβητήθηκαν από την Αντιπολίτευση.

Διεθνείς Οργανισμοί, όπως η ΕΕ αρνήθηκαν να παράσχουν οικονομική βοήθεια και έκαναν λόγο για μη σεβασμό των δημοκρατικών διαδικασιών στις εκλογές του 2000. Το 2003 ξέσπασαν ταραχές και αυξήθηκαν οι φωνές που ζητούσαν την παραίτηση του Αριστίντ.

Στις 17 Δεκεμβρίου 2001 εκδηλώθηκε απόπειρα πραξικοπήματος με στρατιώτες να επιχειρούν να καταλάβουν το Προεδρικό Μέγαρο και να ανατρέψουν τον πρόεδρο, εκτοξεύοντας μια χειροβομβίδα πριν εξουδετερωθούν από τις δυνάμεις ασφαλείας, με 4 νεκρούς, ανάμεσά τους δύο περαστικούς. Ο Αριστίντ βρισκόταν στο σπίτι του με την οικογένειά του, την ώρα της απόπειρας ανατροπής του. Η επίθεση στο Προεδρικό Μέγαρο ήταν έργο του Γκι Φιλίπ, πρώην ανωτάτου στελέχους της αστυνομίας, τον οποίο είχε απολύσει ο προηγούμενος Πρόεδρος Ρενέ Πρεβάλ, κατηγορώντας τον για απόπειρα πραξικοπήματος.

Ένοπλοι αντάρτες, με επικεφαλής τον Γκι Φιλίπ, κατέλαβαν τις πόλεις Γκονάιβ και Καπ Αϊσιέν, το Φεβρουάριο του 2004. Προς τα τέλη του μήνα έφτασαν και στην πρωτεύουσα και ο Αριστίντ παραιτήθηκε στις 29 Φεβρουαρίου και διέφυγε στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία. Την ίδια στιγμή, στρατιωτικές δυνάμεις της Γαλλίας, των ΗΠΑ και του Καναδά αναπτύχθηκαν στη χώρα, για την αποκατάσταση της τάξης. Ακολούθησαν οι προεδρικές εκλογές του 2006, στις οποίες Πρόεδρος εξελέγη ο Ρενέ Πρεβάλ.

Την άνοιξη του 2008 ξέσπασαν ταραχές στη χώρα, για τη ραγδαία άνοδο των τιμών των τροφίμων. Στις 9 Απριλίου ο πρόεδρος Ρενέ Πρεβάλ απηύθυνε διάγγελμα και προσπάθησε να καθησυχάσει τους κατοίκους. Τουλάχιστον 5 άτομα βρήκαν το θάνατο στις ταραχές, ενώ εξαγριωμένα πλήθη λεηλάτησαν σούπερ μάρκετ. Λίγες ημέρες μετά, και σε μια προσπάθεια για εκτόνωση της κατάστασης, η Γερουσία με 16 ψήφους υπέρ ψήφισε υπέρ της αποπομπής του πρωθυπουργού Ζακ-Εντουάρ Αλεξίς, στις 12 Απριλίου του 2008.

Στις 27 Απριλίου 2008 ο πρόεδρος Πρεβάλ διόρισε νέο πρωθυπουργό τον Ερίκ Πιερ. Τον Μάιο του ιδίου χρόνου, ο διορισμός του Πιερ εγκρίθηκε μεν από τη Γερουσία στις 7 Μαΐου, απορρίφθηκε όμως από τη Βουλή στις 12 Μαΐου 2008 με 51 κατά και 35 υπέρ.

Το 2008 ο ΟΗΕ ανακοίνωσε ότι από την αρχή της χρονιάς ως το Μάιο, περισσότεροι από 150 άνθρωποι είχαν πέσει θύματα απαγωγής για λύτρα στην αμερικανική χώρα.

Στις 12 Ιανουαρίου 2010 στις 21:53 UTC, η Αϊτή χτυπήθηκε από ένα σεισμό 7,0 βαθμών Ρίχτερ, τον μεγαλύτερο σεισμό στην χώρα τα τελευταία 200 χρόνια. Το επίκεντρο του σεισμού ήταν λίγο έξω από την πρωτεύουσα Πορτ-ο-Πρενς.

Το αποτέλεσμα του σεισμού ήταν εκτεταμένες καταστροφές, με την πλειοψηφία των κτιρίων συντετριμμένα λόγω κακού σχεδιασμού. Το πρωί μετά τον σεισμό (13 Ιανουαρίου) ο πρόεδρος της Αϊτής Ζαν-Μαξ Μπελρίβ είπε, σε ζωντανή συνέντευξη στο CNN, ότι εκτιμούσε τον αριθμό των νεκρών «σε 200.000», ενώ ο μεγαλύτερος αριθμός που έχει αναφερθεί είναι 316.000 νεκροί.

Αρκετοί επώνυμοι και κυρίως ανώνυμοι βοήθησαν την Αϊτή με οικονομική συνδρομή.




#Article 78: Τοπολογία (335 words)


Τοπολογία είναι η μελέτη των συνόλων στα οποία μπορεί να οριστεί μια έννοια κλειστότητας έτσι ώστε να διακρίνεται η συνέχεια για οποιαδήποτε συνάρτηση που ορίζεται σε αυτά. Είναι, συνεπώς ένα είδος γενικευμένης γεωμετρίας αφού θεωρούμε κι εδώ σχήματα. Δεν μας ενδιαφέρει όμως η διάσταση ή μια γενικευμένη ανάλυση αφού εστιάζουμε στην συνέχεια ή μη κάποιων συναρτήσεων. Αντικείμενο μελέτης της τοπολογίας είναι ο Τοπολογικός Χώρος. Τοπολογικούς χώρους συναντούμε στην μαθηματική ανάλυση, την άλγεβρα και την γεωμετρία.

Θεμελιώδεις έννοιες όπως σύγκλιση, όριο, συνέχεια, συνεκτικότητα ή συμπάγεια συναντούν στην τοπολογία την καλύτερη τους μορφοποίηση. Η τοπολογία βασίζεται ουσιαστικά στις έννοιες του τοπολογικού χώρου και του ομοιομορφισμού. Με τον όρο τοπολογία δηλώνεται επίσης η συλλογή ανοιχτών συνόλων που ορίζουν έναν τοπολογικό χώρο. 

Για παράδειγμα, ένας στερεός κύβος και μια στερεή σφαίρα είναι ομοιόμορφα, μπορούμε δηλαδή να παραμορφώσουμε το ένα μέχρι να εξασφαλίσουμε το άλλο χωρίς να κολλήσουμε ή να σχίσουμε οτιδήποτε: δεν είναι όμως δυνατόν για παράδειγμα να παραμορφώσουμε μια σφαίρα σε έναν κύκλο με τον ίδιο τρόπο, επειδή η διάσταση ενός αντικειμένου είναι μια τοπολογική ιδιότητα, που δεν αλλάζει με τις μεταμορφώσεις. Υπό αυτήν την έννοια, η τοπολογία ερευνά τις βαθύτερες ιδιότητες των γεωμετρικών σχημάτων. 

Προάγγελος της τοπολογίας ήταν η αρχαία γεωμετρία. Το άρθρο του Ελβετού μαθηματικού Λέοναρντ Όιλερ το 1736 για τις Επτά Γέφυρες του Königsberg θεωρείται ως ένα από τα πρώτα αποτελέσματα που δεν εξαρτώνται από κανέναν τύπο μέτρησης, δηλαδή ως ένα από τα πρώτα τοπολογικά αποτελέσματα. 

Ο Γκέοργκ Κάντορ, που επινόησε τη θεωρία των συνόλων, ξεκίνησε να μελετά τη θεωρία των συνόλων των σημείων στον ευκλείδειο χώρο προς τα τέλη του 19ου αιώνα. Ο Maurice Fréchet εισήγαγε το 1906 την έννοια του μετρικού χώρου, ενοποιώντας την εργασία των Cantor, Vito Volterra, Arzelà, Hadamard, Ascoli κι άλλων για τους χώρους των συναρτήσεων. Το 1914 ο Felix Hausdorff, γενικεύοντας την έννοια του μετρικού χώρου, έπλασε τον όρο τοπολογικός χώρος κι όρισε αυτό που σήμερα ονομάζεται χώρος του Hausdorff. Τέλος, το 1922, ο Kuratowsky, με μια επιπρόσθετη μικρή γενίκευση, έδωσε τον ορισμό που έχει σήμερα ο τοπολογικός χώρος. 




#Article 79: Τοπολογικός χώρος (2208 words)


Στην τοπολογία και σε συναφείς κλάδους των μαθηματικών, ένας τοπολογικός χώρος είναι ένα σύνολο από σημεία, μαζί με ένα σύνολο από γειτονιές για κάθε σημείο, που ικανοποιεί ένα σύνολο από αξιώματα που αφορούν τα σημεία και τις γειτονιές. Ο ορισμός ενός τοπολογικού χώρου στηρίζεται στην Θεωρία συνόλων και είναι η πιο γενική έννοια του μαθηματικού χώρου που επιτρέπει τον ορισμό εννοιών όπως η συνέχεια, η συνεκτικότητα, και η σύγκλιση. Άλλοι χώροι, όπως οι πολλαπλότητες και οι μετρικοί χώροι, είναι ειδικές περιπτώσεις τοπολογικών χώρων με επιπλέον δομές και περιορισμούς. Όντας τόσο γενικοί, οι τοπολογικοί χώροι είναι μία κεντρική ενοποιητική έννοια και εμφανίζονται σχεδόν σε όλους τους κλάδους των σύγχρονων μαθηματικών. Ο κλάδος των μαθηματικών που μελετά τους τοπολογικούς χώρους ονομάζεται τοπολογία σημείων ή γενική τοπολογία.

Η χρησιμότητα της έννοιας μιας τοπολογίας δείχνεται από το γεγονός ότι υπάρχουν διάφοροι ισοδύναμοι ορισμοί αυτής της δομής. Η πιο συχνά χρησιμοποιούμενη, και η πιο κομψή, είναι εκείνη που βασίζεται στον όρο των ανοιχτών συνόλων, αλλά η πιο διαισθητική είναι εκείνη που βασίζεται στον όρο των γειτονιών και γι αυτό δίνουμε αυτή πρώτη.

Έστω Χ ένα σύνολο; τα στοιχεία του Χ συνήθως ονομάζονται σημεία, αν και μπορεί να είναι οποιοδήποτε μαθηματικό αντικείμενο. Επιτρέπουμε το Χ να είναι κενό. Έστω Ν είναι μία συνάρτηση που αντιστοιχεί κάθε χ (σημείο) του Χ σε μία όχι κενή συλλογή Ν(χ) από υποσύνολα του Χ. Τα στοιχεία του Ν(χ) θα λέγονται γειτονιές του χ σε σχέση με το Ν (ή, απλά, γειτονιές του χ). Η συνάρτηση Ν λέγεται τοπολογική γειτονιά αν τα αξιώματα παρακάτω  ικανοποιούνται; και τότε το Χ με το Ν λέγεται τοπολογικός χώρος. Ένας τοπολογικός χώρος στον οποίο τα σημεία είναι συναρτήσεις ονομάζεται συναρτησιακός χώρος

Τα πρώτα τρία αξιώματα για τις γειτονιές έχουν ξεκάθαρο νόημα. Το τέταρτο αξίωμα έχει μία πολύ σημή χρήση στην δομή της θεωρίας, δηλαδή της σύνδεσης των γειτονιών των διαφορετικών σημείων του Χ

Ένα πρότυπο παράδειγμα ενός τέτοιου συστήματος  γειτονιών είναι η πραγματική γραμμή R, όπου ένα υποσύνολο Ν του R ορίζεται να είναι γειτονιά ενός πραγματικού αριθμού χ αν υπάρχει ένα ανοιχτό διάστημα που περιέχει το χ και περιέχεται στο Ν.

Image:Topological space examples.svg|frame|right|300px|Τέσσερα παραδείγματα και δύο μη-παραδείγματα τοπολογιών στο τριών σημείων σύνολο {1,2,3}. Το κάτω αριστερά παράδειγμα δεν είναι τοπολογία επειδή η ένωση του {2} και του {3} [δηλαδή {2,3}] λείπει; το κάτω δεξιά παράδειγμα δεν είναι τοπολογία επειδή η τομή του {1,2} και {2,3} [δηλαδή {2}], λείπει.
Με δεδομένη τέτοια δομή, μπορούμε να ορίσουμε ένα υποσύνολο U του Χ να είναι ανοιχτό αν U είναι μία γειτονία όλων των σημείων του U. Είναι ένα αξιοσημείωτο γεγονός ότι τα ανοιχτά σύνολα στη συνέχεια ικανοποιούν τα κομψά αξιώματα που δίνονται παρακάτω, και που, δεδομένου αυτών των αξιωμάτων, μπορούμε να ανακτήσουμε τις γειτονιές που πληρούν τα παραπάνω αξιώματα ορίζοντας Ν να είναι μία γειτονιά του χ αν Ν περιέχει ένα ανοιχτό σύνολο U ώστε χ ∈ U.

Ένας τοπολογικός χώρος είναι τότε ένα σύνολο Χ μαζί με μία συλλογή από υποσύνολα του Χ, ονομάζονται ανοιχτά σύνολα και ικανοποιούν τα ακόλουθα αξιώματα:

Η συλλογή των ανοιχτών συνόλων τ τότε επίσης ονομάζεται μία τοπολογία στο Χ, η, αν απαιτείται μεγαλύτερη ακρίβεια, μία τοπολογία ανοιχτού συνόλου. Τα σύνολα στο τ ονομάζονται ανοιχτά σύνολα, και τα συμπληρωματικά στο Χ ονομάζονται κλειστά σύνολα. Ένα υποσύνολο του Χ μπορεί να μην είναι κλειστό ούτε ανοιχτό, ή μπορεί να είναι ή κλειστό, ή ανοιχτό, ή και τα δύο.
Ένα σύνολο που είναι ταυτόχρονα κλειστό και ανοιχτό ονομάζεται Clopen σύνολο (ή σε πιο ελεύθερη μετάφραση ανοιχτόκλειστο σύνολο).

Υπάρχουν πολλοί άλλοι ισοδύναμοι τρόποι να ορίσουμε έναν τοπολογικό χώρο: με άλλα λόγια, οι έννοιες της γειτονιάς ή του ανοιχτού συνόλου μπορεί να ανακατασκευαστούν από τα άλλα σημεία εκκίνησης και να ικανοποιούν τα σωστά αξιώματα. Για παράδειγμα, χρησιμοποιώντας τους νόμους de Morgan, τα παραπάνω αξιώματα ορισμού ανοιχτών συνόλων γίνονται αξιώματα κλειστών συνόλων:

Χρησιμοποιώντας αυτά τα αξιώματα, ένας άλλος τρόπος να οριστεί ο τοπολογικός χώρος είναι ως ένα σύνολο Χ μαζί με μία συλλογή τ από υποσύνολα του Χ που ικανοποιούν τα ακόλουθα αξιώματα:

Κάτω από αυτόν τον ορισμό, τα σύνολα στην τοπολογία τ είναι τα κλειστά σύνολα, και τα συμπληρωματικά τους στο Χ είναι τα ανοιχτά σύνολα.

Ένας άλλος τρόπος να ορίσουμε έναν τοπολογικό χώρο είναι χρησιμοποιώντας τα αξιώματα κλεισίματος του Kuratowski, τα οποία ορίζουν τα κλειστά σύνολα ως τα σταθερά σημεία ενός τελεστή για το δυναμοσύνολο του X.

Ένα δίχτυ είναι μία γενίκευση της έννοιας της ακολουθίας. Μία τοπολογία είναι εντελώς καθορισμένη αν για κάθε δίχτυ στο Χ το σύνολο από τα σημεία συσσώρευσής του ορίζεται.

Μία ποικιλία από αξιωματισμούς των τοπολογικών χώρων αναφέρονται στις Ασκήσεις του βιβλίου του Vaidyanathaswamy.

Έτσι κάποιος επιλέγει τον αξιωματισμό που ταιριάζει για την εφαρμογή, ή την ακρόαση, ανάλογα.

Μία ποικιλία τοπολογιών μπορεί να τοποθετηθεί σε ένα σύνολο για να σχηματιστεί ένας τοπολογικός χώρος. Όταν κάθε σύνολο σε μία τοπολογία τ1 είναι επίσης μία τοπολογία τ2 και τ1 είναι ένα υποσύνολο της τ2, λέμε ότι η τ2 είναι λεπτότερη από την τ1, και η τ1 είναι χονδρότερη από την τ2. Μία απόδειξη που στηρίζεται μόνο στην ύπαρξη ορισμένων ανοιχτών συνόλων θα ισχύει επίσης για κάθε λεπτότερη τοπολογία, και όμοια μία απόδειξη που στηρίζεται μόνο σε ορισμένα σύνολα που δεν είναι ανοιχτά εφαρμόζονται σε οποιαδήποτε χονδρότερη τοπολογία. Οι όροι μεγαλύτερος και μικρότερος χρησιμοποιούνται μερικές φορές στη θέση τou λεπτότερος και πιο χονδρότερος, αντίστοιχα. Οι όροι ισχυρότερος και ασθενέστερος χρησιμοποιούνται επίσης στη βιβλιογραφία, αλλά με μικρή συμφωνία σχετικά με την έννοια, έτσι κάποιος πρέπει πάντα να είναι σίγουρος για τη σύμβαση του συγγραφέα όταν διαβάζει.

Η συλλογή όλων των τοπολογιών ενός δοσμένου σταθερού συνόλου Χ σχηματίζει ένα πλήρες πλέγμα: αν F = {τα| α στο A} είναι μία συλλογή από τοπολογίες στο Χ, τότε η κάλυψη του F είναι η τομή του F, και η ένταξη της F είναι η κάλυψη της συλλογής όλων των τοπολογιών του Χ που περιέχουν κάθε μέλος της F.

Μία συνάρτηση f : X→ Y μεταξύ τοπολογικών χώρων ονομάζεται συνεχής αν για όλα τα x ∈ X και όλες τις γειτονιές N της f(x) υπάρχει μία γειτονιά M του χ ώστε f(M) ⊆ N. Αυτό σχετίζεται εύκολα στον συνηθισμένο ορισμό της ανάλυσης. Ισοδύναμα, f είναι συνεχής αν η αντίστροφη εικόνα κάθε ανοιχτού συνόλου είναι ανοιχτή. Αυτή είναι μία προσπάθεια να συλλάβει τη διαίσθηση ότι δεν υπάρχουν άλματα ή διαχωρισμοί στη συνάρτηση. Ένας ομοιομορφισμός είναι μία αμφιμονοσήμαντη αντιστοιχία που είναι συνεχής και της οποίας η αντίστροφη συνάρτηση είναι επίσης συνεχής. Δύο χώροι ονομάζονται ομοιομορφικοί αν υπάρχει ομοιομορφισμός μεταξύ τους. Από τη σκοπιά της τοπολογίας, ομοιομορφικοί χώροι είναι ουσιαστικά ταυτόσημες.

Στη Θεωρία κατηγοριών,Top, στην κατηγορία των τοπολογικών χώρων με τοπολογικούς χώρους όπως αντικείμενα και συνεχείς συναρτήσεις όπως μορφισμοί είναι ένα από τις θεμελιώδεις κατηγορίες των μαθηματικών. Η προσπάθεια να ταξινομήσει τα αντικείμενα αυτής της κατηγορίας (μέχρι τον ομοιομορφισμό) από σταθερές έχει θέσει και παραγάγει ολόκληρες περιοχές της έρευνα, όπως ομοτοπίας, θεωρία ομολογίας. και θεωρίας-Κ, για να ονομάσουμε απλά κάποιες.

Ένα δοθέν σύνολο μπορεί να έχει πολλές διαφορετικές τοπολογίες. Αν σε ένα σύνολο δοθεί μια διαφορετική τοπολογία, θεωρείται ως διαφορετικός τοπολογικός χώρος. Σε οποιοδήποτε σύνολο μπορεί να δοθεί η διακριτή τοπολογία στην οποία κάθε υποσύνολο είναι ανοιχτό. Οι μόνες συγκλίνουσες ακολουθίες ή δίχτυα σε αυτήν την τοπολογία είναι εκείνα που είναι τελικά σταθερά. Επίσης, σε οποιοδήποτε σύνολο μπορεί να δοθεί η τετριμμένη τοπολογία (που ονομάζεται επίσης αδιάκριτη τοπολογία), στην οποία μόνο το κενό σύνολο και όλος ο χώρος είναι ανοιχτά. Κάθε ακολουθία και δίχτυ σε αυτήν την τοπολογία συγκλίνει σε κάθε σημείο του χώρου. Αυτό το παράδειγμα δείχνει ότι σε γενικούς τοπολογικούς χώρους, τα όρια των ακολουθιών δε χρειάζεται να είναι μοναδικά. Ωστόσο, συχνά τοπολογικοί χώροι πρέπει να είναι Hausdorff χώροι όπου τα οριακά σημεία είναι μοναδικά.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι ορισμού μίας τοπολογίας για το R, το σύνολο των πραγματικών αριθμών. Η πρότυπη τοπολογία για το R παράγεται από τα ανοιχτά διαστήματα. Το σύνολο όλων των ανοιχτών διαστημάτων σχηματίζει βάση ή βάσεις για την τοπολογία, πράγμα που σημαίνει ότι κάθε ανοιχτό σύνολο είναι μία ένωση κάποιας συλλογής συνόλων από τη βάση. Ειδικότερα, αυτό σημαίνει ότι ένα σύνολο είναι ανοιχτό αν υπάρχει ένα ανοιχτό διάστημα μη μηδενικής ακτίνας για κάθε σημείο του συνόλου. Γενικότερα, οι Ευκλείδειοι χώροι Rn μπορεί να δίνουν μία τοπολογία. Στην συνηθισμένη τοπολογία για το Rn τα βασικά ανοιχτά σύνολα είναι οι ανοιχτές μπάλες. Όμοια, C, το σύνολο των μιγαδικών αριθμών, και Cn έχει μία πρότυπη τοπολογία στην οποία τα βασικά ανοιχτά σύνολα είναι ανοιχτές μπάλες.

Σε κάθε μετρικό χώρο μπορεί να δοθεί μία μετρική τοπολογία, στην οποία τα βασικά ανοιχτά σύνολα είναι ανοιχτές μπάλες που ορίζονται από τον μετρικό. Αυτή είναι μία πρότυπη τοπολογία για οποιοδήποτε νόρμα διανυσματικό χώρο. Για έναν πεπερασμένης διάστασης διανυσματικό χώρο αυτή η τοπολογία είναι η ίδια για όλες της νόρμες (κανόνες).

Πολλά σύνολα των γραμμικών μετασχηματισμών στην συναρτησιακή ανάλυση είναι τροφοδοτημένα με τοπολογίες που ορίζονται προσδιορίζοντας πότε μία συγκεκριμένη ακολουθία συναρτήσεων συγκλίνει στη μηδενική συνάρτηση.

Οποιοδήποτε τοπικό πεδίο έχει μια εγγενή τοπολογία σε αυτό, και αυτό μπορεί να επεκταθεί σε διανυσματικούς χώρους πέρα από εκείνο το πεδίο.

Κάθε πολλαπλότητα έχει μία φυσική τοπολογία δεδομένου ότι είναι τοπικά Ευκλείδεια. Όμοια, κάθε σύμπλεγμα και κάθε σύμπλοκο κληρονομεί μία φυσική τοπολογία από Rn.

Η τοπολογία Zariski ορίζεται αλγεβρικά στο φάσμα ενός δακτυλίου ή μιας αλγεβρικής ποικιλίας. Στον  Rn ή στον Cn, τα κλειστά σύνολα της τοπολογίας Zariski είναι τα σύνολα λύσεων των συστημάτων των πολυωνυμικών εξισώσεων.

Ένα γραμμικό γράφημα έχει μία φυσική τοπολογία που γενικεύει  πολλές από τις γεωμετρικές πτυχές των γραφημάτων με κορυφές και ακμές.

Ο χώρος Sierpiński είναι ο πιο απλός μη διακριτός τοπολογικός χώρος. Έχει σημές σχέσεις με τη θεωρία υπολογισμού και τη σημασιολογία.

Υπάρχουν πολλές τοπολογίες σε οποιοδήποτε δοθέν πεπερασμένο σύνολο. Τέτοιοι χώροι ονομάζονται πεπερασμένοι τοπολογικοί χώροι. Πεπερασμένοι χώροι χρησιμοποιούνται κάποιες φορές για να παρέχουν παραδείγματα ή αντιπαραδείγματα  σε εικασίες για τους τοπολογικούς χώρους γενικότερα.

Σε οποιοδήποτε σύνολο μπορεί να δοθεί η πεπερασμένου συμπληρώματος τοπολογία, στην οποία τα ανοιχτά σύνολα είναι το κενό σύνολο και τα σύνολα των οποίων τα συμπληρώματα είναι πεπερασμένα. Αυτή είναι η μικρότερη  T1 τοπολογία σε οποιοδήποτε άπειρο σύνολο.

Σε οποιοδήποτε σύνολο μπορεί να δοθεί η μετρήσιμου συμπληρώματος τοπολογία, στην οποία ένα σύνολο ορίζεται ως ανοιχτό αν είναι είτε κενό είτε το συμπλήρωμα του είναι μετρήσιμο. Όταν το σύνολο είναι μη μετρήσιμο, αυτή η τοπολογία εξυπηρετεί ως αντιπαράδειγμα σε πολλές περιπτώσεις.

Στην πραγματική γραμμή μπορεί επίσης να δοθεί η χαμηλότερη ορίου τοπολογία. Εδώ, τα βασικά ανοιχτά σύνολα είναι τα μισάνοιχτα διαστήματα [a, b). Αυτή η τοπολογία για το R είναι αυστηρά λεπτότερη από την  τοπολογία που ορίζεται παραπάνω; μία αλληλουχία συγκλίνει σε ένα σημείο σε αυτήν την τοπολογία αν και μόνο αν συγκλίνει από επάνω στην Ευκλείδεια τοπολογία. Αυτό το παράδειγμα δείχνει ότι ένα σύνολο μπορεί να έχει πολλές διαφορετικές τοπολογίες που ορίζονται σε αυτό.

Αν Γ είναι ένας τακτικός αριθμός, τότε το σύνολο Γ = [0, Γ) μπορεί να τροφοδοτηθεί με τοπολογία διάταξης που παράγεται από τα διαστήματα (a, b), [0, b) και (a, Γ) όπου a και b είναι στοιχεία του Γ

Σε κάθε υποσύνολο ενός τοπολογικού χώρου μπορεί να δοθεί η υποχώρου τοπολογία στην οποία τα ανοιχτά σύνολα είναι τομές των ανοιχτών συνόλων του μεγαλύτερου χώρου με το υποσύνολο. Για οποιαδήποτε οικογένεια με δείκτες ενός τοπολογικού χώρου, στο προϊόν μπορεί να δοθεί η τοπολογία προϊόντος, η οποία παράγεται από τις αντίστροφες εικόνες των ανοιχτών συνόλων των παραγόντων κάτω από τις αντιστοιχήσεις προβολών. Για παράδειγμα, στα πεπερασμένα προϊόντα, μία βάση για το προϊόν τοπολογίας αποτελείται από όλα τα προϊόντα των ανοιχτών συνόλων. Για τα πεπερασμένα προϊόντα, υπάρχει η πρόσθετη απαίτηση ότι σε ένα βασικό ανοιχτό σύνολο, όλα εκτός τελικά από πολλές προβολές τους είναι ολόκληρος ο χώρος.

Ένας χώρος πηλίκο ορίζεται ως εξής: αν Χ είναι ένας τοπολογικός χώρος και Υ είναι ένα σύνολο, και αν f : X→ Y είναι μία επιρριπτική συνάρτηση, τότε η τοπολογία πηλίκο για το Y είναι μία συλλογή υποσυνόλων του Υ που έχει ανοιχτές αντίστροφες εικόνες κάτω από την f. Με άλλα λόγια, η τοπολογία πηλίκο είναι η λεπτότερη τοπολογία για το Y για το οποίο η f είναι συνεχής. Ένα συνηθισμένο παράδειγμα μίας τοπολογίας πηλίκου είναι μία σχέση ισοδυναμίας ορίζεται για τον τοπολογικό χώρο Χ. Η αντιστοιχία f είναι η φυσική προβολή πάνω στο σύνολο των κλάσεων ισοδυναμίας.

Η τοπολογία Vietoris για το σύνολο όλων των μη κενών υποσυνόλων ενός τοπολογικού χώρου Χ, που ονομάστηκε προς τιμή του Leopold Vietoris, παράγεται από την ακόλουθη βάση: για κάθε n-πλειάδα U1,..., Un των ανοιχτών συνόλων του Χ, κατασκευάζουμε ένα βασικό σύνολο που αποτελείται από όλα τα υποσύνολα της ένωσης των Ui που έχουν μη κενές τομές με κάθε Ui.

Τοπολογικοί χώροι μπορούν να ταξινομηθούν γενικά, μέχρι τους ομοιομορφισμούς, από τις τοπολογικές ιδιότητες τους. Μία τοπολογική ιδιότητα είναι μία ιδιότητα των χώρων που είναι αναλλοίωτη από τους ομοιομορφισμούς. Για να αποδείξουμε ότι δύο χώροι δεν είναι ομοιομορφικοί αρκεί να βρεθεί μία τοπολογική ιδιότητα που δεν τη μοιράζονται. Παραδείγματα τέτοιων ιδιοτήτων είναι ορθότητα, συμπαγές, και διάφορα αξιώματα διαχωρισμού

Βλέπε το άρθρο τοπολογικές ιδιότητες για περισσότερες λεπτομέρειες και παραδείγματα

Για οποιαδήποτε αλγεβρικά αντικείμενα μπορούμε να εισαγάγουμε την διακριτή τοπολογία, σύμφωνα με την οποία οι αλγεβρικές πράξεις είναι συνεχείς συναρτήσεις. Για οποιαδήποτε τέτοια δομή που δεν είναι πεπερασμένη, συχνά έχουμε μία φυσική τοπολογία συμβατή με τις αλγεβρικές πράξεις, με την έννοια ότι οι αλγεβρικές πράξεις συνεχίζουν να είναι συνεχείς. Αυτό οδηγεί σε έννοιες όπως τοπολογικές ομάδες,τοπολογικοί διανυσματικοί χώροι, τοπολογικοί δακτύλιοι και τοπικά πεδία.

Οι ακόλουθοι χώροι και άλγεβρες είναι είτε πιο ειδικοί(ες) ή πιο γενικοί(ες) από τους τοπολογικούς χώρους που συζητήθηκαν παραπάνω




#Article 80: Συνέχεια συνάρτησης (676 words)


Στα μαθηματικά, μία συνάρτηση λέγεται συνεχής όταν μια μικρή μεταβολή στο όρισμά της προκαλεί μικρή μόνο μεταβολή στην τιμή της. Για τις συναρτήσεις που ορίζονται στους πραγματικούς αριθμούς η γραφική παράσταση μιας συνεχούς συνάρτησης σε ένα διάστημα (και όχι σε μία ένωση διαστημάτων) μπορεί να σχεδιαστεί χωρίς να χρειαστεί να σηκώσουμε το μολύβι από το χαρτί.

Αν  είναι μία συνάρτηση με πεδίο ορισμού  και το  ανήκει στο πεδίο ορισμού της, τότε η f ονομάζεται συνεχής στο  αν

Η έννοια της συνέχειας μιας συνάρτησης ορίζεται μόνο στα σημεία που ανήκουν στο πεδίο ορισμού της. Η συνάρτηση ονομάζεται συνεχής στο  αν είναι συνεχής σε κάθε σημείο του , δηλαδή αν

Σε αντιδιαστολή με την ομοιόμορφη συνέχεια, η συνέχεια αυτού του είδους λέγεται σημειακή συνέχεια.

Ένας ορισμός που χρησιμοποιεί την έννοια του ορίου στις πραγματικές συναρτήσεις λέει ότι μία συνάρτηση είναι συνεχής σε κάποιο σημείο  του πεδίου ορισμού της αν το όριο της συνάρτησης στο σημείο αυτό συμπίπτει με την τιμή της, δηλαδή αν:

Αυτός ο ορισμός όμως δεν είναι αρκετός γιατί το όριο  έχει έννοια μόνο όταν το  είναι σημείο συσσώρευσης της συνάρτησης f και επομένως με τον ορισμό αυτό μπορούμε να ελέγξουμε αν μία συνάρτηση είναι συνεχής μόνο στα σημεία συσσώρευσής της, (αν όμως το  δεν είναι σημείο συσσώρευσης της f, τότε είναι μεμονωμένο σημείο και επομένως η f είναι έτσι και αλλιώς συνεχής σε αυτό).

Μια πραγματική συνάρτηση είναι συνεχής σε ένα σημείο  του πεδίου ορισμού της Α αν και μόνο αν για κάθε ακολουθία  στο Α, με:

ισχύει:

Με άλλα λόγια μία πραγματική συνάρτηση είναι συνεχής κατά Χάινε αν διατηρεί τα όρια, δηλαδή αν το όριο των εικόνων ισούται με την εικόνα του ορίου.

Μια συνάρτηση f ορισμένη στο X που λαμβάνει τιμές στο Y, όπου X και Y είναι τοπολογικοί χώροι, είναι συνεχής στο x όπου  αν για κάθε γειτονιά V της f(x), υπάρχει μια γειτονιά U του x τέτοια ώστε . Με πιο απλά λόγια, αυτό σημαίνει ότι όσο μικρή κι αν γίνεται η V μπορούμε πάντα να βρούμε μια U του x που να απεικονίζεται στην V. Λέμε ότι η f είναι συνεχής αν είναι συνεχής σε κάθε .

Μία συνάρτηση   ονομάζεται συνεχής σε ένα κλειστό διάστημα , υποσύνολο του πεδίου ορισμού της , αν είναι συνεχής σε κάθε    και    

Αν μια συνάρτηση   είναι συνεχής σε ένα κλειστό διάστημα  και ισχύει ότι   , τότε υπάρχει ένα τουλάχιστον   τέτοιο ώστε . 

Γραφικά, το θεώρημα Bolzano,  σημαίνει ότι,  αν η  είναι συνεχής στο  και  ετερόσημοι, τότε η γραφική παράσταση της  τέμνει τον άξονα  σε ένα τουλάχιστον σημείο μεταξύ των .

Όπως φαίνεται και από το παραπάνω σχήμα, το  δεν είναι αναγκαστικά μοναδικό. Μπορεί να υπάρχουν περισσότερες από μία τιμές για τις οποίες είναι .  

Εδώ είναι  

Το αντίστροφο του θεωρήματος δεν ισχύει, δηλαδή : Αν υπάρχει  τέτοιο ώστε  , τότε ούτε η    είναι υποχρεωτικά συνεχής στο  , ούτε  οι  είναι οπωσδήποτε ετερόσημοι.

Αν  συνάρτηση συνεχής στο  με  , τότε υπάρχει ένα τουλάχιστον  , τέτοιο ώστε .

Το θεώρημα ενδιάμεσης τιμής βασίζεται στην αρχή της πληρότητας και διατυπώνεται ως εξής:

Το αντίστροφο και αυτού του θεωρήματος δεν ισχύει. Ακόμη, από το παραπάνω θεώρημα, δεν προκύπτει ότι οι τιμές της συνάρτησης  ανήκουν υποχρεωτικά στο  ,γιατί όπως φαίνεται στο παραπάνω σχήμα, υπάρχουν τιμές του   , τέτοιες ώστε  , αν και το  δεν είναι μεταξύ των . 

Το θεώρημα μέγιστης-ελάχιστης τιμής διατυπώνεται ως εξής:

Δηλαδή , οι τιμές        και     είναι  αντιστοίχως, η ελάχιστη και η μέγιστη τιμή της    στο .

Το πιο πάνω δεν ισχύει αν η συνάρτηση είναι ορισμένη σε ανοικτό διάστημα. Για παράδειγμα η συνάρτηση  με τύπο  είναι συνεχής στο (0, 1) αλλά δεν έχει μέγιστο.

Η έννοια της ομοιόμορφης συνέχειας είναι πιο ισχυρή από αυτή της (σημειακής) συνέχειας. Επιπλέον, ενώ η συνέχεια μιας συνάρτησης είναι τοπική έννοια, δηλαδή αναφέρεται σε συγκεκριμένα σημεία του πεδίου ορισμού της, η έννοια της ομοιόμορφης συνέχειας αναφέρεται σε ολόκληρο το πεδίο ορισμού της.

Λέμε ότι μια συνάρτηση  είναι ομοιόμορφα συνεχής αν

Η θεμελιώδης διαφορά της ομοιόμορφης συνέχειας από τη σημειακή έγκειται στο ότι η ακτίνα δ δεν εξαρτάται από το κέντρο x0 κάθε φορά, παρά μόνο από την ακτίνα ε.




#Article 81: Συνάρτηση (979 words)


Στα μαθηματικά, συνάρτηση, ή απεικόνιση είναι μια αντιστοίχιση μεταξύ δύο συνόλων, που καλούνται σύνολο ορισμού και σύνολο τιμών, κατά την οποία κάθε ένα στοιχείο του πεδίου ορισμού αντιστοιχίζεται σε ένα και μόνο στοιχείο του πεδίου τιμών. Αν  είναι μια συνάρτηση από ένα σύνολο  σε ένα σύνολο , γράφουμε .

Ιστορικά η έννοια της συνάρτησης εισήχθη στα μαθηματικά από τον θεμελιωτή του διαφορικού και ολοκληρωτικού λογισμού Γερμανό μαθηματικό Γκότφριντ Βίλχελμ Λάιμπνιτς το 1694.

Οι όροι συνάρτηση και απεικόνιση είναι συνώνυμοι. Ο πρώτος χρησιμοποιείται περισσότερο στην στοιχειώδη άλγεβρα και τον απειροστικό λογισμό, ενώ ο δεύτερος στα διακριτά μαθηματικά.

Μπορούμε να πούμε ότι μια συνάρτηση είναι ο «τρόπος» ή «κανόνας» με τον οποίο αντιστοιχίζεται μία μοναδική τιμή της εξαρτημένης ποσότητας (σύνολο τιμών) σε κάθε τιμή της ανεξάρτητης ποσότητας (πεδίο ορισμού). Η έννοια της συνάρτησης εκφράζει τη διαισθητική ιδέα της ντετερμινιστικής εξάρτησης μιας ποσότητας από μια άλλη. Τούτο διότι εξορισμού απαγορεύεται η αντιστοίχιση μιας τιμής της ανεξάρτητης ποσότητας σε περισσότερες από μία τιμές της εξαρτημένης ποσότητας κατά τρόπο στοχαστικό ή τυχαίο, δηλαδή κατά τρόπο που δεν θα μπορούσαμε να γνωρίζουμε από πριν δεδομένο όρισμα σε ποια ακριβώς τιμή αντιστοιχεί. (Δηλαδή κάθε στοιχείο του πεδίου ορισμού αντιστοιχίζεται σε ακριβώς ένα στοιχείο του συνόλου τιμών).

Για ένα παράδειγμα μιας συνάρτησης, έστω Χ το σύνολο που αποτελείται από τέσσερα σχήματα: ένα κόκκινο τρίγωνο, ένα κίτρινο ορθογώνιο, ένα πράσινο εξάγωνο και ένα κόκκινο τετράγωνο και έστω Υ το σύνολο που αποτελείται από πέντε χρώματα: κόκκινο, μπλε, πράσινο, ροζ και κίτρινο. Συνδέοντας κάθε σχήμα στο χρώμα του είναι μια συνάρτηση από το Χ στο Υ: κάθε σχήμα συνδέεται με ένα χρώμα (δηλαδή, ένα στοιχείο στο Υ), και κάθε σχήμα είναι συνδεδεμένο, ή χαρτογραφείται, σε ακριβώς ένα χρώμα. Δεν υπάρχει σχήμα που στερείται ενός χρώματος και ούτε κάποιο σχήμα που έχει δύο ή περισσότερα χρώματα. Αυτή η λειτουργία θα αναφέρεται ως χρώμα της συνάρτησης σχήματος.

Η εισαγωγή σε μια συνάρτηση ονομάζεται όρισμα και η έξοδος ονομάζεται τιμή. Το σύνολο όλων των επιτρεπόμενων ορισμάτων σε μια συγκεκριμένη συνάρτηση ονομάζεται σύνολο ορισμού,ενώ το σύνολο των επιτρεπόμενων εξόδων ονομάζεται σύνολο τιμών. Έτσι, το σύνολο ορισμού του χρώμα της συνάρτησης σχήματος είναι το σύνολο των τεσσάρων σχημάτων, και το συνόλου τιμών αποτελείται από τα πέντε χρώματα.Η έννοια της συνάρτησης δεν απαιτεί ότι κάθε πιθανή έξοδος είναι η τιμή κάποιου ορισμού, π.χ. το μπλε χρώμα δεν είναι το χρώμα οποιουδήποτε από τα τέσσερα σχήματα στο Χ.

Ένα δεύτερο παράδειγμα μιας συνάρτησης είναι η εξής: το σύνολο ορισμού επιλέγεται να είναι το σύνολο των φυσικών αριθμών (1, 2, 3, 4, ...), και το σύνολο τιμών είναι το σύνολο των ακεραίων (..., -3 , -2, -1, 0, 1, 2, 3, ...). Η συνάρτηση σχετίζεται με οποιοδήποτε φυσικό αριθμό n,τον αριθμό 4-n. Για παράδειγμα, το 1 σχετίζεται με το 3 και το 10 με το -6.

Ένα τρίτο παράδειγμα μιας συνάρτησης έχει το σύνολο των πολυγώνων ως σύνολο ορισμού και το σύνολο των φυσικών αριθμών ως σύνολο τιμών. Η συνάρτηση συσχετίζει ένα πολύγωνο με τον αριθμό των κορυφών του. Για παράδειγμα, ένα τρίγωνο συνδέεται με τον αριθμό 3, ένα τετράγωνο με τον αριθμό 4, και ούτω καθεξής.

Ο όρος εύρος μερικές φορές χρησιμοποιείται είτε για το σύνολο τιμών είτε για το σύνολο όλων των πραγματικών τιμών που έχει μια συνάρτηση. Για να αποφευχθεί η ασάφεια αυτό το άρθρο αποφεύγει τη χρήση του όρου.

Για περισσότερες λεπτομέρειες σχετικά με αυτό το θέμα, δείτε το συμβολισμό συναρτήσεων.

Μια συνάρτηση f με σύνολο ορισμού το Χ και σύνολο τιμών το Y συνήθως συμβολίζεται με

ή

Στο πλαίσιο αυτό, τα στοιχεία του Χ ονομάζονται όρισμα μιας συνάρτησης της f. Για κάθε όρισμα Χ, το αντίστοιχο μοναδικό y του συνόλου τιμών ονομάζεται η συνάρτηση τιμή στο Χ ή η εικόνα του x με την f.Γράφεται ως f(x). Λέει ότι η f αντιστοιχεί το y με το x ή στέλνει το x στο y. Αυτό είναι συντομογραφία από το

Μια γενική συνάρτηση συχνά συμβολίζεται με το f. Ειδικές συναρτήσεις έχουν ονομασίες, για παράδειγμα, η συνάρτηση signum συμβολίζεται με sgn. Λαμβάνοντας υπόψη ένα πραγματικό αριθμό x, η εικόνα του στο πλαίσιο της συνάρτησης signum γράφεται ως sgn(x). Εδώ, το όρισμα συμβολίζεται με το σύμβολο x, αλλά διαφορετικά σύμβολα μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε άλλα πλαίσια. Για παράδειγμα, στη φυσική, η ταχύτητα κάποιου σώματος, αναλόγως του χρόνου, συμβολίζεται με v(t). Οι παρενθέσεις γύρω από το όρισμα μπορούν να παραλειφθούν όταν υπάρχει μικρή πιθανότητα σύγχυσης, έτσι: ; Αυτό είναι γνωστό ως συμβολισμός προθέματος.

Για να καθορίσετε μια συγκεκριμένη λειτουργία, χρησιμοποιείται ο συμβολισμός  (ένα βέλος με μια μπάρα στην ουρά του). Για παράδειγμα, η παραπάνω συνάρτηση διαβάζει

Το πρώτο μέρος μπορεί να διαβαστεί ως εξής:

Το δεύτερο μέρος μπορεί να διαβαστεί:

Με άλλα λόγια, η συνάρτηση αυτή έχει τους φυσικούς αριθμούς ως σύνολο ορισμού και τους ακεραίους ως σύνολο τιμών. Για να κυριολεκτήσουμε, μια συνάρτηση είναι σωστά ορισμένη μόνο όταν το σύνολο ορισμού και το σύνολο τιμών καθορίζονται. Για παράδειγμα, ο τύπος f(x) = 4 minus; x μόνος του,(χωρίς να προσδιορίζεται το σύνολο τιμών και του ορισμού) δεν είναι μια σωστά ορισμένη συνάρτηση. Επιπλέον, η συνάρτηση

(με διαφορετικό σύνολο ορισμού) δεν θεωρείται η ίδια συνάρτηση, ακόμη και αν οι τύποι που ορίζουν τα f και g συμφωνούν, και ομοίως με ένα διαφορετικό σύνολο τιμών. Παρ 'όλα αυτά, πολλοί συγγραφείς παραλείπουν τον καθορισμό του συνόλου ορισμού και του συνόλου τιμών, ειδικά αν αυτά είναι σαφή από τα συμφραζόμενα.Έτσι, σε αυτό το παράδειγμα, πολλοί απλά γράφουν  f(x) = 4 minus; x. Μερικές φορές, το μέγιστο δυνατό σύνολο ορισμού είναι επίσης κατανοητό έμμεσα: ένας τύπος όπως ο   μπορεί να σημαίνει ότι το σύνολο ορισμού της f το σύνολο των πραγματικών αριθμών x όπου η τετραγωνική ρίζα ορίζεται(σε αυτή την περίπτωση x ≤ 2 or x ≥ 3).

Για να οριστεί μια συνάρτηση, μερικές φορές χρησιμοποιείται μια τελεία ως συμβολισμός για να τονίσει το λειτουργικό χαρακτήρα της έκφρασης, χωρίς να δίνεται ένα ειδικό σύμβολο για τη μεταβλητή.Για παράδειγμα,ο τύπος  συμβολίζει τη συνάρτηση ,ο τύπος  συμβολίζει το ολοκλήρωμα της συνάρτησης ,κι ούτω καθεξής.




#Article 82: Ακρωτήριο Μαλέας (747 words)


Το Ακρωτήριο Μαλέας ή Κάβο Μαλιάς ή Καβομαλιάς βρίσκεται στα νοτιοανατολικά της Πελοποννήσου, στον Νομό Λακωνίας, όπου και απολήγει η χερσόνησος της Επιδαύρου Λιμηράς, (φ = 36° 26΄10΄΄ Β. και λ = 23° 11΄58΄΄ Α.).  Είναι το δεύτερο νοτιότερο σημείο της ηπειρωτικής Ελλάδας, μετά το ακρωτήριο Ταίναρο.

Στην αρχαιότητα ο Κάβο Μαλιάς αποτελούσε σημαντικό ναυτικό πέρασμα. Οι συχνές εναλλαγές του καιρού προκαλούσαν πολλά προβλήματα ιδίως με τους έντονους τοπικούς ριπαίους ανέμους που παρατηρούνται μέχρι την εποχή μας. Ήδη στην ομηρική Οδύσσεια (ι 80-81) ο Οδυσσέας αναφέρει ότι, καθώς επιχειρούσε να περάσει τον Μαλέα στο ταξίδι επιστροφής του από την Τροία στην Ιθάκη, η δύναμη του βοριά και του ρεύματος τον έσπρωξαν εκτός πορείας: «ἀλλά με κῦμα ῥόος τε περιγνάμπτοντα Μάλειαν καὶ βορέης ἀπέωσε, παρέπλαγξεν δὲ Κυθήρων». Γνωστή και η παροιμία - έκφραση των αρχαίων Ελλήνων, που αναφέρει ο Στράβων: «Μαλέαν δε κάμψας, επιλάθου των οίκαδε» (= αν αποφασίσεις να περάσεις τον Μαλέα ξέχνα πως έχεις οικογένεια). Όπως έχει καταγράψει ο Πολύβιος, ο φόβος των τρικυμιών, αλλά και των εκεί πειρατών είχε επιβάλει στους εκ της Ιταλίας Αφρικής και Ασίας εμπόρους να μη χρησιμοποιούν «της Μαλέας» τον περίπλου αλλά να διακομίζουν τα εμπορεύματά τους μέσω Ισθμού της Κορίνθου. Επίσης και ο Στράβων το ονομάζει στο πληθυντικό του θηλυκού τύπου «αι Μαλεαί». Επίσης ο Παυσανίας τονίζει την ύπαρξη δύο αρχαίων ιερών στη περιοχή του «ανεμόπληκτου» ακρωτηρίου, δυτικά, εκείνο προς τιμή του Ποσειδώνος (προς τον Λακωνικό Κόλπο) και ανατολικά, εκείνο του Απόλλωνα (προς το Μυρτώο Πέλαγος).

Στα τέλη του 18ου αιώνα υπήρχε στο Ακρωτήριο του Μαλέα ερημοκκλήσιο προς τιμή των Ταξιαρχών, του οποίου ο ερημίτης σήμαινε τη μικρή καμπάνα κάθε φορά που έβλεπε να διέρχεται κοντά κάποιο ιστιοφόρο προκειμένου να τον εφοδιάσουν με τρόφιμα, που πρόθυμα γινόταν όταν βεβαίως οι καιρικές συνθήκες επέτρεπαν «καθαίρεση λέμβου», εξ ου και η τότε ονομασία του «Κάβο Σαντάτζελο».

Στη σύγχρονη εποχή το ακρωτήριο Μαλέας πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα ελληνικά ακρωτήρια στο οποίο γίνονται αλλαγές στην πορεία των πλοίων που κατευθύνονται από την Δυτική Μεσόγειο προς τον Πειραιά, την Θεσσαλονίκη, τα Δαρδανέλια, την Τουρκία, την Βουλγαρία, την Ρουμανία, την Ρωσία,την Γεωργία, την Αρμενία και αντίστροφα. Έτσι δεν έχασε τη μεγάλη σημασία του για τη ναυσιπλοΐα, αφού τα σκάφη που χρησιμοποιούν τη Διώρυγα της Κορίνθου για να περάσουν από το Ιόνιο στο Αιγαίο πέλαγος και αντίθετα είναι κυρίως μικρού ως μεσαίου μεγέθους.

Το ακρωτήριο είναι απότομο, με γκρεμούς ύψους 600 μέτρων. Το τοπίο του ακρωτηρίου είναι ερημικό με φρυγανική βλάστηση (ασφάκα, σχίνο, φασκόμηλο και ασπαλάθους) και λίγους ελαιώνες. Επιπλέον, στο ακρωτήριο απαντώνται σπάνια ενδημικά φυτά της Ελλάδας, όπως το nepeta scordotis, linaria hellenica και άλλα. Στο ακρωτήρι ζουν επίσης μερικά τσακάλια και στις καταποντισμένες σπηλιές και άλλες απόμερες περιοχές έχουν καταγραφεί μεσογειακές φώκιες.

Το ακρωτήριο γεωλογικά αποτελείται από ασβεστόλιθους της Τρίπολης και μεταμορφωσηγενή πετρώματα. Τα πιο ορεινά τμήματα της περιοχής της χερσονήσου του Μαλέα, του οποίου μέρος είναι και το ακρωτήριο, αποτελείται από τριασσικούς και ιουρασικούς ασβεστόλιθους και δολομίτες, οι οποίοι υπερτίθενται κλαστικά, ανθρακικά και ηφαιστειακά πετρώματα και μεταμορφωσιγενή πετρώματα από φυλλίτες και χαλαζίες. Οι υψομετρικά χαμηλότερες περιοχές αποτελούνται από ιζήματα, καθώς και θαλάσσιους και λιμναίους πελίτες, ψαμμίτες, κροκαλοπαγή και ανθρακικά πετρώματα, τα οποία σχηματίστηκαν στο Πλειόκαινο και το Πλειστόκαινο.

Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της περιοχής είναι η παρουσιά μεγάλων κυλινδρικών και κωνικών μορφών που σχηματίστηκαν πριν 2-3 εκατομμύρια χρόνια, γνωστοί ως «Καμινάδες». Στην περιοχή της Αγίας Μαρίνας, κοντά στο Ακρωτήριο, μέσα στα πιο πρόσφατα ιζήματα υπάρχουν κολώνες - σωλήνες, με ύψος μέχρι 2,5 μέτρα, ενώ στη περιοχή του Κόρακα φτάνουν σε ύψος τα τέσσερα μέτρα. Οι σωλήνες είναι από ανθεκτικό ανθρακικό υλικό και γεμάτοι με ιζηματογενές υλικό, όμοιο με αυτό που τους περιβάλλει. Ο μεγάλυτερος από αυτούς ονομάζεται από τους ντόπιους «Ο άνθρωπος». Αυτοί οι σχηματισμοί αποτελούν το Γεωπάρκο του Καβομαλιά και 33 από αυτούς έχουν αδιαβροχοποιηθεί ώστε να προστατευθούν από τη διάβρωση της θαλάσσης.

Σύμφωνα με μία άποψη πρόκειται για απολιθωμένο δάσος που αποτελείται από κορμούς και ριζικούς κόμβους από φοίνικες (του γένους ριζοπαλμόξυλο), πλατύφυλλα και κωνοφόρα. Πιστεύεται ότι, σε αντίθεση με το απολιθωμένο δάσος της Λέσβου, το οποίο δημιουργήθηκε όταν υλικά ηφαιστειακής προέλευσης κάλυψαν τους κορμούς, το απολιθωμένο δάσος δημιουργήθηκε από την ασβεστοποίηση των κορμών, όταν ανέβηκε το επίπεδο της θάλασσας. Σύμφωνα με την άλλη άποψη, οι απολιθωμένοι κορμοί είναι στη πραγματικότητα σωλήνες από τους οποίους ανήλθε στην επιφάνεια κάποιο ρευστό, πιθανόν μεθάνιο. Επειδή βρίσκονται κύριως στα σημεία όπου δύο στρώματα κροκαλοπαγών με διαφορετική διεύθυνση συναντώται, θεωρήθηκε ότι σχηματίστηκαν όταν η έντονη ροή ενός υγρού το ώθησε προς τα πάνω στα σημεία που τα δύο στρώματα συναντώταν, σχηματίζοντας σωλήνες με σκληρά τοιχώματα.




#Article 83: Ρωσία (6035 words)


Η Ρωσία (ρωσικά: Россия, ), ή επίσημα γνωστή ως Ρωσική Ομοσπονδία (ρωσικά: Росси́йская Федера́ция, ), είναι μια χώρα που βρίσκεται στη βόρεια Ευρασία. Πολίτευμά της είναι  Ομοσπονδιακή Ημιπροεδρική δημοκρατία και αποτελείται από 85 ομοσπονδιακά κρατίδια. Από τα βορειοδυτικά ως τα νοτιοανατολικά, η Ρωσία, μοιράζεται εδαφικά σύνορα με τη Νορβηγία, τη Φινλανδία, την Εσθονία, τη Λετονία, τη Λιθουανία, τη Λευκορωσία, την Πολωνία, την Ουκρανία, τη Γεωργία (συμπρλβ. την Αμπχαζία και τη Νότια Οσσετία), το Αζερμπαϊτζάν, το Καζακστάν, την Κίνα, τη Μογγολία και τη Βόρεια Κορέα. Στη θάλασσα είναι πλησίον της Ιαπωνίας και της Αμερικάνικης Πολιτείας της Αλάσκας. Με έκταση 17.098.246 τ.χλμ. αποτελεί το μεγαλύτερο κράτος του πλανήτη, καλύπτοντας πάνω από το ένα όγδοο της παγκόσμιας κατοικήσιμης γης. Η Ρωσία είναι η ένατη σε πληθυσμό χώρα παγκοσμίως, με 146.748.590 κατοίκους, σύμφωνα με επίσημη εκτίμηση για το 2020. Πρωτεύουσα της χώρας είναι η Μόσχα. Η επίσημη γλώσσα είναι τα ρωσικά και νόμισμα τα ρούβλια.

Η Ρωσική Ομοσπονδία δημιουργήθηκε το 1991 και προήλθε από την αποδόμηση της Ε.Σ.Σ.Δ.. Έκτοτε, το πολίτευμά της είναι Ημιπροεδρική δημοκρατία κατά το πρότυπο του δυτικού φιλελεύθερου μοντέλου.

Η Ρωσία εκτείνεται τόσο στην Ασία όσο και στην Ευρώπη, με το μεγαλύτερο τμήμα αυτής να εκτείνεται στην πρώτη, πολιτισμικά όμως είναι πιο κοντά στην δεύτερη.

Το όνομα Ρωσία προέρχεται από το λαό των Ρως, ενός μεσαιωνικού λαού, ο οποίος κατά τους ερευνητές είτε συγγένευε με τους σημερινούς Ρώσους (ως ανατολικοί Σλάβοι) είτε συγγένευε με τους Βίκινγκς. Για να αποσαφηνιστεί το κράτος που κατοικούσε αυτός ο λαός σε σχέση με άλλους λαούς χρησιμοποιούμε τον όρο Ρως του Κιέβου ή Κιέβινη Ρωσία. Η περιοχή του κράτους των Ρως θεωρείται ότι κατοικήθηκε από τους Βάραγγες (συγγενή λαό των Βίκινγκς). 
Μία άλλη λατινική εκδοχή της προέλευσης του ονόματος Ρως ήταν το όνομα Ρουθηνία, το οποίο είχε δοθεί από τους καθολικούς Ευρωπαίους στις νοτιοδυτικές περιοχές του κράτους αυτού.
Η ονομασία Ρωσία συναντάται για πρώτη φορά στα έργα «Περί τῆς Βασιλείου Τάξεως» και «Πρὸς τὸν ἴδιον υἱὸν Ρωμανόν» του βυζαντινού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου ως η ελληνική ονομασία του κράτους των Ρως.

Η Ρωσική Ομοσπονδία είναι η μεγαλύτερη χώρα στον πλανήτη, με συνολική έκταση 17.098.246 χλμ2. Στη χώρα υπάρχουν 23 Μνημεία Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της ΟΥΝΕΣΚΟ, 40 περιοχές του προγράμματος της ΟΥΝΕΣΚΟ Άνθρωπος και Βιόσφαιρα, 41 εθνικά πάρκα και 101 εθνικοί δρυμοί. Καταλαμβάνει μεγάλο μέρος της ανατολικής Ευρώπης και ολόκληρη τη βόρεια Ασία. Συνορεύει με τη Νορβηγία, τη Φινλανδία, την Εσθονία, τη Λετονία, τη Λιθουανία, την Πολωνία, τη Λευκορωσία, την Ουκρανία, τη Γεωργία, το Αζερμπαϊτζάν, το Καζακστάν, τη Μογγολία, την Κίνα και τη Βόρεια Κορέα.

Αποτελείται κυρίως από τεράστιες πεδινές περιοχές, στέπες στα νότια, και πυκνά δάση και τούνδρα στα βόρεια. Οι περιοχές αυτές αποτελούν και το 10% των παγκόσμιων αγροτικών εκτάσεων.

Οι σημαντικότερες οροσειρές της Ρωσίας είναι ο Καύκασος (εκεί βρίσκεται το Ελμπρούς, το ψηλότερο βουνό της Ρωσίας και της Ευρώπης), τα Ουράλια και τα Αλτάι.

Επίσης, δεκάδες χιλιάδες ποτάμια διαρρέουν τη Ρωσία, με τον Βόλγα να είναι το πιο γνωστό, επειδή είναι το μακρύτερο ποτάμι της Ευρώπης, αλλά και για την ιστορική του σημασία. Μεγαλύτεροι ποταμοί είναι ο Βόλγας, ο Ντβίνα, ο Ντον, o Ομπ, ο Γενισέης, ο Αγγαράς, ο Λένας και ο Αμούρ.

Μεγαλύτερες λίμνες είναι η Κασπία Θάλασσα, η Βαϊκάλη, η Λάντογκα, η Ονέγκα.

Η θέση της Ρωσίας στο βόρειο τμήμα της Ευρασίας προκάλεσε η τοποθέτηση του στην Αρκτική, πολικού ψύχους, ήπιο και υποτροπικό κλίμα σε ορισμένες ζώνες. Το μεγαλύτερο μέρος του εδάφους της βρίσκεται στην εύκρατη ζώνη. Μια ποικιλία του κλίματος εξαρτάται επίσης από την τοπογραφία και την εγγύτητα ή την απόσταση του ωκεανού.

Το τεράστιο μέγεθος της Ρωσίας και η απόσταση πολλών περιοχών από την θάλασσα έχει ως αποτέλεσμα την κυριαρχία του υγρού ηπειρωτικού κλίματος, το οποίο υπάρχει σε όλη τη χώρα εκτός από την τούνδρα και τις πιο νοτιοανατολικές περιοχές. Τα βουνά στο νότο εμποδίζουν την ροή των θερμών αέριων μαζών από τον Ινδικό Ωκεανό, ενώ η πεδιάδα στη δύση και και το βορρά κάνει την χώρα ανοιχτή σε Αρκτικές και Ατλαντικές επιρροές.

Το μεγαλύτερο μέρος της Βόρειας Ευρωπαϊκής Ρωσίας και της Σιβηρίας έχει υποαρκτικό κλίμα, με ακραίους χειμώνες στις εσωτερικές περιοχές της Βορειοανατολικής Σιβηρίας (κυρίως η Δημοκρατία των Σαχά, όπου ο Βόρειος Πόλος του Κρύου έχει το ρεκόρ χαμηλότερης θερμοκρασίας των -71.3 °C) και υπάρχουν πιο μέτριοι χειμώνες αλλού. Η λωρίδα γης κατά μήκος της ακτής του Αρκτικού Ωκεανού και τα Ρωσικά Αρκτικά νησιά έχουν πολικό κλίμα. 

Το παραλιακό μέρος του Κράι Κρασνοντάρ στην Μαύρη Θάλασσα, πιο αξιοσημείωτα στο Σότσι, έχει υγρό υποτροπικό κλίμα με ήπιους και υγρούς χειμώνες. Σε πολλές περιοχές της Ανατολικής Σιβηρίας και της Άπω Ανατολής, ο χειμώνας είναι ξηρός σε σύγκριση με το καλοκαίρι. Οι κατακρημνίσεις πέφτουν τον χειμώνα συνήθως ως χιόνι. Η περιοχή μεταξύ του Κάτω Βόλγα και της ακτής της Κασπίας Θάλασσας, καθώς και μερικές περιοχές της νοτιότατης Σιβηρίας, έχουν ημίξηρο κλίμα. Σε μεγάλο μέρος της χώρας υπάρχουν δύο διαχωριστές εποχές, ο χειμώνας και το καλοκαίρι, αφού η άνοιξη και το φθινόπωρο είναι συνήθως σύντομες περίοδοι αλλαγής ανάμεσα σε πολύ χαμηλές και πολύ υψηλές θερμοκρασίες. Ο ψυχρότερος μήνας είναι ο Ιανουάριος (στις παράκτιες περιοχές είναι ο Φεβρουάριος) και ο θερμότερος είναι συνήθως ο Ιούλιος. Οι μεγάλες θερμοκρασιακές διαφορές είναι τυπικές. Τον χειμώνα, οι θερμοκρασίες γίνονται ψυχρότερες από τον νότο μέχρι τον βορρά και από την δύση μέχρι την ανατολή. Τα καλοκαίρια μπορεί να είναι αρκετά ζεστά ακόμη και στην Σιβηρία. Το ηπειρωτικό εσωτερικό είναι οι ξηρότερη περιοχή.

Κατά τους προϊστορικούς χρόνους οι αχανείς στέπες της νότιας Ρωσίας ήταν τοποθεσία πολλών νομαδικών φυλών, που ασχολούνταν κυρίως με την κτηνοτροφία. Απομεινάρια αυτών των πολιτισμών της στέπας έχουν ανακαλυφθεί σε μέρη όπως το Ιπάτοβο, τη Σιντάστα, το Αρκάιμ και το Παζύρικ.

Στην αρχαιότητα, η Ποντιακή στέπα ήταν γνωστή ως Σκυθία. Εκεί από τον 8ο αιώνα π.Χ. Έλληνες έμποροι έφεραν τον πολιτισμό τους με τις αποικίες που δημιούργησαν εκεί, όπως στην Τάναϊς, την Φαναγορία, την Ανάπα, τους Κήπους, την Ερμώνασσα και τις σημαντικές πόλεις στην Κριμαία. Αργότερα, οι Ρωμαίοι εγκαταστάθηκαν στο δυτικό τμήμα της Κασπίας Θάλασσας, όπου ήταν το ανατολικότερο άκρο της αυτοκρατορίας τους. Κατά τον 3ο με 4ο αιώνα μ.Χ. ένα ημιθρυλικό Γοτθικό βασίλειο υπήρχε στη νότια Ρωσία, το οποίο έπειτα κατακλύστηκε από τους Ούννους. Κατά τον 3ο με 6ο αιώνα μ.Χ., το Βασίλειο του Βοσπόρου, μια Ελληνιστική πολιτεία, η οποία είχε διαδεχθεί τις αρχαίες ελληνικές αποικίες, κατακλύστηκε και αυτό από εισβολές βαρβαρικών νομάδων, όπως ήταν οι Ούννοι και οι Άβαροι. Τον 10ο αιώνα ένα τουρκικό φύλο, οι Χαζάροι, είχαν τον έλεγχο της περιοχής του νότιου μέρους του ποταμού Βόλγα, ανάμεσα στην Κασπία και τη Μαύρη Θάλασσα.

Οι πρόγονοι των σύγχρονων Ρώσων ήταν διάφορα Σλαβικά φύλα, των οποίων η αρχική εστία θεωρείται από ορισμένους μελετητές να είναι οι δασικές εκτάσεις των ελών Πινσκ, που βρίσκονται στη σημερινή Λευκορωσία. Οι ανατολικοί Σλάβοι εγκαταστάθηκαν σταδιακά στη δυτική Ρωσία κατά δύο κύματα. Το ένα μετακινήθηκε από το Κίεβο προς την περιοχή του Σούζνταλ και του Μίρομ, ενώ το δεύτερο από το Πολότσκ της σημερινής Λευκορωσίας προς το Νόβγκοροντ και το Ροστόφ. Από τον 7ο αιώνα και έπειτα, οι ανατολικοί Σλάβοι αποτελούσαν το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της δυτικής Ρωσίας, και με αργά ειρηνικά βήματα αφομοίωσαν τους ιθαγενείς φιννοουγγρικούς λαούς, όπως τους Μερένους, τους Μιρομιανούς και τους Μεσχέρα.

Με την ίδρυση των πρώτων ανατολικών Σλαβικών κρατιδίων, τον 9ο αιώνα, αφίχθησαν Βάραγγοι, έμποροι, πολεμιστές και έποικοι από την περιοχή της Βαλτικής Θάλασσας. Κατά κύριο λόγο ήταν οι Δανοί και της Βαλτικής, που επιχείρησαν να μετακινηθούν κατά μήκος των πλωτών οδών που συνδέουν την ανατολική Βαλτική με τη Μαύρη Θάλασσα και την Κασπία. Σύμφωνα με το Σλαβικό έργο Πρώτο Χρονικό ένας Βάραγγας του λαού των Ρως, εν ονόματι Ρούρικ, εκλέχτηκε ως κυβερνήτης του Νόβγκοροντ το 862. Κατά το 882 ο διάδοχός του Όλεγκ κατευθύνθηκε νότια και κατέλαβε το Κίεβο από τους Χαζάρους. Οι απόγονοι του Όλεγκ υπέταξαν όλες τις τοπικές ανατολικές Σλαβικές φυλές, διέλυσαν το Χαγανάτο των Χαζάρων, ενώ εξαπέλυσαν πολλές στρατιωτικές επιθέσεις στο Βυζάντιο και την Περσία.

Κατά τον 10ο έως τον 11ο αιώνα οι Ρως του Κιέβου κατείχαν ένα από τα μεγαλύτερα και πιο ευημερή κράτη της Ευρώπης. Στα χρόνια της βασιλείας του Βλαδίμηρου Α΄ του Μέγα (980-1015) και του γιου του Γιαροσλάβου του Σοφού (1019-1054) το κράτος διανύει την χρυσή του εποχή, στην οποία δέχτηκε από τους Βυζαντινούς την Ορθόδοξη Χριστιανική πίστη, ενώ δημιουργήθηκε ο πρώτος ανατολικός Σλαβικός γραπτός νομικός κώδικας, ο Ρούσκαγια Πράβντα, και που ο οποίος επηρεάστηκε έντονα από την Βυζαντινή νομοθεσία.

Στο 11ο και 12ο αιώνα, οι συνεχείς επιδρομές από νομαδικές τουρκικές φυλές, όπως οι Κιπτσάκοι και οι Πετσενέγοι, προκάλεσαν μαζικές μεταναστεύσεις των σλαβικών πληθυσμών σε πιο ασφαλείς, δασώδεις περιοχές στα βόρεια, ιδιαίτερα στην περιοχή που είναι γνωστή ως ‘‘Ζαλέσιε’’. Αυτή η εποχή της φεουδαρχίας και της αποκέντρωσης χαρακτηρίστηκε από τη συνεχή πάλη ανάμεσα στα μέλη της δυναστείας του Ρούρικ η οποία κυβέρνησε το κράτος των Ρως του Κιέβου συλλογικά. Σταδιακά η κυριαρχία του Κιέβου εξασθενούσε υπέρ του Πριγκιπάτου Βλαντίμιρ-Σούζνταλ στα βορειοανατολικά, της Δημοκρατίας του Νόβγκοροντ στα βορειοδυτικά και του Βασιλείου της Γαλικίας- Βολυνίας στα νοτιοδυτικά.

Τελικώς το κράτος των Ρως του Κιέβου αποσυντέθηκε, ενώ τελικό χτύπημα σε αυτή την παρακμή ήρθε να δώσει η εισβολή των Μογγόλων το 1237-40, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή του Κιέβου και το θάνατο περίπου του μισού πληθυσμού των Ρως. Η ελίτ των εισβολέων Μογγόλων, μαζί με τις υποτελείς σε αυτήν τουρκικές φυλές (Κουμάνοι, Κιπτσάκοι, Βούλγαροι), έμειναν γνωστοί ως Τάταροι και σχημάτισαν το κράτος της Χρυσής Ορδής, το οποίο λεηλάτησε τα Ρωσικά πριγκιπάτα. Συγκεκριμένα οι Μογγόλοι κυριάρχησαν για πάνω από δύο αιώνες στην συνομοσπονδία της Κουμανίας και της Βουλγαρίας του Βόλγα.

Η Γαλικία-Βολυνία τελικώς αφομοιώθηκε από την Πολωνο-Λιθουανική Κοινοπολιτεία, ενώ οι μογγολικές περιοχές Βλαντίμιρ-Σούζνταλ και Δημοκρατία του Νόβγκοροντ, περιοχές στην περιφέρεια του Κιέβου, έθεσαν τις βάσεις για το σύγχρονο ρωσικό έθνος. Το Νόβγκοροντ μαζί με το Πσκοφ διατήρησαν ενός βαθμού αυτονομία κατά τη διάρκεια της μογγολικής κυριαρχίας και είχαν σε μεγάλο βαθμό γλυτώσει τις θηριωδίες που πραγματοποιούσαν οι Μογγόλοι στην υπόλοιπη χώρα. Με επικεφαλής τον πρίγκιπα Αλέξανδρο Νιέφσκι οι Ρώσοι του Νόβγκοροντ απέκρουσαν εισβολή των Σουηδών στα εδάφη τους, το 1240, καθώς επίσης και τις επιθέσεις των Γερμανών το 1242, κατά την Μάχη των Πάγων, τερματίζοντας τις προσπάθειές τους να αποικίσουν την βόρεια Ρωσική περιοχή.

Στις αρχές του 14ου αιώνα, υπό τον πρίγκιπα Δανιήλ της Μόσχας, άρχισε να αναπτύσσεται ραγδαία η περιοχή της Μόσχας, η οποία βρισκόταν στη Ρωσική επιρροή. Έτσι δημιουργήθηκε το Μεγάλο Δουκάτο της Μόσχας (Μοσχοβία). Η Μόσχα ξεκίνησε να επεκτείνεται απορροφώντας πολλά εδάφη από το πρώην Κράτος των Ρως. Το δουκάτο από τα 20.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα που κατείχε το 1300 επεκτάθηκε στα 430.000 το 1462, στα 2,8 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα το 1533 και στα 5,4 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα 1584.

Η Μοσχοβία παρέμεινε υποτελής στους Μογγόλους-Τατάρους μέχρι το 1480, οπότε και νίκησε αποφασιστικά τη Χρυσή Ορδή, με επικεφαλής τον Πρίγκιπα Ιβάν Γ'. Ο Ιβάν Γ' ενίσχυσε σημαντικά το κράτος κατά την 43χρονη παραμονή του στην εξουσία, ενώ κατάφερε να νικήσει και το εχθρικό προς τους Ρώσους Μεγάλο Δουκάτο της Λιθουανίας, ώστε το 1503 να έχει τριπλασιάσει τα εδάφη της Μοσχοβίας. Ο ίδιος υιοθέτησε τον τίτλο του τσάρου και «Αρχηγού όλων των Ρώσων». Με το γάμο του με την Σοφία Παλαιολογίνα, ανιψιά του τελευταίου Βυζαντινού αυτοκράτορα, Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, το κράτος του καθιερώθηκε ως διάδοχο κράτος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ενώ η Μόσχα πήρε τον τιμητικό τίτλο «Τρίτη Ρώμη». Ταυτόχρονα, υιοθετήθηκε ο δικέφαλος αετός ως σύμβολο των Ρώσων. Ο διάδοχος του Ιβάν Γ', ο Βασίλειος Γ', συνέχισε τις στρατιωτικές επιτυχίες κερδίζοντας το Σμολένσκ από την Λιθουανία το 1512, επεκτείνοντας έτσι τα σύνορα της Μοσχοβίας στον Δνείπερο ποταμό.

Το 1547 ο γιος του Βασιλείου Γ', ο Ιβάν Δ΄, ο επονομαζόμενος Τρομερός, θα στεφθεί Τσάρος (Καίσαρας) της Ρωσίας. Πλέον η περιοχή των Ρώσων είχε πάρει και επίσημα την ονομασία Ρωσία ή Βασίλειο της Ρωσίας. Ο Τσάρος θέσπισε το 1550 ένα νέο νομικό κώδικα, τον Σουμπέμπνικ, και δημιούργησε το πρώτο ρωσικό φεουδαλικό αντιπροσωπευτικό σώμα, ενώ εισήγαγε το θεσμό της τοπικής αυτοδιοίκησης στις αγροτικές περιοχές. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, ο Ιβάν ο Τρομερός, σχεδόν διπλασίασε την εδαφική έκταση της Ρωσίας, καθώς ενσωμάτωσε πολλά εδάφη των ταταρικών χανάτων. Το βασίλειο, ωστόσο, αντιμετώπισε πολλές προκλήσεις, τόσο στα δυτικά από την Πολωνία, τη Λιθουανία και τη Σουηδία, όσο και στα νότια από το Χανάτο της Κριμαίας. Το 1571, σε μια προσπάθεια να επανακτήσουν παλαιά εδάφη τους, οι Τατάροι, μαζί με τους Οθωμανούς συμμάχους τους, εισέβαλαν στην κεντρική Ρωσία και πολιόρκησαν πολλές πόλεις και κάστρα. Τον επόμενο χρόνο, όμως, ο Ιβάν επιστρέφοντας από την εκστρατεία του στην Σουηδία κατάφερε να κατανικήσει οριστικά τους Οθωμανούς-Τατάρους, εξαλείφοντας κάθε μελλοντική προσπάθειά τους για εισβολή στη Ρωσία.

Τα έτη 1601 με 1603 η Ρωσία βρέθηκε αντιμέτωπη με το μεγαλύτερο λιμό της ιστορίας της. Περίπου το ένα τρίτο του πληθυσμού της χώρας (δύο εκατομμύρια περίπου) αφανίστηκε. Την ίδια περίοδο οι Πολωνοί και οι Λιθουανοί βρήκαν αφορμή ώστε να επιτεθούν από τα δυτικά, καταλαμβάνοντας μεγάλα τμήματα της χώρας, συμπεριλαμβανομένης και της Μόσχας. Η Ρωσία, μάλιστα, από τα προηγούμενα χρόνια βρισκόταν σε καθεστώς ακυβερνησίας και αναρχίας, καθώς με το θάνατο του τσάρου Θεόδωρος Α' της Ρωσίαςτο 1598 δεν ήταν δυνατόν να εξευρεθεί ο νόμιμος διάδοχος του θρόνου. Τελικώς, η περίοδος των κρίσεων ξεπεράστηκε με την εκλογή από το ρωσικό κοινοβούλιο του Μιχαήλ Α' Ρομανόφ ως Τσάρου το 1613. Ένα χρόνο νωρίτερα ομάδες Ρώσων εθελοντών κατάφεραν να νικήσουν τους Πολωνούς και τους ανάγκασαν να εγκαταλείψουν τις θέσεις που είχαν καταλάβει.

Η Ρωσία συνέχισε την εδαφική επέκτασή της μέσα στο 17ο αιώνα, ενώ βοηθήθηκε σε αυτή την επέκταση από το σλαβικό φύλο των Κοζάκων. Οι Κοζάκοι ήταν τότε μια πολιτισμική ομάδα που είχε στρατιωτική δομή και έντονο πολεμικό χαρακτήρα. Το 1648 οι Κοζάκοι της ανατολικής Πολωνο-Λιθουανικής Κοινοπολιτείας προχώρησαν σε ένοπλη εξέγερση (Εξέγερση του Χμελνίτσκι) εναντίον των κυριάρχων τους, λόγω της κοινωνικής και θρησκευτικής καταπίεσης. Μετά από την έκκληση των Κοζάκων ο Τσάρος της Ρωσίας δέχτηκε να προσαρτήσει τα εδάφη τους με τη Συνθήκη του Περεγιάσλαφ τον Ιανουάριο του 1654. Ωστόσο, η εμμονή των Πολωνών να παραμένουν σε εδάφη που δεν κατοικούνταν από το λαό τους, οδήγησε σε νέο ρωσοπολωνικό πόλεμο. Τελικά, η Ρωσία θα νικήσει τον πόλεμο και θα επιβάλει την νέα τάξη των συνόρων, όπου οι περιοχές δυτικά του ποταμού Δνείπερου παρέμεναν στην πολωνική κυριαρχία, ενώ τα εδάφη ανατολικά του ποταμού προσαρτώνταν στην Ρωσία. Αργότερα, τα έτη 1670-1671 ομάδες Κοζάκων με επικεφαλής τον Στένκα Ράζιν θα ξεκινήσουν μια σημαντική εξέγερση για την ανεξαρτησία τους, όμως αυτή θα κατασταλεί άμεσα από τα Ρωσικά στρατεύματα.

Σταδιακά οι απέραντες εκτάσεις της Σιβηρίας εξερευνούνταν και εποικίζονταν από τους Ρώσους, οι οποίοι αναζητούσαν εμπορεύσιμα ήδη, όπως γούνες και ελεφαντόδοντο. Στα μέσα του 17ου αιώνα είχαν δημιουργηθεί οι πρώτες ρωσικές εγκαταστάσεις στην ανατολική Σιβηρία, στη Χερσόνησο Τσούκτσι, κατά μήκος του ποταμού Αμούρ και στις ακτές του Ειρηνικού ωκεανού. Το 1648 οι Ρώσοι Φεντότ Πόποφ και Συμεών Ντεζνιόφ διέσχισαν για πρώτη φορά το Βερίγγειο Πορθμό, ο οποίος ενώνει την Βόρεια Αμερική με την Ασία.

To 1721, υπό την ηγεσία του Μέγα Πέτρου, η Ρωσία ανακηρύχθηκε Αυτοκρατορία το 1721, αποτελώντας έκτοτε μια παγκόσμια δύναμη. Ο Μέγας Πέτρος, που κυβερνούσε από το 1682 ως το 1725, νίκησε τη Σουηδία στο Μεγάλο Βόρειο Πόλεμο, τερματίζοντας την κυριαρχία της στην νοτιοανατολική Βαλτική Θάλασσα. Έτσι, εξασφαλίστηκε το εμπόριο της Ρωσίας στις βόρειες ευρωπαϊκές θάλασσες. Στις ακτές της Βαλτικής, ο Πέτρος, ίδρυσε τη νέα πρωτεύουσα του κράτους, που πήρε το όνομα Αγία Πετρούπολη. Οι συνεχείς μεταρρυθμίσεις του Μεγάλου Πέτρου έφεραν σημαντικές δυτικοευρωπαϊκές πολιτιστικές επιρροές στη Ρωσία.

Κατά την βασιλεία της κόρης του Πέτρου, της Ελισάβετ, η χώρα συμμετείχε στον Επταετή Πόλεμο (1756–1763). Κατά τη διάρκεια αυτής της σύγκρουσης η Ρωσία κατέκτησε την ανατολική Πρωσία για ένα διάστημα, ενώ κατέλαβε ακόμα και το Βερολίνο. Ωστόσο, μετά το θάνατο της Ελισάβετ, όλες αυτές οι κατακτήσεις επέστρεψαν στο Βασίλειο της Πρωσίας, από τον φιλοπρώσο Πέτρο Γ' της Ρωσίας.

Τα έτη της βασιλείας της Μεγάλης Αικατερίνης (Αικατερίνη Β΄), η οποία κυβέρνησε τα έτη 1762–96, η Ρωσία βρέθηκε στο απόγειο της δύναμής της, ενώ η εποχή αυτή έμεινε στην ιστορία ως Εποχή του Ρωσικού Διαφωτισμού. Η Αικατερίνη επέκτεινε τον πολιτικό έλεγχο της Ρωσίας στην Πολωνο-Λιθουανική Κοινοπολιτεία, ενώ ενσωμάτωσε το μεγαλύτερο μέρος των εδαφών της μετά το διαμελισμό τους ανάμεσα στη Ρωσία, την Πρωσία και την Αυστρία. Έτσι τα σύνορα της Ρωσίας έφτασαν στην Κεντρική Ευρώπη. Στο νότο, μετά από τους νικηφόρους Ρωσοτουρκικούς Πολέμους εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, τα ρωσικά εδάφη έφτασαν στη Μαύρη Θάλασσα, ενώ το Χανάτο της Κριμαίας διαλύθηκε. Οι μάχες εναντίον των Οθωμανών συνεχίστηκαν και τα επόμενα έτη, καθώς στις αρχές του 19ου αιώνα η Ρωσία έκανε σημαντικές εδαφικές επεκτάσεις στην Υπερκαυκασία. Ο Τσάρος Αλέξανδρος Α' (1801–25) απέσπασε την Φινλανδία από το αδύναμο βασίλειο της Σουηδίας το 1809 και την Βεσσαραβία από τους Τούρκους το 1812. Την ίδια περίοδο οι Ρώσοι αποίκισαν την Αλάσκα στην Βόρεια Αμερική και δημιούργησαν εγκαταστάσεις έως και την Καλιφόρνια.

Σε συμμαχία με πολλές ευρωπαϊκές χώρες, η Ρωσία, πολέμησε την Γαλλία του Ναπολέοντα και εμπόδισε την επεκτατικότητά της. Το 1812 η γαλλική προσπάθεια για εισβολή στη Ρωσία απέτυχε καθώς δεν έλαβε υπόψη τον σκληρό ρωσικό χειμώνα και την αντίσταση που θα συναντούσε. Είναι σημαντικό αναφοράς ότι οι Ρώσοι εξαφάνισαν πάνω από το 95% του μεγάλου στρατού του Ναπολέοντα. Οι Ρώσοι, έπειτα, ηγήθηκαν στην ολοκληρωτική ήττα της Γαλλίας, ενώ μαζί με τους συμμάχους τους τελικώς μπήκαν στο Παρίσι στις 30 Μαρτίου 1814.

Ο τσάρος Αλέξανδρος Α' αντιπροσώπευσε τη Ρωσία στο Συνέδριο της Βιέννης, το οποίο καθόρισε τον χάρτη της Ευρώπης για τα επόμενα χρόνια. Αξιωματικοί του ρωσικού στρατού, επηρεασμένοι από τις φιλελεύθερες ιδέες της δημοκρατικής Γαλλίας, προσπάθησαν να ανατρέψουν τις εξουσίες του τσάρου, κατά την λεγόμενη επανάσταση των Δεκεμβριστών (1825). Στο τέλος της βασιλείας του συντηρητικού τσάρου Νικόλαου Α' (1825–55), η σπουδαία ακμή της ρωσικής δύναμης και επιρροής στην Ευρώπη, διακόπηκε με την ήττα στον Κριμαϊκό Πόλεμο.

Ο διάδοχος του Νικόλαου, ο Αλέξανδρος Β' (1855–81), θέσπισε σημαντικές αλλαγές στη χώρα, όπως η σπουδαία απόφασή του το 1861 για κατάργηση του θεσμού της δουλοπαροικίας. Αυτές οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις έδωσαν κίνητρο για την εκβιομηχάνιση και εκσυγχρονισμό του Ρωσικού Στρατού, ο οποίος αργότερα απελευθέρωσε την Βουλγαρία από τους Οθωμανούς, κατά τον Ρωσοτουρκικό Πόλεμο του 1877–78.

Στα τέλη του 19ου αιώνα συνέβησαν πολλά σοσιαλιστικά κινήματα στη Ρωσία, που απαιτούσαν νέες γενναίες μεταρρυθμίσεις. Το 1881 ο τσάρος Αλέξανδρος Β' σκοτώθηκε από αναρχικούς, και τη θέση του ανέλαβε ο συντηρητικός, αλλά συνάμα φιλειρηνιστής, γιος του ο Αλέξανδρου Γ'(1881–94). Ο τελευταίος τσάρος της Ρωσίας, ο Νικόλαος Β' (1894-1917), δεν ήταν σε θέση να εμποδίσει τα γεγονότα της Ρωσικής Επανάστασης του 1905, η οποία προκλήθηκε εξ αφορμής του αποτυχημένου Ρωσοϊαπωνικού Πολέμου, αλλά και εξαιτίας του περιστατικού επίδειξης ωμής βίας από την αυτοκρατορική φρουρά εις βάρος άοπλων πολιτών στην Αγία Πετρούπολη. Η εξέγερση ήταν προ των πυλών, όμως την καθυστέρησαν οι σημαντικές μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένων της χορήγησης ελευθεριών της έκφρασης και του συνέρχεσθαι, την νομιμοποίηση των πολιτικών κομμάτων, και τη δημιουργία ενός εκλεγμένου νομοθετικού σώματος, την Κρατική Δούμα της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Με τις αγρονομικές μεταρρυθμίσεις του Πιότρ Στολίπιν ένα μεγάλο μέρος αγροτών μετανάστευσε μαζικά και εγκαταστάθηκε στη Σιβηρία. Υπολογίζεται ότι πάνω από τέσσερα εκατομμύρια κάτοικοι έφθασαν στην περιοχή αυτή μεταξύ 1906 και 1914.

Το 1914 η Ρωσία μπήκε στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, προκειμένου να υπερασπιστεί τη Σερβία έναντι της αυστροουγγρικής επίθεσης. Σύντομα ήρθε σε πολεμική αντιπαράθεση με τη Γερμανία και τη Βουλγαρία. Παρότι αρχικά ο ρωσικός στρατός σχεδόν εξαφάνισε το στρατό της Αυστροουγγαρίας, έπειτα επηρεάστηκε από τη δυσπιστία εναντίον της ηγεσίας της χώρας. Οι αξιωματικοί του ρωσικού στρατού, αλλά και κατώτερες τάξεις του, θεωρούσαν ότι το κόστος του πολέμου ήταν υπερβολικό, ενώ θεωρούσαν ότι υπάκουαν εντολές από μια διεφθαρμένη και προδοτική ηγεσία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την πτώση της απόδοσης στο μέτωπο και ευνόησε το κίνημα που θα ανέτρεπε την ηγεσία της χώρας και το πολίτευμα το 1917.

Τον Φεβρουάριο του 1917 ο τσάρος Νικόλαος Β' αναγκάστηκε να παραιτηθεί μετά από αιματηρές ένοπλες συγκρούσεις στην Αγία Πετρούπολη. Ο τσάρος και η οικογένειά του φυλακίστηκαν και αργότερα εκτελέστηκαν κατά τη διάρκεια του Ρωσικού Εμφυλίου Πολέμου. Η εντολή της δολοφονίας τους δόθηκε από τον Βλαντιμίρ Λένιν, ηγέτη των επαναστατών. .Η μοναρχία αρχικά αντικαταστάθηκε από μια ασταθή συμμαχία πολιτικών κομμάτων, που ονομαζόταν Προσωρινή Κυβέρνηση. Ταυτόχρονα είχε δημιουργηθεί ένα εναλλακτικό σοσιαλιστικό καθεστώς, το Σοβιέτ της Πετρούπολης, το οποίο ασκούσε εξουσία μέσω των δημοκρατικά εκλεγμένων συμβουλίων των εργατών και των αγροτών, που ονομάζονταν Σοβιέτ. Η κυριαρχία των νέων αρχών επιδείνωνε την κρίση στη χώρα, αντί να την περιορίσει. Τελικώς, η Οκτωβριανή Επανάσταση, με επικεφαλής τον ηγέτη των Μπολσεβίκων Βλαντιμίρ Λένιν, ανέτρεψε την προσωρινή κυβέρνηση και έδωσε πλήρη εξουσία στα Σοβιέτ, με αποτέλεσμα τη δημιουργία του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους στον κόσμο.

Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος μεταξύ του νέου σοβιετικού καθεστώτος με τον Κόκκινο Στρατό και των φιλομοναρχικών αντικομμουνιστών με τον επονομαζόμενο Λευκό Στρατό. Η Ρωσία των Μπολσεβίκων για να πετύχει την ειρήνη με τις Κεντρικές Δυνάμεις του Α' Παγκοσμίου Πολέμου απεμπόλησε τα κυριαρχικά της δικαιώματα επί των περιοχών της Ουκρανίας, της Πολωνίας, της ανατολικής Βαλτικής και της Φινλανδίας (Συνθήκη Μπρεστ-Λιτόφσκ). Οι δυνάμεις της Συνεννόησης εξαπέλυσαν μια στρατιωτική επιχείρηση υποστήριξης των αντικομμουνιστικών δυνάμεων, η οποία απέτυχε. Ταυτόχρονα οι Μπολσεβίκοι και οι δυνάμεις του Λευκού κινήματος εκτελούσαν εκστρατείες εκτοπίσεων και δολοφονιών εναντίον της κάθε μίας, κάτι που έμεινε γνωστό ως Κόκκινος Τρόμος και Λευκός Τρόμος. Το Νοέμβριο του 1917 οι αρχές των Μπολσεβίκων επέτρεψαν την διεξαγωγή γενικών εκλογών τις οποίες όμως τις έχασαν με συντριπτική διαφορά. Συγκεκριμένα οι κομμουνιστές και οι σύμμαχοι τους έλαβαν μόλις 16,45% και ήρθαν τρίτοι μετά από τους Συντηρητικούς και την συμμαχία τους η οποία κέρδισε τις εκλογές με 46,76% και τον συνασπισμό των φιλομοναρχικών κομμάτων που εξασφάλισε 36,79%.. Με το τέλος του εμφυλίου πολέμου η ρωσική οικονομία και οι υποδομές της είχαν υποστεί βαριές ζημιές. Εκατομμύρια άνθρωποι έγιναν πρόσφυγες είτε σε άλλα μέρη της Ρωσίας είτε στο εξωτερικό, ενώ ο ρωσικός λιμός του 1921 εξολόθρευσε περίπου 6 εκατομμύρια ζωές.

Στις 30 Δεκεμβρίου 1922 σχηματίστηκε η Ένωση των Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (ΕΣΣΔ), με την ενοποίηση της Ρωσικής Σοβιετικής Ομοσπονδιακή Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας με τις αντίστοιχες σοσιαλιστικές δημοκρατίες της Ουκρανίας, της Λευκορωσίας και της Υπερκαυκασίας. Αργότερα η Σοβιετική Ένωση θα διαιρεθεί σε 15 συνιστώσες δημοκρατίες, με μεγαλύτερη σε μέγεθος της Ρωσική Σοβιετική Ομοσπονδιακή Σοσιαλιστική Δημοκρατία.

Μετά το θάνατο του Λένιν το 1924, μια τρόικα ορίστηκε για τη διακυβέρνηση της Σοβιετικής Ένωσης. Ωστόσο, ο Ιωσήφ Στάλιν, ο εκλεγμένος Γενικός Γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος, κατάφερε να καταστείλει όλες τις ομάδες αντιπολίτευσης μέσα στο κόμμα του και να συγκεντρώσει την εξουσία στα χέρια του. Ο Λέον Τρότσκι, που ήταν ο κύριος υπερασπιστής της επιβολής του παγκόσμιου κομμουνισμού, εξορίστηκε από τη Σοβιετική Ένωση το 1929, έτσι έγινε κύρια γραμμή η ιδέα του Στάλιν για επέκταση του σοσιαλισμού μέσα από μία χώρα, τη Σοβιετική Ένωση. Οι συνεχιζόμενες εσωτερικές διαμάχες του μπολσεβίκικου κόμματος κορυφώθηκαν με την Μεγάλη Κάθαρση, μια περίοδο μαζικής καταπίεσης (1937-38), στη διάρκεια της οποίας εκτελέστηκαν εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι, συμπεριλαμβανομένων πρωταρχικών μελών του κόμματος και στρατιωτικών ηγετών, που κατηγορούνταν για σενάρια πραξικοπήματος.

Υπό την ηγεσία του Στάλιν η κυβέρνηση καθιέρωσε ένα νέο οικονομικό πλάνο, που περιλάμβανε εκβιομηχάνιση της μέχρι τότε αγροτικής χώρας, και συλλογική οργάνωση της γεωργίας της. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου της ταχείας οικονομικής και κοινωνικής αλλαγής, εκατομμύρια ανθρώπων εστάλησαν σε καταναγκαστικά στρατόπεδα εργασίας, τα λεγόμενα γκουλάγκ, συμπεριλαμβανομένων πολλών πολιτικών που ήταν αντίθετοι με την εξουσία του Στάλιν. Εκατομμύρια πολιτών μάλιστα εκτοπίστηκαν στα βάθη της Σιβηρίας, με αποτέλεσμα πολλοί από αυτούς να πεθάνουν. Η μεταβατική αποδιοργάνωση της γεωργίας της χώρας, σε συνδυασμό με τις σκληρές πολιτικές του κράτους και της ξηρασίας, οδήγησαν στο λιμό του 1932-1933, με απολογισμό 6 έως 8 εκατομμύρια νεκρούς. Η Σοβιετική Ένωση, αν και με βαρύ τίμημα, μετατράπηκε από μία αγροτική οικονομία σε μια μεγάλη βιομηχανική δύναμη σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα.

Η πολιτική κατευνασμού της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας απέναντι στην Ναζιστική Γερμανία, κατά την προσάρτηση της Αυστρίας και της Τσεχοσλοβακίας, δεν μπόρεσε να αναχαιτίσει την επεκτατικότητα της, ενώ η απειλή πολέμου με τη Σοβιετική Ένωση ήταν πραγματικότητα. Περίπου την ίδια εποχή το Τρίτο Ράιχ θα συμμαχήσει με την Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας, κύριο εχθρό της ΕΣΣΔ στην Άπω Ανατολή.

Τον Αύγουστο του 1939 η ηγεσία της ΕΣΣΔ αποφάσισε να συνάψει σύμφωνο μη επίθεσης με το Τρίτο Ράιχ, έτσι ώστε να διατηρηθεί η ειρήνη ανάμεσα στις δύο χώρες. Έτσι, οι αρμόδιοι υπουργοί των δύο χωρών υπέγραψαν το Σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ, και δεσμεύονταν για τη μη επίθεση μεταξύ τους, ενώ διαίρεσαν τις σφαίρες επιρροής τους στην ανατολική Ευρώπη. Έτσι, τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους όταν ο Χίτλερ εισέβαλε στην Πολωνία, σύμμαχο της Γαλλίας και της Βρετανίας, ο Στάλιν έδωσε εντολή να εισβάλουν και τα Σοβιετικά στρατεύματα, τα οποία προωθήθηκαν μέχρι την περιοχή που είχε οριστεί στο Σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ.

Στις 22 Ιουνίου του 1941, η Γερμανία έσπασε το σύμφωνο μη επίθεσης και εισέβαλε στη Σοβιετική Ένωση με τη μεγαλύτερη και πιο ισχυρή δύναμη εισβολής στην ανθρώπινη ιστορία, ανοίγοντας το μεγαλύτερο και καθοριστικό κεφάλαιο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Παρά το γεγονός ότι ο γερμανικός στρατός είχε σημαντικές αρχικές νίκες, η προώθησή του σταμάτησε στη Μάχη της Μόσχας. Στη συνέχεια, οι Γερμανοί αντιμετώπισαν μεγάλες ήττες πρώτα στη Μάχη του Στάλινγκραντ το χειμώνα του 1942-43, και στη συνέχεια στη Μάχη του Κουρσκ το καλοκαίρι του 1943. Άλλη μία γερμανική αποτυχία σημειώθηκε και στη Μάχη του Λένινγκραντ, κατά την οποία η πόλη βρισκόταν σε πολιορκία από τις γερμανικές και φινλανδικές δυνάμεις μεταξύ 1941-1944, με αποτέλεσμα η πείνα και οι ασθένειες να προκαλέσουν πάνω από ένα εκατομμύριο θανάτους. Ωστόσο η πόλη δεν παραδόθηκε. Υπό την αρχιστρατηγία του Στάλιν, η οποία επιβοηθήθηκε από μεγάλους στρατιωτικούς, όπως ο Γκεόργκι Ζούκοφ και ο Κονσταντίν Ροκοσόφσκυ, οι σοβιετικές δυνάμεις κατέλαβαν ανατολική Ευρώπη το 1944-1945, ενώ μπήκαν θριαμβευτές στο Βερολίνο το Μάιο του 1945. Τον Αύγουστο του 1945 ο σοβιετικός στρατός εκδίωξε τους Ιάπωνες από την κινεζική Μαντζουρία και τη Βόρεια Κορέα, συνεισφέροντας στη νίκη των Συμμάχων έναντι της Αυτοκρατορίας της Ιαπωνίας.

Η περίοδος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου 1941-1945 έμεινε γνωστή στη Ρωσία ως ο Μεγάλος Πατριωτικός Πόλεμος. Κατά τη διάρκεια αυτής της σύγκρουσης, η οποία περιελάμβανε πολλές από τις πιο θανατηφόρες πολεμικές επιχειρήσεις στην ανθρώπινη ιστορία, ο σοβιετικός στρατός και οι άμαχοι της χώρας που έχασαν τη ζωή τους έφθασαν τα 10,6 εκατομμύρια και τα 15,9 εκατομμύρια αντίστοιχα, αντιπροσωπεύοντας περίπου το ένα τρίτο του συνόλου των θυμάτων του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ταυτόχρονα, η σοβιετική οικονομία και οι υποδομές της χώρας υπέστησαν τεράστια καταστροφή, παρόλο που λίγα χρόνια μετά η Σοβιετική Ένωση θα αναγνωριστεί από όλους ως μία στρατιωτική υπερδύναμη του πλανήτη.

Το 1957 η Σοβιετική Ένωση εκτόξευσε τον πρώτο τεχνητό δορυφόρο στον κόσμο, τον Σπούτνικ 1, ξεκινώντας έτσι νέα κόντρα με τις ΗΠΑ, αυτή τη φορά για το διάστημα. Στις 12 Απριλίου 1961 ο Ρώσος κοσμοναύτης Γιούρι Γκαγκάριν έγινε ο πρώτος άνθρωπος που ταξίδευσε στο διάστημα.

Το 1964 ο Χρουστσόφ απομακρύνθηκε και άλλη μια περίοδος συλλογικής διακυβέρνησης εγκαινιάστηκε, η οποία τερματίστηκε με την ανάδειξη του Λεονίντ Μπρέζνιεφ ως νέου ηγέτη. Η εποχή της δεκαετίας του 1970 και των αρχών του 1980 έμεινε γνωστή ως η εποχή της στασιμότητας, μια περίοδος κατά την οποία η οικονομική ανάπτυξη επιβραδύνθηκε και οι κοινωνικές πολιτικές έμειναν στάσιμες. Η μεταρρύθμιση του Κοσίγκιν το 1965, η οποία είχε στόχο την μερική αποκέντρωση της σοβιετικής οικονομίας και τη μετατόπιση της βιομηχανίας από την παραγωγή όπλων στην ελαφρά βιομηχανία και την κατανάλωση αγαθών, καταπνίγηκε από την συντηρητική κομμουνιστική ηγεσία.

Το 1979, μετά από ένα κομμουνιστικό κίνημα στο Αφγανιστάν, οι σοβιετικές ένοπλες δυνάμεις εισήλθαν στην εν λόγω χώρα μετά από αίτημα του νέου καθεστώτος. Η στρατιωτική αυτή κατοχή απορρόφησε σημαντικούς οικονομικούς πόρους και συνεχίστηκε χωρίς την επίτευξη σημαντικών πολιτικών αποτελεσμάτων. Τελικά, ο σοβιετικός στρατός αποσύρθηκε από το Αφγανιστάν το 1989, εξαιτίας των διεθνών πιέσεων, των επίμονων αντισοβιετικών ανταρτών στην περιοχή και της έλλειψης υποστήριξης από τους σοβιετικούς πολίτες.

Από το 1985 και μετά, ο τελευταίος ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης, Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, προσπάθησε να θεσπίσει φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις στο σοβιετικό σύστημα, με την εισαγωγή πολιτικών διαφάνειας και αναδιάρθρωσης, σε μια προσπάθεια να τερματιστεί η περίοδος της οικονομικής στασιμότητας και για να εκδημοκρατιστεί η κυβέρνηση. Αυτό, ωστόσο, οδήγησε στην άνοδο ισχυρών εθνικιστικών και αυτονομιστικών κινημάτων. Πριν από το 1991, η σοβιετική οικονομία ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη στον κόσμο, όμως κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών είχε πληγεί από ελλείψεις αγαθών στα καταστήματα, από μεγάλα ελλείμματα στον προϋπολογισμό και από την εκρηκτική αύξηση της προσφοράς χρήματος, που οδήγησε σε πληθωρισμό.

Το 1991 οι οικονομικές και πολιτικές αναταραχές είχαν φτάσει σε ακραίο σημείο, ενώ οι δημοκρατίες της Βαλτικής επέλεξαν να αποχωρήσουν από την Ένωση. Στις 17 Μαρτίου, διεξήχθη ένα δημοψήφισμα, στο οποίο η συντριπτική πλειοψηφία των συμμετεχόντων πολιτών ψήφισαν υπέρ της διατήρησης της Σοβιετικής Ένωσης, με μια νέα ομοσπονδιακή μορφή. Τον Αύγουστο του ίδιου έτους η προσπάθεια πραξικοπήματος από μέλη της κυβέρνησης του Γκορμπατσόφ, το οποίο στρεφόταν κατά του Γκορμπατσόφ και είχε στόχο τη διατήρηση της Σοβιετικής Ένωσης, θα έχει ως αποτέλεσμα την κατάρρευση του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης. Παρά τη βούληση που εξέφρασε ο λαός στο προηγούμενο δημοψήφισμα, στις 25 Δεκεμβρίου 1991, η ΕΣΣΔ θα διαλυθεί ενώ τα εδάφη της θα αποτελέσουν 15 νέα ανεξάρτητα δημοκρατικά κράτη.

Τον Ιούνιο του 1991, o Μπόρις Γιέλτσιν έγινε ο πρώτος άμεσα εκλεγμένος πρόεδρος στην ιστορία της Ρωσίας, όταν εξελέγη Πρόεδρος της Ρωσικής Σοβιετικής Ομοσπονδιακής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας, η οποία τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους έγινε η ανεξάρτητη πλέον Ρωσική Ομοσπονδία. Κατά τη διάρκεια και μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, ευρείες μεταρρυθμίσεις, που περιλάμβαναν ιδιωτικοποιήσεις, φιλελευθεροποίηση της αγοράς και του εμπορίου, είχαν αναληφθεί. Ταυτόχρονα στο οικονομικό πεδίο έγιναν ριζικές αλλαγές προς την κατεύθυνση της λεγόμενης οικονομικής θεραπείας σοκ, η οποία είχε προταθεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Όλα αυτά, όμως, οδήγησαν σε μια μεγάλη οικονομική κρίση, η οποία χαρακτηρίστηκε από μία μείωση 50% του ποσοστού του ΑΕΠ και της βιομηχανικής παραγωγής μεταξύ των ετών 1990-1995. Είναι χαρακτηριστικό αυτής της περιόδου το ποσοστό της φτώχειας, όπου από το επίπεδο του 1,5% στα τέλη της σοβιετικής εποχής, εκτινάχθηκε στο 39-49% στα μέσα του 1993.

Τη δεκαετία του 1990 η χώρα είχε να αντιμετωπίσει ένοπλες συγκρούσεις στο Βόρειο Καύκασο, τόσο τοπικών εθνοτικών ομάδων, όσο και αυτονομιστών ισλαμιστών. Σημαντικότερο μέτωπο ήταν αυτό της Τσετσενίας, όπου πάνω από 20 χιλιάδες άνθρωποι σκοτώθηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Οι αυτονομιστές δρούσαν και με τρομοκρατικές επιθέσεις εναντίον αμάχων.

Η Ρωσία ανέλαβε την ευθύνη για τη διευθέτηση του εξωτερικού χρέους της ΕΣΣΔ, παρόλο που ο πληθυσμός της δεν ήταν αντίστοιχος του πληθυσμού της ΕΣΣΔ κατά τη στιγμή της διάλυσής της. Τα υψηλή δημοσιονομικά ελλείμματα προκάλεσαν το 1998 μία μεγάλη οικονομική κρίση, η οποία οδήγησε σε περαιτέρω μείωση του ΑΕΠ. Στις 31 Δεκεμβρίου 1999, ο Πρόεδρος Γιέλτσιν παραιτήθηκε απροσδόκητα, παραδίδοντας τη θέση του στον πρόσφατα διοριστέο πρωθυπουργό, Βλαντιμίρ Πούτιν, ο οποίος στη συνέχεια κέρδισε τις προεδρικές εκλογές του 2000. Ο Πούτιν κατάφερε να νικήσει αποφασιστικά του Τσετσένους αυτονομιστές μέσα σε λίγους μήνες και εξασφάλισε την εδαφική ακεραιότητα της Ρωσίας. Οι πολιτικές του νέου προέδρου, σε συνδυασμό με τις καλές τιμές πετρελαίου και την ευελιξία που έδινε το εθνικό νόμισμα, αύξησαν την εγχώρια ζήτηση, την κατανάλωση και τις επενδύσεις, συμβάλλοντας στη ραγδαία βελτίωση της οικονομίας για τα επόμενα χρόνια. Το επίπεδο ζωής βελτιώθηκε, καθώς και η επιρροή της Ρωσίας στο εξωτερικό αυξήθηκε. Οι μεταρρυθμίσεις που προχώρησαν από τον πρόεδρο Πούτιν εξασφάλισαν μια ασφαλή, σταθερή και συνεχώς αναπτυσσόμενη Ρωσία.

Στις 2 Μαρτίου του 2008, ο Ντμίτρι Μεντβέντεφ εξελέγη πρόεδρος της Ρωσίας, ενώ ο Πούτιν έγινε Πρωθυπουργός. Ο Πούτιν επέστρεψε στην προεδρία της χώρας μετά τις προεδρικές εκλογές του 2012, ενώ ο Μεντβέντεφ παρέμεινε στο πολιτικό σκηνικό με την ανάληψη της πρωθυπουργίας.

Το 2014, εξαιτίας της κρίσης στην Ουκρανία, η οποία είχε σχέση σε μεγάλο βαθμό με την ρωσική κοινότητα της χώρας, ο Πούτιν ζήτησε και έλαβε άδεια από το Ρωσικό Κοινοβούλιο για την ανάπτυξη ρωσικών στρατευμάτων στην Ουκρανία. Έπειτα, μετά από ένα δημοψήφισμα στην Κριμαία η πρώην ουκρανική αυτόνομη δημοκρατία ενσωματώθηκε στη Ρωσική Ομοσπονδία, κάτι που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από πολλές χώρες διεθνώς.

Τον Σεπτέμβριο του 2014, ο Πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν διέταξε την επιτάχυνση της κατασκευής του Κοσμοδρομίου Βοστότσνι, το οποίο αναμένεται να χρησιμοποιηθεί για μελλοντικές αποστολές στη Σελήνη και τον Άρη. Τον Ιούλιο του ίδιου έτους η Ρωσία πραγματοποίησε την πρώτη δοκιμαστική πτήση του Ανγκαρά, του πρώτου πυραύλου διαστημικής μεταφοράς από τη σοβιετική εποχή. Στα τέλη του 2015 ξέσπασε σοβαρή κρίση μεταξύ της Ρωσίας και της Τουρκίας μετά την κατάρριψη ρωσικού αεροσκάφους από τους Τούρκους στην Συρία η οποίας είχε σαν συνέπεια η Ρωσία να επιβάλει οικονομικής κυρώσεις στην Τουρκία και να παγώσει έτσι τις μεταξύ τους σχέσεις.

Το πολίτευμα της Ρωσίας είναι μία μείξη μεταξύ της προεδρικής και της Ημιπροεδρικής Δημοκρατίας με τις εξουσίες του προέδρου πάντως να υπερέχουν. Όπως και στην περίπτωση της πρώην ΕΣΣΔ έτσι και η Ρωσία είναι ένα ομοσπονδιακό κράτος όπου αποτελείται συνολικά από 83 ομοσπονδιακά υποκείμενα.

Το ισχύον Σύνταγμα της Ρωσικής Ομοσπονδίας (στα ρωσικά: Конститу́ция Росси́йской Федера́ции, εγκρίθηκε (με το 54,5% των ψηφοφόρων να ψηφίζουν υπέρ) έπειτα από δημοψήφισμα στις 12 Δεκεμβρίου του 1993. Αντικατέστησε το σοβιετικό Σύνταγμα του 1978.

Σύμφωνα με το σύνταγμα αυτό, το ρωσικό κοινοβούλιο έχει δύο νομοθετικά σώματα: το Συμβούλιο της Ομοσπονδίας (Άνω Βουλή), που αποτελείται από εκπροσώπους των περιφερειακών διοικητικών μονάδων της Ρωσικής Ομοσπονδίας, που αποκαλούνται «γερουσιαστές», και την Κρατική Δούμα (Κάτω Βουλή) με 450 μέλη, που εκλέγονται με 4ετή θητεία με βάση τον πληθυσμό κάθε περιοχής. Η λέξη «δούμα» (дума) προέρχεται από το ρήμα думать, ντούματ, που σημαίνει «σκέπτομαι».

Οι αποφάσεις της Δούμας επικυρώνονται από τον Πρόεδρο και το Συμβούλιο της Ομοσπονδίας. Ο Πρωθυπουργός της Ρωσίας ασκεί έναν περισσότερο συμβολικό και εθιμοτυπικό ρόλο αν και διαθέτει ορισμένες αρμοδιότητες και διορίζεται από τον Πρόεδρο με τη σύμφωνη γνώμη της Κάτω Βουλής. Ο Πρόεδρος της Ρωσίας εκλέγεται με άμεση ψηφοφορία για 6 έτη και έχει πανίσχυρες εξουσίες. H παράταση της θητείας του προέδρου από 4 χρόνια σε 6 χρόνια εγκρίθηκε από την Άνω Βουλή στις 22 Δεκεμβρίου του 2008.

Δικαίωμα ψήφου έχουν όσες και όσοι είναι ηλικίας 18 ετών και άνω. Για να μπορέσει ένα κόμμα να εκπροσωπηθεί στο Κοινοβούλιο πρέπει να κερδίσει τουλάχιστον το 8% των έγκυρων ψηφοδελτίων. Δεν επιτρέπεται η ύπαρξη μειονοτικών κομμάτων.

Στις πιο πρόσφατες προεδρικές εκλογές, το 2012, άνετη νίκη είχε ο Βλαντιμίρ Πούτιν από τον πρώτο γύρο με ποσοστό 63,6% με 110.000.000 ψήφοι. Δεύτερος αναδείχθηκε ο εθνικιστής Μιχαήλ Προχόροφ με 17,2%,ενώ τρίτος ήρθε ο Κομμουνιστής Γκενάντι Ζιουγκάνοφ με 7,9%.
Ο εθνικιστής Βλαντίμιρ Ζιρινόφσκι συγκέντρωσε 6,24% και ο ηγέτης του κόμματος Μια Δίκαιη Ρωσία, Σεργκέι Μιρόνοφ, έρχεται τελευταίος με 3,84%. Τέλος, η συμμετοχή έφτασε στο 65%.

Μετά το 1989 και την πτώση της ΕΣΣΔ η Ορθόδοξη εκκλησία της χώρας βίωσε μια τεράστια αναγέννηση. Με την στήριξη των κυβερνήσεων μπόρεσε να αναδιοργανωθεί πολύ γρήγορα. Από το 1991 κατασκευάστηκαν χιλιάδες νέοι ναοί ενώ από το 2001 ο αριθμός των Ρώσων που προσέρχονται στις εκκλησίες αυξήθηκε σε εντυπωσιακά υψηλά επίπεδα ενώ παρατηρήθηκε ταχύτατη αύξηση της τέλεσης των θρησκευτικών υποχρεώσεων των Ρώσων. Με νόμο που ψηφίστηκε το 1997 αναγνωρίζεται η σημαντική προσφορά και θέση της στον Ρωσικό πολιτισμό και το Κράτος. Η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία είναι σήμερα η ισχυρότερη Ορθόδοξη εκκλησία στον κόσμο και η εκκλησία που διαθέτει την μεγαλύτερη επιρροή σε κοσμικό επίπεδο παγκοσμίως ενώ είναι γνωστές οι άριστες σχέσεις που διατηρεί με όλους σχεδόν τους πολιτικούς και κοινωνικούς φορείς της χώρας. Σύμφωνα με δημοσκόπηση του κέντρου LAVDA τον Ιούλιο του 2014 το 61% από όσους δήλωσαν Χριστιανοί Ορθόδοξοι (78%) πηγαίνει τακτικά στην εκκλησία,το 13% σχετικά τακτικά και το 16% σπάνια. Τέλος το 86% θεωρεί σωστές τις θέσεις και την διδασκαλία της Εκκλησίας έναντι ενός 9% που τις θεωρεί αμφιλεγόμενες και το 5% λανθασμένες. Παρόμοια ποσοστά καταγράφονται και σε άλλες δημοσκοπήσεις.

Σύμφωνα με την απογραφή του 2010, η Ρωσία είχε συνολικό πληθυσμό 142.856.536 κατοίκων, από τους οποίους 105.226.455 στις τέσσερις ευρωπαϊκές ομοσπονδιακές περιοχές και 37.727.241 στις τρεις ασιατικές ομοσπονδιακές περιοχές. Την 1η Ιανουαρίου του 2020 ο πληθυσμός της Ρωσίας ήταν 146.748.590 κάτοικοι, σύμφωνα με τη ρωσική Στατιστική Υπηρεσία. Οι περισσότεροι Ρώσοι προέρχονται από την Ανατολική Σλαβική οικογένεια λαών, για την προέλευση των οποίων λίγα στοιχεία είναι γνωστά.

Η έντονη διαφορά στο προσδόκιμο ζωής ανάμεσα στα δύο φύλα, με το προσδόκιμο ζωής των ανδρών να είναι χαμηλότερο, οφείλεται, σύμφωνα με κοινωνικές έρευνες στην αύξηση του φαινομένου του αλκοολισμού μετά την πτώση της Ε.Σ.Σ.Δ (CCCP). Αυτή η διαφορά εμφανίζει τάσεις μείωσης τα τελευταία χρόνια.

Το 78% των Ρώσων είναι Χριστιανοί. Το 72% ανήκουν στην Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία η οποία έχει πανίσχυρες εξουσίες στον κοινωνικό και πολιτικό κόσμο της χώρας. Ένα 1,9% είναι Χριστιανοί Ορθόδοξοι άλλων εκκλησιών,το 3,1% ανήκουν στην Ρωμαιοκαθολική εκκλησία και ένα 2,1% είναι Προτεστάντες ή άλλο χριστιανικό δόγμα. Το Ισλάμ είναι η θρησκεία ενός 9,5%(το 7,0% Σουνίτες και το 2,5% Σιίτες). Ο Ιουδαϊσμός είναι θρησκεία του 3,5% των Ρώσων. Επιπλέον τον Βουδισμό ασπάζεται το 4% του πληθυσμού. Το 4,5% πιστεύει σε αυτόχθονες θρησκείες ενώ άθεοι δεν καταγράφονται σε δημοσκοπήσεις μετά την πτώση της ΕΣΣΔ αν και σύμφωνα με πανεπιστημιακές μελέτες η αθεΐα μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης ακολουθεί συνεχόμενα μεγάλη καθοδική πορεία.

Η οδήγηση γίνεται στα δεξιά.

  




#Article 84: Δανία (1582 words)


Το Βασίλειο της Δανίας ή Δανιμαρκία ή απλά Δανία (δανικά: Danmark) είναι μια χώρα που βρίσκεται στη Σκανδιναβία, στη βόρεια Ευρώπη. Συνορεύει από ξηράς μόνο με τη Γερμανία, ενώ από θαλάσσης γειτνιάζει με τη Σουηδία, τη Βόρεια Θάλασσα και τη Βαλτική. Απλώνεται πάνω στη χερσόνησο της Γιουτλάνδης και πάνω σε εκατοντάδες νησιά, άλλα μεγάλα όπως το Σγιέλαν (7.031 τ.χλμ.) και άλλα μικρά και ακατοίκητα. Η συνολική ακτογραμμή είναι αρκετά μεγάλη και φτάνει τα 7.314 χλμ.. Η Δανία είναι μία τελείως επίπεδη χώρα, καθώς το υψηλότερο σημείο της μόλις που ξεπερνάει τα 150 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Στη Δανία ανήκουν τα αυτόνομα νησιά Φερόες καθώς και η τεράστια Γροιλανδία. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο δείκτη ειρήνης για το 2016, η Δανία ήταν η δεύτερη πιο ειρηνική χώρα στον κόσμο, μετά την Ισλανδία. Η χώρα επίσης κατατάσσεται ως αυτή με τη λιγότερη διαφθορά το 2016 στον Δείκτη Διαφθοράς. Ο πληθυσμός της χώρας εκτιμάται για το 2020 σε 5.825.337 κατοίκους.

Η χερσόνησος της Γιουτλάνδης σχηματίζει την ενδοχώρα της Δανίας με μήκος περίπου 300 χιλιομέτρων. Οι δυτικές ακτές της ηπειρωτικής Δανίας είναι χαμηλές, χωρίς λιμάνια και καλύπτονται από αμμόλοφους, συχνά με ύψος πάνω από 30 μέτρα. Βρίσκονται εκτεθειμένες στις χειμερινές καταιγίδες και σε πολύ ισχυρούς ανέμους. Αντίθετα, οι ανατολικές ακτές που βρέχονται από τη Βαλτική παρουσιάζουν πολλές κολπώσεις. Συνολικά η Δανία έχει 406 νησιά, από τα οποία τα 70 περίπου κατοικούνται.

Ποτάμια υπάρχουν πολλά, αλλά σχεδόν όλα είναι πολύ μικρά. Λίμνες υπάρχουν αρκετές σε ολόκληρη τη Δανία, αλλά είναι όλες τους μικρές. Το δανέζικο ανάγλυφο διαμορφώθηκε κατά την εποχή των παγετώνων, και αυτός είναι ο λόγος που η χώρα είναι τελείως επίπεδη. Το μεγαλύτερο ύψωμα βρίσκεται στα κεντρικά της χώρας με ύψος 170 μέτρων.

Το κλίμα είναι ήπιο λόγω της επίδρασης του Ρεύματος του Κόλπου του Μεξικού. Καθ' όλη τη διάρκεια του έτους ο άνεμος είναι δυνατός, και ειδικά τον χειμώνα και για το λόγο αυτό η Δανία είναι από τις πρώτες χώρες στον κόσμο στη χρήση της αιολικής ενέργειας. Υετός πέφτει όλο τον χρόνο και ίσα κατανεμημένος. Κατά μέσο όρο οι βροχοπτώσεις διαρκούν 121 ημέρες το χρόνο.

Η μεγαλύτερη πόλη της Δανίας είναι η πρωτεύουσα Κοπεγχάγη με 1.280.371 κατοίκους, ακολουθεί το Ώρχους με 264.716 κατοίκους, το Όντενσε με 175.245 κατοίκους και το Άλμποργκ με 112.194 κατοίκους.

Τα αρχαιότερα ευρήματα στη χώρα ανάγονται στο 130.000–110.000 π.Χ. Η ανθρώπινη παρουσία χρονολογείται από το 12.500 π.Χ. και υπάρχουν μαρτυρίες για γεωργική δραστηριότητα από το 3.900 π.Χ.

Οι κάτοικοι της Δανίας ανήκαν στην ίδια εθνότητα με τους Βίκινγκς της Σκανδιναβίας. Η Δανία ως αυτοτελές έθνος εμφανίζεται για πρώτη φορά τον 8ο αιώνα μ.Χ. Οι Δανοί θαλασσοπόροι έκαναν επιδρομές μαζί με τους Βίκινγκς της Σκανδιναβίας στη Βόρεια Ευρώπη και ιδιαίτερα στην Αγγλία. Τον 10ο αιώνα ο βασιλιάς της Δανίας Χάραλντ ο Κυανόδους ασπάστηκε τη χριστιανική θρησκεία και ολόκληρο το δανικό έθνος εκχριστιανίστηκε. Το 1013, ο βασιλιάς Σβέιν, γιος του Χάραλντ, κατέκτησε την Αγγλία. Ο γιος του Σβέιν, Κανούτος ο Μέγας, ένωσε όλη την Αγγλία, τη Δανία και τη Σκανδιναβία και σχημάτισε ένα μεγάλο κράτος στην Βόρεια Ευρώπη. Το 1282 οι ευγενείς επέβαλαν στον βασιλιά της Δανίας την Μεγάλη Χάρτα, με την οποία αναγνωρίζονταν τα δικαιώματα τους και την υποχρέωση να μοιραστεί την εξουσία με ένα κοινοβούλιο και ένα συμβούλιο ευγενών.

Το 1380 κάτω από την εξουσία του Όλαφ Β΄, η Δανία ενώθηκε με την Νορβηγία, στα εδάφη της οποίας συμπεριλαμβανόταν και η Ισλανδία με τα νησιά Φερόες. Το 1389, η βασίλισσα Μαργαρίτα Α', μητέρα του Όλαφ Β΄, κατέκτησε και τη Σουηδία. Τότε άρχισαν οι προσπάθειες ένωσης των τριών βασιλείων (Δανίας, Νορβηγίας, Σουηδίας) που επιτεύχθηκε τελικά με την Ένωση του Κάλμαρ το 1397. Την μεγαλύτερη δύναμη μέσα στην Ένωση τη διατήρησε η Δανία.

Τον 18ο αιώνα η Δανία άρχισε τον αποικισμό της Γροιλανδίας, την οποία είχε ήδη κατακτήσει από το 1380. Στις αρχές του 16ου αιώνα η Σουηδία απέκτησε την αυτονομία της, και το 1523 την ανεξαρτησία της με πρώτο βασιλιά, τον Γουσταύο Α'.

Στους ναπολεόντειους πολέμους, η Δανία υπήρξε σύμμαχος του Μεγάλου Ναπολέοντα με αποτέλεσμα κατά την Συνθήκη του Κιέλου (1813) να χάσει τη Νορβηγία, που παραχωρήθηκε στην Σουηδία. Το 1864 ο Γερμανός Μπίσμαρκ, συμμαχώντας με τους Αυστριακούς και τους Πρώσους, κήρυξε τον πόλεμο εναντίον της Δανίας για να προωθήσει τα σχέδια του για την ενοποίηση της Γερμανίας.

Στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-1919), η Δανία παρέμεινε ουδέτερη. Το 1939 υπέγραψε δεκαετές σύμφωνο με τον Χίτλερ, χωρίς όμως να αποφύγει τελικά την γερμανική εισβολή που έγινε μερικούς μήνες αργότερα. Κατά τη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής ανεξαρτητοποιήθηκε η Ισλανδία, που ήταν δανική κτήση από το 1380. Το 1945 η Δανία απελευθερώθηκε από τα βρετανικά στρατεύματα. Τον ίδιο χρόνο έγινε μέλος του ΟΗΕ και το 1949 μέλος του ΝΑΤΟ.

Το 1953 το σύνταγμα αναθεωρήθηκε και οι 2 βουλές έγιναν μία με 179 έδρες, ενώ δόθηκε στις γυναίκες το δικαίωμα συμμετοχής στην κυβέρνηση. Το 1972 έγινε δεκτή η αίτηση της Δανίας στην τότε ΕΟΚ, μαζί με τη Μεγάλη Βρετανία και την Ιρλανδία, και το 1973 έγινε πλήρες και ισότιμο μέλος. Η Γροιλανδία απέκτησε την αυτονομία της από την Δανία το 1979. Το 1992 απορρίφθηκε από τους Δανούς η συνθήκη του Μάαστριχτ, τον επόμενο χρόνο όμως επικυρώθηκε με μικρές αλλαγές. Στις 28 Σεπτεμβρίου του 2000 σε δημοψήφισμα ο λαός δε δέχτηκε (με 53% κατά της πρότασης) να μπει η Δανία στην ζώνη του ευρώ, και έτσι νόμισμά της είναι μέχρι σήμερα η δανική κορώνα.

Στις 19 Μαρτίου του 2009, το κοινοβούλιο επέτρεψε την υιοθεσία παιδιών από τη Δανία και το εξωτερικό από ζευγάρια ομοφυλοφίλων, με 62 ψήφους υπέρ έναντι 53 κατά.

Η σημαία της Δανίας (Dannebrog) είναι κόκκινη με έναν λευκό Σκανδιναβικό σταυρό· το κάθετο μέρος του σταυρού βρίσκεται προς την πλευρά του ιστού. Το σχέδιο της σημαίας της Δανίας υιοθετήθηκε κατόπιν και από τις υπόλοιπες Σκανδιναβικές χώρες (Σουηδία, Φινλανδία, Νορβηγία) και την Ισλανδία σε διαφορετικά χρώματα. Κατά τη διάρκεια της Δανο-Νορβηγικής ένωσης, ήταν και σημαία της Νορβηγίας και συνέχισε να είναι, με μικρές μετατροπές, μέχρι που η Νορβηγία υιοθέτησε τη σημερινή της σημαία το 1821. Η σημαία της Δανίας είναι η αρχαιότερη συνεχόμενα χρησιμοποιούμενη εθνική σημαία που υπάρχει στον κόσμο.

Η Δανία είναι αγροτική χώρα λόγω της μορφολογίας του εδάφους της που ευνοεί τις καλλιέργειες. Το βιοτικό επίπεδο των Δανών είναι αρκετά υψηλό. Το πεδινό έδαφος της χώρας, η αγροτική παράδοση, συνδυασμένη με την δύναμη του συνεταιρισμού και ο σύγχρονος εκμηχανισμός της καλλιέργειας είναι οι βασικοί παράγοντες της μεγάλης ανάπτυξης της γεωργίας και της κτηνοτροφίας. Καλλιεργούνται κυρίως δημητριακά (κριθάρι, βρώμη, σιτάρι) και εκτρέφονται χοίροι, αιγοπρόβατα και άλογα. Η γεωργική απόδοση είναι η μεγαλύτερη της Ευρώπης ενώ και η γεωργική εκπαίδευση είναι πολύ υψηλή. Σημαντικό ρόλο στην εθνική οικονομία παίζει και η αλιεία. Η Δανία βρίσκεται στην κορυφή των τεχνολογικά ανεπτυγμένων χωρών για όγδοη συνεχόμενη χρονιά μαζί με τη Σουηδία σύμφωνα με την Παγκόσμια Έκθεση Τεχνολογιών Πληροφορικής για το 2008 - 2009, που εξέδωσε το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ.

Αποτελεί μια καπιταλιστική οικονομία της ελεύθερης αγοράς με σημαντικό κράτος πρόνοιας.

Ταυτόχρονα με τη γεωργία και την κτηνοτροφία άρχισε να αναπτύσσεται με συστηματικό τρόπο και η βιομηχανία τροφίμων, η χημική βιομηχανία, η υφαντουργία, η βιομηχανία ηλεκτρικών ειδών, η μεταλλουργία και η ναυπηγική. Κυριότερα προϊόντα είναι επίσης η μπίρα, το χαρτί και προϊόντα από ξύλο. Ο ορυκτός πλούτος δεν είναι σημαντικός. Πετρέλαιο εξορύσσεται σε μικρές ποσότητες στη Βόρεια Θάλασσα, ωστόσο δεν είναι αρκετό για να καλύπτει τις ανάγκες της χώρας. Το εμπορικό ισοζύγιο είναι συνήθως παθητικό και αντισταθμίζεται με το ναυτιλιακό συνάλλαγμα. Εξάγονται γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα, μηχανήματα και είδη ναυπηγικής και τεχνολογία αιολικών συστημάτων. Η Δανία, στη στρατηγική θέση που βρίσκεται, αποτελεί το σημείο συνάντησης των συγκοινωνιών Δυτικής και Ανατολικής Ευρώπης. Οι εμπορικές συναλλαγές πραγματοποιούνται κυρίως με τη Σουηδία, τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Η ανεργία είναι αρκετά χαμηλή σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη (4,8%).

Τα τελευταία χρόνια ο τουρισμός έχει αρχίσει να παίζει σημαντικό ρόλο στην οικονομία της Δανίας. Το 1999 επισκέφτηκαν τη Δανία 3 εκατομμύρια τουρίστες, από τους οποίους ένα εκατομμύριο Γερμανοί. Έτσι τα έσοδα από τον τουρισμό φτάνουν ως και τα 3 δισεκατομμύρια δολάρια.

O πληθυσμός, σύμφωνα με επίσημη εκτίμηση για το 2020 είναι 5.825.337 κάτοικοι. Οι κάτοικοι της Δανίας ανήκουν φυλετικά στη γερμανική ομοεθνία. Μόνο το 4% του πληθυσμού είναι μετανάστες. Ως προς τη θρησκεία,το 98% είναι Προτεστάντες (η πλειοψηφία ανήκει στην Εκκλησία της Δανίας) ενώ η Καθολική Εκκλησία μετράει μόνο 1% καθολικούς Δανούς. Επίσης, υπάρχουν 14.484 Μάρτυρες του Ιεχωβά και 4.355 Μορμόνοι της Εκκλησίας του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών.

Το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού, σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2019 του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας ήταν 81,3 χρόνια (79,6 χρόνια οι άνδρες και 83,0 οι γυναίκες).

Η δανέζικη γλώσσα ανήκει στην ινδοευρωπαϊκή οικογένεια γλωσσών και στις γερμανικές γλώσσες. Έτσι μοιάζει πολύ με τη σουηδική, τη γερμανική, τη νορβηγική και την ισλανδική.

Η λογοτεχνική παραγωγή στην Δανία ξεκινάει κατά τον Μεσαίωνα και είναι επηρεασμένη από τα γαλλικά, τα γερμανικά και τα αγγλικά γράμματα. Το σημαντικότερο σύγγραμμα της δανικής μεσαιωνικής λογοτεχνίας είναι το Gesta Danorum στις αρχές του 13ου αιώνα.

Η χώρα διαιρείται σε πέντε περιφέρειες. Οι περιφέρειες αυτές ιδρύθηκαν την 1η Ιανουαρίου του 2007 και αντικατέστησαν τις πρώην 13 κομητείες, δύο δήμους και ένα περιφερειακό δήμο. Η τελευταία διοικητική διαίρεση ίσχυσε μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2006. Κάθε περιφέρεια κυβερνάται από τον Πρόεδρο (Regionsformand).
Οι 5 περιοχές είναι:

Σύμφωνα με το σύνταγμα του 1953, το πολίτευμα της Δανίας είναι βασιλευομένη κοινοβουλευτική Δημοκρατία. Αρχηγός του κράτους είναι βασιλιάς ή βασίλισσα. Την εκτελεστική εξουσία ασκεί η κυβέρνηση ενώ τη νομοθετική η Βουλή με 179 μέλη. Η τωρινή βασίλισσα είναι η Μαργαρίτα Β΄. 

Δικαίωμα ψήφου έχουν όσες και όσοι είναι ηλικίας 18 ετών και άνω.

Η οδήγηση γίνεται στα δεξιά.




#Article 85: Δομινικανή Δημοκρατία (1689 words)


H Δομινικανή Δημοκρατία ή κοινώς Άγιος Δομίνικος, είναι κράτος της Καραϊβικής στο νησί Ισπανιόλα. Συνορεύει με την Αϊτή και καταλαμβάνει τα ανατολικά 2/3 του νησιού. Έχει έκταση 48.670 τ.χλμ. και πληθυσμό 10.448.499 κάτοικους (κατατάσσεται 87η στον κόσμο), με βάση εκτιμήσεις για το 2020. Πρωτεύουσά της είναι ο Άγιος Δομίνικος, αλλιώς Σάντο Ντομίγκο. Αποσχίστηκε από την Αϊτή και έγινε ανεξάρτητο κράτος το 1844. Επίσημη γλώσσα της χώρας είναι τα ισπανικά.

H Δομινικανή Δημοκρατία συνορεύει με την Αϊτή στα δυτικά, ενώ βρέχεται από τον Ατλαντικό ωκεανό και στα νότια από την Καραϊβική Θάλασσα. Καταλαμβάνει τα δύο τρίτα από το ανατολικό τμήμα του νησιού Ισπανιόλα. 
Η ορεογραφία της χώρας αποτελείται από ορεινές αλυσίδες διατεταγμένων από τα δυτικά προς τα ανατολικά, οι οποίες χωρίζονται από κοιλάδες. Το υψηλότερο σημείο της είναι η Πίκο Ντουάρτε, στην Κεντρική Κορδιλιέρα, με υψόμετρο 3.175 μ. Στα ανατολικά υψώνεται η χαμηλότερη ανατολική Κορδιλιέρα, με τη μεγάλη πεδιάδα Γιάνο δε Σέιμπο. Η Βόρεια Κορδιλιέρα φτάνει σε ύψος τα 1.249 μ.
Οι ποταμοί παρουσιάζουν κυρίως διαμήκη πορεία. Σημαντικότερος ποταμός είναι ο μεγαλύτερος σε μήκος, ο Γιάκε ντελ Νόρτε, ο οποίος ονομάστηκε Ποταμός του Χρυσού εξαιτίας της ύπαρξης χρυσοφόρου άμμου σε ένα μέρος το ρου του. Η ανακάλυψη έγινε από το Χριστόφορο Κολόμβο. Η λίμνη Ενρικίγιο αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες σε έκταση
Το κλίμα του κράτους είναι τροπικό, ωστόσο οι αληγείς άνεμοι ευθύνονται για τη διαφορετική κατανομή των βροχοπτώσεων. Επίσης, τα θερμά νερά από τα ρεύματα των Αντιλλών επηρεάζουν τις κλιματικές συνθήκες.

Οι πρώτοι κάτοικοι της χώρας ήταν αυτόχθονες Αραουάκοι, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν το 10ο αιώνα στις Αντίλλες και στις νοτιοανατολικές ακτές των ΗΠΑ. Οι Ταΐνοι εκδιώχθηκαν από τους Καραΐβους. Οι Καραΐβοι είχαν διωχθεί κι αυτοί από τους Μάγιας και τους Αζτέκους.

Το νησί ανακαλύφθηκε από το Χριστόφορο Κολόμβο και λίγες δεκαετίες μετά αποδεκατίστηκαν οι ιθαγενείς. Αργότερα, στο νησί ήρθαν σκλάβοι από την Αφρική, για να εργαστούν για λογαριασμό των λευκών αποίκων. Σήμερα, οι περισσότεροι (περίπου τα τρία τέταρτα του συνολικού πληθυσμού της χώρας) είναι μιγάδες. Οι λευκοί είναι το ένα τέταρτο περίπου και το 11% είναι Αφροαμερικανοί. Οι πιο πολλοί συγκεντρώνονται στην εύφορη κοιλάδα του Ρίο Γιούνα και στη νότια παράκτια λωρίδα μεταξύ Νισάο και Λα Ρομάνα. Το προσδόκιμο ζωής στο σύνολο του πληθυσμού, σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2019 του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας ήταν 72,8 χρόνια (69,8 χρόνια οι άνδρες και 76,2 οι γυναίκες). Το φαινόμενο της εσωτερικής μετανάστευσης δεν είναι έντονο. Οι πιο αραιοκατοικημένες περιοχές είναι στο ανατολικό τμήμα του κράτους. Περισσότεροι από τους μισούς κατοίκους του συνόλου του πληθυσμού ζουν στις πόλεις. Μεγάλα αστικά κέντρα είναι, εκτός από την πρωτεύουσα (Σάντο Ντομίνγκο), το Σαντιάγο δε Λος Καμπαγιέρος, το Σαν Πέδρο δε Μακορίς, η Λα Ρομάνα και άλλες.

Η επίσημη γλώσσα του κράτους είναι η ισπανική, ενώ οι κάτοικοι μιλούν επίσης την αγγλική και μια γαλλική διάλεκτο, η οποία ομιλείται στα σύνορα με την Αϊτή.

Οι κάτοικοι είναι Ρωμαιοκαθολικοί σε συντριπτική πλειοψηφία, της τάξης του 75%. Υπάρχουν επίσης λίγοι Προτεστάντες, 36.334 Μάρτυρες του Ιεχωβά και 126.413 Μορμόνοι της Εκκλησίας του Ιησού Χριστού των Αγίων των Τελευταίων Ημερών. Για το θέμα της θρησκείας, τα προηγούμενα Συντάγματα έδιναν έμφαση στην αξία του Ρωμαιοκαθολικού δόγματος, κάνοντας λόγο για «παράδοση της Δημοκρατίας».

Η Δομινικανή Δημοκρατία είναι Προεδρική Δημοκρατία, με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να είναι και αρχηγός της Κυβέρνησης. Η νομοθετική εξουσία ασκείται από το Κογκρέσο, το οποίο αποτελείται από την 150μελή Βουλή και τη Γερουσία, με 32 μέλη. Σημερινός πρόεδρος είναι ο Λουίς Αμπιναδέρ και Αντιπρόεδρος η Ρακέλ Πένια δε Αντούνια.

Δικαίωμα ψήφου στις εκλογές έχουν όσες και όσοι είναι ηλικίας 18 ετών και άνω. Η ψηφοφορία είναι υποχρεωτική για όλα τα παντρεμένα πρόσωπα ανεξαρτήτου ηλικίας. Δεν επιτρέπεται να ψηφίζουν τα μέλη των Ενόπλων Δυνάμεων και της αστυνομίας.

Ο Κολόμβος ανακάλυψε το νησί και το ονόμασε Ισπανιόλα. Ο αδερφός του, Βαρθολομαίος, ίδρυσε το 1496 τη σημερινή πρωτεύουσα, Σάντο Ντομίνγκο. Σε αντίθεση με τη γειτονική Αϊτή, το ανατολικό τμήμα του νησιού παρέμεινε έδαφος της Ευρώπης. Η Ισπανία παραχώρησε σχεδόν το μισό νησί στη Γαλλία και το ανατολικό μέρος έλαβε την ονομασία Άγιος Δομίνικος, στα τέλη του 17ου αιώνα. Μετά την εκδίωξη των Γάλλων, με τη βοήθεια της Βρετανίας και της Ισπανίας, οι Δομινικανοί έκαναν Επανάσταση το 1821 και γρήγορα απέκτησαν αυτονομία και Σύνταγμα. Το 1844 η χώρα έγινε οριστικά ανεξάρτητη, καθώς δύο φορές (1801 από τον Τουσέν Λ' Ουβερτίρ) και 1822 από το Ζαν Μπουαγιέ καταλήφθηκε από την Αϊτή. Στην ανεξαρτησία του 1844 βοήθησε και η δράση της μυστικής απελευθερωτικής εταιρείας Λα Τρινιτάρια. Το 1861 και μέχρι το 1865 η Ισπανία κατέλαβε ξανά τη χώρα. Οι αρχές, για να αντιμετωπίσουν την μετέπειτα οικονομική κρίση, ζήτησαν την παρέμβαση των ΗΠΑ, στα πλαίσια του δόγματος Μονρόε. Οι Αμερικανοί έφυγαν το 1924 και οι εκλογές του 1930 διεξήχθησαν σε κλίμα έντασης, αναδεικνύοντας νικητή το Ραφαήλ Τρουχίλιο, ο οποίος κυβέρνησε δικτατορικά.

Στις 30 Μαΐου 1961, ο επί τριακονταετία δικτάτορας της χώρας Ραφαήλ Τρουχίλιο δολοφονήθηκε μαζί με τον οδηγό του, ενώ κατευθυνόταν προς την εξοχική του έπαυλη, από ομάδα μασκοφόρων ενόπλων που σταμάτησε το αυτοκίνητό του σε μια ερημική διασταύρωση. Τον θάνατο του αυτοαποκαλούμενου εθνικού ευεργέτη, που είχε δηλώσει ότι θα παραδώσει την εξουσία μόνο όταν πεθάνει, ακολούθησαν μήνες χάους καθώς διεξήχθη ταυτόχρονα μάχη επικράτησης μεταξύ των επιγόνων του αλλά και μεταξύ του καθεστώτος και των οπαδών τής σκληρά καταπιεζόμενης αντιπολίτευσης. Τα σοβαρότατα επεισόδια που ξέσπασαν, έφεραν τη χώρα στο χείλος του εμφυλίου πολέμου.

Την 1η Ιανουαρίου του 1962 παραιτήθηκε ο πρόεδρος Χοακίν Μπαλαγκέρ. Ακολούθησαν πραξικοπήματα (1963, 1965) και αστάθεια, που έδωσε την ευκαιρία στις Η.Π.Α. να προβούν σε νέα ένοπλη επέμβαση, που απέτυχε (1965). Τα επόμενα χρόνια κυριάρχησε στην πολιτική ζωή της χώρας ο Χοακίν Μπαλαγκέρ, ο οποίος πολιτεύτηκε απολυταρχικά και προκάλεσε αντιδράσεις, ιδίως μετά την 7η επανεκλογή του, το 1994, οπότε και κατηγορήθηκε από την Αντιπολίτευση για νοθεία. Στις εκλογές του 2004 εξελέγη πρόεδρος ο Λεονέλ Φερνάντες. Στις 6 Νοεμβρίου 2009 άρχισε να ισχύει το νέο Σύνταγμα.

Η κυβέρνηση της χώρας έχει χειριστεί ευνοϊκά τις διεθνείς επενδύσεις και μεγάλο μέρος της βιομηχανίας βρίσκεται υπό τον έλεγχο ξένων εταιρειών (κυρίως αμερικανικών). Η χώρα παρουσιάζει μεγαλύτερο βαθμό ανάπτυξης από την όμορή της, Αϊτή. Τα προβλήματα που παραμένουν είναι η υψηλή ανεργία και η θεαματική έλλειψη ισορροπίας ανάμεσα στον πρωτογενή και στο δευτερογενή τομέα. Στις αρχές της δεκαετίας του ' 90 σοβαρά προβλήματα παρουσιάστηκαν από τις ελλείψεις ηλεκτρικής ενέργειας.

Τα σημαντικότερα έσοδα της χώρας προέρχονται από τον τουρισμό. Μοχλός για την οικονομική ανάπτυξη της χώρας είναι επίσης η καλλιέργεια, το εμπόριο και η επεξεργασία γεωργικών προϊόντων, όπως καπνός, ρύζι, αραχίδες, κακάο και καφές, ενώ σημαντικό ρόλο παίζουν και η βυρσοδεψία, η κεραμική, η βιομηχανία.

Στις εξαγωγές της χώρας περιλαμβάνονται και τα πούρα, τα οποία είναι χειροποίητα. Ο δασικός πλούτος της Δομινικανής Δημοκρατίας παρέχει πολύτιμη ξυλεία. Η κτηνοτροφία και η αλιεία είναι ελάχιστα ανεπτυγμένες, εξαιτίας της πρωτόγονης και ουσιαστικά ανύπαρκτης υποδομής. Η χώρα εξορύσσει νίκελ, ορυκτό αλάτι, βωξίτη και χαλκό. Η εξορυκτική βιομηχανία επεκτάθηκε με το άνοιγμα του ορυχείου χρυσού και αργύρου στο Ροσάριο.

Το νόμισμα της χώρας είναι το Πέσο Δομινικανής Δημοκρατίας. Η ανεργία το έτος 2005 ήταν στο 17% και ο πληθωρισμός στο 4,2%.

Η χώρα περιλαμβάνει πολλά και σημαντικά λιμάνια, εκτός από αυτό της πρωτεύουσας, όπως της Λα Ρομάνα, το οποίο εξυπηρετεί τις εξαγωγές της ζάχαρης, το Πουέρτο Πλάτα. Άλλα λιμάνια είναι το Μπόκα Τσίκα, το Καουσέδο, το Ρίο Άινα και το Σάντο Ντομίγκο. Υπάρχει σχετικά καλό οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο, το οποίο όμως εξυπηρετεί τις περιοχές παραγωγής ζάχαρης. Το σιδηροδρομικό δίκτυο καλύπτει συνολικά 517 χλμ. και το οδικό δίκτυο 19.705 χλμ. H οδήγηση γίνεται στα δεξιά.

Οι αεροπορικές μεταφορές εξυπηρετούνται κυρίως από το διεθνή αερολιμένα Πούντα Κανσέδο, 25 χλμ., ανατολικά της πρωτεύουσας. Το διεθνές αεροδρόμιο Λας Αμέρικας εξυπηρετεί πολλούς ταξιδιώτες. Αεροδρόμιο υπάρχει επίσης στην πόλη Σαντιάγο δε λος Καμπαγιέρος. Το 2008 στη χώρα λειτουργούσαν συνολικά 36 αεροδρόμια.

Η χώρα προσφέρεται στους λάτρεις της οικολογίας. Στο ακρωτήριο Σαμανά, μπορεί κανείς να απολαύσει τα μαγκρόβια δάση και τα σπήλαια με τις βραχογραφίες στο εθνικό πάρκο που ευρίσκεται εκεί. Το Εθνικό Πάρκο Χαράγουα βρίσκεται στα νοτιανατολικά των ακτών της χώρας. Εκεί, στα νησάκια Μπεάτα και Άλτο Βέλο ζουν ενδημικά πτηνά. Το νησί Καμπρίτος, το οποίο βρίσκεται στη λίμνη Ενρικίγιο, με πλούσια πανίδα, έχει ανακηρυχθεί προστατευόμενη περιοχή. Για καταδύσεις προσφέρεται το ακατοίκητο νησί Καταλίνα, το οποίο βρίσκεται στα ανοικτά της πόλης Λα Ρομάνα.

Ανάμεσα στα αξιοθέατα της χώρας περιλαμβάνονται τα αποικιακά κτίρια και οχυρά, όπως το Σαν Λουίς στη Σαντιάγο δε Λος Καμπαγιέρος και ναοί, όπως ο καθεδρικός ναός του Σαντιάγο ελ Μαγιόρ. Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα μουσεία, όπως το Αρχαιολογικό και Ανθρωπολογικό Μουσείο των Δομινικανών στην πρωτεύουσα Σάντο Ντομίνγκο, με τη μεγαλύτερη συλλογή του είδους σε ολόκληρη την Καραϊβική, το Λαογραφικό Μουσείο Τόμας Μορέλ, το Αρχαιολογικό Μουσείο με τα εκθέματα των αυτοχθόνων Ταΐνοι και το Μουσείο Καπνού αλλά και τα νεοκλασικά σπίτια στη Σαν Πέδρο ντε Μακορίς.

Αξίζει ακόμα να αναφερθούν και κάποια μνημεία που σχετίζονται με το Χριστόφορο Κολόμβο, ο οποίος και ανακάλυψε το νησί. Στη βόρεια ακτή της χώρας βρίσκεται η Λα Ισαβέλα, ο πρώτος οικισμός που ίδρυσε ο Γενουάτης θαλασσοπόρος στο Νέο Κόσμο, το 1494. Σήμερα στη θέση αυτή υπάρχει Ιστορικό Πάρκο, όπου εκτίθενται ευρήματα από τις ανασκαφές που διεξήχθησαν στο μέρος αυτό. Επίσης, ο Φάρος του Κολόμβου (1992) βρίσκεται στα ανατολικά της Δομινικανής Δημοκρατίας και αποτελεί ένα συγκρότημα διαμερισμάτων κατασκευασμένων από μπετόν. Στο Φάρο, που χτίστηκε για να εορταστούν τα 500 χρόνια από το πρώτο ταξίδι του Κολόμβου στην Αμερική, εκτίθενται τέχνεργα από το πλοίο του θαλασσοπόρου, τη Σάντα Μαρία. Επίσης, εκεί μεταφέρθηκε το υποτιθέμενο λείψανο του Κολόμβου από τον καθεδρικό ναό του Σάντο Ντομίνγκο, τον Οκτώβριο του 1992. Σύμφωνα με την ισπανική εκδοχή, η σορός του Κολόμβου μεταφέρθηκε στη Σεβίλλη.

Η Παλαιά Πόλη του Σάντο Ντομίνγκο ανακηρύχθηκε Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς από την UNESCO το 1990. Άλλα σημαντικά μνημεία στην πρωτεύουσα της Δομινικανής Δημοκρατίας είναι οι ναοί του Αγίου Φραγκίσκου και του Αγίου Νικολάου (αμφότεροι του 16ου αιώνα), ο καθεδρικός Ναός της Σάντα Μαρίας λα Μενόρ του 16ου αιώνα (όπου, όπως πιστευόταν, φυλασσόταν το λείψανο του Χριστόφορου Κολόμβου), το Εθνικό Πάνθεον που χτίστηκε από τους Ιησουίτες το 18ο αιώνα, η Πλατεία Πολιτισμού, το Πανεπιστήμιο του 1538 (αρχαιότερο της αμερικανικής ηπείρου) και πλήθος άλλων.

Μουσικοχορευτικές και καρναβαλικές εκδηλώσεις αφθονούν στη χώρα και στηρίζονται στη μερένγκε. Το Εθνικό Φεστιβάλ του εθνικού είδους μουσικής, που είναι η μερένγκε, διεξάγεται κάθε χρόνο, στα τέλη Ιουλίου με αρχές Αυγούστου.




#Article 86: Σημαία της Ελλάδας (1388 words)


Η σημαία της Ελλάδας περιέχει εννέα ισοπαχείς, οριζόντιες και εναλλασσόμενες λευκές και κυανές παράλληλες λωρίδες, καθώς και ως καντόνι (άνω προΐστιο μέρος) έναν λευκό Σταυρό μέσα σε ένα κυανό τετράγωνο. Οι εννέα λωρίδες αντιστοιχούν στις συλλαβές της ιστορικής φράσης «Ελευθερία ή Θάνατος», όπως παράλληλα και στα γράμματα της λέξης «Ελευθερία». Ο Σταυρός συμβολίζει την επικρατούσα θρησκεία της Ελλάδος, την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία. Επίσης, ήταν σύμβολο των Ελλήνων θαλασσοπόρων και συμβόλιζε τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.

Σημαίες και λάβαρα με το σύμβολο του σταυρού χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία κατά την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου.

Στη μεταβυζαντινή εποχή σημαίες με το σύμβολο του σταυρού είχαν χρησιμοποιηθεί από τους Έλληνες σε διάφορες εποχές και κατά τόπους σε περιπτώσεις εξεγέρσεων. Δημοτικά τραγούδια των αρματολών του 17ου και 18ου αιώνα αναφέρουν ότι αυτοί είχαν φλάμπουρα με τον σταυρό . 

Για παράδειγμα, δημοτικό του μικρού Χορμόπουλου (1683) αναφέρει:

Είν' ο Σουμήλας πώρχεται μαζί με τον Μεϊντάνη.
Και το μικρό Χορμόπουλο το χιλιοπαινεμένο
Πού'νε καμάρι των Κλεφτών καμάρι των Αγράφων,
Φέρουν τα φλάμπουρα ανοιχτά με το Σταυρό στη μέση.

Επίσης, το δημοτικό του Νικολού Τζουβάρα (1770), αρματολού της Λάμαρης:

Ρωτάτε για το Νικολό, τον καπετάν Τζιουβάρα,
Πού'ταν στο Λούρο αρματωλός, στο Καρπενήσι κλέφτης
Είχε φλάμπουρο όμορφο, κόκκινο και γαλάζιο,
Με το Χριστό, με το Σταυρό και με την Παναγία.

Η σημαία με λευκό σταυρό σε μπλε φόντο υψώθηκε από το στόλο που με αρχηγό τον Γιάννη Σταθά και υπαρχηγό τον Νικοτσάρα πραγματοποιούσε επιδρομές σε παράλια του βόρειου Αιγαίου το 1807. Αυτή ευλογήθηκε και υψώθηκε το 1807 στη Μονή Ευαγγελιστρίας στη Σκιάθο. Σε αυτή ο ηγούμενος Νήφων όρκισε τους οπλαρχηγούς Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, Ανδρέα Μιαούλη, Παπαθύμιο Βλαχάβα, Γιάννη Σταθά, Νικοτσάρα, τον Σκιαθίτη διδάσκαλο του Γένους Επιφάνιο-Στέφανο Δημητριάδη, τους Λαζαίους, τον Αναστάσιο Καρατάσο, τον Λιόλιο Ξηρολειβαδίτη, τον Νικόλαο Τσάμη και πολλούς άλλους. Οι καπεταναίοι είχαν συγκεντρωθεί στο Μοναστήρι για να σχεδιάσουν τις επόμενες κινήσεις τους για την Επανάσταση. Παραλλαγή της ήταν η σημαία του Παπαφλέσσα, φτιαγμένη από το μπλε εσωτερικό του ράσου του και την φουστανέλα ενός συμπολεμιστή του.

Το πρώτο έτος της Ελληνικής Επανάστασης δεν υπήρχε ενιαία διοίκηση και το κάθε στρατιωτικό σώμα έφερε τη δική του σημαία. Οι επαναστατικές σημαίες είτε ήταν τρίχρωμες (άσπρο-μαύρο-κόκκινο) με τα σύμβολα της Φιλικής Εταιρείας (όπως π.χ. τον φοίνικα που αναγεννιέται από τις στάχτες του ή την άγκυρα κ.ά.), τα οποία είχαν όλες οι σημαίες των νησιών, είτε ακολουθούσαν τα μπαϊράκια και τα φλάμπουρα των αρματολών φέροντας σταυρό μαζί με αγίους ή τον αετό, ενώ πολλά χωριά εξεγέρθηκαν υπό το λάβαρο της εκκλησίας της ενορίας τους.

Το 1822 πραγματοποιήθηκε η Α´ Εθνική Συνέλευση στην Επίδαυρο, η οποία ψήφισε το Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος, το πρώτο ελληνικό σύνταγμα. Στις παραγράφους ρδ' και ρε' του Προσωρινού Πολιτεύματος συναντάται η πρώτη απόφαση για τη μορφή της ελληνικής σημαίας, με την οποία καθιερώθηκαν το κυανό και το λευκό ως χρώματα της σημαίας και ανατέθηκε στο Εκτελεστικό Σώμα να προσδιορίσει τη μορφή της.

Σύμφωνα με μια θεωρία θέλησαν να αποφύγουν το κόκκινο και το πράσινο, χρώματα δηλαδή που συνδέονταν με τον ισλαμισμό και την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ενώ παράλληλα σύμφωνα με άλλη θεωρία, η επιλογή των χρωμάτων έγιναν για να συμβολίζει το γαλάζιο της θάλασσας του Αιγαίου και το λευκό των κυμάτων. Πάντως η πιο διαδεδομένη θεωρία για το πλήθος των λωρίδων, είναι ότι συμβολίζουν τις συλλαβές της φράσης «ελευθερία ή θάνατος», οι πέντε κυανές τις συλλαβές «Ε-λευ-θε-ρί-α» και οι τέσσερις λευκές «ή θά-να-τος». Οι θεωρίες για την επιλογή των χρωμάτων και το συμβολισμό των λωρίδων κρίνονται συχνά βέβαια ως λαϊκοί θρύλοι και ρομαντισμοί. Ωστόσο, γεγονός είναι πως πολλές από τις σημαίες της επανάστασης έφεραν μία από τις φράσεις «Ελευθερία ή Θάνατος», «Ή ΤΑΝ Ή ΕΠΙ ΤΑΣ», ή «ΝΙΚΗ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ».

Στις 15 Μαρτίου 1822 εκδόθηκε η απόφαση 540 του εκτελεστικού, υπογεγραμμένη από τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, πρόεδρο του. Το διάταγμα όριζε για τις σημαίες ότι:

α) των μεν κατά γην δυνάμεων η σημαία, σχήματος τετραγώνου, θα είχεν εμβαδόν κυανούν, το οποίο θα διηρείτο εις τέσσαρα ίσα τμήματα από άκρων έως άκρων του εμβαδού

β) η δε κατά θάλασσαν σημαία θα ήτο διττή' μία διά τα πολεμικά και άλλη διά τα εμπορικά πλοία. Και της μεν διά τα πολεμικά πλοία το εμβαδόν θα διηρείτο ες εννέα οριζόντια παραλληλόγραμμα, παραμειβομένων εις αυτά των χρωμάτων λευκού και κυανού' εις την άνω δε προς τα έσω γωνίαν τούτου του εμβαδού εσχηματίζετο τετράγωνον κυανόχρουν, διηρημένον εν τω μέσω δι' ενός σταυρού λευκοχρόου. Της δε διά τα εμπορικά πλοία διωρισμένης το εμβαδό θα ήτο κυανούν' εις την άνω προς τα έσω γωνίαν τούτου του εμβαδού εσχηματίζετο ωσαύτως τετράγωνον λευκόχρουν και διηρημένον εν τω μέσω δι' ενός σταυρού κυανοχρόου.

Σύμφωνα με κείμενο στο ιστορικό αρχείο της Εθνικής Βιβλιοθήκης Αθηνών υπ' αριθμόν 8711, η πρώτη σημαία που υψώθηκε στα Καλάβρυτα:

 

 

Επί Όθωνα προστέθηκαν στη σημαία του στρατού ξηράς και του πολεμικού ναυτικού τα βασιλικά παράσημα. Η εμπορική σημαία ορίστηκε να είναι σαν την σημαία του πολεμικού ναυτικού, χωρίς τα παράσημα.

Το 1862 με την κατάλυση της βασιλείας του Όθωνα, αφαιρέθηκαν απ' τις σημαίες τα βασιλικά παράσημα. Επί Γεωργίου Α΄ προστέθηκε στις σημαίες στρατού και πολεμικού ναυτικού το βασιλικό στέμμα. Το 1864, ορίστηκε η σημαία του πεζικού να φέρει στο κέντρο της εικόνα του Αγίου Γεωργίου, προστάτη του πεζικού. Στις 31 Μαΐου 1914 εκδόθηκε βασιλικό διάταγμα που όριζε με ακρίβεια τη μορφή των σημαιών, χωρίς να μεταβάλλει τα βασικά χαρακτηριστικά που ήδη είχαν. Ορίστηκε επίσης σημαία που θα χρησιμοποιείται από υπουργεία, πρεσβείες, δημόσιες ή δημοτικές υπηρεσίες και φρούρια. Ακόμη όρισε ότι η σημαία του εμπορικού ναυτικού είναι και η εθνική σημαία, αυτή δηλαδή που επιτρεπόταν να υψώνουν και οι ιδιώτες. Στις 25 Μαρτίου 1924 τα Υπουργεία Στρατιωτικών και Ναυτικών αφαίρεσαν τα στέμματα από τις σημαίες, εκτελώντας το ψήφισμα της Δ΄ Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης στην Αθήνα «Περί ανακηρύξεως τής Δημοκρατίας».

Στις 20 Φεβρουαρίου 1930 νέο διάταγμα για τη μορφή της Σημαίας, όριζε ότι η κλίμακα της εθνικής σημαίας είναι 2:3. Η επίσημη σημαία είναι «κυανούν ορθογώνιο, με αναλογίες διαστάσεων επίσης 2:3, το οποίο διαιρείται σε τέσσερα ίσα ορθογώνια δι' ορθίου λευκού σταυρού, του οποίου αι κεραίαι έχουσι πλάτος ίσον προς το 1/5 του πλάτους της σημαίας». Η επίσημη σημαία ορίστηκε να χρησιμοποιείται από υπουργεία πρεσβείες, δημόσιες ή δημοτικές υπηρεσίες και φρούρια και η εθνική σημαία από πολεμικά και εμπορικά πλοία, ναυτικά και λιμενικά καταστήματα και ιδρύματα, από τα προξενεία και από τους ιδιώτες. Το διάταγμα όριζε ακόμη η σημαία του πεζικού να χρησιμοποιείται από τα συντάγματα πεζικού και ευζώνων, και στον ιστό της να φέρει υπερκείμενη σταυροφόρο χρυσή σφαίρα με εμπρός τον αριθμό του συντάγματος και πίσω το γράμμα Π.

Στις 10 Οκτωβρίου του 1935 επαναφέρθηκαν τα στέμματα στις σημαίες με το ψήφισμα της Ε΄ Εθνικής Συνέλευσης στην Αθήνα «Περί καταργήσεως τής αβασιλεύτου Δημοκρατίας». Το 1967, η Χούντα των Συνταγματαρχών αφαίρεσε το στέμμα από τις σημαίες, και το 1969 με νέο ψήφισμα καταργήθηκε η σημαία του πεζικού και καθιερώθηκε ως επίσημη σημαία εκείνη του Ναυτικού. Στις 18 Αυγούστου του 1970, η αναλογία της σημαίας μετατράπηκε από 2:3 σε 7:12. Μετά τη Μεταπολίτευση, ο Νόμος 48/1975 και το Προεδρικό Διάταγμα 515/1975 ρύθμιζαν με λεπτομέρειες τη μορφή και τις διαστάσεις της σημαίας.

Ο Νόμος 851/21-12-1978 (ΦΕΚ 233 τ. Α΄) «Περί εθνικής Σημαίας, των Πολεμικών Σημαιών καί του Διακριτικού Σήματος τού Προέδρου τής Δημοκρατίας» καθόριζε την επίσημη εθνική σημαία που χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα, καθώς και τις τεχνικές και τυπικές προδιαγραφές της. Η κλίμακα της σημαίας άλλαξε πάλι σε 2:3, όπως φαίνεται από τις διαστάσεις που προβλέπονται (π.χ. 432:648 ή 90:135). Στα πλαίσια του άρθρου 9, καταργήθηκαν οι διατάξεις των προηγούμενων ετών (1967, 1969, 1971, 1973, 1975). Η επίσημη σημαία, ίδια με τη σημαία του στρατού ξηράς, καταργήθηκε με αυτόν το νόμο και αντικαταστάθηκε πλήρως από την εθνική σημαία, η ανάρτηση της οποίας γίνεται πάνω σε λευκό κοντό, στην κορυφή του οποίου υπάρχει (σε συγκεκριμένες περιπτώσεις) λευκός σταυρός.

Το 1980, το Προεδρικό Διάταγμα 348/17-4-1980 (ΦΕΚ 98 τ. Α΄), καθόριζε με λεπτομέρειες τις προδιαγραφές για τις πολεμικές σημαίες. Η σημαία της Πολεμικής Αεροπορίας φέρει στο κέντρο του σταυρού την εικόνα του Αρχάγγελου Μιχαήλ.

Η ελληνική σημαία εορτάζει και τιμάται στις 27 Οκτωβρίου, παραμονή της επετείου του Όχι. Δίπλα στην κρατική σημαία της Κυπριακής Δημοκρατίας συχνά συναντάται και η εθνική ελληνική σημαία. Σε μερικούς θεσμούς όπως η εκπαίδευση και ο στρατός η παρουσία της ελληνικής σημαίας είναι επίσημη και θεσμοθετημένη.

Η επίσημη σημαία της Ελλάδας, όπως εξελίχθηκε με το πέρασμα του χρόνου.

Σημαιολογική (vexillological) μελέτη γραφικής συγγένειας (όχι ιστορικής). Οι σημαίες αυτές ανήκουν σε κοινή σχεδιαστική ομάδα, δεν ταυτίζονται σχηματικά.




#Article 87: Πρωτεύουσα (405 words)


Πρωτεύουσα ονομάζεται η πόλη στην οποία βρίσκεται η έδρα κυβέρνησης ενός κυρίαρχου κράτους, μίας διοικητικής διαίρεσης ή ενός οργανισμού. Συνήθως είναι η μεγαλύτερη πόλη ενός κράτους αλλά υπάρχουν και εξαιρέσεις όπως π.χ. στις ΗΠΑ, όπου η Νέα Υόρκη είναι η πολυπληθέστερη πόλη αλλά πρωτεύουσα είναι η Ουάσινγκτον που είναι η 20η. Μερικές χώρες έχουν δύο ή και περισσότερες πρωτεύουσες, παράδειγμα η Νότια Αφρική έχει τρεις πρωτεύουσες, την Πρετόρια, το Μπλουμφοντέιν και την Κέιπ Τάουν και μεγαλύτερη πόλη το Γιοχάνεσμπουργκ.  

Στο πέρασμα του χρόνου πολλές φορές έχει συμβεί μεταφορά μιας πρωτεύουσας σε μία άλλη πόλη όπως για παράδειγμα συνέβη στη Ρωσία, από τη Μόσχα στην Αγία Πετρούπολη το 1712, ή στην Ελλάδα, από το Ναύπλιο στην Αθήνα το 1834.

Πολλές φορές τα ΜΜΕ αναφέρουν το όνομα της πρωτεύουσας ως ένα εναλλακτικό όνομα για μια χώρα. Για παράδειγμα Οι σχέσεις μεταξύ Αθηνών και Ρώμης αναφέρονται στις σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας.  

Στα Ελληνικά η λέξη «Πρωτεύουσα» προέρχεται απο το αρσενικό «Πρωτεύων» που σημαίνει Αυτός που πρωτεύει, αυτός που είναι πρώτος. Στα Αγγλικά και στις Δυτικοευρωπαϊκές γλώσσες χρησιμοποιείται η λέξη «Capital, Capitale κτλ». Προέρχεται απο το Λατινικό «Caput» που σημαίνει «Κεφάλι».

Στο πέρασμα του χρόνου, πολλές χώρες αλλά και αυτοκρατορίες έχτισαν μια νέα πρωτεύουσα για διάφορους λόγους. Μερικά παραδείγματα αποτελούν:

Το 2015, η Αίγυπτος ανακοίνωσε την κατασκευή μιας νέας πρωτεύουσας, η οποία θα φιλοξενήσει έως και 6.000.000 κατοίκους. Το Κάϊρο, το οποίο αποτελούσε πρωτεύουσα της χώρας από το 969, έχει ξεπεράσει τα 20.000.000 με αποτέλεσμα να αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες πόλεις του κόσμου, καθώς και μία από τις πιο μολυσμένες. Το 2019, η Ινδονησία ανακοίνωσε την επιθυμία να μετακινήσει την πρωτεύουσα της άλλου, αφού σύμφωνα με έρευνες, η τωρινή πρωτεύουσα, η Τζακάρτα κινδυνεύει να βυθισθεί. 

Βασίλειο της Αγγλίας: Πρωτεύουσα ήταν το Σίτι του Λονδίνου αλλά η κυβέρνηση έδρευε στο Γουέστμινστερ. Σήμερα και οι δύο περιοχές αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του μητροπολιτικού Λονδίνου.

Ισραήλ: Η Ιερουσαλήμ διεκδικείται και από το Ισραήλ και από την Παλαιστίνη ως πρωτεύουσα τους. Καμία χώρα, με εξαίρεση τις ΗΠΑ δεν αναγνωρίζει την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ, για αυτό όλες οι διπλωματικές αποστολές βρίσκονται στο Τελ Αβίβ. 

Με την άνοδο των Εθνών-Κρατών η πρωτεύουσα θεωρείται εθνικό σύμβολο:

Συνήθως, σε έναν πόλεμο η πρωτεύουσα θεωρείται ο κύριος στόχος του εχθρού. Ετσι η Γερμανία ανακοίνωσε τη νίκη τους στη Μάχη της Γαλλίας μόνο αφότου μπήκαν στο Παρίσι. Παρομοίως, στην Ελλάδα, η Γερμανία ανακοίνωσε τη νίκη, μόνο όταν τα στρατεύματα της μπήκαν στην Αθήνα. 

Κατάλογος εθνικών πρωτευουσών




#Article 88: Αθήνα (12483 words)


Η Αθήνα είναι η μεταγενέστερη πρωτεύουσα της Ελλάδας από το 1834 και η μεγαλύτερη και πιο πυκνοκατοικημένη πόλη της χώρας. Πήρε το όνομά της από την Θεά Αθηνά. Βρίσκεται στην Αττική, στην ανατολική Στερεά Ελλάδα, και είναι από τις αρχαιότερες πόλεις του κόσμου, με την καταγεγραμμένη ιστορία της να φθάνει ως το 3.200 π.Χ. Η Αρχαία Αθήνα, αρχικά οικισμός πάνω στην Ακρόπολη, εξελίχθηκε τον 6ο αιώνα π.Χ. σε μία πανίσχυρη πόλη–κράτος, που αναπτύχθηκε παράλληλα με το λιμάνι της, το οποίο αρχικά ήταν το Φάληρο και αργότερα ο Πειραιάς. Υπήρξε μέχρι τον 6ο αιώνα, το σημαντικότερο κέντρο των τεχνών, της γνώσης και της φιλοσοφίας, έδρα της Ακαδημίας Πλάτωνος και του Λυκείου του Αριστοτέλη. Αναφέρεται ευρέως ως γενέτειρα της δημοκρατίας. Συχνά, η Αθήνα, όπως και γενικότερα η Ελλάδα, χαρακτηρίζεται «λίκνο του δυτικού πολιτισμού», ενώ άλλες φορές, ο τίτλος αυτός αποδίδεται στη Μεσοποταμία. Η σύγχρονη Αθήνα είναι το κέντρο της οικονομικής, βιομηχανικής, πολιτικής και πολιτιστικής ζωής της Ελλάδας. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Στατιστική Υπηρεσία, η Ευρύτερη Αστική Περιοχή της Αθήνας, η οποία ουσιαστικά συμπίπτει με την Περιφέρεια Αττικής, είναι η 7η πολυπληθέστερη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με τον πληθυσμό της να εκτιμάται το 2004 στους 4.013.368 κατοίκους.

Το πολεοδομικό συγκρότημα Αθηνών - Πειραιώς, δηλαδή η περιοχή της Αθήνας, του Πειραιά και των προαστίων τους, έχει πληθυσμό 3.218.218 κατοίκων. Η περιοχή του ανήκει διοικητικά σε πέντε περιφερειακές ενότητες της Περιφέρειας Αττικής: Κεντρικού Τομέα Αθηνών, Βορείου Τομέα Αθηνών, Νοτίου Τομέα Αθηνών, Δυτικού Τομέα Αθηνών και την Περιφερειακή Ενότητα Πειραιώς. Το κέντρο των Αθηνών βρίσκεται στον Δήμο Αθηναίων και του Πειραιά στον Δήμο Πειραιά. Ο Πειραιάς, ιστορικά γνωστός ως το «επίνειο των Αθηνών», είναι το μεγαλύτερο λιμάνι της Ελλάδας. Τα κέντρα των δύο πόλεων απέχουν εννέα χιλιόμετρα και παλαιότερα ο Πειραιάς χωριζόταν από την Αθήνα από άκτιστες εκτάσεις, αλλά σήμερα, μετά από τη μεγάλη οικιστική ανάπτυξη της περιοχής τον 19ο και 20ό αιώνα, ο Πειραιάς έχει ενωθεί πολεοδομικά με την Αθήνα.

Η κληρονομιά της κλασικής εποχής είναι ακόμη φανερή στην πόλη, εκπροσωπούμενη από αρχαία μνημεία και έργα τέχνης, με γνωστότερο όλων τον Παρθενώνα, που θεωρείται εμβληματικό μνημείο του αρχαίου Δυτικού πολιτισμού. Στην πόλη διατηρούνται ακόμη Ρωμαϊκά και Βυζαντινά μνημεία, καθώς και μικρός αριθμός Οθωμανικών μνημείων, ενώ στον ιστορικό της πυρήνα υπάρχουν στοιχεία που αποτυπώνουν την ιστορική συνέχεια της πολής. Στην Αθήνα βρίσκονται δύο Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO, η Ακρόπολη και η μεσαιωνική Μονή Δαφνίου. Αξιοθέατα της νεότερης εποχής, χρονολογούμενα από την καθιέρωση της Αθήνας ως πρωτεύουσας του ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους το 1834, περιλαμβάνουν τη Βουλή των Ελλήνων (19ος αιώνας), την Τριλογία, ένα σύνολο τριών κτηρίων: η Εθνική Βιβλιοθήκη, το Πανεπιστήμιο και η Ακαδημία και πολλά ακόμα κτήρια, τα περισσότερα δωρεές εθνικών ευεργετών. Η Αθήνα φιλοξένησε τους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες το 1896 και 108 χρόνια αργότερα διοργάνωσε τους Θερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Στην Αθήνα βρίσκονται το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, που διαθέτει τη μεγαλύτερη συλλογή στον κόσμο αρχαίων ελληνικών αρχαιοτήτων, καθώς και το νέο Μουσείο Ακρόπολης.

Στην Αρχαία Ελλάδα η πόλη αναφερόταν στον πληθυντικό αριθμό: «» καθώς αποτελούσε συνοικισμό των διάσπαρτων δήμων της Αττικής, τους οποίους σύμφωνα με το μύθο, συνένωσε ο μυθικός βασιλιάς Θησέας. Το 19ο αιώνα το όνομα αυτό επανήλθε ως το επίσημο όνομα της πόλης. Το 1979, με την εγκατάλειψη της καθαρεύουσας, το όνομα «Αθήνα» καθιερώθηκε ως το επίσημο. Εν τούτοις, συχνή παραμένει η χρήση του πληθυντικού στην γενική πτώση: Αθηνών, ιδίως στον γραπτό λόγο ή σε ονομασίες ιδρυμάτων, όπως η Ακαδημία Αθηνών.

Πολιούχος της Αθήνας είναι ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης.

Το πολεοδομικό συγκρότημα Αθηνών απλώνεται στο Λεκανοπέδιο Αττικής, το οποίο περικλείεται από πέντε βουνά: το Όρος Αιγάλεω και το Ποικίλο Όρος στα δυτικά, την Πάρνηθα στα βορειοδυτικά, την Πεντέλη στα βορειοανατολικά και τον Υμηττό στα ανατολικά. Η Πάρνηθα, με μέγιστο υψόμετρο 1.413 μέτρων, είναι το ψηλότερο από τα βουνά, ενώ μεγάλο μέρος της έκτασής της έχει ανακηρυχθεί Εθνικός δρυμός. Ο Σαρωνικός κόλπος οριοθετεί την Αθήνα στα νότια.

Η Αθήνα είναι χτισμένη γύρω από αρκετούς λόφους. Ο Λυκαβηττός είναι ένας από τους ψηλότερους λόφους της κυρίως πόλης και προσφέρει θέα ολόκληρου του Λεκανοπέδιου. Η γεωμορφολογία της Αθήνας θεωρείται ως μια από τις πιο ιδιαίτερες στον κόσμο, λόγω των βουνών της, που προκαλούν ένα φαινόμενο θερμοκρασιακής αναστροφής, που σε συνδυασμό με τις δυσκολίες της Ελληνικής Κυβέρνησης να ελέγξει την εκπομπή ρύπων, ευθύνεται για τα προβλήματα ατμοσφαιρικής ρύπανσης που αντιμετωπίζει η πόλη. Αυτό το ζήτημα δεν εμφανίζεται μόνο στην Αθήνα. Για παράδειγμα το Λος Άντζελες και η Πόλη του Μεξικού υποφέρουν από παρόμοια προβλήματα γεωμορφολογικής αναστροφής.

Ο Κηφισός, ο Ιλισός και ο Ηριδανός είναι οι ιστορικοί ποταμοί της Αθήνας. Το μεγαλύτερο τμήμα της κοίτης τους έχει καλυφθεί από συγκοινωνιακά έργα (Κηφισός: Εθνική Οδός Αθηνών - Λαμίας, Ιλισός: Μιχαλακοπούλου - Καλλιρρόης) συμβάλλοντας στην υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος του Λεκανοπεδίου.

Η Αθήνα έχει ένα υποτροπικό Μεσογειακό κλίμα (Κλιματική ταξινόμηση Κέππεν: Csa). Το κυριότερο χαρακτηριστικό του Αθηναϊκού κλίματος είναι η εναλλαγή παρατεταμένων ζεστών και ξηρών καλοκαιριών και ήπιων, υγρών χειμώνων. Με μέση ετήσια βροχόπτωση 417.2 χιλιοστών, βροχές εμφανίζονται μεταξύ των μηνών Οκτωβρίου και Απριλίου. Ο Ιούλιος και ο Αύγουστος είναι οι ξηρότεροι μήνες, με καταιγίδες σπανίως, μια ή δύο φορές το μήνα. Οι χειμώνες είναι ήπιοι και βροχεροί, με μέση θερμοκρασία του Ιανουαρίου 8.9 °C στη Νέα Φιλαδέλφεια και 10.3 °C στο Ελληνικό. Επιπρόσθετα, από τα στοιχεία του κλιματικού άτλαντα της Εθνικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας προκύπτει πως η Αθηναϊκή Ριβιέρα κατατάσσεται στα θερμά ημίξηρα κλίματα (Bsh) σύμφωνα με την Κλιματική ταξινόμηση Κέππεν. Οι χιονοπτώσεις είναι συχνότερες στα βόρεια προάστια της πόλης.

Η ετήσια βροχόπτωση στην Αθήνα είναι χαρακτηριστικά χαμηλότερη από ότι σε άλλα μέρη της Ελλάδας, ιδιαίτερα στη δυτική Ελλάδα. Για παράδειγμα τα Ιωάννινα δέχονται γύρω στα 1.300 χλ. το χρόνο και το Αγρίνιο περίπου 800. Τα μέσα ημερήσια υψηλά του Ιουλίου (1989-2018) έχουν μετρηθεί στους 34.8 °C στο μετεωρολογικό σταθμό της Νέας Φιλαδέλφειας, όμως άλλα μέρη της πόλης μπορεί να είναι ακόμη πιο ζεστά, ιδιαίτερα οι δυτικές περιοχές της, εν μέρει λόγω της εκβιομηχάνισης και εν μέρει λόγω ορισμένων φυσικών παραγόντων, ήδη γνωστών από τα μέσα του 19ου αιώνα. Οι θερμοκρασίες ξεπερνούν συχνά τους 38 °C κατά τους γνωστούς καύσωνες στην πόλη.

Η πόλη της Αθήνας επηρεάζεται από το φαινόμενο της αστικής θερμονησίδας σε μερικές περιοχές, που προκαλείται από την ανθρώπινη δραστηριότητα, αυξάνοντας τις θερμοκρασίες τους σε σχέση με τις γύρω αδόμητες περιοχές και επιφέρει αρνητικές συνέπειες στην κατανάλωση ενέργειας, τις δαπάνες για δροσιά και την υγεία. Η αστική θερμονησίδα της πόλης έχει επίσης βρεθεί ότι ευθύνεται εν μέρει για τις μεταβολές των κλιματολογικών θερμοκρασιακών χρονοσειρών συγκεκριμένων μετεωρολογικών σταθμών της Αθήνας, λόγω της επίδρασής της στις θερμοκρασίες και τις τάσεις τους, που καταγράφονται από αυτούς. Αφετέρου άλλοι μετεωρολογικοί σταθμοί, όπως εκείνοι του Εθνικού Κήπου και του Θησείου, επηρεάζονται λιγότερο ή καθόλου από την αστική θερμονησίδα.

Η Αθήνα κατέχει το ρεκόρ του Παγκόσμιου Μετεωρολογικού Οργανισμού της υψηλότερης θερμοκρασίας, που έχει ποτέ καταγραφεί στην Ευρώπη, 48.0 °C στα προάστια της Αθήνας Ελευσίνα και Τατόι στις 10 Ιουλίου 1977. Στον παρακάτω πίνακα παρουσιάζονται τα κλιματικά δεδομένα της εικοσαετίας 2001-2020, όπως προκύπτουν από τις καταγραφές του μετεωρολογικού σταθμού στο Θησείο.

Το όνομα της πόλης της Αθήνας, προέρχεται από την προστάτιδα θεά Αθηνά. Αυτό είναι και ένα ακόμη στοιχείο της αρχαιότητας της πόλης μιας και παραπέμπει ευθέως σε μητριαρχικές κοινωνίες. Σε παλαιότερα ελληνικά, όπως μαρτυρείται και στα Ομηρικά Έπη, το όνομα της πόλης ήταν στον ενικό ως Ἀθήνη και αργότερα μετατράπηκε στον πληθυντικό ως Ἀθῆναι όμοια με άλλες πόλεις όπως τις Θήβες (Θῆβαι) και τις Μυκήνες (Μυκῆναι). Κατά τον Μεσαίωνα το όνομα αποδόθηκε στην καθομιλουμένη στον ενικό αν και λόγω του συντηρητισμού του γραπτού λόγου και του γλωσσικού ζητήματος η επίσημη ονομασία παρέμεινε ως Ἀθῆναι μέχρι την κατάργηση της καθαρεύουσας.

Παλαιότερα, είχαν προταθεί άλλες ετυμολογήσεις από λόγιους του 19ου αιώνα. Ο Κρίστιαν Λόμπεκ πρότεινε ως ρίζα του ονόματος την λέξη ἄθος ή ἄνθος για να δηλώσει την Αθήνα ως πόλη ανθούσα. Μετέφρασε ακόμη την πόλη στα λατινικά ως Florentia. Ο Λούντβιχ Ντεντερλάιν πρότεινε ως ρίζα το επικό ρήμα θάω (θέμα θη–), δηλαδή θηλάζω, που δηλώνει ότι η Αθήνα έχει εύφορη γη.

Κατά τη μυθολογία λέγεται ότι η πόλη έχει το όνομα της θεάς Αθηνάς, μετά από τον αγώνα της με τον θεό της θάλασσας Ποσειδώνα για να αναδειχθεί το καλύτερο δώρο, που είχε καθένας για την πόλη. Συγκεκριμένα ο πρώτος βασιλιάς της Αθήνας Κέκροπας, ο οποίος ήταν μισός άνθρωπος και μισός φίδι, έπρεπε να αποφασίσει ποιος θα ήταν ο προστάτης της πόλης. Οι δύο θεοί Ποσειδώνας και Αθηνά θα έκαναν από ένα δώρο στον Κέκροπα και όποιος έκανε το καλύτερο, αυτός θα γινόταν προστάτης. Εμφανίστηκαν και οι δύο μπροστά στον Κέκροπα και πρώτος ο Ποσειδώνας χτύπησε την τρίαινά του στο έδαφος και εμφανίστηκε ένα ρυάκι με γάργαρο νερό. Μετά η Αθηνά χτύπησε το δόρυ της στο έδαφος και εμφανίστηκε μια μικρή ελιά. Ο Κέκροπας παραξενεύτηκε αλλά και εντυπωσιάστηκε από το δώρο της Αθηνάς και αποφάσισε να διαλέξει το δώρο της και αυτήν ως προστάτιδα της πόλης. Έτσι πήρε η Αθήνα το όνομά της. Όμως, ο Ποσειδώνας, θυμωμένος με τον Κέκροπα, καταράστηκε την Αθήνα να μην έχει ποτέ αρκετό νερό. Έτσι από τότε ξεκίνησε το πρόβλημα της λειψυδρίας που ταλαιπωρούσε την Αθήνα.

Η ίδρυση της Αθήνας χάνεται στην αχλή του μύθου, καθώς είναι γενικά αποδεκτό ότι προϋπήρχε της Μυκηναϊκής Εποχής. Είναι γνωστό ότι πράγματι υπήρχαν προϊστορικά πορίσματα στην Αττική, αλλά από πότε ακριβώς πρωτοχρησιμοποιήθηκε για ένα τουλάχιστον από αυτά το όνομα «Αθήνα» είναι άγνωστο.

Σύμφωνα με τον Πλάτωνα στον Τίμαιο, Αιγύπτιοι ιερείς της Ίσιδος αποκάλυψαν στον Σόλωνα που τους επισκέφτηκε ότι σύμφωνα με τα αρχεία τους, υπήρχε πόλη ακμάζουσα με το όνομα «Αθήνα» πριν από το 9600 π.Χ. Φυσικά η ακρίβεια της αναφοράς αμφισβητείται, όπως και ο υπολογισμός του έτους, αλλά ελλείψει ακριβέστερων στοιχείων και αναφορών, διατηρεί κάποια ενδεικτική αξία.

Πρώτοι κάτοικοι της περιοχής θεωρούνται οι Πελασγοί. Πρώτος βασιλιάς της πόλης, σύμφωνα με τη μυθολογία, ήταν ο Κέκροπας, από τον οποίο ονομάστηκε το τμήμα κείμενο μεταξύ της Ακροπόλης, των Αχαρνών και της Ελευσίνας «Κεκροπία».

Ο μύθος του Θησέα και του Μινώταυρου φανερώνει την ύπαρξη σχέσης υποτέλειας της Αθήνας προς τη Μινωική Κρήτη, μετά τον θάνατο του γιου του Μίνωα, του Ανδρόγεω. Πατέρας του Θησέα ήταν ο Αιγέας, βασιλιάς των Αθηνών μέχρι τον θάνατό του, οπότε και πέρασε ο θρόνος στον γιο του τον Θησέα. Τον θρόνο αμφισβήτησαν οι Παλλαντίδες γιοι του Πάλλαντος, αδελφού του Αιγέα, αλλά σφαγιάστηκαν από τον Θησέα, ο οποίος παρέμεινε βασιλιάς και κέρδισε ξανά την εύνοια των πολιτών του.

Κατά την Εποχή του Τρωικού Πολέμου η Αθήνα πήρε το μέρος των Μυκηνών, επιστρατεύοντας κατά της Τροίας με επικεφαλής τον Μενεσθέα και σημαντική στρατιωτική και ναυτική δύναμη 50 πλοίων (κατ' εκτίμηση 1.650-2.750 άνδρες) όπως αναφέρεται στον κατάλογο πλοίων που αναφέρεται στην Ιλιάδα. Τα γεγονότα αυτά κατατάσσουν την Αθήνα, που καταλάμβανε τότε την Αττική, χωρίς τη Μεγαρίδα (που υπαγόταν στη Σαλαμίνα), και τον Ωρωπό (που ανήκε στη Βοιωτία), σε μια πολύ σημαντική ελληνική πόλη. Λειτουργούσαν όμως ήδη από το 3000 π.Χ. τα μεταλλεία Λαυρίου παρέχοντας στην πόλη μόλυβδο και άργυρο (αργότερα την Εποχή του Σιδήρου και σίδηρο). Η παραγωγή κεραμικών, λαδιού, μελιού και κρασιού, καθώς και μαρμάρου από την Πεντέλη, σε συνδυασμό με την εμπορική δραστηριότητα, σηματοδοτούν μια οικονομικά ακμάζουσα πόλη. Ο βαθμός ανεξαρτησίας της, όμως, λόγω της ηγεμονίας των Μυκηνών, ήταν μάλλον μικρός, μέχρι και την παρακμή του πολιτισμού αυτού.

Η Αθήνα διέφυγε πάντως την καταστροφή ή υποδούλωση από την Κάθοδο των Δωριέων. Σύμφωνα, με τον μύθο, οι Δωριείς ρώτησαν το μαντείο των Δελφών για το αν μπορούν να κατακτήσουν την Αθήνα. Το μαντείο τους απάντησε, ότι θα την κατακτήσουν, μόνο αν δεν σκοτώσουν τον βασιλιά της, τον Κόδρο. Ο Κόδρος, όταν έμαθε για αυτό τον χρησμό ντύθηκε σαν χωριάτης και βγήκε από την πόλη. Εκεί, αφού συνάντησε στρατιώτες από το αντίπαλο στρατόπεδο, σκότωσε τον έναν, και ο ένας άλλος στρατιώτης αντιδρώντας, και μη γνωρίζοντας την πραγματική του ταυτότητα, τον σκότωσε. Όταν οι Αθηναίοι ζήτησαν τη σορό του βασιλιά τους, οι Δωριείς φοβήθηκαν και αποσύρθηκαν από την περιοχή της Αθήνας, κρατώντας μόνο τα Μέγαρα.

Το 632 π.Χ., ο Ολυμπιονίκης Κύλων, θέλησε να γίνει τύραννος της Αθήνας. Κατέλαβε την Ακρόπολη αλλά ο Αλκμεωνίδης Μεγακλής, αντέδρασε και πολιόρκησε την Ακρόπολη, αναγκάζοντας τον ίδιο και τον αδελφό του να καταφύγουν στα Μέγαρα ενώ οι οπαδοί του, ικέτες στους βωμούς. Σύμφωνα, με αυτό το έθιμο οποίος καταφύγει ικέτης στους βωμούς, θεωρείται προστατευόμενος των θεών, έτσι κανένας δεν έχει το δικαίωμα να τους πειράξει. Οι οπαδοί του Μεγακλή, όμως, τους σκότωσαν παραβιάζοντας αυτό το έθιμο, με αποτέλεσμα οι Αλκμεωνίδες να εξοριστούν από την Αθήνα. Επέστρεψαν με τη γενική αμνηστία του Σόλωνα.

Πρώτος νομοθέτης της πόλης ήταν ο Δράκων, ο οποίος θέσπισε το 621 π.Χ., τους Δρακόντειους Νόμους, γραμμένους σε μαρμάρινες πλάκες. Κατά την παράδοση, οι νόμοι ήταν τόσο αυστηροί, που ο όρος «Δρακόντεια μέτρα» δήλωνε μέτρα αμείλικτα και σκληρά, ακόμα και σήμερα. Τη νομοθεσία του Δράκοντα διαδέχθηκαν οι νόμοι του Σόλωνα. Βασικότεροι όλων ήταν η «Σεισάχθεια», κατάργηση της υποδούλωσης ελεύθερων πολιτών για χρέη και ο αναδασμός της γης.

Από το 561 π.Χ. μέχρι το 527 π.Χ., η Αθήνα κυβερνιόνταν, ανά διαστήματα, από τον Πεισίστρατο. Έκανε πολλά έργα για την Αθήνα και τίμησε την ιδιαίτερη του πατρίδα, την Βραυρώνα. Δεν θα ήταν υπερβολικό να πούμε ότι ο Πεισίστρατος έθεσε τις βάσεις για το μελλοντικό μεγαλείο της Κλασικής Αθήνας. Μετά τον θάνατο του, η εξουσία πέρασε στα χέρια του Ιππία και του Ιππάρχου. Ο δεύτερος δολοφονήθηκε το 514 π.Χ., και ο πρώτος ανατράπηκε, με τη βοήθεια της Σπάρτης, το 510 π.Χ.

Το 508 π.Χ., ο Κλεισθένης, ως μεταρρυθμιστής των Αθηνών από το γένος των Αλκμεωνιδών, εφάρμοσε την ισονομία και την ισοπολιτεία, καταργώντας τις παλαιές φυλές και ιδρύοντας τεχνητές, με ονόματα που προέρχονται από τον τοπικό ήρωα της κάθε περιοχής. Χώρισε δε την αττική γη στο άστυ, τη μεσογαία και την παράλια χώρα, κατανέμοντας ισάριθμα τον πληθυσμό της κάθε φυλής σε δήμους κι από τις τρεις ζώνες, ενώ παράλληλα νομοθέτησε υπέρ της ποινής του οστρακισμού. Έτσι, γεννήθηκε η Δημοκρατία.

Η Αθήνα έστειλε βοήθεια 20 πλοίων (4.000 άνδρες) κατά την Ιωνική Επανάσταση (499 - 493). Αυτό αποτέλεσε την αφορμή για τις Περσικές Εκστρατείες κατά της ηπειρωτικής Ελλάδας. Η Αθήνα απέκρουσε με επιτυχία, μαζί με τις Πλαταιές, τη δεύτερη εκστρατεία του Δάτη και του Αρταφέρνη, κατά την οποία ήταν ο κύριος περσικός αντικειμενικός στόχος. Η πόλη παρέταξε 10.000 οπλίτες στη μάχη του Μαραθώνα με αρχηγό τον Μιλτιάδη. Κατά την εκστρατεία του Ξέρξη η πόλη παρέταξε 8.000 οπλίτες στη μάχη των Πλαταιών με αρχηγό τον Αριστείδη και 200 τριήρεις, στη ναυμαχία της Σαλαμίνας με αρχηγό τον Θεμιστοκλή.

Το 478/477 π.Χ., ιδρύθηκε η Δηλιακή συμμαχία, με έδρα το ιερό νησί της Δήλου, που αργότερα έγινε «Αθηναϊκή ηγεμονία».  

Λίγα χρόνια αργότερα, ο γιος του Μιλτιάδη, ο Κίμων κατάφερε να εξορίσει τον Θεμιστοκλή και να γίνει ηγέτης της Αθήνας. Χάρη στη στρατιωτική του ιδιοφυΐα, κατάφερε να επεκτείνει τη συμμαχία αλλά ο ίδιος εξορίστηκε από τον Περικλή το 461 π.Χ.

Ο πολιτικός Περικλής πήρε την ηγεσία της Αθήνας και αφαίρεσε από τον, ολιγαρχικών αποκλίσεων, Άρειο Πάγο την εποπτεία για τη διοίκηση και τους υπαλλήλους και την ανέθεσε στη Βουλή των Πεντακοσίων. Η πολιτική του Περικλή εδραίωσε την αθηναϊκή ηγεμονία, που πρακτικά άρχισε λίγο νωρίτερα με τον Κίμωνα, που συνέχισε τον πόλεμο με την Περσική Αυτοκρατορία μετά την απόσυρση των Σπαρτιατών από αυτόν. Με δική του πρωτοβουλία χτίστηκε ο Παρθενώνας και, δικαίως, η εποχή του ονομάστηκε «Χρυσός αιώνας του Περικλή», αν και κράτησε μόνο 32 χρόνια. Ευθύνεται, όμως, σε μεγάλο βαθμό για τον Πελοποννησιακό πόλεμο.

Πράγματι, το 431 π.Χ. εισέβαλαν οι Σπαρτιάτες στην Αττική και κατέστρεψαν την ύπαιθρο χώρα, ξεκινώντας τον οδυνηρό αυτό πόλεμο.

Το 430 π.Χ., ξέσπασε ο λοιμός των Αθηνών που αφάνισε το 1/3 (ή τα 2/3) του πληθυσμού της Αθήνας και, ανάμεσα σε αυτούς, και τον Περικλή, με αποτέλεσμα η πόλη να πέσει θύμα των δημαγωγών, των οποίων η πολιτική αποδειχθεί καταστροφική, όχι μόνο για την Αθήνα, αλλά για ολόκληρη την Ελλάδα. Κατά τη μέγιστη στρατιωτική της ισχύ η Αθήνα επέτασσε (χωρίς να συνυπολογίζονται ξένοι μισθοφόροι) 14.000 οπλίτες, 2.000 τοξότες, 1.000 ιππείς, 400 ιπποτοξότες και 470 τριήρεις. Με βάση τα δεδομένα αυτά και ανάλογους υπολογισμούς υπολογίζεται συνολικός πληθυσμός της τάξης των 400.000 ψυχών (συνυπολογίζοντας γυναίκες, λογικό αριθμό ανηλίκων, μετοίκους, ξένους και δούλους) κατά την Κλασική εποχή. Η Αθήνα, μετά από 27 χρόνια, έχασε τελικά τον πόλεμο.

Το 395 π.Χ., ξέσπασε ο Κορινθιακός πόλεμος που διήρκεσε μέχρι το 387 π.Χ.. Ο Κόνων, με τη βοήθεια των Περσών συγκρότησε νέο ναυτικό και ανοικοδόμησε τα Μακρά τείχη και τα τείχη του Πειραιά που κατεδαφίστηκαν το 404 π.Χ.

Το 377 π.Χ., ιδρύθηκε η Β' Αθηναϊκή συμμαχία αλλά διαλύθηκε το 355 π.Χ. Στο μεταξύ, μια νέα ανερχόμενη δύναμη έκανε την εμφάνιση της, η Μακεδονία, η οποία, μετά τη Μάχη της Χαιρώνειας, κατόρθωσε να επιβάλλει την ηγεμονία της σε όλη την Ελλάδα (πλην της Σπάρτης).

Το 323 π.Χ., μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η Αθήνα και οι άλλες Ελληνικές πόλεις εξεγέρθηκαν αλλά ηττήθηκαν από τον Αντίπατρο. Το πολίτευμα της Αθήνας έγινε τιμοκρατικό και εγκαταστάθηκε Μακεδονική φρουρά. Παρόλο που η πόλη είχε χάσει την πολιτική της ανεξαρτησία και τη στρατιωτική της δύναμη συνέχισε να είναι μια μεγάλη και σπουδαία πόλη και ένα σημαντικό πολιτιστικό κέντρο. Πολλοί ηγεμόνες των Ελληνιστικών Βασιλείων, σπούδασαν στην Αθήνα και της έκαναν δωρεές και τιμήθηκαν από τους Αθηναίους.

Το 146 π.Χ., η Αθήνα κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους, οι οποίοι σεβάστηκαν την πόλη και δεν την πείραξαν. Το 87 π.Χ., στον Α' Μιθριδατικό πόλεμο, οι Αθηναίοι κάλεσαν τον Μιθριδάτη να απελευθερώσει την πόλη τους, αλλά ο Σύλλας όταν το έμαθε πήγε στην Αθήνα και την πολιόρκησε. Όταν ο στρατός του, μπήκε στην Αθήνα έδωσε εντολή να την καταστρέψουν, αδιαφορώντας για τις ικεσίες των Αθηναίων και πολλά έργα τέχνης της, μεταφέρθηκαν στη Ρώμη. Η Αθήνα, όμως, άρχισε να ανακάμπτει αρκετά γρήγορα λόγω του θαυμασμού των Ρωμαίων για την ιστορία της και τον πολιτισμό της. Πολλοί Ρωμαίοι (Αδριανός, Κικέρων, Αντωνίνος, Αύγουστος, Φιλόπαππος κτλ), επισκέφτηκαν την πόλη, σπούδασαν σε αυτή, την ευεργέτησαν με σπουδαία έργα (αρκετά σώζονται και σήμερα) και μυήθηκαν στα Μυστήρια. Μάλιστα, προς τιμήν του Αδριανού, ονομάστηκε μια φυλή με το όνομα του, η Αδριανίδα φυλή. Η Αθήνα απέκτησε την παλιά της λάμψη και έγινε το πολιτιστικό κέντρο της αυτοκρατορίας, ονομαστή για τα πανεπιστήμια της. Από τον 3ο αιώνα, η αυτοκρατορία δέχονταν τις επιθέσεις βαρβαρικών λαών. Το 267, οι Έρουλοι, κατέστρεψαν την Αθήνα και η έκταση της, μειώθηκε αρκετά. Το Βαλεριάνο τείχος, δεν κατάφερε να τη σώσει. Διατήρησε, όμως, τη χρεία της ως το πολιτιστικό κέντρο της αυτοκρατορίας. Το 330, η Νέα Ρώμη έγινε η νέα πρωτεύουσα του κράτους. Ο Μέγας Κωνσταντίνoς μετέφερε αρκετά μνημεία της Αθήνας στη Νέα Ρώμη, αλλά δεν προκάλεσε καταστροφές στην πόλη και τη σεβάστηκε. Το 395, η αυτοκρατορία χωρίστηκε σε Δυτική και Ανατολική και η Αθήνα έγινε μέρος της δεύτερης.

Το 395, ο Αλάριχος επιτέθηκε στην Αθήνα και την πολιόρκησε αλλά δεν την πείραξε. Σύμφωνα, με τον Ζώσιμο, ο Αλάριχος είδε στα τείχη της πόλης, τον Αχιλλέα και τη Θεά Αθηνά, έτσι πανικοβλήθηκε και έφυγε. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, οι Αθηναίοι συγκέντρωσαν ένα μεγάλο χρηματικό ποσό και το έδωσαν στον Αλάριχο. Αυτός το δέχτηκε και τους ζήτησε να μπει στην πόλη για να τη θαυμάσει. Γλύτωσε, έτσι, την καταστροφή. Παράλληλα, όμως με τη διείσδυση του χριστιανισμού, η Αθήνα θεωρήθηκε το κέντρο της ειδωλολατρίας και περιθωριοποιήθηκε. Στην Αθήνα, δεν είχε δημιουργηθεί μεγάλη κοινότητα χριστιανών όπως στην Αλεξάνδρεια ή τη Θεσσαλονίκη. Η πόλη ήταν, συνδεδεμένη με την αρχαία θρησκεία, οπότε ο χριστιανισμός δεν μπορούσε να δημιουργήσει ισχυρές ρίζες στην πόλη. Το 529, ο Ιουστινιανός έκλεισε τις φιλοσοφικές σχολές της Αθήνας και μεταβλήθηκε σε ένα ασήμαντο και λησμονημένο χωριό με 2.000-3.000 κατοίκους, μακριά από τα κραταιά κέντρα της αυτοκρατορίας. Μάλιστα, η αρχαία της ονομασία εξαφανίστηκε και αποκαλούταν από τους ελάχιστους κατοίκους της, απλά «Κάστρο». Ο Παρθενώνας καθαγιάστηκε και έγινε εκκλησία, όπως και όλα τα αλλά μνημεία της Αθήνας. Πολλές φορές, έμενε έρημη αφού οι ελάχιστοι κάτοικοι του, το εγκατέλειπαν εξαιτίας των επιδρομών. Η Ειρήνη η Αθηναία, η οποία καταγόταν από την Αθήνα, ήταν αυτοκράτειρα του Βυζαντίου, από το 780 μέχρι το 802.

Ο Βασίλειος Β´ επισκέφτηκε την Αθήνα, το 1018. Το 1182 ο Μιχαήλ Χωνιάτης έγινε μητροπολίτης Αθηνών. Αρχαιομαθής και λάτρης του Κλασικού πολιτισμού, απογοητεύτηκε από την Αθήνα και την παρομοίασε με «Σκυθική ερημιά».

Το 1204, η Αθήνα κατακτήθηκε από τους Φράγκους. Οι Αθηναίοι τους υποδέχτηκαν ως απελευθερωτές. Μετά από 675 χρόνια παρακμής η Αθήνα μπαίνει σε μια νέα φάση. Η φήμη και η στρατηγική της θέση συνέβαλαν στο να γίνει η Αθήνα πρωτεύουσα του Φραγκικού δουκάτου των Αθηνών, με την Ακρόπολη να μετατρέπεται σε παλάτι. Την περίοδο αυτή (1204-1456) την Αθήνα κατέλαβαν κατά σειρά: ο Βονιφάτιος ο Μομφερρατικός, ο Φράγκικος Οίκος ντε Λα Ρος, η Καταλανική Εταιρεία και τέλος ο ιταλικός οίκος της Οικογένειας Ατσαγιόλι της Φλωρεντίας. Ο Βονιφάτιος παρέδωσε την Αθήνα στον Όθωνα, ο οποίος πήρε το όνομα «Dominus Athenarum» η «Sire D' Athenes». Η περίοδος (1204 - 1311) αυτή χαρακτηρίζεται από σχετική ακμή και ηρεμία. Το 1311, το Δουκάτο πέρασε στον έλεγχο των Καταλανών. Η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε στη Θήβα. Η Καταλανική πολιτική (1311 - 1388) υπήρξε καταστροφική και πιεστική για τους Ορθόδοξους υπηκόους, οι οποίοι δέχτηκαν με ανακούφιση τον Νέριο Ατζαγιόλι. Η Αθήνα ξανάγινε πρωτεύουσα του Δουκάτου. Μετά από μια πορεία 252 χρόνων, το Δουκάτο διαλύθηκε στις 4 Ιουνίου 1456 με την κατάληψη της Αθήνας από τους Τούρκους.

Το 1456 η πόλη κατακτήθηκε από τους Τούρκους και περιήλθε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο Μωάμεθ ο Πορθητής επισκέφτηκε την πόλη και έμεινε γοητευμένος από αυτήν, ειδικά από την Ακρόπολη. Ο Παρθενώνας έγινε τζαμί και έδωσε πολλά προνόμια στους Αθηναίους. Η Αθήνα ήταν η τέταρτη μεγαλύτερη πόλη των Βαλκανίων με 20.000 κατοίκους και οι Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι ζούσαν αρμονικά. Το 17ο αιώνα, κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων του ΣΤ΄ Βενετοτουρκικού Πολέμου πολιορκήθηκε από τους Βενετούς και υπέστη μεγάλες ζημιές, συμπεριλαμβανομένης της ανατίναξης του Παρθενώνα από το στρατηγό Φραντσέσκο Μοροζίνι.

Τον 18ο αιώνα η Αθήνα γνώρισε μια σειρά από αναστατώσεις κυρίως λόγω της κακοδιοίκησης των Τούρκων και των μεταξύ ανταγωνισμών για την ιδιοποίηση των δικαιωμάτων είσπραξης φόρων ή την ιδιοκτησία των κτημάτων. Το 1771-1772 η πόλη δεχόταν επιδρομές από τους Λεμπέσηδες, εξεγερμένους της Σαλαμίνας που είχαν υψώσει τη ρωσική σημαία υπό τον Μήτρο-Μάρα. Η περίοδος 1775-1795 χαρακτηρίζεται από την τυραννική διοίκηση του Χατζή Αλή Χασεκή. Αυτός αρχικά ήταν υπηρέτης στο παλάτι του σουλτάνου στην Κωνσταντινούπολη, όπου αφού συνήψε ερωτικό δεσμό με την Εσμέ Σουλτάνα, αδελφή του σουλτάνου Σελίμ Γ΄, κατόρθωσε να διοριστεί βοεβόδας των Αθηνών, δηλαδή υπεύθυνος για την είσπραξη του φόρου της δεκάτης. Επί των ημερών του η Αθήνα περιτειχίστηκε με υποτυπώδες τοιχίο για να προστατευθεί από τις επιδρομές τουρκαλβανών. Περί το 1789 ενέσκηψαν στην πόλη επιδημίες ευλογιάς και πανώλης καθώς και έλλειψη τροφίμων. Πολλοί κάτοικοι πέθαναν ενώ άλλοι διασκορπίστηκαν. Το 1795 ο Χασεκή αποκεφαλίστηκε αφού είχαν προηγηθεί σειρά διαμαρτυριών εναντίον του από Τούρκους και Έλληνες προς τον σουλτάνο.

Στις αρχές του 17ου αιώνα και ειδικά από τον 19ο αιώνα, η Αθήνα, λόγω του αρχαιολογικού της ενδιαφέροντος, είχε συγκεντρώσει το ενδιαφέρον διαφόρων ξένων καλλιτεχνών, αρχαιολόγων κτλ και είχε σχηματιστεί μια αρκετά μεγάλη κοινότητα Ευρωπαίων στην πόλη και ιδρύθηκαν τα πρώτα προξενεία. Μεταξύ αυτών ήταν και η αποστολή του λόρδου Έλγιν που έκανε τη γνωστή αφαίρεση των γλυπτών από την Ακρόπολη. Άλλες γνωστές προσωπικότητες που πέρασαν από την Αθήνα ήταν ο Σατωμπριάν, ο Λόρδος Βύρων, ο Βρετανός πρέσβης στην Πόλη λόρδος Στράνγκφορντ, ο Φρανσουά Πουκεβίλ, η πριγκίπισσα της Ουαλίας Καρολίν κ.ά. Το 1812 ιδρύθηκε στην Αθήνα η Φιλαθηναϊκή Ακαδημία και κατόπιν η Φιλόμουσος Εταιρεία.

Λόγω της δράσης της Φιλομούσου Εταιρείας δεν είχε μεγάλη διείσδυση στην πόλη η Φιλική Εταιρεία, με εξαίρεση κάποιους ιερωμένους. Εκείνη την εποχή οι Αθηναίοι χωρίζονταν στους Γκαγκαραίους και τους Ξωτάρηδες. Οι πρώτοι ήταν οι αστοί και οι άρχοντες που περιλαμβάνονταν στο αρχοντολόγιο, ενώ οι δεύτεροι ήταν οι αγρότες που ζούσαν στα πέριξ της Αθήνας χωριά και κτήματα, πολλοί των οποίων αρβανιτόφωνοι. Οι Τούρκοι ήταν μειοψηφία στην Αθήνα και βαθμιαία είχαν τεθεί υπό τον έλεγχο των Ελλήνων αρχόντων ή γκαγκαραίων. Ισχυρές οικογένειες ήταν αυτή του Λογοθέτη Χωματιανού και του Προκοπίου Μπενιζέλου. Η εξέγερση του Υψηλάντη στη Ρουμανία άφησε σχεδόν αδιάφορους τους αστούς Αθηναίους. Ωστόσο, εκείνη την εποχή ο οπλαρχηγός της Χασιάς, ο ξωτάρης Χατζή-Μελέτης Βασιλείου, συγκρότησε σώμα από ενόπλους Χασιώτες και Μενιδιάτες με την άδεια του ζαμπίτη (αστυνόμου) των Αθηνών, δήθεν για να προστατεύσει την πόλη από επιδρομές. Πιστεύεται ότι ο Βασιλείου είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία, διότι παρόμοια πράξη έκανε λίγο πριν την Επανάσταση και ο Αθανάσιος Διάκος στη Λιβαδειά, αλλά και διότι δέχτηκε να τεθεί υπό τις διαταγές του Φιλικού Δήμου Αντωνίου από τη Λιβαδειά.

Το βράδυ της 25ης Μαρτίου 1821 ήλθε από την Ύδρα αγγελιαφόρος και ειδοποίησε τους Αθηναίους να ετοιμαστούν για εξέγερση. Επειδή όμως δεν είχε γίνει καμία προετοιμασία, όλος ο Μάρτιος πέρασε σχεδόν χωρίς καμία ενέργεια. Ο Σπυρίδων Τρικούπης αναφέρει ότι οι Αθηναίοι δεν ξεσηκώθηκαν γιατί δεν είχαν αρχηγούς. Οι Τούρκοι των Αθηνών είχαν πληροφορηθεί τα γεγονότα της Πελοποννήσου αλλά είχαν την εντύπωση ότι επρόκειτο για ενέργειες του Αλή Πασά, που τον αποκαλούσαν Καραλή. Εμπιστεύθηκαν την άμυνα του τοιχίου της πόλης στο ένοπλο σώμα του Χατζή-Μελέτη Βασιλείου. Το τελευταίο ενισχύθηκε και με άλλους οπλαρχηγούς όπως ο Μήτρος Σκευάς από το Μενίδι, ο αρβανιτόβλαχος Χατζή-Αναγνώστης Κιουρκακιώτης, ο Ιωάννης Ντάβαρης από τα Μεσόγεια. Οι Τούρκοι κάλεσαν τον μητροπολίτη Αθηνών Διονύσιο, ανεψιό του πατριάρχη Γρηγορίου Ε', ο οποίος όμως είχε καταφύγει στη Βοιωτία όπου με τους μητροπολίτες Ταλαντίου Νεόφυτο και Σαλώνων Ησαΐα κήρυξε την Επανάσταση στη μονή Αγίας Παρασκευής έξω από τη Λιβαδειά και ευλόγησε τα όπλα του Αθανασίου Διάκου. Στις αρχές Απριλίου άρχισαν να σημειώνονται επεισόδια στην Αθήνα, και πολλοί Αθηναίοι για να προστατευθούν από τους Τούρκους κατέφευγαν σε ξένα προξενεία, με εξαίρεση τον πρόξενο της Αυστρίας ο οποίος βοηθούσε τους Τούρκους. Τη νύχτα της 9ης προς 10η Απριλίου, νύχτα της Αναστάσεως, συνελήφθησαν πολλοί άρχοντες ως όμηροι και φυλακίστηκαν στην Ακρόπολη, ενώ ο τουρκικός όχλος ζητούσε γενική σφαγή των χριστιανών. Λόγω της φυλάκισης των ομήρων η πόλη παρέμεινε ήσυχη, ενώ στην ύπαιθρο άρχισαν επιθέσεις και αρπαγές κατά των Τούρκων. Το πρώτο σημαντικό πολεμικό επεισόδιο έγινε στις 18 Απριλίου στον Κάλαμο όπου ο Χατζή-Μελέτης Βασιλείου απέκρουσε σώμα 300 Τούρκων που έρχονταν από τη Χαλκίδα προς βοήθεια των Τούρκων της Αθήνας. Έτσι κηρύχθηκε ανοιχτά η Επανάσταση και στη Λιβαδειά διορίστηκε στρατιωτικός αρχηγός των Αθηνών ο Λειβαδίτης Δήμος Αντωνίου. Στην εκκλησιαστική τελετή ο Αθηνών Διονύσιος και Ταλαντίου Νεόφυτος περιέβαλαν των Αντωνίου με στρατιωτική εξάρτηση όπως στους Μεσαίους Χρόνους χρίονταν οι ιππότες. Ο Αντωνίου, φορώντας περικεφαλαία και επωμίδες των Αγγλικών στρατιωτικών σωμάτων των Επτανήσων, κατέβηκε στη Χασιά όπου με την επιβλητική εμφάνισή του έδωσε στους ενόπλους πρωτάρηδες την αίσθηση ότι πράγματι υπήρχε η στήριξη της Ρωσίας στην εξέγερση. Την 24η Απριλίου, οι Τούρκοι των Αθηνών αφού έμαθαν τον απαγχονισμό του πατριάρχη και τις σφαγές των Ελλήνων στην Κωνσταντινούπολη, φοβήθηκαν ότι θα συνέβαιναν αντίποινα. Ζήτησαν από τον Ιμάμη να ευλογήσει τη δική τους σημαία του ιερού πολέμου και διασπάστηκαν στους δρόμους, ζητώντας σφαγή των χριστιανών. Τότε οι Αθηναίοι κάλεσαν σε βοήθεια το στρατιωτικό σώμα της Χασιάς, από το οποίο όμως μόνο περί τα 500 άτομα κινήθηκαν και αυτοί ελαφρά οπλισμένοι, πολλοί με αγροτικά εργαλεία και αυτοσχέδιες λόγχες. Την 26η Απριλίου οι Τούρκοι οχυρώθηκαν στην Ακρόπολη ενώ οι Έλληνες εισήλθαν στην πόλη φωνάζοντας Χριστός Ανέστη και Ελευθερία ή θάνατος. Ο Χατζή-Μελέτης ύψωσε στην Αθήνα τη σημαία της ελευθερίας την 28η Απριλίου. Την επομένη έφτασε στην πόλη και ο επίσκοπος Διονύσιος και μετά από εκκλησιαστική τελετή στη μικρή πλατεία του Αγίου Παντελεήμονα υπό την Ακρόπολη (το λεγόμενο Δημοπρατήριο) εγκαταστάθηκε στην πόλη πολιτική διοίκηση και βουλευτές. Τότε αυξήθηκαν και τα ένοπλα σώματα από αστούς Αθηναίους ενώ προσήλθαν και άλλοι από τη Σαλαμίνα, την Αίγινα, την Κέα κλπ.

Οι πολιορκούμενοι Τούρκοι ξέροντας ότι δεν θα μπορούσαν να κρατήσουν πολύ καιρό αν δεν έρχονταν βοήθεια, αποφάσισαν και επιχείρησαν μια νυχτερινή έξοδο. Τη νύχτα της 15ης Μαΐου του 1821, 15 Τούρκοι με αρχηγό τον  Μεχμετάκο Τουραλή, κατόρθωσαν να περάσουν μέσα από τις ελληνικές γραμμές και να φτάσουν μέχρι τη Χαλκίδα, όπου και ανέφεραν τη δύσκολη κατάστασή τους. Από τη πλευρά τους, όλο και περισσότεροι Έλληνες μαζεύονταν -κυρίως από τα γειτονικά νησιά- να βοηθήσουν τους Αθηναίους στην πολιορκία. Την 8η Ιουνίου οι Τούρκοι σκότωσαν τους 8 από τους 12 Αθηναίους προκρίτους που κρατούσαν ως ομήρους στην Ακρόπολη και πέταξαν τα κεφάλια τους από τα τείχη της Ακρόπολης. Κατά την παράδοση, η κεφαλή του ιερομόναχου Φιλαρέτου Τριανταφύλλη έμεινε σφηνωμένη σε ένα βράχο και την επομένη έγινε μάχη μεταξύ Αθηναίων και Τούρκων για την περισυλλογή της, ενώ τα γεγονότα φούντωσαν το μίσος των Αθηναίων.

Περί τα μέσα Ιουνίου σκοτώθηκε ο Δήμος Αντωνίου που είχε την γενική αρχηγεία και λόγω ασυμφωνίας μεταξύ γκάγκαρων και τρατάρηδων ο Δημήτρης Υψηλάντης διόρισε αρχηγό των Αθηνών τον εκ Ρωσίας Λιβέριο Λιβερόπουλο, ο οποίος όμως δεν είχε στρατιωτική πείρα. Ο Λιβερόπουλος έφτασε στην Αθήνα ντυμένος με τη στενή μαύρη στολή του Ιερολοχίτου. Οι Τούρκοι βλέποντας αρκετούς από τους πολιορκητές να φορούν τα στενά (ευρωπαϊκές στολές) πείσθηκαν ότι οι επαναστάτες είχαν υποστήριξη από ευρωπαϊκές δυνάμεις και απελπίστηκαν.

Στα μέσα Ιουλίου 1821, Τουρκικός στρατός με επικεφαλής τον Ομέρ Βρυώνη και τον Ομέρ μπέη της Καρύστου κατέβηκε προς την Ανατολική Στερεά. Οι Αθηναίοι φοβούμενοι έλυσαν την πολιορκία της Ακρόπολης και εγκατέλειψαν την πόλη. Όσοι κατάφεραν να ξεφύγουν, έφυγαν για την Αίγινα, τη Σαλαμίνα, ακόμα και στο ελληνικό στρατόπεδο του Ισθμού. Έτσι, οι Τούρκοι διέλυσαν τη πρώτη πολιορκία των Αθηνών. Ο Ομέρ Βρυώνης έδειξε ότι ήθελε να παραμείνει στην Αθήνα και μάλιστα τέλεσε τον γάμο του με την κόρη ενός Τούρκου ιερωμένου. Όμως γύρω στα μέσα Οκτωβρίου του 1821 αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αθήνα, για να βοηθήσει τον Χουρσίτ Πασά στην Ήπειρο. Αλλά και ο Ομέρ μπέης αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω στην Εύβοια. Έτσι η Αθήνα έμεινε και πάλι, μόνο με τη φρουρά της Ακρόπολης. Όλο αυτό το διάστημα οι Έλληνες συνέχιζαν να παρενοχλούν τα Τουρκικά στρατεύματα, και μόλις έμαθαν ότι ο Βρυώνης έφυγε, άρχισαν πάλι να μαζεύονται στη πόλη, για να πολιορκήσουν και πάλι την Ακρόπολη. Γρήγορα έγινε αντιληπτό ότι ο Λιβερόπουλος δεν μπορούσε να έχει την αρχηγία των Αθηνών. Μεταξύ διαφόρων διεκδικητών τελικώς η αρχηγία ανετέθη στον Ηλία Μαυρομιχάλη, γιο του Πετρόμπεη. Την 3η Νοεμβρίου 1821 οι Έλληνες ανακατέλαβαν την πόλη και πολιόρκησαν και πάλι την Ακρόπολη ενώ επανήλθαν από τα νησιά οι οικογένειες που είχαν φύγει. Οι πολιορκητές αρχικά στέρησαν από τους Τούρκους το νερό που έπαιρναν από ένα πηγάδι κοντά στο Ηρώδειο θέατρο, το λεγόμενο Σκερπετζέ. Την 13η Νοεμβρίου, εορτή του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ο οπλαρχηγός Παναγής Κτενάς μετά τον αγιασμό των όπλων κάλεσε τους άνδρες του να πολεμήσουν με ανδρεία, φωνάζοντας προς αυτούς Βρωμόσκυλα, θα τη βγάλουμε με καθαρό πρόσωπο (χρησιμοποιώντας την ύβρι με την οποία οι Τούρκοι αποκαλούσαν τους Έλληνες). Επιτέθηκαν εναντίον των τουρκαλβανών που φρουρούσαν το πηγάδι και τους απώθησαν στα βράχια της Ακρόπολης. Η πολιορκία αργότερα ενισχύθηκε με κανόνι που έβαλε από τον Άρειο πάγο ενώ ειδικός στην κατασκευή υπονόμων κατόρθωσε ανατινάξει μέρος των τειχών της Ακρόπολης. Τελικά, οι Τούρκοι παρέδωσαν την Ακρόπολη την 9η Ιουνίου 1822. Ο Διονύσιος έστειλε ανθρώπους να δώσουν νερό στους διψασμένους Τούρκους, πολλοί των οποίων όμως πέθαναν πίνοντας αχόρταγα μεγάλη ποσότητα. Οι Τούρκοι εγκατέλειψαν με ασφάλεια την Ακρόπολη, παρουσία των Αυστριακών πρέσβεων, την 10η Ιουνίου 1822 αφού παρέδωσαν τα κλειδιά του φρουρίου στον Παναγιώτη Κτενά. Ο Κτενάς ατυχώς σκοτώθηκε όταν εξερράγη το κανόνι που πυροδότησε για να πανηγυρίσει την κατάληψη της Ακρόπολης. Έτσι οι Αθηναίοι ελευθερώθηκαν για πρώτη φορά.

Μετά την κατάληψη της Ακρόπολης, οι Τούρκοι που παραδόθηκαν συνέχισαν να ζουν στην Αθήνα, ενώ τα γυναικόπαιδα παρέμεναν υπό την προστασία των προξενείων της Γαλλίας και της Αυστρίας. Όταν έγινε γνωστό στην Αθήνα ότι κατέρχεται ο Δράμαλης με ισχυρό στρατό για να συντρίψει την επανάσταση, οι Τούρκοι αναθάρρησαν και άρχισαν να προπηλακίζουν και να απειλούν τους χριστιανούς. Αφορμή για συγκρούσεις δόθηκε όταν Χιώτες που είχαν επιβιώσει από τη σφαγή της Χίου και Κεφαλλονίτες επιτέθηκαν εναντίον Τούρκων στις 27 και 28 Ιουνίου 1822.

Στο μεταξύ οι Αθηναίοι, προ του κινδύνου του Δράμαλη, δεν είχαν φροντίσει για την άμυνα, ενώ πολλοί κατέφευγαν πάλι προς τη Σαλαμίνα. Ο Πουκεβίλ κατηγορεί Γάλλους ναύτες που βρίσκονταν στον Πειραιά ότι εμπόδιζαν τους Έλληνες να φύγουν προς τη Σαλαμίνα ενώ υποστήριζαν τους Τούρκους. Μετά από πρόσκληση των εφόρων αρκετοί νέοι έσπευσαν να εφοδιάσουν και να οχυρώσουν την Ακρόπολη. Ενώ στην Πελοπόννησο δίνονταν μάχες κατά του Δράμαλη, στην Αθήνα ξέσπασε διχόνοια μεταξύ οπλαρχηγών για την κυριαρχία στην Ακρόπολη. Τελικά η μία φατρία κάλεσε τον Ανδρούτσο να καταλάβει την Ακρόπολη. Αυτός εισήλθε την 21 Αυγούστου 1822 ακολουθούμενος από τον υπαρχηγό του Ιωάννη Γκούρα και 150 οπλίτες. Ο Οδυσσέας οχύρωσε την Ακρόπολη και ζήτησε από τους Αθηναίους να του υπογράψουν ομόλογο έναντι της αξίας των εφοδίων που ο ίδιος είχε καταβάλλει. Αναχώρησε προσωρινά από την Ακρόπολη αφήνοντας τον Γκούρα φρούραρχο και ουσιαστικά κύριο της Αθήνας. Στην Ακρόπολη είχαν εγκατασταθεί και οι οικογένειες των Ανδρούτσου και Γκούρα καθώς και άλλων ρουμελιωτών ώστε να έχουν προσωπικό ενδιαφέρον για την άμυνα της πόλης. Μεταξύ των συζύγων των δύο αρχηγών ξέσπασε αντιζηλία για τα πρωτεία, το οποίο και στάθηκε αφορμή της εχθρότητας μεταξύ των δύο ανδρών. Στη διαμάχη ενεπλάκησαν πολλοί έφοροι και ο φιλέλληνας Στάνχοπ που ήλθε στην Αθήνα το φθινόπωρο μαζί με τον επανερχόμενο Οδυσσέα.

Οι Αθηναίοι συμμετείχαν στον αγώνα κατά του κατεχόμενου εχθρού. Στην Τιθορέα (Βελίτσα) αγωνίστηκαν 350 οπλίτες υπό τον Οδυσσέα και τους οπλαρχηγούς Ν. Σαρή, Μήτρο Λέκκα, Ν. Αργύρη, Μελέτη Βασιλείου και Ι. Ντάβαρη. Αρχικά ανέκοψαν τον εχθρό αλλά τελικά διασκορπίστηκαν. Ο Ν. Σαρής συνελήφθη και δραπέτευσε ενώ οδηγείτο προς Λάρισα, για να φονευθεί αργότερα στην Αθήνα, θύμα της αντιπαλότητας Ανδρούτσου και Γκούρα. Το καλοκαίρι του 1823 η Αθήνα είχε κυκλωθεί από παντού από οθωμανικά στρατεύματα και στο στόλο. Από βορρά κατερχόταν ο Γιουσούφ Μπερκόφτσαλης με τον διοικητή της Αδριανούπολης Σελήμ Σαλήχ πασά, ενώ από τη Χαλκίδα εκστράτευε ο Καρυστινός Ομέρ μπέης.  Οι οικογένειες κατέφυγαν και πάλι στη Σαλαμίνα ενώ ταυτόχρονα τον τόπο μάστιζε επιδημία. Ο Γκούρας είχε εφοδιάσει και οχυρώσει την Ακρόπολη. Οι εχθροί έφτασαν μέχρι τους Αμπελοκήπους αλλά μετά αποχώρησαν παίρνοντας αιχμαλώτους γυναικόπαιδα. Ο Μπερκόφτσαλης ασθένησε σοβαρά και πολλοί πέθαναν από τον λοιμό. Το φθινόπωρο επανήλθε από την Εύβοια ο Οδυσσέας. Ο Στάνχοπ έφερε μαζί του και μια τυπογραφική μηχανή με την οποία τυπώθηκαν διάφορα έντυπα, μεταξύ των οποίων και η Εφημερίς των Αθηνών, η πρώτη αθηναϊκή εφημερίδα υπό τον Γεώργιο Ψύλλα. Επίσης επανασυστήθηκε η Φιλόμουσος Εταιρεία Αθηνών, γίνονταν ανασκαφές και άρχισαν να λειτουργούν ορισμένα σχολεία, με οικονομική βοήθεια και από τα μοναστήρια της Αττικής. Η ζωή στην Αθήνα άρχιζε να αποκαθίσταται. Στα σχολεία εισήχθη η διδασκαλία μέσω της αλληλοδιδακτικής μεθόδου και η εκμάθηση ξένων γλωσσών.

Το καλοκαίρι του 1824 έγινε νέα εκστρατεία με επικεφαλής τον Ιμπραήμ ή Δερβίς πασά. Αυτός διέταξε τον Ομέρ Βρυώνη να επιτεθεί από τη Δυτική Ελλάδα και τον Ομέρ Καρυστινό μπέη από την Ανατολική, ενώ ο ίδιος θα επετίθετο στην Πελοπόννησο από τη Φωκίδα και την Αιγιάλεια. Ο Ομέρ Καρυστινός με 4.000 άνδρες, μεταξύ των οποίων 2.000 γενίτσαροι που είχαν σταλεί από την Κωνσταντινούπολη, αποβιβάστηκε από τη Χαλκίδα στον Μαραθώνα και άρχισε να λεηλατεί την ύπαιθρο. Ο Γκούρας αποφάσισε να αμυνθεί μόνο με 300 άνδρες κατά τον Σουρμελή ή 600 κατά τον Τρικούπη. Η ιστορικότητα του χώρου και οι εμφύλιες αντιπαλότητες που είχαν προηγηθεί έκαναν τον Γκούρα να ενθαρρύνει τους λίγους άνδρες του υπενθυμίζοντας την αρχαία μάχη του Μαραθώνα. Οι ολιγάριθμοι Αθηναίοι οχυρωμένοι σε πρόχειρα ταμπούρια αντιστάθηκαν αποτελεσματικά από την 3η έως την 6η Ιουλίου αναγκάζοντας τους εχθρούς να διασκορπιστούν και να εισβάλλουν στην Αττική από άλλες διαδρομές. Την τελευταία μέρα κινδύνευσε ολόκληρο το σώμα του Γκούρα και διασώθηκε χάρη στην επέμβαση επικουρίας υπό τον Δ. Ευμορφόπουλο. Οι εχθροί αποχώρησαν και οι Έλληνες έστειλαν ως τρόπαια στην Αθήνα τριάντα κεφάλια και δύο σημαίες. Μεταξύ των Οθωμανών που σκοτώθηκαν ήταν ο αρχηγός των γενιτσάρων Ιμπραήμ και ο Αμπεδίν-μπέης, ανιψιός του Ομέρ Καρυστινού και αρχηγός των ντελήδων.

Οι νικητές Αθηναίοι, απασχολημένοι με την λαφυραγωγία των νεκρών, δεν καταδίωξαν τους υποχωρούντες Οθωμανούς οι οποίοι συγκεντρώθηκαν στο Καπανδρίτι με σκοπό να εισβάλλουν μέσω Κάζας και Φυλής.

Τον Οκτώβριο του 1824, πραγματοποιήθηκε μια καταγραφή στην επαναστατημένη Αθήνα, σύμφωνα με την οποία στην πόλη υπήρχαν 9.040 κάτοικοι και 1.605 σπίτια, που κατανέμονταν σε 35 ενορίες.

Η Αθήνα ήταν μια μικρή ημιέρημη και μισοκατεστραμμένη πόλη (από τις αλλεπάλληλες πολιορκίες κατά τη διάρκεια του Αγώνα της Ανεξαρτησίας), όταν έγινε πρωτεύουσα του νέου Βασιλείου της Ελλάδας το 1834.

Μετά την απελευθέρωση, με πρωτοβουλία του Βασιλιά Όθωνα, η Αθήνα χαρακτηρίζεται νέα πρωτεύουσα. Το 1834 ανοικοδομείται στα πρότυπα των μεγάλων ευρωπαϊκών πρωτευουσών και σχεδιάζεται η επέκταση της προς βορρά της παλαιάς πόλης, από τους αρχιτέκτονες Σταμάτη Κλεάνθη, Έντουαρτ Σάουμπερτ και τον βασιλικό σύμβουλο Λέο φον Κλέντσε και χτίζονται επιβλητικά κτίρια αντάξια μιας ευρωπαϊκής πρωτεύουσας με παρελθόν, όπως τα πρώην ανάκτορα (τώρα το κοινοβούλιο), η Παλαιά Βουλή, η Ακαδημία, το Ζάππειο κτλ. Ως πρωτεύουσα του νέου ελληνικού κράτους και κέντρο των πολιτικών εξελίξεων, η Αθήνα υπήρξε τόπος γεγονότων-οροσήμων της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Εδώ έγινε η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου το 1843, που αναδιαμόρφωσε την πολιτειακή φυσιογνωμία του κράτους. Τις επόμενες δεκαετίες η Αθήνα ανοικοδομήθηκε κατά τα πρότυπα σύγχρονης πόλης. Η επόμενη φάση μεγάλης επέκτασης ήταν το 1923 μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, οπότε πολλές γειτονιές δημιουργήθηκαν, κυρίως άναρχα, από πρόσφυγες της Μικράς Ασίας, όπως η Νέα Σμύρνη, η Νέα Ιωνία Αττικής, ο Βύρωνας κτλ. 

Η πόλη έγινε θέατρο πολυάριθμων κινημάτων και πραξικοπημάτων για περισσότερα από 50 χρόνια, από το στρατιωτικό κίνημα στο Γουδί, τα πολυάριθμα κινήματα του ελληνικού μεσοπολέμου έως το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου του 1967. Εδώ παίχτηκε η πρώτη πράξη του Ελληνικού Εμφυλίου, τα Δεκεμβριανά, όπως επίσης αποκαταστάθηκε η κοινοβουλευτική δημοκρατία μετά την πτώση της Χούντας το 1974.

Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η πόλη και ιδιαίτερα  υπέφερε πάρα πολύ, κυρίως από λιμό και υπέστη μεγάλες καταστροφές. Μετά τον πόλεμο, η πόλη άρχισε ξανά να μεγαλώνει, ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία του '60, ως αποτέλεσμα της εσωτερικής μετανάστευσης από τις μικρές πόλεις και τα χωριά προς την Αθήνα. Το στεγαστικό πρόβλημα που δημιουργήθηκε, το έλυσε η αντιπαροχή με την ανεξέλεγκτη και άναρχη ανέγερση πολλών πολυκατοικιών στο κέντρο και στα προάστια. Δυστυχώς πολλά νεοκλασικά κατεδαφίστηκαν για να δώσουν τη θέση τους στις πολυκατοικίες και σε κτίρια μοντέρνας αρχιτεκτονικής. Τα προβλήματα που δημιούργησε η αντιπαροχή είναι, ακόμα, αντιληπτά, όπως η άναρχη δόμηση, οι ελάχιστοι χώροι πράσινου. Ο πληθυσμός των προσφυγικών οικισμών που δημιουργήθηκαν μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή μετακινήθηκε σε πολυκατοικίες στις γύρω περιοχές και σύντομα, συνοικίες όπως το Δουργούτι (Νέος Κόσμος) άλλαξαν φυσιογνωμία, ενώ άλλες, όπως ο Ασύρματος (πάνω από τον οποίο πέρασε ο περιφερειακός του Φιλοπάππου) και το Πολύγωνο ή Περδικάρι (που μετατράπηκε σε γέφυρα Μουστοξύδη) σβήστηκαν από τον χάρτη.

Η είσοδος της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 1981 έφερε καινούργιες επενδύσεις στην πόλη, μαζί όμως με προβλήματα κυκλοφοριακού και ατμοσφαιρικής ρύπανσης. Η χρήση καταλυτικών οχημάτων βελτίωσε κατά πολύ την ποιότητα της ατμόσφαιρας, χωρίς ωστόσο να λυθεί οριστικά το πρόβλημα που στον 21ο αιώνα αφορά κυρίως ρύπους, όπως το όζον και τα αιωρούμενα υποατομικά σωματίδια. Η κατασκευή του κέντρου επεξεργασίας λυμάτων στη νησίδα της Ψυττάλειας, όπου γίνεται η επεξεργασία των λυμάτων της Αθήνας, βελτίωσε βραχυπρόθεσμα την ποιότητα των θαλασσών και των παραλιών της Αττικής, πριν ανακύψει πρόβλημα διάθεσης της λυματολάσπης. 

Το κέντρο της αρχαίας πόλης εντοπίζεται πέριξ του λόφου της Ακρόπολης, στο Θησείο και την Πλάκα. Οι περιοχές αυτές σήμερα, πέρα από τον τουριστικό τους χαρακτήρα, αποτελούν και τις πιο ακριβές ζώνες του κέντρου (μαζί με το Σύνταγμα και το Κολωνάκι κάτω από τον λόφο του Λυκαβηττού). Το ιστορικό κέντρο των Αθηνών εντοπίζεται σε αυτή τη ζώνη, μαζί με το Μοναστηράκι, το οποίο αποτελεί δημοφιλή τουριστικό και εμπορικό προορισμό για τους επισκέπτες. Χαρακτηριστικό είναι και το τρενάκι στην Πλάκα για την περιήγηση των τουριστών, όπως επίσης και η τουριστική λεωφορειακή γραμμή που γυρνάει το κέντρο.

Το κέντρο της σύγχρονης πόλης είναι η Πλατεία Συντάγματος, όπου είναι εγκατεστημένα τα παλαιά βασιλικά ανάκτορα τα οποία σήμερα στεγάζουν το Κοινοβούλιο, καθώς και άλλα δημόσια κτίρια του 19ου αιώνα. Κατά τις 3 δεκαετίες που ακολούθησαν τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο οικοδομήθηκαν πολλά νέα πολυώροφα κτίρια, τα οποία και χαρακτηρίζουν τη σημερινή εικόνα της πόλης.

Η Αθήνα είναι διοργανώτρια πόλη των πρώτων Ολυμπιακών Αγώνων της σύγχρονης εποχής (1896) και των Μεσοολυμπιακών του 1906. Στα νεότερα χρόνια διοργάνωσε και τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 που διαρκούν από τις 13 έως τις 29 Αυγούστου του 2004.

Το παλαιό κτίριο του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών στη Λεωφόρο Πανεπιστημίου είναι ένα από τα πιο καλαίσθητα κτίρια των Αθηνών μαζί με το κτίριο της Εθνικής Βιβλιοθήκης και την Ακαδημία Αθηνών. Τα τρία αυτά κτίρια, τα λεγόμενα ως «Τριλογία των Αθηνών», κατασκευάστηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα. Αρκετές από τις εκπαιδευτικές δραστηριότητες των πανεπιστημίων έχουν μεταφερθεί σήμερα στην Πανεπιστημιούπολη Ζωγράφου. Μία ακόμα σπουδαία ακαδημαϊκή σχολή της Αθήνας είναι το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, ένα από τα σημαντικότερα τεχνικά ιδρύματα της Ευρώπης. Στην ίδια περιοχή με το Πολυτεχνείο είναι εγκατεστημένο το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ενώ στην περιοχή του Βοτανικού βρίσκεται το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Άλλες σχολές εδρεύουν στα προάστια της πόλης, όπως η Γυμναστική Ακαδημία των Αθηνών (ΤΕΦΑΑ) στη Δάφνη, η Ανώτατη Σχολή Παιδαγωγικής και Τεχνολογικής Εκπαίδευσης στο Μαρούσι και άλλες.

Η Μυκηναϊκή Αθήνα (1.600 - 1.100 π.Χ.) μπορεί να είχε φτάσει το μέγεθος της Τίρυνθας. Αυτό οριοθετεί τον πληθυσμό στην τάξη των 10 ως 15 χιλιάδων. τη Γεωμετρική εποχή το 1.000 π.Χ. ο πληθυσμός της Αθήνας ήταν μέχρι 4.000 άνθρωποι. Το 700 π.Χ. ο πληθυσμός είχε αυξηθεί στις 10.000. Το 500 π.Χ. το κράτος της Αθήνας είχε πιθανόν 200.000 ανθρώπους. Και την κλασική περίοδο το 431 π.Χ. εμφάνιζε ένα πληθυσμό με διαφορετικές εκτιμήσεις που κυμαίνονταν από 150.000 ως 350.000 και μέχρι 610.000 σύμφωνα με το Θουκυδίδη. Όταν ο Δημήτριος ο Φαληρεύς διενέργησε μια απογραφή πληθυσμού το 317 π.Χ. ο πληθυσμός ήταν 21.000 ελεύθεροι πολίτες, 10.000 σύμμαχοι έποικοι και 400.000 δούλοι, δηλαδή συνολικά 431.000 στη μείζονα Αθήνα.

Ο δήμος Αθηναίων έχει επίσημα πληθυσμό 664.046, ενώ μαζί με τις τέσσερις Περιφερειακές Ενότητες (Κεντρικού, Βόρειου, Νότιου και Δυτικού Τομέα Αθηνών) έχει συνολικά πληθυσμό 2.640.701 (απογραφή 2011). Μαζί με την Περιφερειακή Ενότητα του Πειραιά αποτελούν το Πολεοδομικό Συγκρότημα της Αθήνας με πληθυσμό 3.074.160.

Η αρχαία πόλη της Αθήνας είχε το κέντρο της στο βραχώδη λόφο της Ακρόπολης. Το λιμάνι του Πειραιά ήταν ξεχωριστή πόλη, αλλά σήμερα έχει απορροφηθεί στο Πολεοδομικό Συγκρότημα της Αθήνας. Η γρήγορη επέκταση της πόλης, που συνεχίζεται ακόμη και σήμερα, ξεκίνησε τις δεκαετίες του 1950 και 1960, λόγω της μετεξέλιξης της Ελλάδας από αγροτική σε βιομηχανική χώρα. Η επέκταση σήμερα είναι ιδιαίτερα προς τα Ανατολικά και τα Βορειοανατολικά (μια τάση που σχετίζεται πολύ με το νέο Διεθνές Αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος και την Αττική Οδό, τον αυτοκινητόδρομο που διασχίζει την Αττική). Με αυτή τη διαδικασία η Αθήνα έχει ενσωματώσει πολλά πρώην προάστια και χωριά στην Αττική και συνεχίζει να το κάνει. Ο παρακάτω πίνακας δείχνει την ιστορία του πληθυσμού της Αθήνας τα νεότερα χρόνια.

Το Κέντρο της Ελληνικής πρωτεύουσας βρίσκεται στο Δήμο Αθηναίων, που είναι ο μεγαλύτερος σε πληθυσμό στην Ελλάδα. Ο Πειραιάς σχηματίζει επίσης ένα σημαντικό κέντρο στη δική του πόλη, μέσα στο Πολεοδομικό Συγκρότημα της Αθήνας, και είναι δεύτερος σε πληθυσμό δήμος μέσα σε αυτό, με το Περιστέρι και την Καλλιθέα να ακολουθούν.

Το Πολεοδομικό Συγκρότημα της Αθήνας συνίσταται σήμερα από 40 δήμους, 35 από τους οποίους αποτελούν τους δήμους της Μείζονος Αθήνας, ενταγμένους σε 4 περιφερειακές ενότητες (Βόρειας Αθήνας, Δυτικής Αθήνας, Κεντρικής Αθήνας, Νότιας Αθήνας) και 5 ακόμη, που αποτελούν τους δήμους του Μείζονος Πειραιά, που ανήκουν στην Περιφερειακή Ενότητα Πειραιώς. Το πυκνοκατοικημένο Πολεοδομικό Συγκρότημα της Ελληνικής πρωτεύουσας απλώνεται σε 412 τ.χ. σε όλο το Λεκανοπέδιο Αττικής και έχει συνολικό πληθυσμό 3.090.508 (το 2011).

Η Μητροπολιτική Περιοχή της Αθήνας καλύπτει 2.928,717 τ.χ. στην περιφέρεια Αττικής και περιλαμβάνει ένα σύνολο 58 δήμων, που είναι οργανωμένοι σε 7 περιφερειακές ενότητες (οι παραπάνω μαζί με την Ανατολική Αττική και τη Δυτική Αττική με πληθυσμό 3.753.783. Η Αθήνα και ο Πειραιάς είναι τα δύο Μητροπολιτικά Κέντρα της Μητροπολιτικής Περιοχής της Αθήνας. Υπάρχουν επίσης μερικά Διαδημοτικά Κέντρα, που εξυπηρετούν συγκεκριμένες περιοχές. Για παράδειγμα το Μαρούσι, η Κηφισιά και η Γλυφάδα λειτουργούν ως Διαδημοτικά Κέντρα για τα Βόρεια, μακρινά Βόρεια και Νότια προάστια της Αθήνας αντίστοιχα, ενώ το Περιστέρι εξυπηρετεί τα Δυτικά προάστια.

Η σύγχρονη πόλη της Αθήνας αποτελείται από τη συνένωση πολλών μικρότερων πόλεων και χωριών που επεκτάθηκαν για να συνθέσουν μία μεγάλη ενιαία πόλη· η επέκταση αυτή συνέβη τον 20ό αιώνα. Το πολεοδομικό συγκρότημα της Αθήνας αποτελείται από 35 δήμους, ο μεγαλύτερος των οποίων είναι ο Δήμος Αθηναίων με 664.046 κατοίκους (απογραφή 2011).

Όταν αναφερόμαστε στην Αθήνα, αναφερόμαστε συνήθως στην Αθήνα με τα προάστια ή αλλιώς «μείζονα περιοχή της Αθήνας», ενώ ορισμένες φορές αναφερόμαστε στο Δήμο Αθηναίων ή στο «κέντρο της Αθήνας». Κάθε δήμος της μείζονος περιοχής της Αθήνας είναι αυτοδιοικούμενος από τον Δήμαρχο και το Δημοτικό Συμβούλιο.

Η Ντόρα Μπακογιάννη εκλέχθηκε Δήμαρχος Αθηναίων τον Οκτώβριο του 2002. Ήταν η πρώτη γυναίκα δήμαρχος της πόλης. Μετά την αποχώρησή της τον Φεβρουάριο του 2006, λόγω ανάληψης του Υπουργείου Εξωτερικών, δήμαρχος ανέλαβε έπειτα από εκλογές στο Δημοτικό Συμβούλιο ο Θεόδωρος Μπεχράκης. Στις δημοτικές εκλογές του Οκτωβρίου του 2006 εκλέχθηκε Δήμαρχος Αθηναίων ο Νικήτας Κακλαμάνης από τον πρώτο γύρο. Στις επόμενες εκλογές, τον Νοέμβριο του 2010, η δημαρχία της πόλης πέρασε στον Γεώργιο Καμίνη.

Με την εφαρμογή της νέας διοικητικής διαίρεσης της χώρας κατά το Πρόγραμμα «Καλλικράτης» το 2011 και σύμφωνα με το άρθρο 1 § 5.1. Β αυτού, ουδεμία μεταβολή επήλθε στο Δήμο Αθηναίων εκτός της μετονομασίας των δημοτικών διαμερισμάτων σε δημοτικές κοινότητες.

Ο Δήμος Αθηναίων χωρίζεται σήμερα διοικητικά σε επτά δημοτικές κοινότητες (πρώην διαμερίσματα), σύμφωνα με το άρθρο 2 § 4 του Προγράμματος «Καλλικράτης», οι οποίες αριθμούνται σε 1η, 2η, 3η, 4η, 5η, 6η και 7η:

Σε όλες τις παραπάνω δημοτικές κοινότητες συγκροτούνται κοινοτικά συμβούλια και υφίστανται επιμέρους δημοτικές υπηρεσίες.

Ο Κεντρικός Τομέας Αθηνών απαρτίζεται από το Δήμο Αθηναίων στην καρδιά του αστικού ιστού και τους περιφερειακούς δήμους Ζωγράφου, Βύρωνα, Καισαριανής, Ηλιούπολης, Δάφνης-Υμηττού, Νέας Φιλαδέλφειας - Νέας Χαλκηδόνας και Γαλατσίου και αποτελεί τμήμα του πολεοδομικού συγκροτήματος Αθηνών - Πειραιώς.

Ο πληθυσμός της περιφερειακής ενότητας Κεντρικού Τομέα Αθηνών ανέρχεται σε 1.029.520 κατοίκους και η πυκνότητα πληθυσμού της σε 11.796,14 κάτοικοι ανά τ.χλμ. Η έκτασή της είναι 87,3 τ.χλμ.

Τη θέση του Αντιπεριφερειάρχη της συγκεκριμένης ενότητας κατέχει η Άννα Παπαδημητρίου-Τσάτσου.

Η πόλη της Αθήνας ενσωματώνει αρχιτεκτονικούς ρυθμούς από τον Νεοκλασικό μέχρι τον μοντέρνο. Βρίσκονται συχνά στις ίδιες περιοχές, γιατί η Αθήνα δεν χαρακτηρίζεται από ομοιογένεια των αρχιτεκτονικών ρυθμών. Υπάρχουν, πάντως, ενδείξεις συνέχειας στοιχείων της αστικής της αρχιτεκτονικής μέσα στη μακραίωνη ιστορία της.

Κατά το μεγαλύτερο μέρος του 19ου αιώνα στην Αθήνα κυριάρχησε ο Νεοκλασικισμός, καθώς και ορισμένες παρεκκλίσεις του, όπως ο Εκλεκτικισμός, ιδιαίτερα στις αρχές του 20ού αιώνα. Έτσι τα Παλαιά Ανάκτορα (σήμερα Βουλή των Ελλήνων) ήταν το πρώτο σημαντικό δημόσιο κτίριο που ανεγέρθηκε, μεταξύ 1836 και 1843. Αργότερα, στα μέσα και τα τέλη του 19ου αιώνα, ο Θεόφιλος Χάνσεν και ο Ερνέστος Τσίλλερ συμμετείχαν στην κατασκευή πολλών νεοκλασικών κτιρίων, όπως η Ακαδημία και το Ζάππειο. Ο Τσίλλερ σχεδίασε επίσης πολλά ιδιωτικά αρχοντικά στο κέντρο της Αθήνας, που σταδιακά έγιναν δημόσια, συνήθως μέσω δωρεών, όπως το Ιλίου Μέλαθρον του Σλήμαν.

Αρχίζοντας τη δεκαετία του 1920, η Μοντέρνα αρχιτεκτονική, περιλαμβανομένου του Μπάουχαους και της Αρ Ντεκό, άρχισε να επηρεάζει σχεδόν όλους τους Έλληνες αρχιτέκτονες και κτίρια, τόσο δημόσια όσο και ιδιωτικά, κατασκευάσθηκαν σύμφωνα με αυτούς τους ρυθμούς. Μεταξύ των περιοχών με μεγάλο αριθμό τέτοιων κτιρίων είναι η Πλατεία Βικτωρίας και μερικές του κέντρου της πόλης, ενώ μεταξύ των συνοικιών που αναπτύχθηκαν αυτή την περίοδο είναι η Κυψέλη.

Τις δεκαετίες του 1950 και 1960, κατά την επέκταση και ανάπτυξη της Αθήνας, έπαιξαν σημαντικό ρόλο άλλα μοντέρνα κινήματα, όπως το Διεθνές στυλ. Οι πολυκατοικίες εκείνης της περιόδου αναγνωρίστηκαν σε διεθνές επίπεδο και κόσμησαν τους δρόμους της Αθήνας. Διαθέτοντας όλες τις ανέσεις της εποχής και κτισμένες με υλικά αρίστης ποιότητας έχαιραν μεγάλης εκτίμησης μεταξύ των μεγαλοαστικών κύκλων της πόλης. Κυρίαρχη αρχιτεκτονική τεχνοτροπία των δεκαετιών αυτών υπήρξε ο κλασικίζων μοντερνισμός. Σπουδαία δείγματα αυτού του ρυθμού βρίσκονται σήμερα πέριξ και επί των οδών Πατησίων και 3ης Σεπτεμβρίου, στις πλατείες Αμερικής και Βικτωρίας και σαφώς στον άλλοτε πιο αριστοκρατικό και μεγαλοπρεπή δρόμο των Αθηνών, την οδό Μαυρομματαίων.

Οι αρχιτέκτονες αυτής της περιόδου χρησιμοποίησαν υλικά όπως γυαλί, μάρμαρο και αργίλιο, και πολλοί συνδύασαν μοντέρνα και κλασικά στοιχεία. Μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μεταξύ των διεθνώς γνωστών αρχιτεκτόνων που σχεδίασαν και έχτισαν στην πόλη ήταν ο Βάλτερ Γκρόπιους, με το σχεδιασμό της Αμερικάνικης Πρεσβείας και ο Έερο Σάαρινεν με το σχεδιασμό του ανατολικού πύργου ελέγχου του Αεροδρομίου του Ελληνικού.

Από τους σημαντικούς Έλληνες αρχιτέκτονες της περιόδου 1930 - 1970 ήταν οι Κωνσταντίνος Δοξιάδης, Δημήτρης Πικιώνης, Περικλής Α. Σακελλάριος, Άρης Κωνσταντινίδης και άλλοι.

Η κεντρική πλατεία της Αθήνας είναι η πλατεία Συντάγματος που πήρε το όνομά της από τη εξέγερση του στρατού και του λαού και τη συγκέντρωση που έγινε σ' αυτήν στις 3 Σεπτεμβρίου 1843. Η συγκέντρωση αυτή του στρατού και του αθηναϊκού λαού πέτυχε την αποδοχή του Συντάγματος από τον Όθωνα και την ψήφισή του την επόμενη χρονιά από την Εθνοσυνέλευση. Είναι μπροστά στη Βουλή από την πλευρά της λεωφόρου Αμαλίας και μπροστά στο μνημείο του άγνωστου στρατιώτη, με σιντριβάνι και κήπο, δένδρα, αγάλματα και καφέ. Στην πλατεία βρίσκεται και κεντρικός σταθμός του μετρό.

Από το Σύνταγμα ξεκινά η Οδός Ερμού, ένας πεζόδρομος μήκους περίπου ενός χιλιομέτρου, που συνδέει την πλατεία Συντάγματος με το Μοναστηράκι. Στην Ερμού βρίσκονται πολλά καταστήματα μόδας. Το 2008 ήταν ο ενδέκατος ακριβότερος δρόμος λιανικής πώλησης στον κόσμο. Ωστόσο λόγω της κρίσης, πολλά καταστήματα έχουν κλείσει και πλέον, το 2013 η Ερμού βρισκόταν στην 31η θέση. Σε κοντινή απόσταση το ανακαινισμένο κτίριο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού στην Οδό Πανεπιστημίου περιλαμβάνει πολυκατάστημα και αρκετά ακριβά επώνυμα καταστήματα.

Η Πλατεία Ομονοίας είναι μαζί με το Σύνταγμα μία από τις παλαιότερες πλατείες της Αθήνας. Στην πλατεία επίσης υπάρχουν πλέον αρκετοί χώροι εστίασης ενώ βρίσκεται σταθμός του ηλεκτρικού και του Μετρό. Είναι το επίκεντρο πανηγυρισμού αθλητικών επιτυχιών, όπως έγινε μετά την κατάκτηση των πρωταθλημάτων Euro 2004 και Eurobasket 2005. Το 1988 στήθηκε στην Ομόνοια το γλυπτό Δρομέας του γλύπτη Κώστα Βαρώτσου κατασκευασμένα από γυαλί, που το 1994 μεταφέρθηκε στην Πλατεία της Μεγάλης του Γένους Σχολής, απέναντι από το ξενοδοχείο Χίλτον.

Άλλες σημαντικές πλατείες είναι: η πλατεία Κλαυθμώνος (25ης Μαρτίου), η πλατεία Κοτζιά (Δημαρχείου, ή Ταχυδρομείου, ή Εθνικής Αντίστασης) με το Δημαρχείο, το Μέγαρο Μελά και το κτίριο της Εθνικής Τράπεζας, η πλατεία Μοναστηρακίου με μια παλιά εκκλησία της Θεοτόκου, που κτίστηκε τον 11ο αιώνα και ένα οθωμανικό τέμενος (τζαμί) που έχει μετατραπεί σε μουσείο, η πλατεία Πλαστήρα στο Παγκράτι, η Κυψέλη, η Ρηγίλλης στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας, η Ελευθερίας-Κουμουνδούρου, η Αγίου Γεωργίου Καρύτση, η Αγίου Κωνσταντίνου, η Αμερικής ή Αγάμων, η Ανεξαρτησίας (Βάθη), η Βικτωρίας-Κυριακού, η Κάνιγγος, η πλατεία Φιλικής Εταιρείας ή Κολωνακίου, η πλατεία Εξαρχείων κ.ά.

Ο Δήμος της Αθήνας, κέντρο του Πολεοδομικού Συγκροτήματος, υποδιαιρείται σε πολλές συνοικίες: Ομόνοια, Πλατεία Συντάγματος, Εξάρχεια, Άγιος Νικόλαος, Νεάπολη, Λυκαβηττός, Λόφος Στρέφη, Λόφος Φινοπούλου, Λόφος Φιλοπάππου, Πεδίον του Άρεως, Μεταξουργείο, Άγιος Κωνσταντίνος, Σταθμός Λαρίσης, Κεραμεικός, Ψυρρή, Μοναστηράκι, Γκάζι, Θησείο, Καπνικαρέα, Αγία Ειρήνη, Αέρηδες, Αναφιώτικα, Πλάκα, Ακρόπολη, Πνύκα, Μακρυγιάννη, Ζάππειο, Μετς, Παγκράτι, Κολωνάκι, Γούβα, Άγιος Ιωάννης, Νέος Κόσμος, Κουκάκη, Κυνοσάργους, Φιξ, Ανω Πετράλωνα, Κάτω Πετράλωνα, Ρουφ, Βοτανικός, Προφήτης Δανιήλ, Ακαδημία Πλάτωνος, Κολωνός, Κολοκυνθού, Σταθμός Αττικής, Λόφος Σκουζέ, Σεπόλια, Κυψέλη, Άγιος Μελέτιος, Νέα Κυψέλη, Γκύζη, Πολύγωνο, Αμπελόκηποι, Πανόρμου-Γηροκομείο, Πεντάγωνο, Ελληνορώσων, Νέα Φιλοθέη, Άνω Κυψέλη, Τουρκοβούνια-Λόφος Πατάτσου, Λόφος Ελικώνας, Κολιάτσου, Θυμαράκια, Κάτω Πατήσια, Τρεις Γέφυρες, Αγιος Ελευθέριος, Άνω Πατήσια, Κυπριάδου, Προμπονά, Αγιος Παντελεήμονας, Γουδί και Ιλίσια.

Η Πλάκα, που βρίσκεται ακριβώς κάτω από την Ακρόπολη, είναι από τις πιο γνωστές συνοικίες της Αθήνας και παραμένει προνομιακός τουριστικός προορισμός με ταβέρνες, ζωντανές παραστάσεις και υπαίθριους πωλητές. Το γειτονικό Μοναστηράκι είναι γνωστό για σειρά μικρών καταστημάτων και αγορών, για την υπαίθρια αγορά του και τις ταβέρνες. Το Θησείο έχει επίσης πολλά καφές και καταστήματα εστίασης που προσελκύουν κατοίκους και τουρίστες. Στο Θησείο βρίσκεται ο αρχαίος Ναός του Ηφαίστου, στην κορυφή ενός μικρού λόφου. Η περιοχή αυτή έχει επίσης μια γραφική Βυζαντινή εκκλησία του 11ου αιώνα, καθώς και ένα Οθωμανικό τζαμί του 15ου αιώνα.

Το Μεταξουργείο βρίσκεται βόρεια του ιστορικού κέντρου της Αθήνας, μεταξύ του Κολωνού στα ανατολικά και του Κεραμεικού στα δυτικά, βόρεια από το Γκάζι. Πήρε το όνομά του από εργοστάσιο κατεργασίας μεταξιού που χτίστηκε τον 19ο αιώνα, όταν η περιοχή ήταν σχεδόν ακατοίκητη. Μετά από μακρά περίοδο εγκατάλειψης, έγιναν προσπάθειες εξωραϊσμού της συνοικίας. Σε μικρή απόσταση βρίσκεται η συνοικία του Ψυρρή στην οποία εγκαταστάθηκαν χώροι εστίασης και διασκέδασης. Σε συνοικία με χώρους εστίασης έχει μετατραπεί και το Γκάζι γύρω από ένα ιστορικό εργοστάσιο φωταερίου, που έχει σήμερα μετατραπεί στον πολυχώρο πολιτισμού Τεχνόπολις και περιλαμβάνει επίσης καλλιτεχνικούς χώρους, μικρά κλαμπ, μπαρ και εστιατόρια. Στο Γκάζι υπάρχει και σταθμός του μετρό.

Τα Εξάρχεια είναι συνοικία με καφέ, μπαρ και βιβλιοπωλεία. Στα Εξάρχεια βρίσκεται το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Περιλαμβάνουν επίσης σημαντικά κτίρια αρκετών ρυθμών του 20ού αιώνα: Νεοκλασικισμού, Αρτ Ντεκό και Πρώιμου Μοντερνισμού (με επιρροές Μπάουχαουζ). Τέλος, το Κολωνάκι είναι περιοχή στη βάση του λόφου του Λυκαβηττού. Θεωρείται μία από τις πιο ακριβές συνοικίες στην Αθήνα και έχει πολλά καταστήματα, χώρους εστίασης και διασκέδασης και γραφεία.

H Mητροπολιτική Περιοχή της Αθήνας αποτελείται από 58 πυκνοκατοικημένους δήμους, που απλώνονται γύρω από το Δήμο της Αθήνας (το κέντρο της πόλης) προς όλες σχεδόν τις κατευθύνσεις. Ανάλογα με τη γεωγραφική τους θέση σε σχέση με την πόλη της Αθήνας, τα προάστια χωρίζονται σε τέσσερις ζώνες: τα βόρεια προάστια που περιλαμβάνουν Eκάλη, Νέα Ερυθραία, Άγιο Στέφανο, Δροσιά, Διόνυσο, Κρυονέρι, Κηφισιά, Μαρούσι, Πεύκη, Λυκόβρυση, Ηράκλειο, Γλυκά Νερά, Βριλήσσια, Μελίσσια, Πεντέλη, Χαλάνδρι, Αγία Παρασκευή, Θρακομακεδόνες, Ψυχικό, Φιλοθέη και Βαρυμπόμπη, τα νότια προάστια που περιλαμβάνουν Καλαμάκι, Νέα Σμύρνη, Άγιος Δημήτριος, Παλαιό Φάληρο, Ελληνικό, Γλυφάδα, Βούλα, Αργυρούπολη, Ηλιούπολη και το νοτιότερο προάστιο της Βουλιαγμένης, τα ανατολικά προάστια που περιλαμβάνουν Αχαρνές, Ζωγράφου, Βύρωνα, Καισαριανή, Χολαργό και Παπάγου και τα δυτικά προάστια που περιλαμβάνουν Πετρούπολη, Ίλιον, Περιστέρι, Αιγάλεω και Νίκαια.

Οι ακτές της πόλης της Αθήνας, που εκτείνονται από το μεγάλο εμπορικό λιμάνι του Πειραιά μέχρι το νοτιότερο προάστιο της Βάρκιζας επί περίπου 25 χιλιόμετρα, συνδέονται με το κέντρο της πόλης και με τραμ.

Στο βόρειο προάστιο του Μαρουσιού δεσπόζει στον ορίζοντα το αναβαθμισμένο κύριο Ολυμπιακό Συγκρότημα (γνωστό με το ακρωνύμιο ΟΑΚΑ). Η περιοχή έχει αναπλασθεί σύμφωνα με σχέδιο του Ισπανού αρχιτέκτονα Σαντιάγο Καλατράβα, με χαλύβδινες αψίδες, διαμόρφωση κήπων, κρήνες, φουτουριστικές γυάλινες κατασκευές και μια νέα οροφή-σήμα κατατεθέν από μπλε γυαλί, που προστέθηκε στο κυρίως στάδιο. Ένα δεύτερο Ολυμπιακό συγκρότημα δίπλα στη θάλασσα, στην παραλία της Καλλιθέας, διαθέτει σύγχρονα στάδια, καταστήματα και μια υπερυψωμένη εσπλανάδα. Προγραμματίζονται έργα για το μετασχηματισμό των εκτάσεων του παλιού Αεροδρομίου της Αθήνας στα νότια προάστια σε ένα από τα μεγαλύτερα διαμορφωμένα πάρκα της Ευρώπης, επονομαζόμενο Μητροπολιτικό Πάρκο Ελληνικού.

Πολλά από τα νότια προάστια (όπως ο Άλιμος, το Παλιό Φάληρο, το Ελληνικό, η Βούλα, η Βουλιαγμένη και η Βάρκιζα) έχουν αμμώδεις παραλίες, τις περισσότερες τις λειτουργεί ο ΕΟΤ με εισιτήριο. Καζίνο λειτουργούν τόσο στο Όρος Πάρνηθα, περίπου 25 χιλιόμετρα από το κέντρο της Αθήνας (προσβάσιμο με αυτοκίνητο ή τελεφερίκ), όσο και στην κοντινή πόλη του Λουτρακίου (προσβάσιμο με αυτοκίνητο από την Εθνική Οδό Αθηνών - Κορίνθου ή τον προαστιακό σιδηρόδρομο).

Ο Εθνικός Δρυμός της Πάρνηθας χαρακτηρίζεται από καλά σηματοδοτημένα μονοπάτια, φαράγγια, πηγές, χειμάρρους και σπήλαια, που υπάρχουν στην περιοχή. Η πεζοπορία και η ποδηλασία στο βουνό και στα τέσσερα βουνά είναι δημοφιλείς υπαίθριες δραστηριότητες για τους κατοίκους της πόλης. Ο Εθνικός Κήπος ολοκληρώθηκε το 1840 και είναι ένα καταφύγιο πρασίνου 155 στρεμμάτων στο κέντρο της Ελληνικής πρωτεύουσας. Βρίσκεται ανάμεσα στα κτίρια της Βουλής και του Ζαππείου. Είναι γεμάτος από άγρια δασικά και ήμερα δένδρα, καλλωπιστικούς θάμνους, λουλούδια και στολισμένος με τεχνητές λιμνούλες που έχουν υδρόβια φυτά και κύκνους, με πίδακες και βρυσούλες.

Ο Διομήδειος Κήπος στο Χαϊδάρι, έκτασης 1.500 στρεμμάτων, περιλαμβάνει μια πρότυπη, πλούσια συλλογή λουλουδιών και φυτών από όλο τον κόσμο και είναι Εθνικό Κληροδότημα – Κοινωφελές Ίδρυμα που διοικείται από Επιτροπή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Συνέχεια του Εθνικού Κήπου είναι ο κήπος του Ζαππείου, που δημιουργήθηκε το 1887 από τον Στέφανο Δραγούμη, με έκταση 130 στρέμματα. Έχει διάφορα είδη δένδρων και φυτών, ένα σιντριβάνι με πολύχρωμα φώτα και το μέγαρο του Ζαππείου, όπου γίνονται διάφορες εκθέσεις.

Το άλσος του Πεδίου του Άρεως. Ο δεύτερος πνεύμονας πράσινου της Αθήνας με ψηλά δένδρα, λουλούδια και λίμνες, με φαρδείς δρόμους και πλατείες, με το ψηλό άγαλμα της Αθηνάς και δυο μικρά εκκλησάκια των Αγ. Ταξιαρχών και του Αγίου Χαραλάμπους. Ο κήπος άρχισε να φυτεύεται το 1934. Μέσω της πιο πρόσφατης ανάπλασης αφαιρέθηκαν τμηματικά οι επιστρώσεις των δρόμων οι οποίες αντικαταστάθηκαν από πιεσμένο χώμα δίνοντας έτσι την αίσθηση εξοχής.

Το Άλσος Βεΐκου στο Γαλάτσι, που περιλαμβάνει μεγάλους κήπους με ωραία δρομάκια, δημοτικό κολυμβητήριο και φιλοξενεί πλήθος εκδηλώσεων, ενώ δίπλα βρίσκεται και το Ολυμπιακό κέντρο Γαλατσίου.

Το Αττικό Άλσος στα Τουρκοβούνια στα όρια των δήμων Αθηναίων, Γαλατσίου και Φιλοθέης-Ψυχικού. Περιλαμβάνει γήπεδα τένις και μπάσκετ.

Το άλσος Παγκρατίου που φυτεύτηκε το 1908 με τη φροντίδα της βασίλισσας Σοφίας και έχει έκταση 30 στρέμματα. Στην αρχή είχε μόνο πεύκα, αλλά μετά το 1936, όταν παραχωρήθηκε στο Δήμο Αθηναίων, φυτεύτηκαν και άλλα δένδρα και θάμνοι. Πριν από τη γερμανική κατοχή στο άλσος του Παγκρατίου υπήρχε ζωολογικός κήπος.

Το άλσος Ευαγγελισμού, που φυτεύτηκε όταν ιδρύθηκε το νοσοκομείο. Η αρχιτεκτονική του διαρρύθμιση είναι ωραιότατη. Έχει στηθεί η προτομή της βασίλισσας Όλγας, που ίδρυσε το νοσοκομείο Ευαγγελισμός.

Το άλσος του Θησείου, με έκταση 24 στρέμματα, κοντά στον αρχαίο ναό του Ηφαίστου με πεύκα, κυπαρίσσια και διάφορα φυτά.

Το άλσος της Ν. Φιλαδέλφειας, με διάφορα είδη δένδρων και φυτών, με τεχνητή λίμνη και διάφορα ζώα.

Το Άλσος Νέας Σμύρνης αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα πάρκα και βρίσκεται στο κέντρο της Νέας Σμύρνης που δημιουργήθηκε τη δεκαετία του '20 με έκταση 50.000 τ.μ.

Και σε πολλές άλλες συνοικίες και προάστια της Αθήνας υπάρχουν μικρά και μεγάλα πάρκα, κήποι και άλση.

Τμήματα της πόλης έχουν αναπλασθεί, σύμφωνα με ένα γενικό σχέδιο με το όνομα ΄΄Ενοποίηση Αρχαιολογικών Χώρων της Αθήνας, που επίσης έλαβε χρηματοδότηση από την ΕΕ ως συμβολή για την υλοποίησή του. Η Οδός Διονυσίου Αρεοπαγίτου, ορόσημό του, έχει πεζοδρομηθεί σχηματίζοντας μια γραφική διαδρομή. H διαδρομή ξεκινά από το Ναό του Ολυμπίου Διός, στη Λεωφόρο Βασιλίσσης Όλγας, συνεχίζει κάτω από τις νότιες πλαγιές της Ακρόπολης κοντά στην Πλάκα και καταλήγει λίγο πιο πέρα από το Ναό του Ηφαίστου στο Θησείο. Η διαδρομή στο σύνολό της προσφέρει στους επισκέπτες θέα του Παρθενώνα και της Αγοράς (τόπου συνάντησης των αρχαίων Αθηναίων), μακριά από το πολύβουο κέντρο της πόλης.

Οι λόφοι της Αθήνας παρέχουν επίσης χώρους πρασίνου. Ο Λυκαβηττός, ο λόφος του Φιλοπάππου και η περιοχή γύρω του, περιλαμβανομένης της Πνύκας και του Λόφου Αρδηττού, είναι φυτεμένοι με πεύκα και άλλα δένδρα, με τη μορφή μάλλον μικρού δάσους παρά τυπικού μητροπολιτικού πάρκου.

Υπάρχουν επίσης μικροί ζωολογικοί κήποι μέσα σε δημόσιους κήπους ή πάρκα, όπως εκείνος μέσα στον Εθνικό Κήπο.

Η πόλη είναι παγκόσμιο κέντρο αρχαιολογικής έρευνας. Εκτός από εθνικά ιδρύματα, όπως το Πανεπιστήμιο Αθηνών, την Αρχαιολογική Εταιρεία, αρκετά αρχαιολογικά μουσεία, όπως το Εθνικό Αρχαιολογικό, το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, το Επιγραφικό μουσείο, το Βυζαντινό Μουσείο, καθώς και τα μουσεία της Αρχαίας Αγοράς, της Ακρόπολης και του Κεραμεικού, η πόλη στεγάζει επίσης το εργαστήριο αρχαιομετρίας στο Κέντρο Ερευνών Δημόκριτος καθώς και τοπικές και εθνικές υπηρεσίες που ανήκουν στο Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού.

Η Αθήνα φιλοξενεί 17 ξένα αρχαιολογικά ινστιτούτα (ή σχολές) που προωθούν και διευκολύνουν την έρευνα από επιστήμονες από τις χώρες προέλευσής τους (Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα, Αυστραλιανό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών, Αυστριακό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών, Βελγική Σχολή Αθηνών, Βρετανική Σχολή Αθηνών, Γαλλική Σχολή Αθηνών, Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών, Γεωργιανό Ινστιτούτο Αθηνών, Δανικό Ινστιτούτο Αθηνών, Ελβετική Αρχαιολογική Σχολή στην Ελλάδα, Ιρλανδικό Ινστιτούτο Ελληνικών Σπουδών στην Αθήνα, Ιταλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών, Καναδικό Ινστιτούτο στην Ελλάδα, Νορβηγικό Ινστιτούτο Αθηνών, Ολλανδικό Ινστιτούτο Αθηνών, Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών, Φινλανδικό Ινστιτούτο Αθηνών). Έτσι η Αθήνα έχει πάνω από δέκα αρχαιολογικές βιβλιοθήκες και τρία εξειδικευμένα αρχαιολογικά εργαστήρια και είναι ο τόπος αρκετών εκατοντάδων ειδικών διαλέξεων, συνεδρίων και σεμιναρίων, καθώς και δεκάδων αρχαιολογικών εκθέσεων κάθε χρόνο. Οποιαδήποτε στιγμή βρίσκονται στην πόλη εκατοντάδες μελετητές και ερευνητές όλων των κλάδων της αρχαιολογίας.

Μεταξύ των σημαντικότερων μουσείων της Αθήνας είναι:

Υπάρχουν επίσης πολλά μικρότερα δημόσια και ιδιωτικά μουσεία που εστιάζουν στον Ελληνικό πολιτισμό και τις τέχνες.

Η Αθήνα έχει αποτελέσει ταξιδιωτικό προορισμό από την αρχαιότητα. Κατά την περασμένη δεκαετία βελτιώθηκαν οι υποδομές και οι κοινωνικές εξυπηρετήσεις της πόλης, εν μέρει λόγω της επιτυχούς υποψηφιότητάς της να διοργανώσει τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Το Ελληνικό Κράτος, με τη βοήθεια της ΕΕ, χρηματοδότησε σημαντικά έργα υποδομής, όπως το τελευταίας τεχνολογίας Διεθνές Αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος, η επέκταση του δικτύου του Μετρό και ο νέος Αυτοκινητόδρομος της Αττικής Οδού.

Η Αθήνα διαθέτει 148 θεατρικές σκηνές, περισσότερες από οποιαδήποτε άλλη πόλη στον κόσμο, ανάμεσά τους το αρχαίο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, στέγη του Φεστιβάλ Αθηνών από το Μάιο ως τον Οκτώβριο κάθε χρόνο. Εκτός από μεγάλο αριθμό πολυκινηματογράφων η Αθήνα διαθέτει υπαίθριους θερινούς κινηματογράφους με πράσινο. Η πόλη έχει επίσης χώρους μουσικής, όπως το Μέγαρο Μουσικής, που προσελκύει παγκόσμιας κλάσης καλλιτέχνες. Το Πλανητάριο της Αθήνας, που βρίσκεται στη Λεωφόρο Συγγρού, είναι ένα από τα μεγαλύτερα και καλύτερα εξοπλισμένα ψηφιακά πλανητάρια στον κόσμο.

Τα δημοφιλέστερα τραγούδια κατά την περίοδο 1870-1930 ήταν οι λεγόμενες Αθηναϊκές καντάδες, βασισμένες στις Επτανησιακές καντάδες, και τραγούδια που παρουσιάζονταν στο θέατρο (επιθεωρησιακά τραγούδια) σε επιθεωρήσεις, μιούζικαλ, οπερέτες και νυχτερινά έργα, που επικρατούσαν στη θεατρική σκηνή της Αθήνας.

Σημαντικοί συνθέτες οπερετών και νυχτερινών έργων ήταν οι Κώστας Γιαννίδης, Διονύσιος Λαυράγκας, Νίκος Χατζηαποστόλου ενώ Ο Βαφτιστικός του Θεόφραστου Σακελλαρίδη παραμένει ίσως η δημοφιλέστερη οπερέτα. Παρά το γεγονός ότι τα Αθηναϊκά τραγούδια δεν ήταν αυτόνομες καλλιτεχνικές δημιουργίες (σε αντίθεση με τις καντάδες) και παρά την αρχική σύνδεσή τους με κυρίως θεατρικές μορφές τέχνης, έγιναν τελικά επιτυχίες ως ανεξάρτητα τραγούδια. Από τους σημαντικούς ηθοποιούς της Ελληνικής οπερέτας, που κατέστησαν επίσης δημοφιλή μια σειρά μελωδιών και τραγουδιών εκείνη την εποχή, ήταν οι Ορέστης Μακρής, Άννα και Μαρία Καλουτά, Βασίλης Αυλωνίτης, Αφροδίτη Λαουτάρη, Ελένη Παπαδάκη, Μαρίκα Νέζερ, Μαρίκα Κρεβατά και άλλοι. Μετά το 1930 παρατηρείται αμφιταλάντευση μεταξύ των αμερικανικών και ευρωπαϊκών μουσικών επιρροών και της Ελληνικής μουσικής παράδοσης. Έλληνες συνθέτες αρχίζουν να γράφουν μουσική, χρησιμοποιώντας τις μελωδίες του τάγκο, του βαλς, του σουίνγκ, του φοξτρότ, μερικές φορές σε συνδυασμό με μελωδίες στο ύφος του ρεπερτορίου των Αθηναϊκών καντάδων. Ο Νίκος Γούναρης ήταν ίσως ο διασημότερος συνθέτης και τραγουδιστής της εποχής.

Το 1923, μετά την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, πολλοί Έλληνες από τη Μικρά Ασία κατέφυγαν στην Αθήνα συνέπεια της Μικρασιατικής εκστρατείας. Εγκαταστάθηκαν σε φτωχογειτονιές και έφεραν μαζί τους τη μουσική του Ρεμπέτικου, κάνοντάς τη δημοφιλή και στην Ελλάδα, που αργότερα έγινε η βάση για τη Λαϊκή μουσική. Άλλες δημοφιλείς μορφές τραγουδιού σήμερα είναι τα ελαφρολαϊκά, το έντεχνο και τα δημοτικά.

Στην Οδό Πανεπιστημίου, το παλιό κτίριο του Πανεπιστημίου, η Εθνική Βιβλιοθήκη και η Ακαδημία, αποτελούν την Αθηναϊκή Τριλογία και ανεγέρθηκαν στα μέσα του 19ου αιώνα.

Το μεγαλύτερο και παλαιότερο πανεπιστήμιο της Αθήνας αποτελεί το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Οι περισσότερες λειτουργίες του ΕΚΠΑ έχουν μεταφερθεί σε πανεπιστημιούπολη στο ανατολικό προάστιο του Ζωγράφου. Το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, βρίσκεται στην Οδό Πατησίων. Στο χώρο αυτό, στις 17 Νοεμβρίου 1973, πάνω από 13 φοιτητές σκοτώθηκαν και εκατοντάδες τραυματίστηκαν κατά την Εξέγερση του Πολυτεχνείου κατά της στρατιωτικής χούντας, που κυβερνούσε τη χώρα από τις 21 Απριλίου 1967 μέχρι τις 23 Ιουλίου 1974.

Το Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής αποτελεί το δεύτερο μεγαλύτερο πανεπιστήμιο της Αθήνας. Η έδρα του πανεπιστημίου βρίσκεται στον Δυτικό Τομέα Αθηνών. Το σύνολο των δραστηριοτήτων του ΠΑΔΑ πραγματοποιούνται στις σύγχρονες υποδομές των τριών Πανεπιστημιουπόλεων (Άλσους Αιγάλεω, Αρχαίου Ελαιώνα και Αθηνών), οι οποίες προσφέρουν μοντέρνους χώρους διδασκαλίας και έρευνας, εγκαταστάσεις ψυχαγωγίας και υποστήριξης για το σύνολο των φοιτητών.

Άλλα πανεπιστήμια, που βρίσκονται στην Αθήνα, είναι το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, το Πάντειο Πανεπιστήμιο, το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και το Πανεπιστήμιο Πειραιώς. Υπάρχουν συνολικά δέκα κρατικά ιδρύματα ανώτατης και ανώτερης εκπαίδευσης στη Μητροπολιτική Περιοχή της Αθήνας, με χρονολογική σειρά ιδρύσεως: Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών (1837), Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (1837), Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (1837), Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (1920), Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (1920), Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών (1927), Πανεπιστήμιο Πειραιώς (1938), Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο (1990), Ανώτατη Σχολή Παιδαγωγικής και Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (2002), Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής (2018).

Υπάρχουν, επίσης, αρκετά άλλα ιδιωτικά κολέγια, καθώς η ίδρυση ιδιωτικών πανεπιστημίων απαγορεύεται από το Σύνταγμα. Πολλά από αυτά είναι πιστοποιημένα από ξένα κράτη ή πανεπιστήμια.

Η Αθήνα είναι μια πόλη με ανεπτυγμένες υποδομές από τη δεκαετία του '50 έως σήμερα. Διαθέτει ένα πλούσιο δίκτυο αυτοκινητοδρόμων που τη συνδέουν με τις γειτονικές περιφέρειες, καθώς και πληθώρα λεωφορείων και τραμ που ενώνουν τις γειτονιές του λεκανοπεδίου και των περιχώρων των Αθηνών. Τα ΚΤΕΛ Αττικής και τα ΚΤΕΛ Θεσσαλονίκης που εδρεύουν στο Πεδίον του Άρεως παρέχουν πρόσβαση στις γειτονικές πόλεις της Αττικής και την Θεσσαλονίκη. Οι δύο υπεραστικοί σταθμοί λεωφορείων (Κηφισού και Λιοσίων) προσφέρουν πρόσβαση στις περισσότερες πόλεις τις Ελλάδος, ενώ τα τελευταία χρόνια γίνονται απόπειρες εκσυγχρονισμού του εθνικού σιδηροδρομικού δικτύου που παραμένει πεπαλαιωμένο. Η πόλη διαθέτει τρεις γραμμές Μετρό και δίκτυο Τραμ που συνδέει τους παράκτιους δήμους με το κέντρο της πόλης.

Η Αθήνα διαθέτει πλήρες αποχετευτικό σύστημα, ηλεκτρικό φωτισμό από το 1889, ραδιοφωνικό κέντρο από το 1938 και τηλεόραση από το 1965.

Η Πόλη είναι προσβάσιμη οδικώς από τις δύο μεγάλες εθνικές οδούς που διατρέχουν την Αττική, τον Αυτοκινητόδρομο 1 (Α1, Ε75) που εισέρχεται από τη βόρεια είσοδο του λεκανοπεδίου και την Εθνική Οδό 8α (GR-8A, E65  E94) η οποία εισέρχεται από τα δυτικά. Καθίσταται προσεγγίσιμη επίσης μέσω του Λιμένος Πειραιώς, Ραφήνας και Λαυρίου. Από το 2004 ενώνεται με τον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών «Ελευθέριος Βενιζέλος» μέσω του κλειστού αυτοκινητοδρόμου της Αττικής Οδού. Είναι η πρώτη ελληνική πόλη που εξυπηρετείται από το Μετρό, ενώ το Σύστημα Μαζικών Μετακινήσεων από το 2000 και έπειτα εξελίσσεται σε ένα πολυσύνθετο και αλληλοσυνδεόμενο δίκτυο.

Ένας δευτερεύων κλάδος της Αττικής Οδού, γνωστός ως «Δυτική Περιφερειακή Λεωφόρος Υμηττού», συνδέει την Καισαριανή με τα Γλυκά Νερά. Ο νέος αυτός δακτύλιος πραγματοποιεί οδικές συνδέσεις στο πρωτεύον οδικό δίκτυο της πόλης με 70 χιλιόμετρα, 21 εξόδους και 8 μεγάλους συγκοινωνιακούς κόμβους.

Στην Αθήνα κυκλοφορεί και μεγάλος αριθμός ταξί (σε κίτρινο χρώμα). Τα ταξί της Αθήνας θεωρούνται φθηνότερα σε σύγκριση με αυτά της υπόλοιπης Ευρώπης.

Ο αερολιμένας της Αθήνας ο Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών «Ελευθέριος Βενιζέλος» στην περιοχή των Σπάτων εγκαινιάστηκε το 2000, αντικαθιστώντας το Διεθνές Αεροδρόμιο του Ελληνικού, που εξυπηρετούσε την πόλη για 60 χρόνια. Η πρόσβαση στο αεροδρόμιο γίνεται μέσω οδικής σύνδεσης (για ιδιωτική μεταφορά, λεωφορειακή σύνδεση ή ταξί), καθώς και σιδηροδρομικής γραμμής. Επιπλέον, η Αθήνα διαθέτει τον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό της Ελλάδας (Σταθμός Λαρίσης).

Το σύστημα δημόσιων μεταφορών της Αθήνας αποτελείται από ένα δίκτυο λεωφορείων, τρόλεϊ και μέσων σταθερής τροχιάς (μετρό, προαστιακός σιδηρόδρομος και τραμ).

Το μετρό της Αθήνας έχει τρεις γραμμές οι οποίες επισημαίνονται στους χάρτες με διαφορετικά χρώματα. Η Γραμμή 1 (πράσινη γραμμή) αφορά το παλαιότερο κομμάτι του δικτύου (Ηλεκτρικός), που συνδέει τον Πειραιά με την Κηφισιά μέσω του κέντρου της Αθήνας. Οι υπόλοιπες δύο γραμμές κατασκευάστηκαν κατά τη δεκαετία του 1990 και τέθηκαν σε λειτουργία τον Ιανουάριο του 2000. Οι δύο πρόσφατα κατασκευασμένες γραμμές είναι διπλές και αποκλειστικά υπόγειες (κατασκευασμένες με NATM και TBM) σε μέσο βάθος 20 μέτρα από την επιφάνεια και διατομή σηράγγων 9 μέτρα. Η Γραμμή 2 (κόκκινη γραμμή) συνδέει το Eλληνικό με την Ανθούπολη, ενώ η Γραμμή 3 (μπλε γραμμή) συνδέει την Αγία Μαρίνα με τον Αερολιμένα «Ελευθέριος Βενιζέλος». Σε εξέλιξη βρίσκονται επεκτάσεις προς τον Πειραιά, την Αγία Βαρβάρα, τον Κορυδαλλό, τη Νίκαια, τα Μανιάτικα, να περνάει από τον Πειραιά, και να καταλήγει στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά, ενώ μελετάται η κατασκευή μιας τέταρτης γραμμής με καμπυλωτή διαδρομή από το Γαλάτσι, περνώντας από τα ανατολικά προάστια και καταλήγοντας στο Μαρούσι.

Το δίκτυο των λεωφορείων αποτελείται από ντιζελοκίνητα και φυσικού αερίου οχήματα, καθώς και από ηλεκτροκίνητα τρόλεϊ.

Το νέο δίκτυο του τραμ συνδέει το κέντρο της Αθήνας (πλατεία Συντάγματος) με τη Βούλα και το Νέο Φάληρο μέσω δύο διασταυρούμενων γραμμών. Αναμένεται η επέκτασή του προς και Πειραιά (και μελλοντικά προς Κερατσίνι και Πέραμα), ενώ νέες γραμμές είναι υπό μελέτη. Ο προαστιακός σιδηρόδρομος συνδέει τον Διεθνή Αερολιμένα «Ελευθέριος Βενιζέλος» με τον Σταθμό Λαρίσης, τον Πειραιά και το Κιάτο. Μελλοντικά θα επεκταθεί προς τη Θήβα, την Χαλκίδα, τη Ραφήνα, το Λαύριο και το Ξυλόκαστρο.

Το αρχαιότερο υδραγωγείο είναι του Αδριανού που άρχισε να κατασκευάζεται το 130 μ.Χ. από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Αδριανό και ολοκληρώθηκε το 150 μ.Χ. από τον αυτοκράτορα Πίο Αντώνιο. Αργότερα όμως η δεξαμενή καταστράφηκε από τις επιδρομές εχθρών.

Μετά τη φυγή των Τούρκων, η κυβέρνηση της χώρας αντιμετώπισε και το βασικό αυτό πρόβλημα της ύδρευσης. Με έρανο που έγινε επισκεύασε το υδραγωγείο, αλλά λόγω της αύξησης του πληθυσμού, μετά από πολλές προτάσεις για διάφορες γεωτρήσεις και μεταφορά νερών, αποφασίστηκε το 1892 να γίνει τεχνητή λίμνη στο Μαραθώνα. Την πρόταση αυτή την έκανε ο Εδουάρδος Καλενέκ και το έτος 1926 το δημόσιο της Ελλάδας και η εταιρεία Ούλεν έκαναν συμφωνία για τη λίμνη αυτή, που θα έδινε νερό στην πρωτεύουσα.

Οι εργασίες άρχισαν τον Οκτώβριο του 1926 και τέλειωσαν μετά από 3 χρόνια. Τον Μάιο του 1931 είχαν κατασκευαστεί το φράγμα, ο αγωγός, τα διυλιστήρια και για πρώτη φορά στις 3 Ιουνίου η Αθήνα πήρε νερό από τη λίμνη.

Το φράγμα έχει πλάτος στη βάση του 47 μ. και χωράει 44 εκατομμύρια κυβικά μέτρα νερό. Με το φράγμα του Μαραθώνα λύθηκε ως ένα σημείο το πρόβλημα της ύδρευσης της Αθήνας. Αργότερα όμως, με την ολοένα και μεγαλύτερη ανάπτυξη της πόλης, η ποσότητα του νερού της τεχνητής λίμνης δεν ήταν αρκετή για την ύδρευση της πρωτεύουσας. Εκτελέστηκαν έργα ύδρευσης από τη λίμνη Υλίκη, αλλά και πάλι το πρόβλημα ύδρευσης δε λύθηκε. Γι' αυτό προτάθηκε η λύση του Μόρνου. Έτσι τo 1979 κατασκευάστηκε το φράγμα του Μόρνου κοντά στο Λιδωρίκι της Φωκίδας και τροφοδότησε την Αθήνα με νερό.

Την εποχή της τουρκοκρατίας υπήρχε μόνο ο υπόνομος της οδού Άρεως. Αργότερα, το 1838, άρχισε η κατασκευή μικρών υπονόμων στο κέντρο της πόλης που τελείωσε το 1840. Το 1858 έγινε συστηματική κατασκευή υπονόμου στη Σταδίου και στη συνέχεια στους άλλους κεντρικούς δρόμους, δημιουργώντας έτσι δίκτυο υπονόμων μόνο για το 118 της πόλης, ενώ το υπόλοιπο είχε υπονόμους που άδειαζαν στα γύρω περιβόλια. Αποτέλεσμα ήταν οι επιδημίες τύφου, δυσεντερίας και άλλων παθήσεων, που έκαναν τον κόσμο να υποφέρει και οι συχνές πλημμύρες, που προκαλούσαν ζημιές στην πόλη, όπως το 1896, όπου πνίγηκαν 17 άτομα. Τότε Έλληνες και ξένοι τεχνικοί έφτιαξαν σχέδιο για τον κανονισμό της κοίτης του Κηφισού και Ιλισού, αλλά μετά το 1925 ο Δήμος κατασκεύασε αποχετευτικά έργα και υποχρέωσε τους ιδιώτες να φτιάξουν στεγανούς βόθρους.

Με τις μελέτες που έκανε ο Ιταλός Φαντόλι, ανατέθηκε η εκτέλεση αποχετευτικών έργων στην Υδρέξ, Ανώνυμη Ελληνική Εταιρεία Υπονόμων. Η εταιρεία αυτή έκανε διάφορα σημαντικά έργα μέχρι τον Β' παγκόσμιο πόλεμο, που συνεχίστηκαν μετά την απελευθέρωση. Το 1950 ιδρύθηκε ο Οργανισμός Αποχέτευσης Περιοχής Πρωτεύουσας για τη συντήρηση και εκμετάλλευση του δικτύου που υπήρχε και αυτού που θα κατασκεύαζε.

Ο οργανισμός άρχισε να λειτουργεί το 1954 και συνεχίζει και σήμερα. Έφτιαξε τον Κεντρικό Αποχετευτικό Αγωγό από τέρμα Πατησίων και μέχρι τη Ν. Κοκκινιά, που σταμάτησε έτσι την αποχέτευση των ακαθαρσιών στο Ν. Φάληρο. Παρόλα αυτά δεν έχει ολοκληρωθεί το σύστημα αποχέτευσης της πρωτεύουσας και των προαστίων. Με τις δυνατές βροχές το κέντρο της πόλης πλημμυρίζει και σε ορισμένες συνοικίες σημειώνονται αρκετές καταστροφές σε σπίτια και καταστήματα.

Ο αρχικός φωτισμός της πόλης ήταν με δαδιά, λυχνάρια και φανάρια του λαδιού, που διατηρήθηκε και τα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση από την τουρκοκρατία.

Το 1835 κρεμάστηκαν φανάρια λαδιού στα κεντρικά σημεία της πόλης, που αρχικά ήταν 5-10 και το 1850 έφτασαν τα 200.

Τα φανάρια αυτά αντικαταστάθηκαν με λάμπες πετρελαίου, τις οποίες το 1862 αντικατέστησε το φωταέριο. Το 1866 τα φανάρια φωταερίου έφτασαν τα 1.000 και τα έξοδα ήταν 130.000 δρχ.

Ο φωτισμός της Αθήνας με ηλεκτρισμό άρχισε το 1889. Το πρώτο εργοστάσιο ηλεκτρισμού ήταν στη γωνία Πανεπιστημίου και Βουκουρεστίου, που έδωσε φως στις πλατείες Συντάγματος και Ομόνοιας και στο σπίτι του προέδρου της ηλεκτρικής εταιρείας Α. Μελά. Μετά από δυο χρόνια το εργοστάσιο μεταφέρθηκε ανάμεσα στο τετράγωνο μεταξύ των οδών Αριστείδου και Αιόλου με νέα μηχανήματα που αύξησαν την παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος. Με την αύξηση του πληθυσμού και τη διάδοση του ηλεκτρισμού, το 1902 έγινε μεγαλύτερο εργοστάσιο στο Ν. Φάληρο, που έδινε φως στην Αθήνα, στον Πειραιά και στα προάστια. Η παραγωγή ήταν τόσο μεγάλη, με αποτέλεσμα να ηλεκτροδοτηθεί ο ηλεκτρικός σιδηρόδρομος Αθήνας και Πειραιά. Ηλεκτροφωτίστηκαν οι δρόμοι και οι πλατείες σε συνδυασμό με το φωταέριο, που φώτιζε ακόμη την πόλη.

Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Αθήνα φωτιζόταν μόνο στο κέντρο και από ηλεκτρικές λάμπες. Μετά το 1917 ηλεκτροφωτίστηκαν οι συνοικίες με λάμπες που έπαιρναν φως από τα σπίτια και μετά έγινε εγκατάσταση δικτύου ηλεκτροφωτισμού στους δρόμους και στις πλατείες. Τότε όμως το εργοστάσιο στο Ν. Φάληρο δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις ανάγκες της νέας μεγαλούπολης και πολλοί ιδιώτες έφτιαξαν μικρά εργοστάσια ηλεκτρικής παραγωγής.

Η Γενική Ηλεκτρική Εταιρεία, που ιδρύθηκε το 1926, έκτισε νέο εργοστάσιο στο Κερατσίνι, που λειτούργησε το 1929 και ενίσχυσε και το εργοστάσιο του Ν. Φαλήρου αγοράζοντας και τα μικρά εργοστάσια των ιδιωτών.

Μετά την απελευθέρωση από την ιταλογερμανική κατοχή, τα δυο εργοστάσια έφεραν και άλλες ηλεκτρογεννήτριες για να αυξήσουν την παραγωγή.

Ο τηλέγραφος έγινε γνωστός στην Αθήνα το 1859 και τον μήνα Φεβρουάριο του ίδιου χρόνου έστειλαν στην Κωνσταντινούπολη από την Αθήνα το πρώτο τηλεγράφημα. Μετά την εφεύρεση του Μπελ, η Αθήνα και ο Πειραιάς είχαν δίκτυο τηλεφωνικής επικοινωνίας με τα πρώτα γραφεία τηλεφώνων, ένα στο ταχυδρομείο Αθήνας και στο ταχυδρομείο του Πειραιά το άλλο, το 1896 και με 60 συνδρομητές και τα δυο.

Το 1908 εκπαιδεύτηκαν οι πρώτες Ελληνίδες τηλεφωνήτριες από μια Ελβετίδα και το 1926 έγινε η πρώτη σύνδεση Αθήνας-επαρχιών. Μετά από τέσσερα χρόνια, το 1930, έγινε σύμβαση με τη γερμανική εταιρεία Ζίμενς και Χάλσκε, που ανάλαβε να φτιάξει εγκαταστάσεις για την επικοινωνία των κατοίκων της πόλης και της πόλης με τις επαρχίες. Μετά από λίγα χρόνια, το 1941, η πόλη είχε 42.700 γραμμές, που όμως έπαθαν πολλές ζημιές κατά τη διάρκεια της κατοχής και επισκευάστηκαν αργότερα.

Σήμερα η πόλη διαθέτει σύγχρονη ψηφιακή υποδομή και συνδέεται τηλεφωνικά με την υπόλοιπη Ελλάδα και τον κόσμο.

Το πρώτο ραδιοφωνικό κέντρο ιδρύθηκε τις 26 Μαρτίου 1938. Το κέντρο ονομάσθηκε Ε.Ι.Ρ. (Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας) με τρεις σταθμούς στην Αθήνα και εξέπεμπε για όλη τη χώρα. Το ραδιόφωνο διαδόθηκε σε όλα τα σπίτια και αποτελούσε την κυριότερη ψυχαγωγία για τους ανθρώπους.

Στην Ελλάδα η ραδιοφωνία παρουσιάστηκε το 1924, όταν το Υπουργείο Ναυτικών έκανε προσπάθεια ραδιοφωνικής εκπομπής και, λίγο αργότερα, τον ίδιο χρόνο όμως, ένας όμιλος ερασιτεχνών στα εργαστήρια Φυσικής του Εθνικού Πανεπιστημίου με τον καθηγητή Πετρόπουλο θέλησε να φτιάξει ραδιοφωνικά μηχανήματα.

Τέλος, τον Ιανουάριο του 1938 υπογράφτηκε σύμβαση με την εταιρεία Τελεφούνκεν (Telefunken) για να εγκαταστήσει πομπό και άρχισε και η κατασκευή των κτιρίων του Σταθμού των Νέων Λιοσίων και των εγκαταστάσεων του Ζαππείου. Το 1940 έγινε ενίσχυση του πομπού από το σταθμό της Κέιμπλ εντ Γουάιρλες και τα κύματά του έφθαναν μέχρι το εξωτερικό.

Το ραδιόφωνο έπαιξε σημαντικό ρόλο στα χρόνια της κατοχής και της επτάχρονης δικτατορίας.

Η Ελληνική Ραδιοφωνία (Ε.Ρ.Α.) περιλαμβάνει τέσσερις εθνικής εμβέλειας σταθμούς με ποικίλα προγράμματα ενώ, παράλληλα, λειτουργούν και πολλοί ιδιωτικοί σταθμοί που υπάγονται στην ελεύθερη ραδιοφωνία.

Το 1966 ιδρύθηκε και ο πρώτος σταθμός τηλεόρασης, που συμπεριλήφθηκε στο Ε.Ι.Ρ. και το 1970 μετονομάστηκε σε Ε.Ι.Ρ.Τ. μέχρι το 1975 που μετετράπη σε Ανώνυμη Εταιρεία με την ονομασία Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση (Ε.Ρ.Τ.), μέχρι το 2013 ώσπου έκλεισε με απόφαση της κυβέρνησης Σαμαρά. Την περίοδο εκείνη ξεκίνησε μεταβατικά η Δημόσια Τηλεόραση η οποία από τον Μάρτιο του 2014 μετετράπη στο νέο δίκτυο δημόσιας ραδιοτηλεοράσεως, τη ΝΕΡΙΤ Α.Ε. η οποία το 2015 με απόφαση της κυβέρνησης Τσίπρα μετετράπη στη νέα και τωρινή ΕΡΤ.

Οι εκπομπές περιλαμβάνουν τη μετάδοση των δελτίων ειδήσεων και καιρού, μορφωτικά και ψυχαγωγικά προγράμματα, μετάδοση θεάτρου, ταινιών και ενημερωτικά δελτία για διάφορα θέματα.

Στη νεότερη ιστορία, και κυρίως τη μεταπολεμική περίοδο, το νοτιοδυτικό τμήμα του ποταμού Κηφισού εγκλωβίστηκε στη βιομηχανική ζώνη της Αττικής. Αμφίπλευρα του Κηφισού εγκαταστάθηκαν με γοργούς ρυθμούς εργοστάσια, βιομηχανίες και βιοτεχνίες βαρέως τύπου επιχειρηματικής δραστηριότητας, σε ένα άναρχο και άτυπο βιομηχανικό πάρκο. Στα μέσα της δεκαετίας ΄90 η κυβέρνηση δήλωσε πως οι βιομηχανίες αυτές έχουν περιθόριο περίπου 30 ετών για τη μετεγκατάσταση τους σε άλλες βιομηχανικές περιοχές της χώρας. Στο Αθηναϊκό πεδίο η ανεπτυγμένη βιομηχανία βρίσκεται στις περιοχές της δυτικής Αττικής στις οποίες έχουν δημιουργηθεί αρκετές βιομηχανικές περιοχές, ενώ αρκετές επιχειρήσεις εδρεύουν στα Βόρεια προάστια και συγκεκριμένα στην Κηφισιά, Μεταμόρφωση και την Λυκόβρυση.

Ο Δήμος Αθηναίων είναι αδελφοποιημένος με τις παρακάτω πόλεις:




#Article 89: Πληθυσμός (153 words)


O όρος πληθυσμός σε μια δεδομένη γεωγραφική περιοχή, κατά γενική χρήση, εκφράζει το ποσοτικό άθροισμα των κατοίκων της που μπορεί να αναφέρεται στο πλαίσιο χωριού, πόλης χώρας, ηπείρου μέχρι και σε παγκόσμιο επίπεδο. Ειδικότερα στους τομείς της βιολογίας και της οικολογίας, ο όρος αφορά το άθροισμα των ατόμων ενός είδους (φυτού ή ζώου) που βρίσκονται σε ένα συγκεκριμένο βιότοπο ή την εξάπλωση ενός είδους σε μία συγκεκριμένη περιοχή. Στη δε γενετική αφορά το σύνολο των ατόμων που χρησιμοποιούνται για την αναπαραγωγή ενός είδους επίσης σε συγκεκριμένη περιοχή. Χρειάστηκαν να περάσουν 200.000 χρόνια για να φτάσουμε στο ένα δισεκατομμύριο κατοίκους, ενώ μόλις 200 χρόνια για να φτάσουμε τα επτά δισεκατομμύρια.

Περίπου 4,5 δισεκατομμύρια ανθρώπων – από τον συνολικό πληθυσμό των 7,5 δισεκατομμυρίων – ζουν στην Ασία. Επιπλέον, οι επτά από τις δέκα μεγαλύτερες σε πληθυσμό χώρες ανήκουν στην Ασία. Η ύπαρξη μεγάλων πληθυσμών δεν αποτελεί ωστόσο και δείκτη οικονομικής ανάπτυξης ή ευημερίας, αλλά υπερπληθυσμού.  




#Article 90: Ανεξαρτησία (480 words)


Η Ανεξαρτησία ως έννοια, όταν αναφέρεται σε κράτη αποτελεί την ημερομηνία ίδρυσης, ουσιαστικά ανεξαρτοποίησης τους.
Για τους λαούς, ο αγώνας για την ανεξαρτησία αποτελεί κυρίαρχο δικαίωμα. Αποτελεί ένα τεράστιο θέμα συζήτησης και συνήθως η Ημέρα Ανεξαρτησίας ενός κράτους εορτάζεται ως εθνική εορτή. Η ανεξαρτησία είναι μια κατάσταση του έθνους, χώρας, στην οποία οι κάτοικοι και ο πληθυσμός της, ή κάποιο τμήμα αυτού, ασκεί αυτοδιοίκηση, και συνήθως κυριαρχία, στην επικράτειά της. Το αντίθετο της ανεξαρτησίας είναι η εξάρτηση.

Το αν η επίτευξη της ανεξαρτησίας είναι διαφορετική από την επανάσταση έχει αμφισβητηθεί αρκετό καιρό, ενώ συχνά συζητείται για το ζήτημα της βίας ως νόμιμου μέσου για την επίτευξη κυριαρχίας. Σε γενικές γραμμές, οι επαναστάσεις αποσκοπούν μόνο στην αναδιανομή της εξουσίας με ή χωρίς στοιχείο χειραφέτησης, όπως στον εκδημοκρατισμό εντός ενός κράτους, το οποίο ως τέτοιο μπορεί να παραμείνει αναλλοίωτο. Για παράδειγμα, η Μεξικανική Επανάσταση (1917) αναφέρεται κυρίως σε μια πολυκομματική σύγκρουση που τελικά οδήγησε σε ένα νέο σύνταγμα. Σπάνια χρησιμοποιείται για να αναφερθεί στον ένοπλο αγώνα (1821) κατά της Ισπανίας. 

Ωστόσο, ορισμένοι πόλεμοι ανεξαρτησίας έχουν περιγραφεί ως επαναστάσεις, όπως αυτές στις Ηνωμένες Πολιτείες (1783) και στην Ινδονησία (1949), ενώ ορισμένες επαναστάσεις που αφορούσαν συγκεκριμένα μια αλλαγή στην πολιτική δομή οδηγώντας σε απόσχιση περιοχών. Η Μογγολία και η Φινλανδία, για παράδειγμα, απέκτησαν την ανεξαρτησία τους κατά τη διάρκεια των επαναστάσεων που έγιναν στην Κίνα (1911) και στη Ρωσία (1917) αντίστοιχα. Οι αιτίες που μια περιφέρεια ή επαρχία μπορεί να επιδιώξει ανεξαρτησία είναι πολλές, αλλά στις περισσότερες φορές μπορεί να συνοψιστεί ως ένα αίσθημα ανισότητας σε σύγκριση με την κυρίαρχη δύναμη. Τα μέσα μπορούν να επεκταθούν από ειρηνικές διαδηλώσεις όπως στην περίπτωση της Ινδίας (1947) μέχρι βίαιο πόλεμο όπως στην περίπτωση της Αλγερίας (1962).

Η αυτονομία αναφέρεται σε είδος ανεξαρτησίας που χορηγείται από μια εποπτική αρχή η οποία διατηρεί τελική εξουσία πάνω σε αυτήν την επικράτεια. Ένα προτεκτοράτο αναφέρεται σε αυτόνομη περιοχή που εξαρτάται από μια μεγαλύτερη κυβέρνηση για την προστασία της ως αυτόνομης περιοχής.

Μερικές φορές, το κράτος που επιθυμεί να επιτύχει την ανεξαρτησία του από μια κυρίαρχη δύναμη θα εκδώσει διακήρυξη ανεξαρτησίας. Το πιο πρώιμο παράδειγμα είναι η διακήρυξη της Σκωτίας του Άρμπροουθ το 1320, με το πιο πρόσφατο παράδειγμα να είναι η διακήρυξη της ανεξαρτησίας του Αζαγουάντ το 2012. Ωστόσο, η διακήρυξη της ανεξαρτησίας και η επίτευξη της είναι εντελώς διαφορετικές. Ένα πολύ γνωστό επιτυχημένο παράδειγμα είναι η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ που εκδόθηκε το 1776. Οι ημερομηνίες της καθιερωμένης ανεξαρτησίας (ή λιγότερο συχνά η ημερομηνία έναρξης της επανάστασης όπως γίνεται π.χ. στην Ελλάδα στις 25 Μαρτίου) γιορτάζονται ως εθνική εορτή γνωστή ως ημέρα ανεξαρτησίας.

Ιστορικά, σημειώθηκαν τρεις σημαντικές περίοδοι ανακηρύξεων ανεξαρτησίας:

Με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου στις αρχές της δεκαετίας του 1990, εμφανίστηκαν άλλα περίπου 25 νέα ανεξάρτητα κράτη, κυρίως ως επακόλουθο της διάλυσης της Σοβιετικής Ένωσης, της Γιουγκοσλαβίας (συνέχισε να υπάρχει συρρικνωμένη ως το 2006, ως Σερβία και Μαυροβούνιο από το 2003 και έπειτα) και της Τσεχοσλοβακίας. 




#Total Article count: 89
#Total Word count: 199893